Jayan Nayar: Η Έκφραση του Απαγορευμένου: Η παρανομία ως εκφορά λόγου

 Η Έκφραση του Απαγορευμένου: Η παρανομία ως εκφορά λόγου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί παρουσίαση του, καθηγητη στο University of Warwick, Jayan Nayar, στην «7η Συνάντηση για την Ελευθερία της Έκφρασης» που διεξήχθη στην Κωσταντινούπολη στις 8-10 Οκτώβρη του 2010. To κείμενο στα αγγλικά μπορείτε να το βρείτε εδώ. Ευχαριστούμε την ομάδα του πολύ ενδιαφέροντος blog Istanbuliζην για την βοήθειά τους σε αυτή την ανάρτηση.

Ακούσαμε εδώ πολλές εμπνευσμένες ιστορίες περί του αγώνα για την φωνή/λόγο (voice). Καθώς συλλογιζόμαστε τα πολλά σενάρια της εξουσίας ως φίμωση της φωνής, καθώς ανακαλούμε τους πολλούς αγώνες από φωνές αντιφρονούντων της εξουσίας ενάντια στην καταπίεση, θα ήθελα λίγο χρόνο για να θέσω ερωτήματα σχετικά με τις υποθέσεις που θεμελιώνουν την ελευθερία της έκφρασης και μερικούς υπαινιγμούς για το πιθανό μέλλον της έκφρασης ως μίας επαναστατικής διεκδίκησης της φωνής/λόγου.

Οι σκέψεις μου σ’ αυτή την συνεδρία απασχολούνται βασικά με το ακόλουθο ερώτημα: τι σημαίνει η ελευθερία της έκφρασης για τις κοινότητες των ανθρώπων χωρίς δικαιώματα (the rightsless), για τις κοινωνίες του Απαγορευμένου; Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω δηλώνοντας εν συντομία αυτό που εγώ καταλαβαίνω ως την κοινή φιλελεύθερη ιδέα της ελευθερίας της έκφρασης.

 Όταν λέμε ότι όλοι έχουν ένα ανθρώπινο δικαίωμα, την ελευθερία της έκφρασης, ίσως να σκεφτόμαστε αυτό ως ένα ατομικό δικαίωμα στην φωνή/λόγο (ή την σιωπή) στα πλαίσια μιας πολιτικής κοινωνίας. Αυτό είναι ένα δικαίωμα ιθαγένειας/υπηκοότητας (citizenship), του να είσαι πολίτης, να έχεις φωνή ως πολιτικό υποκείμενο, να εκφράζεσαι στην δημόσια σφαίρα, πέρα από την αφάνεια και την σιωπή, λόγος/φωνή. Αυτή η προτεραιότητα του πολιτικού υποκειμένου, το υποκείμενο με φωνή, βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής θεωρίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Χωρίς την ελευθερία έκφρασης, επομένως, η ίδια η ιθαγένεια/υπηκοότητα χάνει το νόημά της. Σε συνέχεια αυτού, αντιλαμβανόμαστε την παραβίαση του δικαιώματος της έκφρασης να έχει μια διπλή επίπτωση: πρώτα ως μια παραβίαση της ατομικής φωνής, μια παραβίαση του δικαιώματος του ατόμου στην πλήρη ιθαγένεια/υπηκοότητα, δεύτερον ως αποστέρηση του ίδιου του πολιτεύματος του διαβουλευτικού του πλούτου, μία φτωχοποίηση της δημοκρατίας ως συλλογικού ιδεώδους. Αυτές τουλάχιστον είναι οι θεωρητικές βάσεις του δικαιώματος της έκφρασης ως ανθρώπινου δικαιώματος.

 Δύο υποθέσεις ενυπάρχουν σε αυτή την θεωρία. Πρώτον, ότι η εθνική πολιτική κοινωνία εδράζεται στην συμβατική προϋπόθεση και υπόσχεση των ισότιμων πολιτικοκοινωνικών δικαιωμάτων. Και δεύτερον, ότι η εθνική πολιτική κοινωνία διατηρείται λόγω μίας συγκατάβασης ισότιμων πολιτών που προσδιορίζουν τον εθνικό λόγο. Τι συμβαίνει ωστόσο όταν θέτουμε τις υποθέσεις περί ισότιμης ιθαγένειας υπό αμφισβήτηση;

 Μπορούμε να αντιληφθούμε την ιστορία, της αφήγησης της ανθρωπότητας, ως μία προοδευτική πορεία εξόδου από την κατάσταση μη ύπαρξης δικαιωμάτων προς τα δικαιώματα, προς την ιθαγένεια/υπηκοότητα. Όμως αυτή είναι μια πολύ μερική αφήγηση. Είναι μια ιστορία που λέγεται από τους αφέντες του πολιτισμού. Είναι μια Δυτική ιστορία. Είναι μια προνομιούχα ιστορία. Είναι μια ιστορία, σε σημαντικό βαθμό της λήθης. Ξεχνάει ότι τα δικαιώματα κι η ιθαγένεια γεννήθηκαν καθώς επιβλήθηκε η μαζική απώλεια δικαιωμάτων. Μία άλλη αφήγηση της ιστορίας της Ανθρωπότητας θα θυμόταν ότι η αποικιοκρατία, η σκλαβιά, ο υποβιβασμός της Γυναίκας και του θηλυκού, η καταστροφή της φύσης καθώς η ιδέα του μοντέρνου Ανθρώπου γεννιόταν, ήταν όλα αδέρφια των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Καθώς η μεγάλη ιδέα των δικαιωμάτων διακηρυσσόταν, το ίδιο γινόταν και με τις Απαγορεύσεις-όπως μας λέει ο Giorgio Agamben-του περιεκτικού αποκλεισμού (inclusive exclusion)) της πλειονότητας του πληθυσμού.

 Ο σκοπός της υπενθύμισης της άλλης πλευράς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι να θυμηθούμε επίσης ότι η κυριαρχία, όπως κι η δημοκρατία, κι η υπόσχεση της ισότιμης ιθαγένειας ήταν στην πραγματικότητα ένα πολύ σύντομο ιντερμέδιο του μακρύτερου αφηγήματος της κυριαρχίας ως δημιουργίας μιας κατάστασης μη-ύπαρξης δικαιωμάτων. Η πιο επίμονη εμπειρία της κυριαρχίας είναι αυτή της Απαγόρευσης. Συνδέοντας το παραπάνω με την παρούσα επανεξέταση των οριζόντων του δικαιώματος της έκφρασης, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι αυτή η υποτιθέμενη ελευθερία έχει όρια. Με αυτό εννοώ την ελευθερία των κυρίαρχων και των εξουσιαζόμενων ως προς το τι επιτρέπεται να ειπωθεί. Ο κυρίαρχος δεν έχει καμία ανάγκη την ελευθερία της έκφρασης. Η κυριαρχία, η εξουσία να ονομάζει τον εαυτό της κυρίαρχο, να ονομάζει την Απαγόρευση, να ξεστομίζει την διαταγή “σκότωσε”, ή “χάρις”, είναι από μόνη της απόλυτη, η κυριαρχία της έκφρασης αποτελεί η ίδια κυριαρχία. Η έννοια της ελευθερίας της έκφρασης είναι μια παραχώρηση στον εξουσιαζόμενο. Είναι η ελευθερία να μιλάει γι’ αυτό που του επιτρέπεται να ομιλεί υπό την προϋπόθεση να εξουσιάζεται. Το να Απαγορεύεται κάτι είναι το να καταπατούνται τα επιτρεπόμενα όρια της έκφρασης μέσα στις επικρατούσες συνθήκες του να εξουσιάζεσαι.

 Υπό αυτό το πρίσμα της αυθεντικής πολιτικής σχέσης μεταξύ εξουσιαζόμενου κι εξουσιαστή, μπορούμε να δούμε ότι το παρελθόν και το μέλλον της ελευθερίας της έκφρασης είναι επίσης η ανελευθερία που σιγά, που Απαγορεύεται. Να το θέσουμε διαφορετικά, αυτό που επιτρέπεται συμπίπτει χρονικά πάντα με αυτό που απαγορεύεται. Μια εξέταση του απαγορευμένου τότε μας επιτρέπει να αντιληφθούμε καλύτερα το πλαίσιο της κυρίαρχης πολιτικής της επικράτησης του κυρίαρχου. Είναι η Απαγόρευση η οποία εκθέτει τα όρια του σφάλματος και τα τρωτά σημεία της Κυρίαρχης Εξουσίας, για τα οποία η Εξουσία δεν έχει  καμία απάντηση, εκτός της βίας της Απαγόρευσης, της βίας της σίγασης.

