Ιστορικές διαδρομές της Αριστεράς στο «σύντομο 20ό αιώνα»

   του Μπάμπη Κουρουνδή*

Είναι γνωστό ότι η αριστερά οφείλει το όνομά της στις θέσεις που καταλάμβανε η ριζοσπαστική πτέρυγα στα έδρανα της Συντακτικής συνέλευσης κατά τη διάρκεια της γαλλικής Επανάστασης του 1789. Βέβαια, η έννοια της αριστεράς σχηματοποιήθηκε πολύ περισσότερο μετά την επικράτηση του καπιταλισμού, όταν συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και έκτοτε είναι συνυφασμένη με την πολιτική έκφραση του κινήματος που παλεύει για να δοθεί στη δημοκρατία κοινωνικό περιεχόμενο[i]. Από την «άνοιξη των λαών» του 1848 μέχρι το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923, τα κινήματα της Αντίστασης στο φασισμό και την παγκόσμια ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η αριστερά έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο[ii]. Στη διαδρομή αυτή, ωστόσο, η αριστερά δεν ήταν ενιαία. Για να γίνει κατανοητό το γιατί, είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε τα κρίσιμα ιστορικά σταυροδρόμια και τις διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές που επέλεξαν τα διαφορετικά της κομμάτια: αυτό θα είναι και το αντικείμενο αυτής της – αναγκαστικά σύντομης – εξιστόρησης. Άλλωστε, η Ιστορία είναι ένα διακύβευμα που κρίνεται διαρκώς στο παρόν. Την αντίληψη της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης για την Ιστορία απέδωσε ο Μαρξ με την περίφημη φράση του ότι «για την αστική τάξη υπήρχε ιστορία, αλλά δεν υπάρχει πια». Σ’ αυτήν την προσπάθεια εντάσσεται τόσο η φιλολογία που ακολούθησε την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ σχετικά με το «τέλος της Ιστορίας»[iii], όσο και τα διαρκή κροκοδείλια δάκρυα για την ανυπαρξία νοήματος στη διάκριση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά[iv].

Η άνοδος και η πτώση της επαναστατικής Αριστεράς

Όσον αφορά την επαναστατική αριστερά, οι πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας της γράφτηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου  αιώνα. Πρόκειται για τα χρόνια στα οποία συνδυάστηκε οργανικά η μαρξιστική θεωρία με την επαναστατική πολιτική πρακτική. Ο Λένιν έγραφε κείμενα όπως την «Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» ή το «Κράτος και Επανάσταση», την ίδια περίοδο κατά την οποία διεύθυνε τις εφημερίδες «Ίσκρα» και «Πράβντα» και ηγούταν του μπολσεβίκικου κόμματος που έμελλε να είναι το πρώτο που οδήγησε την εργατική τάξη σε μία επιτυχημένη «έφοδο στον ουρανό». Ο Λέων Τρότσκι διατύπωσε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης με το «Αποτελέσματα και προοπτικές», αλλά αναδείχθηκε και ως ο πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ στην ιστορία το 1905 και αργότερα αρχηγός του Κόκκινου στρατού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε το «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση» και τη «Συσσώρευση του κεφαλαίου», αλλά υπήρξε και ιδρυτικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και ηγετική φυσιογνωμία της γερμανικής επανάστασης του 1918. Ακόμα και ο Γκράμσι, πολύ πριν τη λογοκριμένη μαγεία των «Τετραδίων της Φυλακής», είχε γράψει τα «Εργοστασιακά συμβούλια» και τις «Θέσεις της Λυών», ενώ διεύθυνε και την «Όρντινε Νουόβο» μέσα στη φλόγα της ιταλικής «κόκκινης διετίας» του 1919-1920. Οι θεωρητικοί του μαρξισμού θεωρούνταν όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και αναγκαίο να είναι και πολιτικοί ηγέτες της αριστεράς.

