Η (ιδεολογική) μάχη που έχει αρχίσει

Λάβαμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο από τον αναγνώστη και σύντροφο Αλέξανδρο Γεωργίου. Για μας είναι σαφές ότι όχι μόνο δεχόμαστε αλλά και επιθυμούμε κείμενα και απόψεις, ώστε να συμβάλλουμε στον αναγκαίο διάλογο για την Αριστερά και το κίνημα της εποχής μας.

Η (ιδεολογική) μάχη που έχει αρχίσει

 Συζητώντας με φίλους και σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα από πριν το καλοκαίρι μέχρι και τώρα καταλήγω ότι η μεγάλη κοινωνική μάχη – σύγκρουση που ξεκίνησε με συμβολικό σημείο την είσοδο της χώρας στο ΔΝΤ το 2009 έχει περάσει μια κρίσιμη καμπή και έχει μπει σε μια ανώτερη και πιο λυσσαλέα φάση. Είναι η φάση στην οποία τα ακόμα πιο «έκτακτα και αναγκαία» μέτρα πλέον είναι ισότιμης έντασης με τον πολύ σκληρό παράλληλο ιδεολογικό αγώνα που έχει αρχίσει και διεξάγεται από το πολιτικό προσωπικό της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να περάσει μια σειρά από μέτρα μέσα σε δύο χρόνια που καμία άλλη νεοφιλελεύθερη και δεξιά κυβέρνηση δε φανταζόταν ότι θα μπορούσε να περάσει. Μάλιστα σε αρκετά από αυτά, χρησιμοποιώντας τεχνικές «σοκ και δέους», με καταιγισμό από μέτρα αμέσως μετά την ένταξη στο ΔΝΤ και μέσα σε εκείνο το κρίσιμο χρονικό διάστημα που ο κόσμος της εργασίας δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, η κυβέρνηση επέδειξε μεγάλη αποτελεσματικότητα στο προχώρημα των μεταρρυθμίσεων με σχετικά χαμηλής έντασης κοινωνική διαμαρτυρία – συγκριτικά με το διακύβευμα. Πιστεύω ότι ο λόγος που προχώρησαν οι μεταρρυθμίσεις μέχρι ώρας είναι το ίδιο το ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ λόγω της ιδιαίτερης ιδεολογίας που το συγκροτούσε έως τώρα μπόρεσε και ενσωμάτωσε στην ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική το 44% του εκλογικού σώματος καταφεύγοντας σε ένα γνωστό τέχνασμα από παλιά: το λαϊκισμό. Έταξε ότι «λεφτά υπάρχουν» ενισχύοντας το συλλογικό φαντασιακό ότι φταίει η κακοδιαχείριση και η αντιδημοκρατικότητα της κακής δεξιάς για τα δεινά που μας έχουν βρει. Με αυτή την κίνηση χρησιμοποίησε και όξυνε ένα από τα βασικά ιδεολογήματα πάνω στα οποία είχε στηθεί: την αντιδεξιά. Σε μια εποχή που ο οικονομικός τεχνοκρατισμός και η νεοφιλελεύθερη διαχείριση έχουν κυριαρχήσει στα μυαλά των πολιτικών των μεγάλων κομμάτων, το ΠΑΣΟΚ με ένα πολύ έξυπνο πολιτικό υπολογισμό κορόιδεψε συνειδητά το εκλογικό του σώμα ώστε να βγει στην εξουσία. Στα πρώτα σημεία αντίδρασης απέναντι στην κοροϊδία, εκ στόματος του Πάγκαλου ήρθε η απάντηση: μαζί τα φάγαμε. Η Αριστερά σε όλο της το εύρος δικαίως αντέδρασε απέναντι στην εγγενώς φασίζουσα νοοτροπία της συλλογικοποίησης των ευθυνών μεταξύ αυτών που βρίσκονταν όλα αυτά τα χρόνια στο τιμόνι και αυτών που απλά παρακολουθούσαν απληροφόρητοι και έρμαια ιδεολογικών φενακισμών. Όμως φοβάμαι ότι δεν έπιασε ότι εξαρχής ο στόχος της εν λόγω δήλωσης ήταν εσωκομματικός.

Δεν προσπαθώ να δικαιολογήσω τον μέσο ΠΑΣΟΚο μέλος, φίλο, ψηφοφόρο. Είναι σαφές ότι υπάρχει ευθύνη και ατομική στην εκ-πτώση των ηθικών αξιών και στην αποδοχή ενός γενικευμένου αλισβερισιού με τον ΠΑΣΟΚικό μηχανισμό ως η ιδανική και «εύκολη» μορφή διακυβέρνησης για όλους. Όμως δεν είναι ισότιμη η ευθύνη. Το ΠΑΣΟΚ ως τεράστιος γραφειοκρατικός μηχανισμός της εξουσίας του Κανένα – όπως λέει η Χάνα Άρεντ – εντάσσει τα μέλη του στον ιδεολογικό του μηχανισμό με την ψευδαίσθηση ότι τον εξουσιάζουν, δημιουργώντας ένα λαβύρινθο διαφθοράς όπου αν ξεκινήσεις από τη βάση δεν πρόκειται ποτέ να βγεις στην κυβερνητική κορυφή. Η λειτουργία αυτή μαζικοποιείται και γίνεται κανόνας όταν η μέση ιδεολογική στάθμη είναι το «λίγο απ’ όλα». Έτσι το ΠΑΣΟΚ εγγυάται στα μέλη του την πολλές φορές ψυχολογική και όχι πολιτική ανάγκη να είναι αριστεροί, αλλά συνάμα και πατριώτες και Έλληνες και αντιαμερικανοί και δημοκράτες, τη στιγμή που το πραγματικά ηγετικό κέντρο ήταν και είναι σκληρά δεξιό, δουλοπρεπές, ανοιχτά φιλοαμερικανικό και βαθιά αλαζονικό και αντιδημοκρατικό.

Το σημείο καμπής πρέπει να τοποθετηθεί με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου. Η κυβέρνηση κατάφερε με τις ελάχιστες (πλην ενός) απώλειες να περάσει από το κοινοβούλιο το μεσοπρόθεσμο σχέδιο τη στιγμή που ερχόταν φυσικά αντιμέτωπη με το πιο ρωμαλέο λαϊκό κίνημα μετά τη μεταπολίτευση. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης με «πρωτοπορία» του το ΠΑΣΟΚ έχει ξεκινήσει έναν ανοιχτό ιδεολογικό πόλεμο κατίσχυσης του αντιπάλου ανάγοντας τη μάχη σε σύγκρουση ιδεολογιών. Είναι σαν να έχει παρθεί μια συνειδητή απόφαση ότι «τώρα θα σας τελειώσουμε», ανεξάρτητα από το αν αυτό φαίνεται σε έναν απλό παρατηρητή ως επιτάχυνση στην πορεία προς το γκρεμό.

Δεν αρκεί πλέον να πειστεί ο λαός για το πόσο «κοπρόσκυλα» είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, για το πόσο τα «ρετιρέ» φταίνε για την κρίση, για το αν και κατά πόσο οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλείες και ευθύνονται για την εγκληματικότητα. Ο κόσμος σήμερα συνειδητοποιεί ότι όσο και αν οι παραπάνω παράγοντες και άλλοι τόσοι μπορούν να συνιστούν «παραβατική συμπεριφορά», άλλο τόσο η κυβερνητική πολιτική μπορεί να χαρακτηριστεί «γενοκτονία». Αντιθέτως, για να επενδυθεί μια μάχη όπως αυτή που έχει ξεκινήσει με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου η κυβέρνηση, χρειάζονται ιδεολογικά «κανόνια» που να βάλλουν στο μέλλον αλλά και στο παρελθόν.

Έτσι, το ένα «κανόνι» που βάλλει προς το μέλλον θέτει το αμείλικτο ερώτημα «ποιά εναλλακτική στρατηγική μπορεί να υπάρχει;» απλά και μόνο για να απαντήσει: «δεν υπάρχει εναλλακτική (there is no alternative – TINA)». Στο πεδίο αυτού του ερωτήματος θα δοθεί και θα κριθεί η σύγκρουση αναμφισβήτητα και γι’ αυτό και η πίεση προς την Αριστερά να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις για το που το πάει το πράγμα. Να είμαστε σαφής όμως: το «δεν υπάρχει εναλλακτική» δεν αποτελεί πολιτική στρατηγική ούτε για τους νεοφιλελεύθερους – αυτός είναι ο λόγος που το πολιτικό προσωπικό έχει αρχίσει και περιγράφει με θετικούς όρους το τι πρέπει να γίνει π.χ. οι δηλώσεις του βουλευτή ΠΑΣΟΚ Κρεμαστινού περί Βαλκανοποίησης της ελληνικής οικονομίας ως αναγκαίο όρο για την ανάπτυξη. Αντίστοιχα, η κρίση στρατηγικής πλήττει ακόμα περισσότερο και από την Αριστερά τους Κεϋνσιανούς – άλλωστε ο νεοφιλελευθερισμός ήταν ένα ιδεολογικό κίνημα που κατατρόπωσε και  τον Κεϋνσιανισμό.

Όμως για να χτίσεις οχυρώματα και να απαντήσεις στους «κανονιοβολισμούς» της παραπάνω παραγράφου πρέπει να έχεις γερά θεμέλια. Εκεί λοιπόν στοχεύει το δεύτερο «κανόνι» που τελευταίως έχει πάρει φωτιά: στις αγωνιστικές, δημοκρατικές παραδόσεις και κατακτήσεις του ελληνικού λαού και στην παρακαταθήκη του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Δεν είναι τυχαίες οι δηλώσεις Λοβέρδου περί αντιστροφής του εμφυλίου μετά τη μεταπολίτευση, δεν είναι εκτός τόπου η εκστρατεία κατασυκοφάντησης του Πανεπιστημιακού ασύλου – συμβόλου των δημοκρατικών αγώνων, δεν θα έλειπε από το χορό η προσβολή των φοιτητικών αγώνων που αποτέλεσαν τον κοινωνικό πυροδότη του κύκλου των σύγχρονων εξελίξεων (βλέπε την εισήγηση για το άρθρο για τους αιώνιους φοιτητές στο πρόσφατο νόμο Διαμαντοπούλου όπου η εισηγήτρια μίλησε για ζήτημα «ηθικής τάξης» των Πανεπιστημίων»). Είναι συνειδητή προσπάθεια να διαλυθούν τα θεμέλια των σύγχρονων συλλογικών αντιστάσεων που δεν είναι τίποτα άλλο από την ιστορία των αγώνων του ελληνικού λαού που πάντα είχε απέναντι μια συμμαχία κυβερνήσεων με εξωτερικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα, ως ιδεολογικός μηχανισμός, το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να επιβάλλει στη βάση του μια μετάλλαξη της συστατικής του ιδεολογίας σε περισσότερο εθνικά υπεύθυνο – πατριωτικό – εθνοσωτήριο κόμμα φεύγοντας από το μοντέλο δημοκρατικό – σοσιαλιστικό. Σε αυτό το επίπεδο η Αριστερά ως τροφοδοτούμενη και τροφοδότης των κοινωνικών αγώνων πρέπει να δώσει μια μάχη ουσίας εξίσου βαθιά με τη μάχη στρατηγικής. Δεν είναι ζήτημα τιμής για την Αριστερά (αν και οι ηθικές αξίες είναι όπλα στην υπόθεση της) είναι ζήτημα μετασχηματισμού του πεδίου της πολιτικής.

Σε αυτή τη μάχη έχουν μπεί άθελα ή ηθελημένα όλοι: η ΟΝΝΕΔ με αφορμή το νόμο Διαμαντοπούλου κάνει λόγο για τη διεφθαρμένη «γενιά της μεταπολίτευσης», ο ΛΑΟΣ ξεσπαθώνει όχι τόσο με γραφικότητες όπως οι «άπλυτοι αριστεριστές» όσο με πολιτικές θέσεις περί εχθρού στην Αριστερά (αλά Καρλ Σμιτ) και με «αριστερή ρητορεία» περί Πανεπιστημίου – ιδεολογικού μηχανισμού της Αριστεράς που πρέπει να ανακτηθεί. Φυσικά και οι υπόλοιπες νεοφιλελεύθερες απόψεις να τρέχουν να ευνοηθούν όπως π.χ. της ΝΔ ή της Δημοκρατικής Συμμαχίας με τελευταίο τραγελαφικό παράγοντα την Δημοκρατική Αριστερά που οδεύει προς την ιδεολογική σύγκρουση με όπλο τη σύνθεση δύο αντιδιαμετρικά αντίθετων ιδεολογιών.

Τα παραπάνω είναι κάποιες πρόχειρες σκέψεις με αφορμή το μετασχηματισμό του πολιτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ τον τελευταίο μήνα. Απέναντι στη ρητορεία περί «εθνικά» υπεύθυνης – δήθεν πατριωτικής στάσης που τηρεί το ΠΑΣΟΚ: Τι είναι ένα «έθνος» χωρίς το λαό του; Και πολύ περισσότερο, τι είναι ένα «έθνος» που εχθρεύεται το λαό του; Χρειάζεται προσοχή λοιπόν γιατί η πίστη στον αρχηγό – σωτήρα, η θρησκευτική δογματική προσύλωση στο νεοφιλελεύθερισμό, η συμμετοχή σε ένα δαιδαλώδες γραφειοκρατικοποιημένο κόμμα, η πίστη στη μεγάλη ιδέα περί σωτηρίας της πατρίδας, ο εξωτερικός εχθρός των αγορών είναι παρόντες, και μπορεί να μην είναι μακριά η μέρα που θα επαληθευτεί το σύνθημα «κοιμάσαι πατριώτης – ξυπνάς εθνικιστής».

Αλέξανδρος Γεωργίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: