Tariq Ali: Η επιλεκτική εκδικητικότητα της Αμερικής θα κάνει τόσους εχθρούς όσους και φίλους

O Tariq Ali σε ένα απολογισμό των δέκα χρόνων από τις επιθέσεις της 9/11. Δημοσιεύθηκε στον Guardian.

Του Tariq Ali

«Κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την εξαίρεση», έγραφε ο Carl Schmitt σε διαφορετικές εποχές σχεδόν έναν αιώνα πριν, όταν οι Ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες και στρατίες κυριαρχούσαν στις περισσότερες ηπείρους και οι Ηνωμένες Πολιτείες λιάζονταν στο φώς του απομονωτισμού. Αυτό που ο συντηρητικός θεωρητικός εννοούσε με το «εξαίρεση» ήταν ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, απαραίτητο λόγω σημαντικών οικονομικών και πολιτικών κατακλυσμών, που απαιτούσαν αναστολή του συντάγματος, εσωτερική καταστολή και πόλεμο στο εξωτερικό.

Μια δεκαετία μετά τις επιθέσεις της 9/11, οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους έχουν παγιδευτεί στο βούρκο. Τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς χρησιμοποιήθηκαν απλά ως αφορμή για να επαναχαράξουν τον κόσμο και να τιμωρήσουν όσα κράτη δεν συμμορφώνονταν. Και σήμερα, ενώ η πλειοψηφία των Ευρωπαίων-Αμερικάνων πολιτών περιπλανιέται κομπιάζοντας σε μια ηθική έρημο,  δυσαρεστημένη πια με τους πολέμους,  παραιτημένη πια, έχοντας φάει πια την προπαγάνδα της διαφοροποίησης αυτού που είναι, στη πράξη, μια διαχρονική αυτοκρατορική στρατηγική σε καλούς/κακούς πολέμους, ο Στρατηγός Petraeus των ΗΠΑ (που έχει αναλάβει τώρα τη διοίκηση της CIA) μας λέει: «Πρέπει να αναγνωρίσετε επίσης ότι δεν πιστεύω ότι νικάς σε αυτό το πόλεμο. Πιστεύω ότι συνεχίζεις να παλεύεις. Είναι λιγάκι σαν το Ιράκ, στην πραγματικότητα… Ναι, υπήρξε τεράστια πρόοδος στο Ιράκ. Όμως υπάρχουν ακόμη τρομακτικές επιθέσεις στο Ιράκ, και πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση. Πρέπει να το κυνηγάς. Σε αυτό τον αγώνα θα είμαστε μέχρι το τέλος της ζωής μας και πιθανόν και αυτής των παιδιών μας.» Έτσι μιλάει η φωνή μιας κυρίαρχης δύναμης, καθορίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι η εξαίρεση είναι ο κανόνας.

Αν και δε συμφωνώ με τη δική του απάντηση, ο Γερμανός φιλόσοφος, JürgenHabermas έθεσε μια σημαντική ερώτηση: «Μήπως οι επικλήσεις στην οικουμενικότητα που συνδέουμε με τα ανθρώπινα δικαιώματα απλά κρύβουν ένα ιδιαίτερα δυσδιάκριτο και παραπλανητικό όργανο  δυτικής κυριαρχίας;» Το «δυσδιάκριτο» μπορεί να παραληφθεί. Η εμπειρία από τα κατεχόμενα εδάφη μιλάει μόνη της.  Εδώ και δέκα χρόνια ο πόλεμος στο Αφγανιστάν συνεχίζεται, ένα αιματοβαμμένο και βίαιο τέλμα με ένα διεφθαρμένο καθεστώς μαριονέτα του οποίου ο πρόεδρος και η οικογένεια του γεμίζουν τις τσέπες τους με παράνομα κέρδη και μια Αμερικάνικη/Νατοϊκή στρατιωτική δύναμη ανίκανη να νικήσει την αντίσταση. Οι τελευταίοι τώρα επιτίθενται κατά βούληση, δολοφονώντας τον διεφθαρμένο αδελφό του Hamid Karzai, βγάζοντας εκτός τούς   κεντρικούς συνεργάτες του και στοχεύοντας πληροφοριοδότες-κλειδιά του ΝΑΤΟ με επιθέσεις αυτοκτονίας ή ρουκέτες εδάφους-αέρος. Παράλληλα, εκτενείς παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους νέο-Ταλιμπάν πραγματοποιούνται εδώ και αρκετά χρόνια. Οι στόχοι αποκαλύπτουν την απόγνωση. Το ΝΑΤΟ και ο Karzai θέλουν απεγνωσμένα να επιστρατεύσουν τους Ταλιμπάν σε μια νέα εθνική κυβέρνηση.

Οι Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι φιλελεύθεροι και συντηρητικοί πολιτικοί που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των κυβερνώντων ελίτ και που υποστηρίζουν ότι πιστεύουν στην σύνεση και την ανοχή και στη διεξαγωγή πολέμων για να επιβάλουν τις ίδιες αξίες στα κράτη που ξανα-αποικιοποιούνται είναι ακόμα τυφλωμένοι με τη κατάσταση και δε βλέπουν τι πραγματικά συμβαίνει. Οι ευλαβείς αποκηρύξεις τους της τρομοκρατικής βίας μολαταύτα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να υπερασπίζονται βασανιστήρια, παράνομες μεταγωγές, στοχοποιήσεις και δολοφονίες ατόμων, μετά-νομικές καταστάσεις εξαίρεσης στην πατρίδα τους ώστε να μπορούν να φυλακίζουν οποιοδήποτε χωρίς δίκη και χρονικούς περιορισμούς. Εν τω μεταξύ οι καλοί πολίτες της Ευρώπης-Αμερικής που εναντιώθηκαν στους πολέμους που διεξήγαγαν τα κράτη τους αποστρέφουν του βλέμμα τους από τους νεκρούς, τους τραυματίες και τα ορφανά του Ιράκ και του Αφγανιστάν, της Λιβύης και του Πακιστάν… και η λίστα συνεχίζει να μεγαλώνει. Ο πόλεμος – jus belli – είναι πια ένα νόμιμο εργαλείο όσο χρησιμοποιείται με την έγκριση των ΗΠΑ ή προτιμότερα μόνο από τις ΗΠΑ. Αυτές τις μέρες παρουσιάζεται σαν μια «ανθρωπιστική» αναγκαιότητα: η μια πλευρά είναι απασχολημένη με τη διάπραξη εγκλημάτων, η ηθικά ανώτερη πλευρά απλά χορηγεί την αναγκαία τιμωρία και αρνείται την κυριαρχία τού κράτους που στοχεύει να νικήσει. Σε αυτό που το αντικαθιστά, η τάξη διασφαλίζεται τόσο με στρατιωτικές βάσεις όσο και με χρήμα. Αυτή αποικιοκρατία ή κυριαρχία του 21ου αιώνα έχει τη βοήθεια των διεθνών δικτύων ΜΜΕ, έναν αναγκαίο πυλώνα για τη διεξαγωγή πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις.

Ας αρχίσουμε με την εσωτερική ασφάλεια στις ΗΠΑ. Αντίθετα με αυτό που φανταζόταν πολλοί φιλελεύθεροι το Νοέμβριο του 2008, η υποβάθμιση του Αμερικάνικου πολιτικού συστήματος συνεχίζει χωρίς σταματημό. Αντί να αντιστρέψει αυτήν την τάση, ο δικηγόρος-πρόεδρος [lawyer-president] και η ομάδα του έχουν εσκεμμένα επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Υπάρχουν περισσότερες απελάσεις μεταναστών από την εποχή του George W Bush· λιγότεροι φυλακισμένοι που κρατούνται χωρίς δίκη έχουν βγει από το Γκουαντάναμο, ένα ίδρυμα που ο Μπάρακ Ομπάμα είχε υποσχεθεί ότι θα κλείσει· το Patriot Act με τις αμφιλεγόμενες προϋποθέσεις του για το ποιος αποτελεί φίλο και εχθρό έχει ανανεωθεί· ένας νέος πόλεμος έχει ξεκινήσει στη Λιβύη χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου με το αδύναμο σκεπτικό ότι ο βομβαρδισμός ενός κυρίαρχου κράτος δε θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως εχθρική πράξη· οι καταγγέλλοντες συστηματικά καταδιώκονται και ούτω καθεξής – η λίστα μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.

Η πολιτική και η εξουσία παραμερίζουν όλα τα άλλα. Οι φιλελεύθεροι που ακόμη πιστεύουν ότι η διακυβέρνηση του Bush παρέκαμψε το νόμο ενώ οι Δημοκρατικοί είναι παραδείγματα μιας κανονιστικής προσέγγισης είναι τυφλωμένοι από πολιτικό φυλετισμό [political tribalism]. Έκτος από τη ρητορική δεινότητα του Ομπάμα, λίγα χωρίζουν τη διακυβέρνηση του από αυτή του προκατόχου του. Ας αγνοήσουμε, για μια στιγμή, τη δύναμη των πολιτικών και των προπαγανδιστών να επιβάλουν τα ταμπού και τις προκαταλήψεις τους στην Αμερικάνική κοινωνία σαν σύνολο, μια δύναμη που συχνά χρησιμοποιείτε ανηλεώς και εκδικητικά για να σωπάσει κάθε αντίθετη άποψη από όλες τις πλευρές – ο Bradley Manning, ο Thomas Drake (που βγήκε στην επιφάνεια μετά από τεράστια κατακραυγή στα προοδευτικά ΜΜΕ), ο Julian Assagne, ο Stephen Kim, αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες και εχθροί της κοινωνίας, το ξέρουν αυτό καλύτερα από τους περισσότερους.

Τίποτα δεν αντιπροσωπεύει τόσο καλά αυτή την υποβάθμιση  όσο η δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν στο Abbotabad. Θα μπορούσε να είχε συλληφθεί και να παραπεμφθεί σε δίκη, αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ πρόθεση. Το προοδευτικό πνεύμα αντανακλούνταν στις ιαχές που ακούστηκαν εκείνη τη μέρα στη Νέα Υόρκη: «Η-Π-Α, Η-Π-Α. Ο Ομπάμα έφαγε τον Οσάμα. Ο Ομπάμα έφαγε τον Οσάμα. Δε μπορείς να μας νικήσεις (κλαπ-κλαπ-κλαπ…) Δε μπορείς να μας νικήσεις. Γαμιέται ο Μπιν Λάντεν. Γαμιέται ο Μπιν Λάντεν.» Αυτά ακούστηκαν με πιο διπλωματική γλώσσα από του ηγέτες της Ευρώπης, μικροί εταίροι σε αυτή την αυτοκρατορική οικογένεια εθνών, ανίκανοι για αυτοδιάθεση. Η ψευδοηθικολογία και η υποκρισία έχουν γίνει το  συνάλλαγμα του πολιτικού πολιτισμού.

Πάρτε για παράδειγμα τη Λιβύη, το τελευταία παράδειγμα «ανθρωπιστικών επεμβάσεων». Η επέμβαση ΗΠΑ-ΝΑΤΟ στην Λιβύη με τη κάλυψη του συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ, είναι κομμάτι μιας ενορχηστρωμένης αντίδρασης για να δείξουν τη στήριξή τους σε ένα κίνημα που εναντιώνεται σε ένα συγκεκριμένο δικτάτορα και με αυτό τον τρόπο να φέρει τις Αραβικές εξεγέρσεις σε ένα τέλος με την επιβολή ελέγχου από τη δύση, με την κατάσχεση της ορμής και του αυθορμητισμού τους, και με τη προσπάθεια επαναφοράς ενός προηγούμενος status quo. Όπως είναι πια προφανές, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι επαίρονται για την επιτυχία τους και θα ελέγχουν τα Λιβυκά αποθέματα πετρελαίου σαν πληρωμή για την εξάμηνη εκστρατεία βομβαρδισμών.

Η κοινωνία των πολιτών κινητοποιείται εύκολα από εικόνες και η βιαιότητα του Μουαμάρ Καντάφι που έστελνε τις αεροπορικές του δυνάμεις να βομβαρδίσουν τον ίδιο του το λαό ήταν το πρόσχημα που η Ουάσινγκτον αξιοποίησε για να βομβαρδίσει μια ακόμη αραβική πρωτεύουσα. Παράλληλα, οι σύμμαχοι του Ομπάμα στον Αραβικό κόσμο δούλευαν σκληρά προωθώντας τη δημοκρατία.

Οι Σαουδάραβες εισέβαλαν στο Μπαχρέιν όπου ο πληθυσμός βρίσκεται υπό τυραννία και μεγάλης έκτασης συλλήψεις πραγματοποιούνται. Δεν μεταδίδονται πολλά από αυτά στο al-Jazeera. Αναρωτιέμαι γιατί. Ο σταθμός φαίνεται να έχει καμφθεί κάπως και να έχει έρθει στην ίδια γραμμή με τη πολιτική των χρηματοδοτών του. Όλα αυτά με ενεργή υποστήριξη από τις ΗΠΑ. Ο δεσπότης της Υεμένης, που τον απεχθανόταν η πλειοψηφία του λαού του, συνεχίζει να τους σκοτώνει κάθε μέρα ακροβολισμένος στη Σαουδαραβική του βάση. Ούτε ένα εμπάργκο όπλων, για να μη πούμε για «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων», δεν  του έχει επιβληθεί. Η Λιβύη είναι μια ακόμη περίπτωση επιλεκτικής εγρήγορσης από τις ΗΠΑ και τα επιθετικά σκυλιά της στη Δύση. Το ότι οι Γερμανοί Πράσινοι, οι οποίοι είναι ανάμεσα στους πιο φλογερούς Ευρωπαίους υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού και του πολέμου, ήθελαν να είναι μέρος αυτού του καταδιωκτικού αποσπάσματος αποκαλύπτει περισσότερα για τη δικιά τους εξέλιξη παρά για τα εγγενή πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα της επέμβασης

Τα σύνορα του άθλιου προτεκτοράτου που η δύση πάει να εγκαθιδρύσει αποφασίζονται στην Ουάσινγκτον. Ακόμη και αυτοί οι Λίβυοι, που από απόγνωση, στηρίζουν τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ, πιθανό – όπως και οι Ιρακινοί όμοιοι τους – να μετανιώσουν για αυτή τους την επιλογή.

Όλα αυτά μπορεί να πυροδοτήσουν μια τρίτη φάση σε επόμενο στάδιο: έναν αυξανόμενο εθνικιστικό θυμό που θα ξεχυθεί πάνω στη Σαουδική Αραβία, και εδώ να μην έχουμε αμφιβολίες, η Ουάσινγκτον θα κάνει τα πάντα για να κρατήσει τη σαουδική βασιλική οικογένεια στην εξουσία. Αν χάσει τη Σαουδική Αραβία θα χάσει και τα κράτη του Κόλπου. Η επίθεση στη Λιβύη, που βοηθήθηκε πολύ από την ηλιθιότητα του Καντάφι σε όλα τα πεδία, σχεδιάστηκε για να μετατοπίσει τη πρωτοβουλία μακριά από τους δρόμους με το να παρουσιαστεί σαν υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι λαοί του Μπαχρέιν, της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Σαουδικής Αραβίας και της Υεμένης δε θα πειστούν, και ακόμη στην Ευρώπη-Αμερική όλο και περισσότερη εναντιώνονται σε αυτή τη τελευταία περιπέτεια από το να την υποστηρίζουν. Οι αγώνες δεν έχουν τελειώσει με κανένα τρόπο ακόμη.

Ο Γερμανός ποιητής του 19ου αιώνα Theodor Däubler έγραφε:

Ο εχθρός είναι ή ίδια μας η ερώτηση ενσαρκωμένη

και θα μας καταδιώκει, και εμείς θα τον καταδιώκουμε μέχρι το τέλος

Το πρόβλημα με αυτή την οπτική σήμερα είναι ότι η κατηγορία του εχθρού, καθορισμένη από τις ανάγκες της πολιτικής των ΗΠΑ, αλλάζει πάρα πολύ συχνά. Χθες ο Σαντάμ και Καντάφι ήταν φίλοι και συχνά βοηθούνταν από τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών για να αντιμετωπίσουν  τους δικούς τους εχθρούς. Οι τελευταίοι γίνανε φίλοι όταν οι πρώτοι γίνανε εχθροί. Και έτσι η πλανητική αναταραχή συνεχίζεται. Η δολοφονία του Μπιν Λάντεν χαιρετίστηκε από τους Ευρωπαίους ηγέτες σαν κάτι που θα έκανε τον κόσμο πιο ασφαλή. Ας το πουν αυτό στις νεράιδες.

Μετάφραση: Δημήτρης Πούλιος | Επιμέλεια: Κων/νος Σ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s