Πράσινη οικονομία, περιβάλλον και ανάπτυξη

Η εργασία αυτή κατατέθηκε στα πλαίσια του μαθήματος «Εισαγωγή στις επιστήμες της ανάπτυξης και του περιβάλλοντος» στο διατμηματικό μεταπτυχιακό  «Περιβάλλον και ανάπτυξη» του ΕΜΠ τον Οκτώβριο του 2009

Ελένη Τριανταφυλλοπούλου

Περίληψη

Το παρόν  δοκίμιο καταπιάνεται με το θέμα της Πράσινης Οικονομίας, του Περιβάλλοντος και της Ανάπτυξης. Γίνεται προσπάθεια ορισμού της έννοιας της πράσινης οικονομίας, της πράσινης επιχειρηματικότητας, αλλά και του πράσινου καπιταλισμού. Επιχειρείται επίσης η ανάλυση  των εννοιών του περιβάλλοντος και της ανάπτυξης από την σκοπιά της πράσινης οικονομίας και όπως τις αντιλαμβάνονται οι υποστηρικτές αυτής. Επιπρόσθετα μέσα από μια αναδρομή ανιχνεύονται οι ιστορικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί παράμετροι που οδήγησαν στην ανάπτυξη των θεωριών  και των  αντιλήψεων περί πράσινης οικονομίας. Αναλυτικός λόγος γίνεται ακόμα στον τρόπο με τον οποίο η πράσινη οικονομία παρουσιάζεται από κυβερνητικές δυνάμεις, πολιτικά κόμματα και διεθνείς οργανισμούς ως διέξοδος από τη βαθιά οικονομική κρίση με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο καπιταλισμός σήμερα, ενώ εξετάζεται το κατά πόσο θα αποτελέσει τη λύση στα μεγάλα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή. Τέλος, παρατίθεται μια πιο κριτική σκοπιά επί του ζητήματος σε μια κατεύθυνση πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης που αποσκοπεί  στην αναζήτηση  και στην εξαγωγή συμπερασμάτων.

Η έννοια της πράσινης οικονομίας.

Η πράσινη οικονομία αφορά σε ένα νέο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, θα αντιμετωπίζει το περιβάλλον και την ποιότητα αυτού  σαν ζωτικό πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και της βιωσιμότητας της κοινωνίας. Η πράσινη οικονομία προβάλλεται σήμερα τόσο από τις Η.Π.Α. όσο και από τις χώρες της Ε.Ε. σαν μόνη διέξοδος αντιμετώπισης της σημερινής κατάστασης των μεγάλων περιβαλλοντικών προβλημάτων, αλλά και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με τις αρχές της, η μέχρι τώρα αντίληψη για την ανάπτυξη της οικονομίας χωρίς όρια, θα  πρέπει να αντικατασταθεί από ένα μοντέλο που θα ενσωματώνει τις βασικές αρχές της καπιταλιστικής οικονομίας (ελευθερία της αγοράς), λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα όρια που επιβάλλει ο φυσικός κόσμος και αναζητώντας νέα επιχειρηματικά πεδία βασιζόμενα στο περιβάλλον. Η πράσινη οικονομία στηρίζεται λοιπόν τόσο στην αντίληψη της βιωσιμότητας όσο και σε αυτήν της αειφορίας. Για την εδραίωση της είναι απαραίτητος ο συνδυασμός της καινοτομίας, της έρευνας και των νέων τεχνολογιών, αλλά και  η συμμετοχή  του ιδιωτικού κεφαλαίου παράλληλα με τις υποστηρικτικές κυβερνητικές πολιτικές.

Η πράσινη οικονομία υποστηρίζεται  σήμερα από ποικίλες δυνάμεις του πολιτικού φάσματος ως η μόνη, ρεαλιστική απάντηση στην υπάρχουσα κατάσταση. Σε έναν κόσμο που ο T.Friedman (2008) χαρακτηρίζει ως καυτό, επίπεδο και πολυπληθή (hot, flat and crowded), η κλιματική αλλαγή, η εξάντληση των φυσικών πόρων που αδυνατούν να καλύψουν την αυξανόμενη ενεργειακή ζήτηση, ο υπερμεγέθης πληθυσμός της γης, η ρύπανση του περιβάλλοντος που υποβαθμίζει αισθητά την ποιότητα ζωής καθιστούν αναγκαία μια πράσινη  επανάσταση  που θα ανοίγει νέα πεδία κερδοφορίας, ικανά για να υπερβεί το σύστημα την σημερινή κρίση του. Όχι τυχαία λοιπόν ο  Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών χαρακτηρίζει την πράσινη οικονομία σαν μία αναγκαία «μεταμόρφωση» για να αντιμετωπιστούν οι πολλαπλές κρίσεις της σύγχρονης εποχής.

Ως εκ τούτου,  η πράσινη οικονομία διακυρήττει τη λήψη μέτρων για την κλιματική αλλαγή, τη μείωση των ρύπων που ενισχύουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου,  την καλύτερη διαχείριση της ενέργειας καθώς και  την χρήση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Οι ανανεώσιμοι φυσικοί πόροι είναι μη ποσοτικά περιορισμένοι  πόροι που σε αντίθεση με τους μη ανανεώσιμους (τα ορυκτά καύσιμα, τους τόπους αλιείας, τα δάση, την γεωργική γη και το έδαφος)  δύναται να χρησιμοποιηθούν και στο μέλλον, να έχουν δηλαδή αειφορική χρήση. Για την προώθησή των παραπάνω   απαραίτητη προϋπόθεση είναι  η ύπαρξη επιχειρηματικών κινήτρων που θα εξασφαλίσουν την στήριξη και τις επενδύσεις του ιδιωτικού κεφαλαίου. Έτσι βλέπουμε τον αμερικάνικο κολοσσό Citigroup να  ανακοίνωνει  το Μάιο του 2007 τα σχέδια του για να επενδύσει την επόμενη δεκαετία 50 εκατομμύρια δολάρια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τον όμιλο Goldman Sachs να επενδύει 1,5 δις δολάρια στην ανανεώσιμη ενέργεια (Starke, 2008).

Μέσα από την πράσινη οικονομία αναδύεται και αναπτύσσεται η πράσινη επιχειρηματικότητα. Πρόκειται για μια αναδυόμενη μορφή οικονομικής δραστηριότητας, που βασίζεται πρωταρχικά σε ζωτικές ανάγκες που έχουν σχέση με την ποιότητα της ζωής και του περιβάλλοντος και αποτελεί έναν επιχειρηματικό κλάδο με μεγάλη ευρύτητα πεδίου. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εφαρμογής αφορούν στην εκμετάλλευση των προστατευόμενων περιοχών (π.χ περιοχών Natura) ως πόλους πράσινης ανάπτυξης,  στην παραγωγή και πώληση πιστοποιημένων προϊόντων των προστατευμένων αυτών περιοχών,  στην παραγωγή και πώληση προϊόντων βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, αλλά και  στην ανάπτυξη της οικοξενάγησης και του οικοτουρισμού (Ζήσης, 2003).

Ταυτόχρονα, έμφαση δίνεται στη διαχείριση των φυσικών πόρων και των απορριμμάτων, στην ανακύκλωση αλλά και στις «πράσινες υποδομές». Προκρίνεται η εφαρμογή συνδυασμένων μεταφορών, η ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς, η επένδυση στις φιλικές προς το περιβάλλον μεταφορές που θα περιορίζουν τις  εκπομπές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελεί ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας. Στην πρόσφατη διεθνή έκθεση που έλαβε χώρα στην Φρανκφούρτη το Σεπτέμβρη του 2009, οι συμμετέχοντες προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η οικολογία και η οικονομία δεν χρειάζεται να αποκλίνουν δίνοντας βάρος στην βελτίωση μοντέλων που θα μειώσουν τις εκπομπές. Δεν υπήρχε ούτε ένας κατασκευαστής από τους συμμετέχοντες (θυμίζουμε ότι Mitsubishi, Honda, Nissan ήταν τρεις από τις «βροντερές» απουσίες λόγω της οικονομικής κρίσης), που να μην είχε έστω και ένα μοντέλο – παραγωγής ή πρωτότυπο- το οποίο να «δηλώνει» φιλικό προς το περιβάλλον. Από υβριδικά μέχρι αμιγώς ηλεκτρικά και από κινητήρες με εναλλακτικά καύσιμα μέχρι και κινητήρες υδρογόνου  με μόνο «κατάλοιπο» καύσης καθαρό νερό. Οι χαμηλές εκπομπές ρύπων μπορούν να επιτευχθούν μέσω κινητήρων ντίζελ, κινητήρων turbo μικρού κυβισμού, συστημάτων stop and start, υβριδικών ή ηλεκτρικών κινητήρων. Βιοντίζελ, φυσικό αέριο, υδρογόνο είναι τρία από τα εναλλακτικά καύσιμα. Ωστόσο, η ουσία βρίσκεται στο γεγονός πως όλοι  ανεξαιρέτως οι κατασκευαστές έκαναν στροφή προς την οικολογική αυτοκίνηση. Ιδιαίτερα τα νέα υβριδικά μοντέλα φαίνεται ότι αποτελούν το μέλλον των πληγέντων από την οικονομική κρίση μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών. (Φιλιππακόπουλος, 2009)

Στα εγχώρια πλαίσια, οι υποστηρικτές της πράσινης οικονομίας αντιλαμβάνονται την ύπαρξη  συγκριτικού πλεονεκτήματος της Ελλάδας στην πράσινη οικονομία και επιχειρηματικότητα λόγω του πλούσιου, γόνιμου φυσικού  περιβάλλοντός της και της γεωγραφικής της θέσης, ενώ προβάλλεται ιδιαίτερα το πλεονέκτημά της όσον αφορά στις αειφορικές μορφές ενέργειας και ιδιαίτερα στην ηλιακή και την αιολική.

Επιπλέον, εισάγεται η  έννοια του πράσινου καπιταλισμού, δηλαδή ενός καπιταλιστικού συστήματος που αναγνωρίζει την αξία του φυσικού κεφαλαίου και μέσα από την εκμετάλλευση αυτού βρίσκει δρόμους παραγωγής υπεραξίας. Ως φυσικό κεφάλαιο νοείται το σύνολο των φυσικών πόρων, των οικοσυστημάτων και φυσικών διεργασιών που παρέχουν τις αναγκαίες υπηρεσίες για την υποστήριξη των ανθρώπινων κοινωνιών και της ζωής γενικότερα. Η αξία αυτών εκτιμήθηκε πρόσφατα στ 33 τρισεκατομμύρια δολάρια κατά έτος, πόσο μεγαλύτερο από το Α.Ε.Π. του πλανήτη. Ο  πράσινος καπιταλισμός αντιπροσωπεύει μια νέα βιομηχανική επανάσταση, με διαφορετικούς όρους από την πρώτη, διακόσια πενήντα χρόνια πριν. Ενώ εκείνη αποτελούσε ανταπόκριση στην περιορισμένη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και στηρίχτηκε στην αφθονία των φυσικών πόρων, σήμερα η εικόνα των περιορισμών έχει αναστραφεί: Υπάρχει υπερπροσφορά εργατικού δυναμικού και τεχνολογίας και πορεία εξάντλησης των φυσικών πόρων. Ο πράσινος καπιταλισμός βασίζεται  στην αξία του φυσικού κεφαλαίου σαν νέο πεδίο κερδοφορίας και στη δημιουργία αειφόρων πράσινων οικονομιών (Δεληγιάννης, 2003).

Πράσινη οικονομία και αειφορία.

Όπως προαναφέρθηκε η πράσινη οικονομία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη με  βάση τις αρχές της  «βιωσιμότητας ή αειφορίας» προκρίνοντας την εισαγωγή των περιβαλλοντικών μέτρων στην οικονομία και προτάσσοντας τις δυνατότητες μιας πράσινης οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, κάτω από την έννοια της βιωσιμότητας μπορούν να υπάρξουν ιδεολογικές διακυμάνσεις που «αφαιρούν» ή «προσθέτουν» πράσινο χρώμα στην οικονομία. Έτσι ανάλογα με το αν υπερτερεί το τεχνολογικό  ιδεολογικό στρατόπεδο έναντι του οικοκεντρικού μπορούν να διακριθούν διαφορετικής ισχύος  αειφορίες και αντίστοιχα «διαφορετικοί τόνοι πράσινου» που να χαρακτηρίζουν την οικονομία Αυτοί περιγράφονται  σύμφωνα με τον Ζαγοριανάκο (2002) ως εξής:

Η  πολύ ασθενής αειφορία που εκφράζει το τεχνολογικό ιδεολογικό στρατόπεδο, προβάλλει την αδιατάρακτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, παραγκωνίζοντας πλήρως τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Αυτή  υιοθετεί την ‘αξιωματική’ αντίληψη ότι η αδιατάρακτη λειτουργία της αγοράς σε συνδυασμό με την τεχνολογική πρόοδο θα εξασφαλίσουν μελλοντικά απεριόριστες δυνατότητες αναπλήρωσης πόρων ώστε να αμβλύνουν τις επιπτώσεις από την υπεράντλησή τους.  Η έννοια της πράσινης οικονομίας εισάγεται σε μια άλλη άποψη του ίδιου ιδεολογικού στρατοπέδου, η οποία  υποστηρίζει πως η ελεύθερη αγορά μπορεί να λειτουργήσει θετικά σε σχέση με το περιβάλλον. Σε αυτήν, η αποκατάσταση φυσικών πόρων αλλά και η θέσπιση ορισμένων ορίων στην εκμετάλλευση πόρων ‘κρίσιμου φυσικού κεφαλαίου’ (critical natural capital) όπως το πετρέλαιο, είναι σημαντικά, ενώ άλλοι φυσικοί πόροι μπορεί να προτιμηθούν προς χρήση εξαιτίας της δυνατότητάς τους για υποκατάσταση. Ο νόμος του ‘συνεχούς κεφαλαίου’ (constant capital) αφορά στο μετασχηματισμό του κεφαλαίου από φυσικό (natural capital) σε ανθρωπογενές (human made capital) και αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτού που ονομάζεται Αειφόρος Οικονομική Ανάπτυξη’ (Sustainable Economic Development) και αντιστοιχεί στην ήπια ή ασθενή αειφορία.  Από την άλλη πλευρά, η ισχυρή αειφορία αντιπροσωπεύεται από την οίκο-κεντρική άποψη που υποστηρίζει την ιδέα της ‘βαθιάς πράσινης οικονομίας’ (deep green economy). Οι υποστηριχτές της υιοθετούν την άποψη πως τα τρέχοντα επίπεδα ανάπτυξης δεν θα πρέπει ούτε να αυξηθούν ούτε να μειωθούν. Η νοοτροπία των ορίων στην ανάπτυξη υπερισχύει και επιτάσσει μηδενική οικονομική ανάπτυξη (zero economic development) και μηδενική αύξηση πληθυσμού (zero population growth) με απώτερο σκοπό την εγκαθίδρυση μιας ‘σταθερής κατάστασης στην οικονομία’.

Πέρα όμως από τις διαφορετικές αποχρώσεις των υποστηρικτών της αειφορίας και της πράσινης οικονομίας, αξίζει να διαπιστωθεί ότι το περιβάλλον αντιμετωπίζεται από όλο το φάσμα ως πηγή φυσικού κεφαλαίου και ως μέσο από το οποίο η οικονομία θα πρέπει να εμπνέεται και να διδάσκεται, χρησιμοποιώντας τα φυσικά παραδείγματα για την δημιουργία διαδικασιών παραγωγής και κατανάλωσης  που μπορούν να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση το περιβάλλον γίνεται αντιληπτό με τη μερική του έννοια, μόνο δηλαδή με αυτήν του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο πρέπει να αποκτήσει πιθανότητες επιβίωσης, αποτελώντας ταυτόχρονα πηγή κέρδους. Η δε ανάπτυξη σε κάθε περίπτωση γίνεται με γνώμονα την υπαγωγή στις αρχές της ανταγωνιστικότητας και του κέρδους.

Η αειφόρος ανάπτυξη παρουσιάζεται δήθεν ως η χρυσή τομή ανάμεσα στην οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική διάσταση

Για τους υποστηρικτές της, η πράσινη οικονομία και ιδιαίτερα η πράσινη επιχειρηματικότητα έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στο βάθος των πρώτων πολιτισμών, των οποίων η  οικονομική τους δραστηριότητα μπορούσε  να λειτουργεί και να αναπτύσσεται σε επαφή με τη φύση.  Επί της ουσίας όμως, σπάργανά της απαντώνται στην εποχή που γεννιούνται οι πρώτες οικονομικές σχολές. Ο Τζέρεμι Μπένθαμ, θεωρητικός της αγγλοαμερικανικής φιλοσοφίας του Δικαίου (1748- 1832), θέτει το ζήτημα της αναγνώρισης δικαιωμάτων στα πράγματα, αλλά και στα ζώα και στα φυτά και θεωρείται ότι η θέση του για το περιβάλλον ενέπνευσε σύγχρονα οικονομικά ρεύματα σκέψης (Ζήσης, 2003).

Παρά ταύτα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πιο ολοκληρωμένα τα γενεσιουργά αίτιά της  βρίσκονται στις πρώτες θεωρίες σχετικά με τα όρια της ανάπτυξης. Ο Τόμας Μάλθους, οικονομολόγος και ανθρωπολόγος διατύπωσε το 1798 την πεσιμιστική  «πληθυσμιακή θεωρία», σύμφωνα με την οποία η αύξηση του πληθυσμού του πλανήτη θα επέφερε τόσο ανεπάρκειες τροφίμων όσο και αναστολή της οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι ερχόμαστε στην έννοια των Οικολογικών ορίων (ecological limits) στην οικονομική δραστηριότητα, όρια τα οποία καθορίζονται από την αντοχή του φυσικού περιβάλλοντος. Ο Ντέιβιντ Ρικάρντο στο έργο του «Des principles de l’economie politique et de l’ impot», απέδιδε τη βασική αιτία για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και τις συνακόλουθες οικονομικές κρίσεις στην πτώση της ανταποδοτικότητας της γης λόγω της εντατικής εκμετάλλευσής  που είχε επιφέρει η αύξηση του πληθυσμού. Ο Ρικάρντο υιοθέτησε μια πιο αισιόδοξή άποψη σύμφωνα με την οποία η πραγματική απειλή για την Οικονομία είναι τα ‘σχετικά όρια’ (relative limits). Υποστήριξε πως η σπανιότητα και η έλλειψη φυσικών πόρων εξαρτάται από τα αυξανόμενα κόστη άντλησής τους. Καθώς η εξάντληση των πιο οικονομικά εκμεταλλεύσιμων πόρων θα γίνεται αισθητή, η προσοχή θα στραφεί στην χρήση των πόρων, των οποίων  η άντληση δεν θεωρούνταν οικονομική. Στο έργο του « Το ζήτημα του Άνθρακα»  ο Τζέβονς προέβλεπε το 1865 το τέλος της βιομηχανικής επανάστασης  λόγω της τάσης εξάντλησης  των αποθεμάτων άνθρακα, βασική ενεργειακή πηγή της βιομηχανίας (Παπακωνσταντίνου, 2008).

Τα πρώτα θεσμικά πεδία πράσινης οικονομίας  και επιχειρηματικότητας μπαίνουν στις αρχές του 20ου αιώνα στις Η.Π.Α. Ο Θ. Ρούσβελτ εγκαθιδρύει την πρώτη επιτροπή φύσης  το 1908 και εγκαινιάζει την πρώτη προσπάθεια «αειφορικής ρύθμισης», το Πρόγραμμα του Τένεσι. Πιο καθοριστικά αναπτύσσεται στην εποχή του New Deal μετά το κραχ του 1929, όπου σε μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπιστεί η ανεργία και η οικονομική ύφεση προωθήθηκε μια ένταση πρόσληψης προσωπικού και μια διάχυση κεφαλαίων παροχής υπηρεσιών στην κατεύθυνση του  ελέγχου της ρύπανσης του περιβάλλοντος και της ανάδειξής του. Επίσης η πρώτη ευρείας κλίμακας πράσινη αγορά εργασίας και απασχόληση φαίνεται να δημιουργήθηκε από την πολιτική του Κέϋνς. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι ήδη από το 1920 ο  Άρθουρ Πιγκού  είχε διατυπώσει την αρχή του ο «ρυπαίνων πληρώνει», αρχή που  έχουν ενστερνιστεί  η Agenda 2000 και το 5ο Πρόγραμμα Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Ο Πιγκού ήταν αυτός που διαχώρισε το προσωπικό κόστος της παραγωγής (δηλαδή το κόστος για τις πρώτες ύλες και το ανθρώπινο, εργατικό  δυναμικό μιας επιχείρησης) και κατανάλωσης, από το κοινωνικό κόστος της παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο το επωμίζεται η κοινωνία ως σύνολο. Υποστήριξε πως στην τιμή ενός προϊόντος για παράδειγμα, δεν συμπεριλαμβάνεται το οικονομικό κόστος από την ρύπανση το οποίο δεν το επωμίζεται αυτός που ρυπαίνει για να κατασκευάσει το συγκεκριμένο αγαθό, αλλά η κοινωνία ως σύνολο μέσα από τα έξοδα νοσηλείας για παράδειγμα λόγω αυξημένης συγκέντρωσης ατμοσφαιρικών ρύπων, τα έξοδα καθαρισμού δημόσιων κτιρίων και αγαλμάτων λόγω της όξινης εναπόθεσης, τους θανάτους και καρκίνους του δέρματος από την μείωση της τρύπας του στρατοσφαιρικού όζοντος, την μείωση της παραγωγικής ικανότητας της γης λόγω της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων, το χάσιμο της οικονομικής αξίας μιας όμορφης αισθητικά φυσικής περιοχής λόγω κατασκευής υποδομών κ.α. Υποστήριξε λοιπόν ότι οι παραπάνω δραστηριότητες θα πρέπει να αξιολογούνται με όρους οικονομικούς και να ενσωματώνονται στην καπιταλιστική οικονομία (Ζαγοριανάκος, 2002).

Μετά την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με την εκκίνηση του ψυχρού πολέμου το ζήτημα του ελέγχου των πηγών ενέργειας επικαθορίζει τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Ο Γκόρντον το 1954 διακυρήττει για πρώτη φορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τονίζοντας ότι ο ρυθμός εξόρυξης  των φυσικών πόρων είναι μεγαλύτερος στην περίπτωση όπου η πρόσβαση είναι εύκολη ή ελεύθερη. Αν όμως στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα  το ζήτημα του περιβάλλοντος  ήταν θέμα υποβαθμισμένο στα πλαίσια της πολιτικής διαπάλης η κατάσταση αλλάζει γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 70΄.  Πλέον η  καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης συνδυάζεται με την οικολογική κρίση που αρχίζει να αποκτά οικουμενικό χαρακτήρα, καθώς αγγίζει τις βιομηχανικές πόλεις, αλλά και την αγροτική περιφέρεια σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Λέσχη της Ρώμης που δημιουργήθηκε από επιχειρηματίες, πολιτικούς, οικονομολόγους και δημοσιογράφους κυκλοφορεί την πολύκροτη έκθεση με τίτλο  «Τα όρια της Ανάπτυξης» στην οποία εκτιμάται ότι η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού θα επέφερε εξάντληση των ζωτικά αναγκαίων πρώτων υλών, όπως ο σίδηρος, το χρώμιο, ο χρυσός και κυρίως το πετρέλαιο. Η ενεργειακή κρίση του 1973 φαίνεται να την επιβεβαιώνει. Την ίδια περίοδο, από άλλη ιδεολογική αφετηρία έρχονται στο προσκήνιο περιβαλλοντικές οργανώσεις, κινήματα και πολιτικά κόμματα, όπως οι Πράσινοι στην Γαλλία και την Γερμανία (Παπακωνσταντίνου, 2008).

Στις δεκαετίες που ακολουθούν ποικίλες διασκέψεις των Ηνωμένων Εθνών και της Ε.Ε. καταπιάνονται με μεγάλο ειδικό βάρος και επικοινωνιακό όγκο με θέματα περιβαλλοντικής και οικονομικής διακυβέρνησης. Η  διατύπωση του όρου ‘Αειφόρος ή Βιώσιμη Ανάπτυξη’ γίνεται από την Γκρο Χάρλεμ Μπρούτλαντ,  πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας το 1987. Ο όρος αυτός είχε χρησιμοποιηθεί από τους εισηγητές της αγρο-οικολογίας την δεκαετία του ‘70 (διαχείριση δασών) και προϋπήρχε της Γ. Μπρούτλαντ. Όμως η αίγλη και η διάδοση του οφείλεται στην Έκθεση Μπρούτλαντ (WCED, 1987) η οποία υποβλήθηκε το 1987 στην Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (WCED) και όπου ο συγκεκριμένος όρος  περιέγραφε την ανάπτυξη ως αυτή  που επιτρέπει την ικανοποίηση των σημερινών αναγκών χωρίς να συμβιβάζονται οι ανάγκες των μελλοντικών γενεών για ανάπτυξη (Ζαγοριανάκος, 2002).

Από τότε, ποικίλοι ορισμοί έχουν διατυπωθεί για την έννοια της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης και έχουν υιοθετηθεί από  διεθνείς οργανισμούς, τα Ηνωμένα Έθνη και την Ε.Ε, από διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, περιβαλλοντικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις  κ.α. Μόλις τρία χρόνια πριν, τον Οκτώβριο του 2006 το πρώην διευθυντικό στέλεχος της Παγκόσμιας τράπεζας ο οικονομολόγος Νίκολας Στερν εκπόνησε εμπεριστατωμένη μελέτη για τις οικονομικές  επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη για λογαριασμό της Βρετανικής κυβέρνησης. Η ομώνυμη έκθεση κατέληξε στην εκτίμηση ότι υπάρχει πιθανότητα άνω του 75% να αυξηθεί η μέση θερμοκρασία του πλανήτη κατά δύο έως τρεις βαθμούς τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα εκτιμούνταν ότι η μείωση του Α.Ε.Π. λόγω της κλιματικής αλλαγής θα έφτανε το 5% στο πιο αισιόδοξο σενάριο και το 20% στο χειρότερο. Ο επιστημονικός σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης Ντέιβιντ Κινγκ προφήτευε ότι «Αν δεν ληφθούν βασικά μέτρα η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει οικονομική καθίζηση που δεν έχει προηγούμενο από την εποχή της μεγάλης  κρίσης (1929 -1932) και των δύο παγκοσμίων πολέμων». Η ροπή προς την πράσινη οικονομία ενισχύθηκε από το τεράστιο οικονομικό κόστος που απειλεί να επιφέρει η οικολογική καταστροφή στην ίδια την καπιταλιστική οικονομία (Παπακωνσταντίνου, 2008).

Πρόκειται για την απάντηση στην οικονομική κρίση;

Σεπτέμβριος του 2008 και επέρχεται η κατάρρευση  κολοσσών  και επιχειρήσεων- συμβόλων του σύγχρονου καπιταλισμού όπως  Lehman Brothers και η General Motors. Ο σύγχρονος καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με μία βαθύτατη κρίση. Η ελεύθερη αγορά, οι ιδιωτικοποιήσεις, η κυριαρχία του κέρδους, οι ολοκληρώσεις και η παγκοσμιοποίηση οδήγησαν όχι στη δημοκρατία και ευημερία που κάποιοι ευαγγελίζονταν, αλλά σε εκατομμύρια ανέργους, σε νέα κύματα φτώχειας και καταπίεσης.  Σε αντίθεση με προηγούμενα επεισόδια της παρούσας κρίσης, όπως το 2000 στο Μεξικό και το 2002 στην Αργεντινή, πλέον η κρίση ξεσπά στην καρδιά του ανεπτυγμένου κόσμου  στις Η.Π.Α και στην Ευρώπη, έχοντας ως επίκεντρο τομείς, κλάδους και εταιρείες που εμφανίζονταν ως σύμβολα υπεροχής του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς. Ένα χρόνο μετά και η οικονομική ύφεση παρατείνεται δείχνοντας ότι πρόκειται για μία κρίση με βάθος και διάρκεια. Αξίζει μόνο να σημειωθεί από τον περσινό Αύγουστο ως τα μέσα Οκτωβρίου «χάθηκαν» 28, 5 από τα 62,5 τρις εκατομμύρια δολάρια της χρηματιστηριακής αξίας, ενώ οι άνεργοι στις Η.Π.Α αυξήθηκαν κατά 50%  μέσα σε ένα μόνο χρόνο (Βατικιώτης, 2009).

Σε αυτά τα πλαίσια, όπου ο σύγχρονος καπιταλισμός αδυνατεί να δείξει το παραμικρό κοινωνικό πρόσωπο και το όποιο θετικό πρόταγμα,  ως διέξοδος  από την κρίση παρουσιάζεται από διαφορετικές δυνάμεις του συστήματος η πράσινη οικονομία. Η Ντανούτα Χούμπνερ, επίτροπος αρμόδια για τα θέματα περιφερειακής πολιτικής της Ε.Ε. ανήγγειλε ότι θα δοθούν 105 εκ. Ευρώ στην πράσινη οικονομία, στο πλαίσιο συνοχής  για τη συνοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για ποσό σχεδόν τριπλάσιο από αυτό που διατέθηκε για δημοσιονομική πολιτική την περίοδο 2000-2006. Η χρηματοδότηση αντιπροσωπεύει πάνω από το 30% του προϋπολογισμού για την περιφερειακή πολιτική για την περίοδο 2007- 2013. Όπως η ίδια δήλωσε «Η υποστήριξη της πράσινης πολιτικής και του περιβάλλοντος συμβαδίζει με τον στόχο της πολιτικής για τη συνοχή, ο οποίος αφορά την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης, θέσεων απασχόλησης και ανταγωνιστικότητας. Σε ένα δύσκολο οικονομικό κλίμα, αυτή η επένδυση θα είναι το μέσο για τη δημιουργία μόνιμων θέσεων απασχόλησης, για την αναβίωση των τοπικών οικονομιών, καθώς και την υποστήριξη δέσμευσης της Ε.Ε. για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής». Ιδιαίτερα προάγεται η οικοκαινοτομία και οι νέες πράσινες θέσεις απασχόλησης, ενώ σαφής στόχος είναι η χρηματοδότηση για την έρευνα και την καινοτομία ώστε να ενισχυθεί η γενική επένδυση στις πράσινες τεχνολογίες.( IP/09/369. Βρυξέλλες, 9 Μαρτίου 2009)        Επιπρόσθετα, εκδόθηκε πρόσφατα έκθεση  με  θέμα: «Πράσινη εργασία – Προς τη δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας σε ένα Αειφόρο Κόσμο με χαμηλό Διοξείδιο» από το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών σε συνεργασία με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και την Διεθνή Ομοσπονδία Εμπορικών Ενώσεων και την Διεθνή Οργάνωση Εργοδοτών. Την δημιουργία της ανέλαβε το Worldwatch Institute, μια  ερευνητική οργάνωση σε συνεργασία με το ινστιτούτο παγκόσμιας εργασίας του πανεπιστημίου Cornell. Ο διευθυντής  του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) Αχίμ Στάινερ σημείωσε επί της πράσινης οικονομίας: «Φανταστείτε για μια στιγμή αν κάποια από τα βοηθητικά οικονομικά και χρηματοδοτικά πακέτα που τώρα αναπτύσσονται να στόχευαν όχι στην συντήρηση της παλιάς οικονομίας του 20ου αιώνα αλλά  στην νέα οικονομία του 21ου». Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση η παγκόσμια αγορά για περιβαλλοντικά προϊόντα και υπηρεσίες προβλέπεται να διπλασιαστεί από τα 1,37 τρις δολάρια κατά έτος που είναι τώρα στα 2,47 τρις δολάρια μέχρι το 2020. Τα μισά από τα παραπάνω είναι στον τομέα της ενέργειας ενώ τα υπόλοιπα  στα μεταφορικά μέσα, στην προμήθεια νερού, στην υγιεινή και στην διαχείριση αποβλήτων. Για παράδειγμα στην Γερμανία η τεχνολογία σχετικά με το περιβάλλον θα τετραπλασιαστεί στο 16% της βιομηχανίας μέχρι το 2030 και η προσφορά εργασίας σ’  αυτό τον τομέα  θα ξεπεράσει την βαριά βιομηχανία και την αυτοκινητοβιομηχανία. Τομείς που θα είναι ιδιαιτέρως σημαντικοί υπό τους όρους του περιβαλλοντικού, οικονομικού και εργασιακού τους αποτυπώματος στην ευρύτερη οικονομία θα είναι η παροχή ενέργειας (κυρίως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), ο κατασκευαστικός – οικοδομικός τομέας, οι μεταφορές και συγκοινωνίες, οι βασικές βιομηχανίες, η γεωργία και η δασοκομία. Οι «καθαρές» τεχνολογίες είναι ήδη ο τρίτος  μεγαλύτερος τομέας χρηματοδότησης για καινοτομία μετά την πληροφορική και την βιοτεχνολογία στην Αμερική, ενώ το κεφάλαιο για την πράσινη καινοτομία στην Κίνα διπλασιάστηκε στο 19% των ολικών επενδύσεων τα τελευταία χρόνια.

Αν και η έκθεση είναι αισιόδοξη για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όμως και η ίδια προειδοποιεί ότι πολλές από αυτές θα είναι βρώμικες, δύσκολες και επικίνδυνες, συνήθως είναι χαμηλών μισθών και χωρίς ασφάλιση για τους εργαζόμενους. Σήμερα το 43% της παγκόσμιας εργατικής δύναμης, δηλαδή 1,3 δισεκατομμύριο φτωχοί εργάτες,  που πληρώνονται λιγότερα από 2 δολάρια μεροκάματο, θα είναι τα θύματα αυτών των απαξιωτικών συνθηκών εργασίας, μαζί με τα 500 εκατομμύρια νέων που θα ψάχνουν για δουλειά τα επόμενα 10 χρόνια. Τα κοινωνικά προβλήματα της διογκούμενης ανεργίας δεν λύνονται με την καταγραφή  «πράσινων» θέσεων εργασίας, όταν χιλιάδες εργαζόμενοι από άλλους τομείς θα χάνουν την δουλειά τους. Πολύ δε περισσότερο όταν οι νέες μεταρρυθμίσεις στον τομέα της εργασίας προβλέπουν νέους, χειρότερους ελαστικούς όρους δουλειάς χωρίς κανένα εργασιακό δικαίωμα.

Μια κριτική προσέγγιση

Αποτελεί γεγονός ότι η σημερινή εποχή στιγματίζεται από την κρίση με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο σύγχρονος καπιταλισμός. Για την υπέρβαση αυτής και την αναπαραγωγή του συστήματος βιώνουμε καθημερινά μία άνευ όρων επίθεση στην εργασία, την παιδεία, τα δημοκρατικά δικαιώματα, τη φύση.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ αλλάζουν οι σχέσεις εκμετάλλευσης και απόσπασης υπεραξίας με την σταθερή εργασία να αντικαθίσταται από τις νέες ευέλικτες και ελαστικές μορφές απασχόλησης, ενώ εκατομμύρια άνεργοι προστίθενται στα ήδη αυξημένα ποσοστά ανεργίας. Ταυτόχρονα,  προκρίνεται η αξιοποίηση του τρίτου τεχνολογικού ρεύματος, δηλαδή της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών, της βιοτεχνολογίας αλλά και των πράσινων τεχνολογιών. Στο όνομα της ανάκαμψης, επιχειρείται η ολοκληρωτική υπαγωγή όλων των κοινωνικών σχέσεων στους νόμους της αγοράς με την μετατροπή τους σε εμπόρευμα, σε αντικείμενα εκμετάλλευσης.

Για αιώνες ολόκληρους η λεηλασία της φύσης γινόταν στο όνομα του κέρδους, σήμερα είναι η περιβαλλοντική καταστροφή που χρησιμοποιείται από τις κυρίαρχες δυνάμεις σαν μία νέα πηγή κερδοφορίας. Μπορεί όμως η πράσινη οικονομία να είναι η λύση στο οικολογικό πρόβλημα; Η για να διατυπώσουμε την ερώτηση καλύτερα, μπορεί να λυθεί το οικολογικό πρόβλημα σε αυτό το καπιταλιστικό σύστημα όπου συνεχώς εντείνεται ο κοινωνικός αποκλεισμός και η εκμετάλλευση;

Η σημερινή οικολογική κρίση αναδεικνύει με τον πιο περίτρανο τρόπο τη δυνατότητα του σύγχρονου καπιταλισμού να εκμεταλλεύεται την καταστροφή που ο ίδιος προκαλεί προς όφελός του. Η «πράσινη ευαισθησία» γίνεται μέρος του μάρκετινγκ μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, ενώ πάνω σε νεκρή γη έρχονται να εδραιωθούν νέες βιομηχανίες, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα βιολογικά προϊόντα, ο ενεργειακός σχεδιασμός, βιομηχανίες ανακύκλωσης. Η πράσινη οικονομία και η  αειφόρος ανάπτυξη παίζουν εδώ το ρόλο του απαραίτητου θεωρητικού οπλοστασίου για την εδραίωση αυτή και η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων σε Ευρώπη και Αμερική τάσσεται υποστηρικτικά. Οπλοστάσια που  βλέπουμε να υιοθετούνται  από  νεοφιλελεύθερα κόμματα, από τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, μέχρι και από δυνάμεις της αριστεράς. Παράλληλα,  ενισχύονται διεθνώς  τα κόμματα των Πράσινων.

Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αντικρούσει τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή να ταχθεί ενάντια σε ένα νέο μοντέλο αυτοκινήτου που το κατάλοιπο καύσης του θα είναι μόνο καθαρό νερό. Και σίγουρα οι τεχνολογικές εξελίξεις του εικοστού πρώτου αιώνα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.  Χρειάζεται όμως μια πιο σφαιρική και πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Το ζήτημα  δεν είναι μόνο το πως παράγεται η ενέργεια, αλλά αν χρειάζεται περισσότερη ενέργεια, σε ποιες κοινωνικές ανάγκες αυτή ανταποκρίνεται και στο αν αυτή ενσωματώνει το κριτήριο της οικολογικής και περιβαλλοντικής ισορροπίας ή κινείται στη λογική του κόστους και του κέρδους. Ή πολύ περισσότερο αν τα οφέλη από την ανάπτυξη των πράσινων τεχνολογιών θα χρησιμοποιηθούν προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας ή σε ένα νέο γύρο εκμετάλλευσης αυτής.

Ενδεικτική είναι η κριτική του αρθρογράφου του βρετανικού Guardian J.Monbeiot σχετικά με τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας με αφορμή τη διαμάχη που ξέσπασε την άνοιξη του 2005 στη χώρα του γύρω από το αιολικό πάρκο Γουίνας: «Τα αιολικά πάρκα, αν και αναγκαία, είναι κλασικό παράδειγμα αντιμετώπισης του συμπτώματος και όχι της νόσου. Αντί να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα στην πηγή του που είναι η ακόρεστη ενεργειακή ζήτηση, επινοούμε λιγότερο επιβλαβείς τρόπους για να ζούμε με αυτό. Ή έστω με μέρος του. Αντικαθιστώντας  μέρος της  ενέργειας που παράγεται με την καύση ορυκτών καυσίμων, το αιολικό πάρκο Γουίνας θα μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 178.000 το χρόνο. Ακούγεται εντυπωσιακό μέχρις ότου πληροφορηθεί κανείς ότι η πτήση ενός και μόνο τζάμπο από το Λονδίνο στο Μαϊάμι και πίσω στο Λονδίνο απελευθερώνει σε μία μόνο μέρα αέρια που επιβαρύνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και αντιστοιχούν  σε 520.000 τόνους διοξειδίου του άνθρακα» (Παπακωνσταντίνου, 2008).

Συμπερασματικά

Η πράσινη οικονομία εμφανίζεται σήμερα από τις κυρίαρχες δυνάμεις ως η λύση στην οικονομική κρίση και στο οξύ οικολογικό πρόβλημα που ο ίδιος ο καπιταλισμός έχει προκαλέσει. Οι νέες επενδύσεις στην πράσινη επιχειρηματικότητα προβάλλονται σαν πεδία οικονομικής ανάκαμψης και ευαγγελίζονται νέες πράσινες θέσεις εργασίας. Έμφαση δίνεται ιδιαίτερα στις νέες πράσινες τεχνολογίες και στην καινοτομία που θα επιφέρουν νέα κέρδη για τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Ο πυρήνας της πράσινης οικονομίας αφορά κυρίως στην στροφή της ενεργειακής πολιτικής μακριά από τα ορυκτά καύσιμα σε συνδυασμό με την ακόμα μεγαλύτερη βιομηχανοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Όμως, καμία οικονομία και κανένας καπιταλισμός δεν μπορεί να βαφτεί πράσινος όσο διαιωνίζονται οι σχέσεις εκμετάλλευσης. Η γιγάντωση της ενεργειακής παραγωγής και η ακόρεστη ανάπτυξη είναι αυτά που οδήγησαν την αντίθεση φύσης – ανθρώπου να έχει φέρει τον πλανήτη στα όρια της επιβίωσης. Τα καθολικά οικολογικά προβλήματα όπως το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ελάχιστα αντιμετωπίζονται από τις όποιες μεταρρυθμίσεις και απαγορεύσεις  στο βαθμό που η αιτία τους είναι το καθεαυτό βιομηχανικό σύστημα, το κυρίαρχο ενεργειακό μοντέλο, η οικονομία της αγοράς. Η πράσινη οικονομία αποτελεί την προσπάθεια για « ορθολογικοποίηση και εμπορευματοποίηση των   ρυθμών καταστροφής της φύσης και την προσπάθεια να γίνει δυνατή η λειτουργία της ανάπτυξης ως μηχανισμού καταστροφής της φύσης με την ανάγκη για μείωση του κόστους που δημιουργείται λόγω της περιβαλλοντικής υποβάθμισης» (Ναξάκης, 1997)

Αυτή η δραματική κατάσταση που βιώνει σήμερα ο κόσμος  δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί  με καμία πράσινη ανάπτυξη, αλλά μόνο με συνολικές αλλαγές και κατακτήσεις για  το κοινωνικό, φυσικό, πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Ο επίλογος του Ε. Μπιτσάκη (1974), αν και γραμμένος αρκετά χρόνια πριν, επικαιροποιείται στις μέρες μας όσο ποτέ :

Για πρώτη φορά στην ιστορία του ο άνθρωπος οφείλει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της καταστροφής του ανόργανου σώματός του. Οφείλει να αναζητήσει και να βρει λύσεις για μια νέα ισορροπία, σε ένα ανώτερο τεχνολογικό επίπεδο, ανάμεσα σε αυτόν και τη φύση. Αναγκαίος όρος για τη νέα αυτή ισορροπία είναι παύσει η παραγωγή να ισορροπεί το κέρδος και να τεθεί στην υπηρεσία της ανθρώπινης κοινότητας. Στις νέες αυτές σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση θα χρειαστεί μια νέα κλίμακα αναγκών και αξιών. Οι ανάγκες και οι αξίες που εκφράζουν τη ματαιοδοξία και τη διαστροφή των κυρίαρχων τάξεων θα ατροφήσουν. Το πραγματικό, το απλό και το όμορφο θα αποτελέσουν στοιχείο μιας νέας αντίληψης για τη ζωή.

 

Βιβλιογραφία

  1. Starke  L. (επιμέλεια). Ινστιτούτο Worldwatch (2008). Η κατάσταση του κόσμου καινοτομίες για Πράσινη Οικονομία. Αθήνα: Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη, ΔΗΩ
  2. Friedman T. L. (2008). Hot, Flat and Crowded, why the world needs a green revolution and how we can renew our global future. Great Britain by Allen Lane
  3. Δεληγιάννης Α. (2003). Πράσινος καπιταλισμός. Οι δρόμοι της αειφορίας. Περιβάλλον, Εργασία, Επιχειρηματικότητα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, Διεπιστημονικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Ερευνών
  4. Ζήση Ι. (2003).ISBN 960-7284-18-6 «Tο πράσινο επιχειρειν». Αθήνα: Υ.Πε.Χω.Δ.Ε,Παν.Δοι.Κο
  5. Ζαγοριανάκος Ε.  (2002). Διάλεξη στην Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος «Οικονομία, Περιβάλλον και Βιώσιμη Ανάπτυξη: Βασικές έννοιες της επιστήμης των οικονομικών του περιβάλλοντος», Αθήνα: ΙΑΑΚ/ΕΚΚΕ
  6. Μπιτσάκη Ε. (1974). Η φύση στη διαλεκτική φιλοσοφία. Αθήνα :Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
  7. Μπιτσάκη Ε. (1997).  Οικολογία: μια μαρξιστική προσέγγιση. Αθήνα: Περιοδικό Ουτοπία, τεύχος 26, σελίδα 23.
  8. Ναξάκης Χ. (1997).  Η οικολογικοποίηση της ανάπτυξης. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον μετά τη συνθήκη του Μάαστριχ.  Αθήνα: Περιοδικό Ουτοπία, τεύχος 26, σελίδα 23.
  9. Παπακωνσταντίνου Π. (2008). Το χρυσό παραπέτασμα, η γέννηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Αθήνα: Εκδοτικός οίκος Λιβάνη.
  10. Ρόκος Δ. (2001). Από την «βιώσιμη» ή «αειφόρο» στην αξιοβίωτη ολοκληρωμένη ανάπτυξη. Αθήνα :Ε.Μ.Π, Δ.Π.Μ.Σ Περιβάλλον και Ανάπτυξη.
  11. United nations (2009), Green Economy, A transformation to address multiple crises. An interagency Statement of the United Nations System.
  12. 12.  IP/09/369. Βρυξέλλες, (9 Μαρτίου 2009). Η πολιτική για τη συνοχή υποστηρίζει την «πράσινη οικονοµία ». 195.167.92.206/uploads/green_eco.pdf
  13.  Φιλιππακόπουλος Π. ( 18 Oκτωβρίου 2009), 63η Διεθνής Εκθεση Αυτοκινήτου Φρανκφούρτης. Η αισιοδοξία της αντίφασης. Αθήνα : Εφημερίδα Καθημερινή.
  14. Βατικιώτης Λ.( Ιανουάριος –Φεβρουάριος 2009), Η ελληνική οικονομία και η κρίση. Αθήνα: Περιοδικό Ουτοπία, τεύχος 83

Ένα Σχόλιο to “Πράσινη οικονομία, περιβάλλον και ανάπτυξη”

  1. Mesmo raciocínio é válido para edição de livros, exposições,
    produção de audiovisual e outros. http://www.baltimoremarinecenters.com/User-Profile/UserID/24566.aspx

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s