Οι μάχες του λαού μας στο Σύνταγμα (Μέρος ‘Γ)
Οι στρατιώτες δε θα μπορούν πια να περπατούν στους δρόμους της Αθήνας σαν σε υποταγμένη πόλη. Ο Λαός είναι έτοιμος να πάρει φωτιά σε κάθε στιγμή και να πολεμήσει.
Την επομένη, στο τηλεφωνικό κέντρο της Αθήνας, στην οδό Σταδίου, κυκλοφορεί η εντολή για απεργία. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη από τη διάθεση για αγώνα και η παμψηφία σχεδόν των υπαλλήλων παίρνει αμέσως μέρος σ’ αυτήν τη σχεδόν αυτοσχέδια απεργία. Η παράλυση των τηλεπικοινωνιών εκείνη την κρίσιμή ώρα είναι βαρύ χτύπημα. Η Γκεστάπο επεμβαίνει με τις συνηθισμένες της μεθόδους. Με την απειλή των όπλων, αρπάζει 200 υπαλλήλους που δε βρήκαν καιρό να το σκάσουν…Με κλωτσιές και χτυπήματα τους κλείνει στα υπόγεια του κτηρίου και μπροστά στην πόρτα στήνεται ενισχυμένη φρουρά.
Κατά το μεσημέρι, φτάνουν πολλά καμιόνια για να μεταφέρουν τους κρατούμενους στο άντρο της Γκεστάπο. Οι πόρτες ανοίγουν. Το υπόγειο όμως είναι άδειο. Από ένα μικρό άνοιγμα, που δεν το πήραν χαμπάρι οι Γερμανοί, όλοι οι κρατούμενοι, άνδρες και γυναίκες, κατόρθωσαν να φύγουν.
Από κείνη την εποχή, οι στρατιώτες του Άξονα δε θα μπορούν πια να περπατούν στους δρόμους της Αθήνας σαν σε υποταγμένη πόλη. Στις αβέβαιες ζώνες δεν θα τους συναντά κανείς παρά σε ομάδες, με την προστασία περιπόλων. Και δεν θα τους συναντά σε ορισμένες γειτονιές των προαστείων να κυνηγούν την περιπέτεια: εκεί θα πηγαίνουν μόνο για αστραπιαίες επιδρομές. Στην επαρχία, οι φαντάροι θα μένουν τον περισσότερο καιρό στους στρατώνες, πολιορκημένοι από τη γενική εχθρότητα και σιγά-σιγά απομονωμένοι σαν πάνω σε μικρές νησίδες, μέσα σ’ ένα χώρο που λίγο-λίγο γίνεται Ελέυθερη Ελλάδα.
Δεν περνά μέρα, γύρω στα τέλη του Φλεβάρη, που οι Γερμανοιταλοί να μην έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν αυτή τη φοβερή διάθεση για αντίσταση που εμπνέει τον πληθυσμό.
Στις 17 του Φλεβάρη, το πλήθος ακολουθεί τη κηδεία του Κωστή Παλαμά και τραγουδά πατριωτικά τραγούδια. Οι επικήδειοι που εκφωνούνται μπροστά σ’ ένα τεράστιο πλήθος, είναι απροκάλυπτη παρότρυνση για Εθνική Αντίσταση. Οι δυνάμεις ασφαλείας του Άξονα που επιτηρούν την εκδήλωση, πανικοβάλλονται και πυροβολούν πάνω στη πομπή.
Το πλήθος όμως προστατεύει τους υπευθύνους – κανείς δεν μπορεί να τους συλλάβει. Ο Λαός είναι έτοιμος να πάρει φωτιά σε κάθε στιγμή και να πολεμήσει. Αυτή η ζύμωση είναι αυθόρμητη.
Στις 4 του Μάρτη, το ΕΑΜ και οι παράνομες συνδικαλιστικές οργανώσεις, αποφασίζουν Γενική Απεργία στους δημόσιους υπαλλήλους. Η κυβέρνηση κατοχής έχει επικεφαλής κάποιον Λογοθετόπουλο που ορκίστηκε ‘ενώπιον του κατακτητή’ στις 30 Απρίλη 1941. Πρόκειται για έναν ανεπιφύλακτο θαυμαστή των καινούργιων σπαρτιατικών αρετών που έρχονται από το Βορρά.
Η απεργία των δημοσίων υπαλλήλων απειλεί να τον καταστήσει ύποπτο για την κατάσταση που επικρατεί στις υπηρεσίες και να τον εκθέσει άσχημα στην στρατιωτική διοίκηση. Αποφασίζει έτσι να ελιχθεί, αφού πρώτα συμβουλευτεί εκείνους που υπαγορεύουν την πολιτική του. Μετά την έκρηξη υπάρχουν νεκροί κι ορισμένες ψυχολογικές διακυμάνσεις. Ελπίζει λοιπόν να υπονομεύσει την αποφασιστικότητα των Αθηναίων, σπέρνοντας την αμφιβολία σχετικά με τις πληροφορίες που διέδιδαν οι οργανώσεις
Στις 4 του Μάρτη, οι εφημερίδες που ελέγχονται από την κυβέρνηση δημοσιεύουν στην πρώτη σελίδα ένα επίσημο ανακοινωθέν:
“Ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, προέβει χθες στις ακόλουθες δηλώσεις:
Κακόπιστοι προπαγανδισταί και επαγγελματίαι υποκινηταί ταραχών διασπείρουν και πάλι τον πανικόν μεταξύ του πληθυσμού, θέτοντες εις κυκλοφορίαν ανοήτους πληροφορίας σχετικώς με την υποτιθέμενην πολιτικήν κινητοποίησην.
Τα μέτρα τα οποία αι σταρτιωτικαί αρχαί κατοχής προετοιμάζουν από μακρού, συμφώνως προς τας διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, δια την εκτέλεσιν δημοσίων έργων, ουδεμίαν έχουν σχέσιν με αυτάς τας κακοπίστοςυ φήμας. Συμβουλεύω κατά συνέπειαν τον λαόν να διατηρήση την ηρεμίαν του και να μην αποδίδει ουδεμίαν πίστην εις τα ανόητα συνθήματα της κομμουνιστιής προπαγάνδας.”
Πίσω από τη νέα πρόσοψη, κρυβόταν πάντα καθαρά το σχέδιο της πολιτικής επιστράτευσης. Κανείς δε ξεγελιέται.