 Εκείνο που απαγορεύεται επομένως είναι το όριο της ηγεμονίας, τα ανείπωτα ενός κατασκευασμένου πολιτικού συμβιβασμού, τα οποία αν τους επιτραπεί να ξεφύγουν απ’ την σιωπή, αποκαλύπτουν την ηγεμονία και ονομάζουν την κυριαρχία. Το Απαγορευμένο είναι η αλήθεια που εκθέτει το ψεύδος της ισότιμης ιθαγένειας/υπηκοότητας. Αυτό που απαγορεύεται είναι η φωνή που αμφισβητεί τις κανονικότητες της κυριαρχίας και υποκινεί την επανάσταση. Στον καιρό της αποικιοκρατίας, το να αμφισβητηθεί η κανονικότητα του δικαιώματος του Λευκού Ανθρώπου να εξουσιάζει, από τους επαναστατημένους λαούς των αποικιών, ήταν Απαγορευμένο. Επομένως, το να μιλήσεις, όπως έκανε ο Γκάντι για το Swaraj ή για την αυτοδιοίκηση ή όπως ο Fanon μίλησε για το δικαίωμα των λαών των αποικιών στην αντι-αποικιακή βία, ήταν Απαγορευμένο. Στον καιρό του Απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, το να μιλάς για την Χάρτα της Ελευθερίας, όπως έκανε το ANC κι ο Μαντέλα, ή για την Συνείδηση των Μαύρων όπως έκανε ο Bilko, ήταν Απαγορευμένο. Στον καιρό της Βρετανικής πατριαρχικής δημοκρατίας, το να μιλάς για τα δικαιώματα των γυναικών στην ψηφοφορία, όπως έκαναν οι Σουφραζέτες ήταν Απαγορευμένο. Στον καιρό των λατιοναμερικάνικων δικτατοριών, το να μιλάς για την παιδαγωγική των καταπιεσμένων όπως έκανε ο Freire, ήταν Απαγορευμένο. Σε πιο πρόσφατες εποχές, αυτή η Απαγόρευση έχει εφαρμοστεί πάνω σ’ αυτούς που έχουν αμφισβητήσει τις βίαιες λογικές της ανάπτυξης, του μιλιταρισμού, της εταιρικής καταστροφής της γης και των ζωών. Θα μπορούσαμε να αναπαράγουμε πολλά παραδείγματα που φτάνουν ως το παρόν. Το να θυμόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο σημαίνει να θυμόμαστε ότι η σύντομη ιστορία της δημοκρατίας είναι μια μακρά ιστορία ελλιπούς νομιμότητας της έκφρασης λαών με χαμένα δικαιώματα κάτι που καταδεικνύει τις ανισότητες ανάμεσα στις εντάξεις και τους αποκλεισμούς όσον αφορά το δικαίωμα του πολίτη. Η ελευθερία της έκφρασης, ειδωμένη σ’ αυτό το φως, είναι μόνο ακόμα μια αληθινή έκφραση ελευθερίας όταν θεωρείται αρκετά υπερβατική ώστε να υπόκειται στην Κυρίαρχη Απαγόρευση. Κι έτσι παραμένει σήμερα.

 Επιτρέψτε μου επομένως να επαναδιατυπώσω το σύγχρονο πολιτικό πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης όπως εγώ το καταλαβαίνω. Συγχωρέστε μου τον μάλλον δυσκίνητο και άκομψο ορισμό.

 Η ελευθερία της έκφρασης είναι ο προβλεπόμενος χώρος για τον λόγο/φωνή στα πλαίσια της παγκόσμιας κυριαρχίας του (νεοφιλελεύθερου) καπιταλισμού όπως τον διαχειρίζονται και τον επιβάλλουν οι υπο-κυριαρχίες της αστυνομίας και των κρατών επιτήρησης, και η οποία επιτρέπει τις πανηγυρικές διαρθρώσεις (celebratory articulations) των δικαιωμάτων του κεφαλαίου, τις ταυτότητες της φυματικής ατομικότητας και τις υποσχέσεις της οδηγούμενης από την αγορά ανθρώπινης χειραφέτησης. Αυτή η ελευθερία της έκφρασης μπορεί να ανεχτεί συγκεκριμένες επικριτικές φωνές πολιτών ενάντια στην παγκόσμια κυριαρχία καθώς βεβαιώνει τα φιλελεύθερα-δημοκρατικά της διαπιστευτήρια, να αποθαρρύνει κάθε συσχετισμό τέτοιων “φωνών” με οργανωμένα κινήματα επανάστασης. Η ελευθερία της έκφρασης είναι η ελευθερία να παραμείνεις με φωνή/λόγο, υπάκουος, υπό την εξουσία.