Αυτή η επαναστατική γενιά πρωτοστάτησε και στο σχίσμα με τη σοσιαλδημοκρατία. Το 1914, η Δεύτερη Διεθνής ξέχασε τις φλογερές αντιπολεμικές διακηρύξεις της και οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ανά την Ευρώπη συστρατεύτηκαν με την αστική τάξη της χώρας τους και συμμετείχαν ενεργητικά στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ο πολιτικός και αργότερα οργανωτικός διαχωρισμός της επαναστατικής αριστεράς, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919, δεν ήταν καρπός ενός εγκεφαλικού σχεδιασμού των ηγεσιών της. Αντίθετα, αποτελούσε προϊόν της σύγκρουσης της επαναστατικής πτέρυγας της αριστεράς εκείνη την περίοδο με το «σοσιαλπατριωτισμό» της Δεύτερης Διεθνούς από τη σκοπιά μίας στρατηγικής ενεργά και επίμονα διεθνιστικής και επαναστατικής. Αυτή η στρατηγική, η οποία επέμενε στην επικαιρότητα της επανάστασης και όχι στην παραπομπή της στις καλένδες του μέλλοντος, δικαιώθηκε από το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923: οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, ανατροπή του Κάιζερ και των Αψβούργων στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, «κόκκινη διετία» στην Ιταλία και ούτω καθεξής.[v]

Το κρίσιμο στοίχημα της περιόδου παίχτηκε στη Γερμανία. Εκεί οι σοσιαλδημοκράτες του SPD κατάφεραν, επωφελούμενοι από τα λάθη απειρίας του νεοσύστατου KPD, να διατηρήσουν την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα και να εμποδίσουν την αντικαπιταλιστική δυναμική του[vi]. Η ήττα της γερμανικής επανάστασης του 1918-1923 διαδραμάτισε με τη σειρά της καθοριστικό ρόλο στην απομόνωση της ρωσικής επανάστασης και έθρεψε, μ’ αυτόν τον τρόπο την επικράτηση του σταλινισμού και τη θεωρητικοποίηση της οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Ο σταλινισμός υπήρξε η ανατροπή του λενινισμού, τόσο ως προς την αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, όσο και ως προς το καθεστώς που εγκαθίδρυσε στην ίδια τη Ρωσία[vii]. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, κατέστη εφικτό μέσα από την καταστροφή των δεσμών του ΚΚ Ρωσίας με την εργατική τάξη της χώρας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και με τη συνειδητή επίθεση του Στάλιν στην εργατική τάξη μέσα από τις «σταχανοβίτικες» εκστρατείες για εργασιακή πειθαρχία και βέβαια μέσα από την ωμή καταστολή πρώτα της αριστερής και έπειτα κάθε αντιπολίτευσης στο εσωτερικό του κόμματος. Αναφορικά με το κράτος, η γραφειοκρατία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη τάξη θέτοντας ως στόχο την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» ώστε να «φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση σε πέντε – δέκα χρόνια», ενώ η εργατική τάξη αποστερήθηκε από κάθε έλεγχο στα μέσα παραγωγής.

Η Αριστερά στη σκιά του σταλινισμού

Η επικράτηση αυτού του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού δεν άφησε ανεπηρέαστη την κομμουνιστική αριστερά των υπόλοιπων χωρών. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αφού εκκαθάρισαν τις γραμμές τους από τις αντιπολιτευόμενες φωνές, προσανατολίστηκαν στην υπεράσπιση της «σοσιαλιστικής πατρίδας» και, αμέσως μετά την καταστροφική γραμμή της «Τρίτης Περιόδου», στη συγκρότηση «Λαϊκών μετώπων» αναζητώντας συμμάχους ενάντια στο φασισμό σε μερίδες της αστικής τάξης. Αυτά τα μέτωπα οδήγησαν σε ήττες τόσο την ισπανική επανάσταση του 1936, όσο και τις καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία και την εξέγερση του Μάη στην Ελλάδα την ίδια χρονιά.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο όταν τεράστια κινήματα αντιφασιστικής αντίστασης ακολούθησαν την ίδια συμβιβαστική πολιτική με αποτέλεσμα είτε τη συντριβή, στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε το συμβιβασμό, στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Στην πρώτη περίπτωση, η ηγεσία ενός τεράστιου κινήματος αντίστασης, που είχε καταφέρει να ακυρώσει με γενική απεργία την επιστράτευση που διέταξαν οι Ναζί το Μάρτιο του 1943, παρέδωσε ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Αντίστοιχα, στις δεύτερες περιπτώσεις, τα Κομμουνιστικά κόμματα εκδιώχθηκαν το Μάρτιο του 1947 από τις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» στις οποίες συμμετείχαν και απομονώθηκαν πολιτικά ως υποστηρικτές του «παραπετάσματος». Οι πόθοι των ευρωπαϊκών λαών που έδωσαν με σθένος και τεράστιες θυσίες τη μάχη ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό δεν δικαιώθηκαν. Οι ελπίδες για ισότητα και εμβάθυνση της δημοκρατίας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και, γενικότερα για μια «δικαιότερη κοινωνική τάξη πραγμάτων»[viii] θυσιάστηκαν στο βωμό του μεταρρυθμιστικού ρεαλισμού. Γενικότερα, η ακύρωση της επαναστατικής δυναμικής των αντιστασιακών κινημάτων ήταν μοιραία συνέπεια της συνειδητής ενσωμάτωσης της αριστεράς στη μεταπολεμική νομιμότητα[ix].

Από μια άλλη πλευρά, ο συνδυασμός της επικράτησης του φασισμού και του σταλινισμού τη δεκαετία του ’30 είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των δυνητικών φορέων της επαναστατικής μαρξιστικής παράδοσης από τη μαζική πολιτική πρακτική της εργατικής τάξης στη Δύση. Η απομόνωση και ο θάνατος του Γκράμσι και του Τρότσκι στην Ιταλία και το Μεξικό, καθώς και η απομόνωση και η εξορία του Λούκατς και του Κορς στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ σηματοδότησαν το τραγικό τέλος μιας περιόδου κατά την οποία ο μαρξισμός ήταν οργανικά συνδεδεμένος με το κίνημα των μαζών. Στο εξής, ο «δυτικός μαρξισμός» θα συσπειρώνει επαγγελματίες φιλοσόφους και όχι πια «επαγγελματίες επαναστάτες» και τα κείμενά του θα γράφονται σ’ ένα ιδιαίτερο ιδιόλεκτο που θα επιτείνει την απόστασή του από την εργατική τάξη της οποίας το μέλλον υποτίθεται ότι υπηρετούσε και οργάνωνε[x]. Αυτή η βαθιά αλλαγή αποτυπώνεται τόσο στα έργα των στοχαστών της σχολής της Φρανκφούρτης, όσο και σε αυτά του Αλτουσέρ, του Κολέττι και του Ντέλα Βόλπε. Έτσι, για τέσσερις περίπου δεκαετίες, η μαρξιστική σκέψη προχώρησε διαμέσου μιας μακράς παρακαμπτήριας οδού, μακριά από κάθε επαναστατική πολιτική πρακτική[xi].

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί η σύγχυση που προκλήθηκε, τόσο σε υποστηρικτές, όσο και σε πολέμιους της αριστεράς με βάση την εμπειρία της σταλινικής περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση στο  σύνολο της αριστεράς της άποψης ότι η αποστολή του εργατικού κράτους έγκειται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παραγνωρίζεται, έτσι, το γεγονός ότι η διαμόρφωση της σταλινικής Ρωσίας ως κράτους που επωμίζεται την ιστορική αποστολή της αστικής τάξης, δηλαδή την ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και η καλλιέργεια των χαρακτηριστικών που ήταν αναγκαία ώστε να επιτευχθούν αυξημένοι ρυθμοί συσσώρευσης, ήταν καρπός της απομόνωσης της ρωσικής επανάστασης[xii]. Ταυτόχρονα, κατά την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης, άνθησε στην αριστερά η αντίληψη που έκανε λόγο για την  ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, η οποία έχει χάσει τη δυνατότητα να παίξει οποιονδήποτε επαναστατικό ρόλο, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλισμό[xiii]. Με ιδιαίτερο τρόπο, διαφορετικά μεταξύ τους ρεύματα συνέκλιναν στην κοινή αντίληψη ότι η εργατική τάξη αδυνατούσε να αποφύγει τον κλοιό της «κίνησης του κεφαλαίου», της «βιομηχανίας της κουλτούρας», ή ακόμα και των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους»[xiv].

1968: το λιώσιμο των πάγων

Η ορμητική επανεμφάνιση της εργατικής τάξης στο προσκήνιο με το Μάη του ’68 και το «καυτό φθινόπωρο» της Ιταλίας, αλλά και η ριζοσπαστικοποίηση που συνόδευσε την πτώση των δικτατοριών στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία έδωσε το έναυσμα για έντονες πολιτικές διεργασίες και ανασυνθέσεις στο εσωτερικό της αριστεράς. Η ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70 σηματοδότησε την εμφάνιση δύο νέων ρευμάτων μέσα στην αριστερά, πέρα από το σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία.

Το πρώτο ήταν το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, το οποίο διαμορφώθηκε με άξονα την αυτονόμησή του από τη «σοσιαλιστική πατρίδα». Η στρατηγική του διαμορφώθηκε σε ρήξη με τη λενινιστική αντίληψη της βίαιης ανατροπής του αστικού κράτους και προσανατολίστηκε στις δομικές αλλαγές στο εσωτερικό του και στο συνδυασμό κοινοβουλευτικών και αμεσοδημοκρατικών θεσμών[xv]. Ως πρόσφορο μέσο υλοποίησης αυτής της προοπτικής θεωρήθηκε η ανάδειξη μίας αριστερής κυβέρνησης, η οποία θα αναδεικνυόταν μέσα από την εκμετάλλευση των αντιθέσεων στο εσωτερικό του κράτους. Όμως, η ευρωκομμουνιστική στρατηγική στην πράξη έδειξε γρήγορα τα όριά της. Στην Ιταλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα προχώρησε στον περίφημο «ιστορικό συμβιβασμό» με τη χριστιανοδημοκρατία και έφτασε στο σημείο να επιχειρηματολογεί υπέρ μίας πολιτικής «αριστερής λιτότητας» και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Στην Ισπανία και τη Μ. Βρετανία τα αντίστοιχα κόμματα μετατράπηκαν σε συμπληρωματικές δυνάμεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Στην Ελλάδα, το ΚΚΕεσ. θεώρησε ως αξιοποίηση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της δικτατορίας τη συμμετοχή στη «φιλελευθεροποίηση» της κυβέρνησης Μαρκεζίνη και γι’ αυτό αντιτάχθηκε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Το δεύτερο σημαντικό ρεύμα που ανέδειξε ο Μάης του ’68 ήταν η επαναστατική αριστερά, η οποία, με διάφορες ιδεολογικές αποχρώσεις και αναφορές από τον Μάο και τον Τσε Γκεβάρα μέχρι τον Τρότσκι και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, μπήκε ορμητικά στο προσκήνιο ύστερα από τέσσερις δεκαετίες περιθωριοποίησης. Η αμφισβήτηση της πολιτικής «ειρηνικής συνύπαρξης» του Χρουτσώφ και της ρεφορμιστικής μετριοπάθειας των επίσημων Κομμουνιστικών Κομμάτων οδήγησε στη μαζικοποίηση επαναστατικών οργανώσεων σε μία σειρά από χώρες με πρώτες τη Γαλλία και την Ιταλία. Όμως, η μαζική στροφή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στην προοπτική του «κοινοβουλευτικού δρόμου» για το σοσιαλισμό, την οποία πρέσβευαν τα νέα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των Μιτεράν, Σοάρες, Γκονζάλες και Παπανδρέου, εξασθένισε την επαναστατική αριστερά. Μπορεί οι οργανώσεις της τελευταίας να μην συμμετείχαν σε συγκυβερνήσεις με τους σοσιαλιστές, όπως έκαναν (Γαλλία) ή επιδίωκαν (Ισπανία, Ελλάδα) τα Κομμουνιστικά κόμματα, όμως η επικράτηση των κοινοβουλευτικών αυταπατών σε συνδυασμό με την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού και τις ήττες του εργατικού κινήματος από το Ρήγκαν και τη Θάτσερ είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί το οξυγόνο που χρειαζόταν για να αναπτυχθεί. Ωστόσο, η επαναστατική αριστερά κατάφερε να επιβιώσει απέναντι σ’ αυτή τη διπλή πίεση και να είναι σε θέση να δώσει με καλύτερους όρους τις κρίσιμες μάχες του 21ου αιώνα.

Στη σημερινή εποχή, η αριστερά καλείται να δώσει απαντήσεις σ’ ένα τοπίο το οποίο χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση του καπιταλισμού από τη δεκαετία του ’30 από την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει ορατή συστημική διέξοδος. Πρόκειται για μία μακρόσυρτη κρίση, η οποία ξεκίνησε από το 1973 και οφείλεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών, η οποία μέχρι τότε αποφεύγονταν μέσω της «οικονομίας των εξοπλισμών» στο πλαίσιο του Ψυχρού πολέμου[xvi]. Από τότε, παρά τις περιοδικές ασθενείς ανακάμψεις στην κερδοφορία του κεφαλαίου, το πρόβλημα δεν λύθηκε και η σημερινή καπιταλιστική κρίση αποκαλύπτει όλες τις αδυναμίες των κερδοσκοπικών «ανακάμψεων» των προηγούμενων φάσεων, πράγμα πο εκδηλώνεται στην Ελλάδα με τη μορφή της κρίσης χρέους. Η οικονομική κρίση, όμως, συμπληρώνεται και από την πολιτική κρίση. Η «αραβική άνοιξη» της περασμένης χρονιάς σάρωσε τα λιγότερο νομιμοποιημένα καθεστώτα, όπως αυτό του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο ανοίγοντας μία επαναστατική διαδικασία που διαρκώς βαθαίνει[xvii]. Ήδη η πολιτική κρίση αγκαλιάζει και τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Ελλάδα και την Ιταλία. Ταυτόχρονα, έχει αρχίσει να εκδηλώνεται και η ιδεολογική κρίση του συστήματος. Οι θεσμοί νομιμοποίησης του πάσχουν, γεγονός το οποίο φαίνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων. Τα παραδοσιακά αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αδυνατούν να παίξουν το ρόλο τους και να περιορίσουν την κοινωνική δυναμική στα κανάλια της κοινοβουλευτικής έκφρασης μέσω των εκλογών[xviii].

Σ’ ένα τέτοιο τοπίο λοιπόν, η κρίση της αριστεράς αναδεικνύεται ανάγλυφα. Πρόκειται για κρίση ηγεσίας του εργατικού κινήματος, το οποίο, ενώ έχει αρχίσει να αναμετριέται με τις συνέπειες της κρίσης και να αναπτύσσει τη δυναμική του, εξακολουθεί να ηγεμονεύεται από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες της «μεταπολεμικής σταθερότητας». Οι παραδοσιακές στρατηγικές, που εξακολουθούν να κυριαρχούν στις ηγεσίες του εργατικού κινήματος, έχουν «ξεχάσει» τον καπιταλισμό, ακόμα και στις συνθήκες της μεγαλύτερης κρίσης του, και επιμένουν στον προσανατολισμό σε «αντινεοφιλελεύθερα» ή «αντιμονοπωλιακά-αντιιμπεριαλιστικά» μέτωπα, που διατηρούν με νέο περίβλημα, τόσο την προβληματική της «θεωρίας των σταδίων», όσο και την επίκληση στον πατριωτισμό στο όνομα της ευρύτερης απεύθυνσης σε «πλατιά», πανεθνικά ακροατήρια.

Μέσα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και ανάδυσης νέων ριζοσπαστικών κινημάτων, η ελπίδα βρίσκεται στην ανάδυση μιας νέας, αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η οποία θα συνιστά τον πολιτικό χώρο συνάντησης των επαναστατικών ιδεών με τις νέες διαμορφούμενες εργατικές πρωτοπορίες και δεν θα διστάζει να βάλει στο στόχαστρο το σύστημα στο σύνολό του. Πρόκειται για το ρεύμα που, παρά τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες του, διεκδικεί να συνεχίσει το νήμα της 11ης θέσης του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ ότι «Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα μόνο ερμήνευσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε». Αυτή η αριστερά, που δεν σχεδιάζει εκλογικές συνεργασίες για κυβερνήσεις της αριστεράς και διαχείριση του αστικού κράτους, αλλά ενισχύει την αυτενέργεια της εργατικής τάξης και προωθεί τον εργατικό έλεγχο σήμερα ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εργατική εξουσία αύριο, μπορεί να δώσει απάντηση στην βαθιά συστημική κρίση που μαστίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα.

*Ο Μπάμπης Κουρουνδής είναι δικηγόρος και υποψήφιος διδάκτορας Νομικής στο ΑΠΘ. Είναι μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΣΕΚ. Το παρόν κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της ομιλίας του στην εκδήλωση με θέμα «η κρίση της αριστεράς» που οργάνωσε στις 23 Νοεμβρίου 2011 ο «Πλατύπους» με συμμετοχή και των Σταύρου Μαυρουδέα, Χρήστου Λάσκου και Γρηγόρη Τσιλιμαντού. Ευχαριστώ τον Πάνο Γκαργκάνα, το Γιάννη Κούτρα και το Θανάση Καμπαγιάννη για τις παρατηρήσεις τους επί του κειμένου.


[i] Βλ. G. Elley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ευρώπη, Α΄ τόμος (1850-1923), Σαββάλας, Αθήνα 2010, σελ. 78.

[ii] Είναι αλήθεια ότι, όπως έχει παρατηρήσει ο Μ. Σπουρδαλάκης, Για τη θεωρία και τη μελέτη των πολιτικών κομμάτων, γ΄ εκδ., Εξάντας 2009, σελ. 126, η έννοια του όρου ποικίλλει από χώρα σε χώρα, ιδίως σε συνάρτηση με την κοινωνικοπολιτική τους ανάπτυξη. Μία τέτοια ανάλυση όμως ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος κειμένου.

[iii] Βλ. F. Fukuyama, Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Λιβάνη, Αθήνα 1992, εμβληματικό έργο της δεκαετίας του ‘90.

[iv] Βλ. την παρουσίαση των υποστηρικτών αυτής της άποψης και μία πρώτη, αν και ανεπαρκή, προσπάθεια αντίκρουσής της, στο Ν. Μπόμπιο, Δεξιά και αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης, Πόλις, Αθήνα 1995.

[v] Την επικαιρότητα της επανάστασης ως θεμέλιο λίθο της σκέψης του Λένιν επισημαίνει ο Γ. Λούκατς, Η σκέψη του Λένιν, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1990, σελ. 9-15.

[vi] Για την ιστορία της γερμανικής επανάστασης βλ. αντί άλλων C. Harman, Η χαμένη επανάσταση. Γερμανία 1918-1923, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2009.

[vii] Βλ. αντί πολλών την κλασσική μελέτη του Λ. Τρότσκι, Προδομένη επανάσταση, Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, Αθήνα 1994, αλλά και την προφητική ανάλυση του Τ. Κλιφ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία. Μια μαρξιστική ανάλυση των σταλινικών καθεστώτων, γ΄ εκδ., Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2005.

[viii] Για αυτήν έκανε λόγο ο Καταστατικός Χάρτης της γαλλικής Αντίστασης του 1944, ο οποίος, επίσης, διεκδικούσε εθνικοποιήσεις, ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις, απρόσκοπτη λειτουργία των συνδικάτων και γενικά ορθολογική αναδιοργάνωση της οικονομίας. Βλ. G. Elley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ευρώπη, Β΄ τόμος (1923-2000), Σαββάλας, Αθήνα 2010, σελ. 525.

[ix] Με τα λόγια του S. Pons, «A Challenge Let Drop: Soviet Foreign Policy, the Cominform, and the Italian Communist Party, 1947–1948», σε F. Gori, S. Pons (eds), The Soviet Union and Europe in the Cold War 1943-1953, Macmillan, London 1996, σελ. 246–263, η στρατηγική της πειθαρχίας στην εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ του Στάλιν, που εκείνη την περίοδο τασσόταν ενάντια σε κάθε «επαναστατικό τυχοδιωκτισμό», υπερίσχυσε αυτής της διεκδίκησης της εξουσίας.

[x] Βλ. Π. Άντερσον, Ο δυτικός μαρξισμός, Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 62 επ..

[xi] Για μία συγκριτική μελέτη της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον «ενιαίο μαρξικό λόγο» των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Γκράμσι και Λούκατς και στις μεταγενέστερες σχολές της «Κριτικής Θεωρίας» και του αλτουσεριανισμού στον τομέα της ιδεολογίας βλ. Α. Χρύση, Ιδεολογία και κριτική. Λόγος και αντίλογος στη μαρξιστική θεωρία της ιδεολογίας, Στάχυ, Αθήνα 1993.

[xii] Βλ. Π. Γκαργκάνα, «Μάο, Αλτουσέρ και “Αυτονομία”. Οι μαρξισμοί του Μάη και ο επαναστατικός μαρξισμός» στο Κ. Χάρμαν, Π. Γκαργκάνα, Μ. Στύλλου, Μάης ’68, β΄ εκδ., Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2008, σελ. 104-105.

[xiii] Το χαρακτηριστικότερο, ίσως, έργο αυτής της κατεύθυνσης ήταν του Χ. Μαρκούζε, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Παπαζήση, Αθήνα 1971, που εκδόθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1964. Είναι ενδεικτικό, πάντως, ότι λίγα χρόνια αργότερα, μετά το διεθνές «1968», ο γερμανός φιλόσοφος ανασκεύασε εν μέρει την άποψή του στο Αντεπανάσταση και εξέγερση, Παπαζήση, Αθήνα 1974, σελ. 42-43.

[xiv] Βλ. A. Callinicos, Marxism and philosophy, Oxford university press, New York 1985, σελ. 134.

[xv] Μία πολύ περιεκτική σύνοψη των στρατηγικών θέσεων του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, και ιδιαίτερα της αριστερής του πτέρυγας αναπτύσσει ο Ν. Πουλαντζάς στο διάλογό του με τον H. Weber. Βλ. Τζ. Μάρτιν, Ν. Πουλαντζάς: Κείμενα. Μαρξισμός, δίκαιο, κράτος, Νήσος/Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς, Αθήνα 2009, σελ. 439-471.

[xvi] Βλ. C. Harman, Καπιταλισμός ζόμπι. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και η επικαιρότητα του Μαρξ, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθληνα 2011, ιδίως σελ. 305 επ.

[xvii] Βλ. P. Anderson, «On the concatenation in the Arab world», New Left Review, II/1968, σελ. 12 επ.

[xviii] Βλ. Μ. Στύλλου, «Κυβέρνηση τοξικών αποβλήτων», Σοσιαλισμός από τα κάτω, τχ. 89, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2011, σελ. 4-8.

ΠΗΓΗ: aristero blog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s