Επιτρέψτε μου επίσης να υποβάλλω δυο προτάσεις που προέρχονται από αυτόν τον επαναπροσδιορισμό:

1.      Η ελευθερία της έκφρασης, όπως είναι η περίπτωση με όλες τις ελευθερίες και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δεν σημαίνει ίσα δικαιώματα για όλους. Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί ελευθερίας που ανταποκρίνονται σε διαφοροποιημένα πολιτικοκοινωνικά δικαιώματα. Μερικοί Πολίτες έχουν κυρίαρχα δικαιώματα στην έκφραση, περιλαμβανομένου του δικαιώματος να “ασκήσουν θανάσιμη βία σε άλλους, προβλεπόμενη από νομική δίωξη”, ενώ σε άλλους πολίτες μπορεί να τους έχουν στερηθεί τα δικαιώματα απ’ τον νόμο, μέχρι του σημείου να βρίσκονται υπό το καθήκον ενός υπάκουου θανάτου.

2.      Για όσους δεν έχουν δικαιώματα, επομένως, η μόνη ελευθερία έκφρασης με νόημα είναι το δικαίωμα να αρθρώσουν και να επιτελέσουν παρανομίες.

 Επιτρέψτε μας να εξετάσουμε αυτές τις προτάσεις στο πλαίσιο των σύγχρονων καταγραφών της έκφρασης: Μερικοί πολίτες έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν το “δικαίωμα να σκοτώνουν”, και να υποκινήσουν ρητά την αστυνομική και την στρατιωτική βία στο όνομα της αλλαγής καθεστώτος, στο όνομα της “αντι-τρομοκρατίας”, στο όνομα θεμάτων εθνικής ασφάλειας. Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου ενδοιασμοί σχετικά με την υποκίνηση σε βία, καμία απαγόρευση στην υποστήριξη αυτού που θεωρείται αναγκαία δολοφονία. Μερικοί πολίτες έχουν αυτό το δικαίωμα, αυτή την ελευθερία έκφρασης. Γιορτάζονται και τιμώνται ως εκπρόσωποι του πολιτισμού, της δημοκρατίας και της ανάπτυξης.

Η πλειονότητα των πολιτών στον κόσμο, δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Δεν έχουν το δικαίωμα να υποστηρίξουν την βία ενάντια στους εξουσιαστές και τους πολίτες του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού. Το να κάνουν κάτι τέτοιο θα Απαγορευόταν ως έκφραση Τρομοκρατίας. Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διεκδικήσουν τα δικαιώματα της αυτο-άμυνας ενάντια στην μιλιταριστική βία, απέναντι στις ομάδες θανάτου, απέναντι στις νομιμοποιημένες εξώσεις, την λεηλασία ακόμα και τον θάνατο. Αυτό επίσης, στο διεστραμμένο λεξικό της μοντέρνας πολιτικής, θα εξισωνόταν με τρομοκρατία. Διεστραμμένο πράγματι, όταν ο καθημερινός τρόμος των απλών πολιτών στους οποίους αρνείται η ασφάλεια της ζωής ή των προς τω ζην απ’ αυτούς που κατέχουν κυρίαρχη δύναμη, δεν μπορεί να βρει έκφραση στο όνομα του Τρόμου. Διεστραμμένο πράγματι, όταν η Τρομοκρατία σήμερα σημαίνει απλά όλα όσα είναι άβολα για τις ανέσεις των πολιτών του παγκόσμιου μιλιταριστικού νεοφιλελευθερισμού.

 Έτσι, όταν μιλάμε για ελευθερία της έκφρασης, αν εννοούμε να πάρουμε στα σοβαρά τις εκφράσεις των όσων στερούνται δικαιωμάτων, των Απαγορευμένων, τότε πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά, ως βασικό δικαίωμα των όσων δεν έχουν δικαιώματα, το δικαίωμα στην παρανομία ως δικαίωμα επαναστατικής έκφρασης. Αυτό δεν μπορεί ποτέ να παραχωρηθεί από τους παγκόσμιους κυρίαρχους, αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι μια νόμιμη ελευθερία της έκφρασης. Κι ακόμα, βρίσκεται στο επίκεντρο της έκφρασης της επανάστασης. Όπως τονίζει ο Enrique Dussel στην Φιλοσοφία της Απελευθέρωσης:

“Το έργο της απελευθέρωσης…είναι μια αληθινή κριτική του συστήματος, είναι μία ρήξη, είναι καταστροφή… Με αυτό τον τρόπο, η απελευθερωτική πράξη…είναι και μπορεί μόνο να είναι παράνομη, αντίθετη στους νόμους του παρόντος…Είναι η αναπόφευκτη θέση της απελευθέρωσης: ανατρεπτική παρανομία”.

Πριν φτάσω στα συμπεράσματά μου, επιτρέψτε μου να προτείνω μερικές πτυχές της έκφρασης των παρανομιών που είναι σημαντικές για μια σύγχρονη πολιτικής της επανάστασης.

1.      Οι ιδιότυπες και ιδιωματικές οικειοποιήσεις από κοινότητες αγώνων μυθικών ιστοριών ενάντια στην Ιστορία της κυριαρχίας. Η διεκδίκηση της εξουσίας να ονομάζεις τον εαυτό σου, σε αντίθεση με τις ονομασίες που έχουν δοθεί από την εξουσία, και να φαντάζεσαι συλλογικές ταυτότητες πάλης, των οποίων γινόμαστε μάρτυρες σε αυξανόμενο βαθμό, για παράδειγμα μέσω ανακατασκευασμένων ταυτοτήτων και της αλληλεγγύης που περιβάλλει τον αυτοχθονισμό, την γη και άλλους γήινους πόρους. Αυτές οι επαναστατικές διεκδικήσεις μυθικών ιστοριών είναι πιστεύω μία σημαντική “σίγαση” της διεκδίκησης της κυρίαρχης ηγεμονίας της εξουσίας, από την πλευρά των όσων δεν έχουν δικαιώματα.

2.      Το θράσος της απόφασης να ονομάσεις την βία και την εγκληματικότητα της εξουσίας είναι άλλο ένα στοιχείο αυξανόμενης έκφρασης της επανάστασης. Μέσα από τόσες πολλές φόρμες- λαϊκά δικαστήρια, ορκωτά δικαστήρια του πολίτη, γυναικεία δικαστήρια, lok saths, κ.α. -αυτές οι απαγορευμένες πράξεις κρίσης από όσους δεν έχουν δικαιώματα λαμβάνουν υπό την κατοχή τους την σύλληψη των δικαιωμάτων, της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας, της απελευθέρωσης κ.ο.κ. (συλλήψεις που η εξουσία διεκδικεί κυρίαρχα δικαιώματα για τον ορισμό τους) και τα στρέφουν εναντίον της εξουσίας.

3.      Η υπέρβαση των συνόρων -αυτό το πολύ πολύτιμο όριο που καθορίζει την συμπεριλαμβανόμενη και την αποκλεισμένη κυριαρχία- της παράνομης μετανάστευσης ως “εμφάνισης” εκτός Απαγορεύσεων, αναπαριστά μια άλλη ασταμάτητη και αυξανόμενα ευσυνείδητη έκφραση της επανάστασης. Το να κινείσαι και το να εμφανίζεσαι χωρίς άδεια είναι το να δηλώνεις παρών δια της απουσίας σου. Και μήπως δεν είναι η ίδια η παρουσία, η απόλυτη έκφραση της ύπαρξης;

Τα τρία παραδείγματα που ανέφερα ως τώρα μπορεί να γίνουν αντιληπτά ως παραδείγματα μιας αναπτυσσόμενης και οργανωμένης πολιτικής συνείδησης της επανάστασης ως ελευθερίας έκφρασης. Υπάρχει ακόμα ένα τέταρτο παράδειγμα που πρέπει να αναφερθεί. Επιπρόσθετα στις οργανωμένες εκφράσεις της επανάστασης, υπάρχουν επίσης, πάντοτε οι επαναστατικές εκφράσεις των σε μεγάλο βαθμό αόρατων ατόμων χωρίς δικαιώματα. Αυτές οι καθημερινές, hit n’ run, παρανομίες παραμένουν όπλα των αδύναμων, όπως ο James Scott όρισε καιρό πριν. Καθώς συλλογιζόμαστε τη μείωση του πεδίου εφαρμογής της ελευθερίας της έκφρασης ως ένα νόμιμο δικαίωμα των πολιτών (των εχόντων ιθαγένεια/υπηκοότητα), καθώς σκεφτόμαστε τα πιθανά μέλλοντα της ελευθερίας της έκφρασης, προτρέπω να μην ξεχάσουμε την σημασία της παρανομίας, ως φωνής, για όσους στερούνται δικαιωμάτων.

Μετάφραση: Γιώργος Μιχαηλίδης

Ένα Σχόλιο προς “Jayan Nayar: Η Έκφραση του Απαγορευμένου: Η παρανομία ως εκφορά λόγου”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: