Μυτιλήνη- Χριστούγεννα 1944 ή πως εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων

 

 


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

«Μονάχα έτσι θα πάψουν τα σήμερα “θέλουμε” και άβριο “δε θέλουμε”». Μ’ αυτά τα λόγια, λένε, πως εξηγούσε στους απλούς ναύτες ένας προϊστάμενός τους ανώτερος, όταν ήρθαν τα καράβια του Turnbull και ο κόσμος δεν ήξερε ακόμα καλά, αν θα γινόταν απόβαση ή όχι.

Αυτή η εξήγηση κλείνει μέσα της ολόκληρη την πολιτική σημασία που είχε η απόβαση. Δεν είχε σκοπό να κάνει στρατιωτική κατοχή το νησί ο Άγγλος Ταξίαρχος. Ερχόταν σα «φίλος» και «σύμμαχος» και γι’ αυτό δεν ελεγε «ψέματα», όταν βεβαίωνε πως τα στρατεύματά του «δεν πρόκειται να αναμιχθούν με το καθεστώς της νήσου».

Δεν εκινδύνευε η λευτεριά του λαού της Μυτιλήνης από κείνον. Ο ίδιος δε θα ήθελε να ανακατωθεί και να ρυθμίσει αμέσως τη διοίκηση του τόπου.

Ίσα – ίσα αυτό ήταν το σημαντικό. Η παρουσία μονάχα απ’ τ’ αποικιακά στρατεύματα θα ήταν αρκετή για να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα και να μπορέσουν να προκύψουν όλες οι ενέργειες οι αντιλαϊκές. Ήταν αρκετός ο αέρας τους για να δημιουργήσουν τις απαραίτητες συνθήκες για να καταργηθούν ουσιαστικά «μόνες τους» οι τοπικές λαϊκές αρχές, να διοριστούν αντιλαϊκά στοιχεία για πρόεδροι και άλλοι άρχοντες και ν’ αρχίσει πάλι η δράση της γνωστής κλίκας, που άρχισε κιόλας σε άλλους τόπους, όπου η λαϊκή δύναμη ήταν σχετικά μικρότερη.

Ο Turnbull θέλησε να βοηθήσει τη ντόπια αντίδραση να επιβάλει το «κράτος του νόμου» της. Ήθελε να εφαρμόσει ομοιόμορφο καθεστώς στα νησιά του Αιγαίου. Η Μυτιλήνη μονάχα έμενε έξω· ήταν το μόνο νησί που κρατήθηκε εαμικό ολότελα και μπόρεσε ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά στα σχέδια που γύρεψαν να εφαρμόσουν οι «αρχές» για να εξουδετερώσουν με τρικλοποδιές την επιρροή του ΕΑΜ.

Στις στραβές και αντιλαϊκές ενέργειες που έκαναν οι αρχές, ο λαός μπορούσε να διαμαρτυρηθεί ελεύθερα και αποτελεσματικά στη Μυτιλήνη. Αυτό ήταν φυσικά εμπόδιο για την εφαρμογή του «κράτους του νόμου» που θα ‘φερνε την κλίκα του Γκλύξμπουργκ. Ο λαός κατέβαινε ελεύθερα συλλαλητήριο και φώναζε «δε θέλουμε τον Ιατρίδη», όταν ο κ. Ιατρίδης μπόδιζε τον εφοδιασμό του νησιού με τις απαγορεύσεις του και την άλλη «θέλουμε το Γώγο μας», όταν τα όργανα του Παπανδρέου έπιαναν τον αντιπρόσωπο της Κ.Ε. του ΕΑΜ, Γώγο, και τον κουβαλούσαν ταλαιπωρόντας τον χωρίς λόγο απ’ τη μια στην άλλη. Αυτά όλα ήταν σοβαρά εμπόδια και έπρεπε να λείψουν.

Ο Σύμμαχος Ταξίαρχος ήθελε να κάνει αποβίβαση εντελώς κανονικά, γι’ αυτό και με διπλωματικότητα ζήτησε να βγάλει τα στραιεύματά του, που «θα σταθμεύσουν επί της νήσου δια να εκπαιδευθούν, ώστε να είναι διαθέσιμα δια επιχειρήσεις εναντίον του κοινού έχθρού, του Γερμανού».

Το επιχείρημα ήταν για πολύ απλόν κόσμο, όταν σκεφτεί ένας τί γινόταν κείνες τις ημέρες στην Αθήνα. Ενόμιζε ο κ. Turnbull πως μ’ αυτό τον τρόπο θα κάνει την οργάνωση και το λαό μαζί να δεχτούν, όταν θ’ άκουγαν το μεγάλο τάχα σκοπό. Και ήταν εύκολο τότε να πει – όπως το ‘πε δα στο έγγραφό του ο Ταξίαρχος – «εδηλώσατε τας προθέσεις σας ν’ αντισταθείτε εναντίον της αποβιβάσεως και ετάξατε τους εαυτούς σας προς το μέρος του εχθρού».

Ήταν της μόδας κείνες τις ημέρες αυτό το επιχείρημα. Οι Άγγλοι ανταποκριτές – ήταν οι μόνοι ξένοι ανταποκριτές τότε στην Ελλάδα – λέγανε πως μαζί με τον ΕΛΑΣ πολεμούν και Γερμανοί. Η αντίδραση γύρευε να δημιουργήσει εντύπωση μ’ αυτό τον τρόπο, πως τάχα ο ΕΛΑΣ συμπράττει με τους Γερμανούς!

Πολλή αφέλεια σ’ όλ’ αυτά, θα πει ένας. Καο όμως σε άλλες περιπτώσεις αυτό θα ‘πιανε. Μα και σήμερα βρίσκονταν άνθρωποι που δεν είχαν το πολιτικό κριτήριο και συνείδηση της δύναμης της λαϊκής και θα μπορούσε να γελαστούν και να δεχτούν.

Η αντίδραση γύρεψε κι άλλη φορά – στις 24/9/44 – να επηρεάσει την κατάσταση στη Μυτιλήνη, ζητώντας μ’ ένα έγγραφο να σταματήσει ή να ματαιώσει τις συλλήψεις των συνεργατών του εχθρού, που έκανε ο ΕΛΑΣ.

Δεύτερη φορά έφερε Ιερολοχίτες σε τέτιον αριθμό χωρίς κανένα λόγο, που η παρουσία τους μπορούσε ν’ αποτελέσει κίνδυνο για την ησυχία του τόπου και την ομαλή δημοκρατική του ζωή. Το ξεσήκωμα του λαού τους έκανε να φύγουν.

Τώρα ο Ταξίαρχος αποφάσιζε να ανακατωθεί στα γερά, παίρνοντας παράδειγμα από την Αθήνα. Έρχεται με τη φοβέρα της πολεμικής δύναμης απ’ τη μιά και της ευθύνης απ’ την άλλη για τα γεγονότα που θα μπορούσε να προκαλέσει η δύναμη αυτή, μιά και η απόβαση έπρεπε να γίνει για να «εκπαιδευτούν» οι Ινδοί.

Δεν μπορούσε να ‘χει κανένα άλλο επιχείρημα για να φέρει πάνω στο νησί στρατό. Στον τόπο επικρατούσε ησυχία και καμιά αταξία δεν έγινε ούτε την ημέρα της Λευτεριάς, που θα μπορούσε να ‘ναι και δικαιολογημένη. Όλες οι αρχές δούλευαν πολύ καλά και μαζί τους συνεργάζονταν οι βρεττανικές και αμερικανικές αρχές, χωρίς καμιά δυσκολία.

Ο πραγματικός σκοπός της απόβασης φαινόταν από τις μέρες που γινόταν· στην Αθήνα ο πόλεμος ήταν στην ακμή του και η παρουσία στρατού στο νησί ήταν κακό σημάδι για το λαό· γι’ αυτό και το ΕΑΜ ζήτησε μονάχα την αναβολή της «αποβίβασης» ως που να ηρεμήσει η κατάσταση, πράμα που δε θ’ αργούσε να γίνει.

Και ύστερα ο Ταξίαρχος κατάλαβε πως η διπλωματική μέθοδος δε τον βοηθούσε καθόλου, αφού δεν ήταν με το μέρος του η κατάσταση. Δεν ήθελε να χτυπήσει, γιατί το σκοπό του δεν τον βοηθούσε το να κάνει απόβαση, σα να ‘ταν έδαφος εχθρικό το νησί. Αυτό θα ‘ταν στο παθητικό του.

Βλέποντας το λαό αποφασισμένο να τον αντιμετωπίσει, εδίστασε ν’ αποφασίσει να ξαπλώσει τον πόλεμο και σ’ άλλη επαρχία της Ελλάδας. Και το δισταγμό του τον δυνάμωνε και η κίνηση που γινόταν στην ίδια την Αγγλία και σ’ ολόκληρο τον κόσμο για το Ελληνικό ζήτημα. Όλοι μιλούσαν με συμπάθεια για τον αγώνα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και ζητούσαν να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του οι δίκιες.

Ο Άγγλος Ταξίαρχος αντίκρυσε την επίμονη άρνηση του λαού της Μυτιλήνης και αναγκάστηκε να τραβηχτεί.

Η νίκη του λαού της Μυτιλήνης είχε μεγάλη πολιτική σημασία. Εφύλαξε το λαό από τη φασιστική επιβολή και περιφρούρησε τις δημοκρατικές του ελευθερίες.

ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΞΥΠΝΑ
(του Ηλία Παρασκευαΐδη)

Ο Λαός της Μυτιλήνης κατέβηκε σήμερα στη μάχη. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που διατύπωνε τη γνώμη του ομαδικά και διαλαλούσε μαζικά τη θέληση του. Μα όλες αυτές τις φορές ήταν πες δοκιμαστικά. Πιο πολύ για να δείξει τη δύναμη του. Τώρα ήταν αλλιώς. Ήταν η απόφαση του διατυπωμένη ξάστερη· πως καμιά συνενόηση και καμιά υποχώρηση δε χωρεί.

Είδατε τη μάζα εκείνη να ξεχύνεται στους δρόμους; Ένα σκοπό είχε: να μποδίσει τον κίνδυνο. Να μην τους αφήσει να βγουν. Δεν του περνούσε κανενός απ’ το μυαλό πως μπορούσε να πεθάνει, θα ‘τανε μια λεπτομέρεια κι αυτό μέσα σ’ ολόκληρο τον αγώνα. Και τέτοιες ώρες δε σκοτίζεται κανείς με τις λεπτομέρειες. Ο σκοπός του λαού ήταν να διώξει τους μαύρους. Γιατί η παρουσία τους ήταν ο κίνδυνος ο ίδιος.

Κατέβηκε ο Λαός γεμάτος οργή· ορμητικός και αποφασισμένος – άντρες και γυναίκες – να προστατέψει τη Λευτεριά, που την απειλούσε ένας σίγουρος κίνδυνος και κατέβηκε αρματωμένος. Πήρε στο χέρι ότι βρήκε μπροστά του. Όχι πως παραγνώριζε την αξία που είχαν τα μοντέρνα όπλα, που θα ‘χε απέναντί του την κρίσιμη εκείνη ώρα. Το ‘ξερε καλά πως τα δικά του ήταν πρωτόγονα. Μα δεν είχαν τα όπλα του σημασία για την απόλυτη τους αξία. Η σημασία τους ήταν συμβολική. Δείχνανε το λαό τον αποφασισμένο ν’ αντιμετωπίσει το καθετί, που θα ‘βρισκε μπροστά του μ’ όλα τα μέσα που είχε. Το λαό που μάζεψε όλη του τη δύναμη, γιατί ήταν αποφασισμένος να πετύχει κείνο που γύρευε και ήξερε πως δεν ήταν και μόνος· μαζί του πολεμούσαν για τον ίδιο σκοπό του άλλοι και τον παράστεκαν.

Ο κίνδυνος ήταν στην πόλη. Ο λαός τον ένιωσε τον κίνδυνο αυτό κι έτρεξε από παντού. Μπορεί να μην το ‘ξερε με ακρίβεια, μα το νιωθε μ’ όλο του το είναι και στις διαβεβαιώσεις του «επιδρομέα» απαντούσε με οδοφράγματα.

Ο καθένας άφησε τη δουλειά του στη μέση. Έκλεισε το μαγαζί του, παράτησε το ζευγάρι και άφησε τις ελιές. Κάτι άλλο πιο επιταχτικό τον καλούσε.

Είδε πια με ανοιχτά μάτια πως όλες του οι ατομικές δουλειές, που προτείτερα είχε για βασικές, κρέμονται από κάτι άλλο. Η παραγωγή και η ζωή του γενικά στο χωριό και στην πόλη ρυθμίζονται από την πολιτική· είχε πολιτικό νόημα η φωνή του· άφησε όλες τις δουλειές στη μέση για να κατέβει να μιλήσει μεσα στο χιονόνερο και στο κρύο και ν’ αφήσει τη φωνή του ν’ ακουστεί βροντερή για να δείξει πως είναι ικανός μόνος του να ρυθμίσει τη ζωή του.

Έδειξε σήμερα ο λαός της Μυτιλήνης πως δεν είναι ο ίδιος εκείνος του παλιού καιρού. Έβγαλε ψεύτικη τη θεωρία πως οι λαοί είναι και μένουν τέτοιοι που γενήθηκαν, γιατί το ‘χει το αίμα τους ή είναι τέτοια η μοίρα τους. Οι συνθήκες της ζωής είναι τόσο ισχυρές, που μεταμορφώνουν τους λαούς ανεξάρτητα από καταγωγή και αίμα. Η ζωή τον έμαθε πως δεν μπορεί να περιμένει από κανένα άλλο τίποτα. Το δοκίμασε αυτό χρόνια πολλά προτήτερα και πίστεψε πως μόνος του πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τις ανάγκες, που δημιουργεί κάθε τόσο και καινούργιες η ζωή. Μόνος του, αν θέλει να μη χαθεί, θα βρει τη λύση απ’ τα προβλήματα της κοινωνίας, που’ ναι δικά του προβλήματα και δημιουργιούνται τέτοια μόνο και μόνο, γιατί και αυτός έχει απαιτήσεις πάνω στη ζωή. Κι αυτό τον κάνει κοινωνική δύναμη. Μονάχα τότε μπορεί να βαρύνει στη ζυγαριά η γνώμη του. Τότε μονάχα είναι θετική η συμβολή του.

Και σήμερα δείχνει ο λαός πως έχει τέτοια δύναμη. Το ξέρει και είναι ικανός να διατυπώσει την άποψή του, που αν δε γίνει ακουστή, κινδυνεύει η ισορροπία της κοινωνίας.

Τίποτα δεν μπορεί να γίνει πια χωρίς τη συμμετοχή του λαού. Αυτός αποτελεί το βασικό παράγοντα της ζωής.

Άλλοτε δεν τον λογάριαζαν oι άρχοντες. Οι συνθήκες ήταν άλλες. Δεν είχε τότε λαό· ήτανε όχλος· σκόρπια μπουλούκια, χωρίς οργάνωση, χωρίς συνείδηση της αξίας τους και της δύναμης τους· δεν είχε ακόμα δύναμη κοινωνική καθορισμένη και ολοκληρωμένη. Ήταν άλλες οι συνθήκες. Ο λαός σήμερα νιώθει και ξέρει τη δύναμή του. Και ξέρει πως δεν έρχεται απ’ όξω αυτή η δύναμη· βγαίνει μέσα απ’ την κοινωνία, απ’ τον ίδιο είτε το ξέρει, είτε όχι. Και γίνεται πιο μεγάλη με την οργάνωση και την πειθαρχία.

Γι’ αυτό και παραξενεύτηκαν μερικοί που τον είδαν σήμερα έτσι το λαό. Δεν το πίστευαν· είπανε πως είναι για μπούγιο· μονάχα φασαρία. Μα ύστερα που τον παρακολουθήσανε λιγάκι στον πολεμικό συναγερμό το ξεχωρίσανε καλά. Κλειστήκανε μέσα και αλλάξανε σκέψεις. Ίσως περιοριστήκανε να πούνε πως ο κόσμος χάλασε. Πρώτη φορά βλέπαμε λαϊκό ξεσήκωμα και είναι τρομεροί oι λαοί στο ξεσήκωμά τους.

Και oι άλλοι που νομίζανε πως, όταν ο ισχυρός θέλει κάτι, κανένας δεν είναι σε κατάσταση να του αντισταθεί και ήταν σκεπτικιστές μπροστά σε μιαν τέτια κίνηση, είδαν με απορία αυτό το αποτέλεσμα. Είδαν πως μπροστά στη δύναμη του λαού ελύγισε η άλλη δύναμη, η βία. Γιατί αυτοί αποχτά αξία, όσο εξυπηρετεί τη δύναμη του λαού· μονάχα τότε έχει αξία και τότε δικαιολογεί την ύπαρξή της. Κείνος που θαρρούσε πως ήταν ισχυρός μένει με τ’ όπλο μονάχα στο χέρι και καταλαβαίνει τότε πως τη δύναμη δεν τη δίνει τ’ όπλο.

Δυο δυνάμεις παλεύουν μέσα στην κοινωνία. Δεν είχαν πάντα την ίδια ισχύ. Όσο η μια ήταν μεγαλύτερη, βαστούσε την υπεροχή πάνω στην άλλη. Πήρε στο χέρι τη βία την οργάνωσε για λογαριασμό της και τη μεταχειρίστηκε για να δαμάσει την άλλη· το λαό. Ήταν το «Κράτος του Νόμου» που έκανε μ’ αυτό τον τρόπο τον εαυτό του σεβαστό. Ο λαός έσκυβε τότε το κεφάλι στο θέλημά του υποταχτικά. Ενόμιζε πως έτσι έπρεπε να ‘ναι. Του ‘πανε πως είναι νόμος φυσικός. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.

Μα η πείρα της ζωής έμαθε το λαό πως είναι αλλιώς. Κατάλαβε πως η δύναμη του Άλλου ερχόταν από τη δική του αδυναμία. Είδε πως η καινούργια οργάνωση της κοινωνίας τον έκανε αυτόν βασική δύναμη. Αυτόν τον άνθρωπο της δουλειάς μέσα στην παραγωγή και τότε σηκώθηκε και ζήτησε τα δικαιώματα του.

Στάθηκε μπροστά στη βία με θάρρος και αποφασιστηκότητα και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Η βία άλλαξε ταχτική. Κατέβασε τ’ όπλο κάτω και τραβήχτηχε.

Η γυναίκα έδωσε μια νότα ξεχωριστή· δίπλα στον άντρα κι ακόμα μπροστά απ’ αυτόν. Ένιωσε πιο πολύ τον κίνδυνο από την πιο αναπτυγμένη συναισθηματικότητα της κι έτρεξε.

Και δεν ήταν μονάχα στην πρώτη γραμμή. Σ’ όλες τις υπηρεσίες που χωρίς αυτές η πρώτη γραμμή παραλύει. Στα συσίτια, στα χειρουργεία, στην μια στην άλλη.

Έδειξε πως νιώθει βαθιά τις υποχρεώσεις της και καταλαβαίνει τον τρόπο, που θα καταχτήσει τα δικαιώματα της.

Η ΕΠΟΝ σκόρπισε τον ενθουσιασμό, σήκωσε το ηθικό, δυνάμωσε τη μαχητικότητα με τη δική της δυναμικότητα Για τα νιάτα τίποτα δε στέκει εμπόδιο.

Η ταραγμένη φωνή απ’ τα χωνιά έκανε τον κόσμο ν’ ανατριχιάζει και του ‘βαζε μέσα την πεποίθηση για τη νίκη.

Και στο τέλος η ήρεμη βαριά φωνή πάλι του επονίτη με τον παλμό της αυτοπεποίθησης και της νίκης ξανάφερε στον κόσμο την ησυχία.

Με τη ζωντάνια που χαραχτηρίζει τις φλογερές επαναστατικές ψυχές τραβάει τον καινούργιο της δρόμο. Ο αγώνας θρέφει τα νιάτα.


Ο λαός ενημερώνεται με το χωνί για τον ερχομό του αγγλικού στόλου

ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ

Κυριακή, παραμονή Χριστούγενα του 1944. Στις εφτά το πρωί, μαθεύτηκε σ’ ολόκληρη την πόλη, πως απ’ την αυγή άραξαν όξω απ’ το λιμάνι έξι καράβια, μεταγωγικά γεμάτα μαύρους και τρία πολεμικά Εγγλέζικα. Στα μπλόκια είχαν κιόλας ξεφορτώσει έξι στρατιωτικά αυτοκίνητα. Τα φύλαγαν δυό μαύροι. Στο ίδιο μέρος ήταν κι άλλα φορτηγά που από καιρό είχαν φέρει στο νησί οι Άγγλοι.

Η μέρα ήταν βαριά και κρύα. Φυσούσε δυνατός αγέρας κι ώρες ώρες έριχνε χιονόνερο. Τα χωνιά γυρίζουν στις γειτονιές και ειδοποιούν τον κόσμο. «Οι δολοφόνοι του γενναίου λαού της Αθήνας και του Πειραιά, ο Παπανδρέου κι ο Σκόμπι, θέλουν να ματοκυλίσουν και το ηρωικό νησί μας, θέλουν να φέρουν μια μαύρη τρομοκρατία για να μας υποδουλώσουν. Έξι πλοία με αραπάδες βρίσκονται στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Νιάτα και λαέ! Εμπρός, όλοι άντρες γυναίκες και παιδιά να ζητήσουμε να φύγουν απ’ το νησί μας οι μαύροι, θάνατος στο φασισμό – Λευτεριά στο λαό».

Όλοι που βρίσκονταν στην προκυμαία, τριγυρνούσαν ανήσυχοι κι όλοι αναρωτιώνταν για το τι έμελλε να γίνει. Θα βγουν; Είναι περαστικοί; Τί ζητούν από μας; Όσο ψήλωνε η μέρα, πύκνωνε κι ο κόσμος. Όσα μαγαζιά είχαν ανοίξει, έκλεισαν. Η απεργιακή Επιτροπή που από καιρό βρισκόταν σ’ επιφυλακή κήρυξε γενική απεργία. Σ’ όλο το νησί. Οι Ελασίτες και η Πολιτοφυλακή βρισκόταν στις θέσεις τους. Κι ο κόσμος όλο και κατέβαινε.

Στις εννιά η ώρα απ’ ένα μεταγωγικό άρχισαν να κατεβαίνουν αραπάδες σε τορπιλάκατο. Με γυλιό στον ώμο και πάνοπλοι. Ετοιμαζόταν να βγουν. Τα χωνιά μπήκαν πάλι σ’ ενέργεια. Έτσι μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Τώρα όλοι τραβούσαν κατά το ταχυδρομείο, κατά κει είχε τιμόνι και η τορπιλάκατο. Αξιωματικοί του ναυτικού, και ναύτες πολέμησαν να κρατήσουν τον κόσμο στα σύρματα. Το πλήθος έσπασε τη ζώνη κι όλοι φώναζαν «πίσω, δε σας θέλουμε».

Πολλές γυναίκες έπεσαν απάνω στο αποβατικό σκάφος και φώναζαν «χτυπάτε». Οι μαύροι κοιτούσαν με απορία τον κόσμο που με κανένα τρόπο δεν τους αφήνε να πατήσουν πόδι στη γη. Ο κόσμος κατεβαίνει, όλο κατεβαίνει. Οι μπούκες των πολυβόλων είναι γυρισμένες κατά πάνω του. Δε δείλιασε κανένας. Γυναίκες βγάζουν τα τσόκαρα και τα σηκώνουν καταπάνω στους μαύρους που σαστισμένοι συμαζεύουνται μέσα στην τορπιλάκατο. Το πλήθος την αβαρέρνει με αμέτρητα χέρια.

Η απόβαση δε μπορούσε να γίνει εκεί. Η τορπιλάκατο έκανε πίσω κι έβαλε τιμόνι ολοταχώς κατά τα μπλόκια. Όλοι τρέχουν κατά κει.

Φτάνουν πάνω στην ώρα. Ένας ναύτης προσπαθεί να ρίξει κάβο, τον περνούν και τον πετούν στη θάλασσα. Μια, δυο, τρεις φορές. ‘Έβλεπες γυναίκες να ζητούν να τον κόψουν με τα δόντια. Μια στιγμή κατάφεραν να δέσουν. Κάποιος έκοψε το σκοινί με μαχαίρι. Κι όλο το πλήθος φώναζε «πίσω, πίσω, δε σας θέλουμε». Ένας ναύτης πάτησε τα χέρια ενός παιδιού που ‘χε κολήσει στην τορπιλάκατο. Τα χέρια δεν παράτησαν το σφίξιμο. Το παιδί πολεμά ν’ ανέβει στην τορπιλάκατο να χτυπήσει τους μαύρους. Το πλήθος ουρλιάζει. Ο αγέρας πάγωνε τους ανθρώπους· η βροχή τους μούσκεβε μα δεν έφευγε κανένας. Έφυγαν οι μαύροι η τορπιλάκατο πλεύρισε το καράβι· ο στρατός μπήκε πάλι στο μεγάλο μεταγωγικό.

Εξακολουθεί να βρέχει· η προκυμαία γεμίζει κόσμο. Κατεβαίνουν από παντού. Τραγουδούν τον αντάρτικο. Στα μπλόκια οι γυναίκες κάθουνται και περιμένουν. Τις δέρνει το χιονόνερο κι η παγωμένη αλισάχνη. Ο αγέρας δυναμώνει. Ο κόσμος μαζεύει ξύλα κι ανάβει φωτιές· στήνουνται πρόχειρες σκηνές με τέντες από αυτοκίνητα.

Η επιτροπή του αγώνα που ανέβηκε στα πλοία, κάθησε τρεις ώρες. Φαίνεται πως η απάντηση του Τόρνμπουλ είναι τούτη: οι μαύροι θα βγουν ό,τι και να γίνει. Τα χωνιά ρίχνουν το σύνθημα να μη φύγει κανένας. Δεν έφυγε κανένας. Τραγουδάν τον αντάρτικο και σφίγγουν τις γροθιές. Βρέχει. Κρυώνει. Μα δεν έφυγε κανένας.

Το απόγιομα παράτησε η βροχή, μα ο αγέρας φυσούσε πιο δυνατός και κρύος. Στις τρισήμιση έφεραν, με κάρα κάστανα και μανταρίνια κι έφαγε ο κόσμος. Λίγα πράματα, ένα δύο κάστανα ο καθένας, μισό μανταρίνι. Για το φαΐ δε νιαζόταν κανείς. «Εμείς θέλουμε να φύγουν». Έτσι φώναζαν.

Λίγο πιο υστέρα, ένα μικρό σάτι έβανε πλώρη κατά το Μακρύ-γιαλό. Πολύς κόσμος έτρεξε κατά κει και δεν άφησε τους αραπάδες να βγούνε. Έμειναν εκεί πολλοί άνθρωποι να φυλάγουν βάρδια.

Τ’ απόγεμα καταφτάνουν συνταγμένοι, οπλισμένοι οι Μοριανοί. Ένα σωρό άνθρωποι με σκουριασμένες χατζάρες, κασμάδες, τσεκούρια και ξύλα. Και με ψυχή. Έρχουνται οι Αγιασώτες, η αγροτιά της Γέρας, οι βασανισμένοι του Λεσβιακού κάμπου. Μέσα στη νύχτα που άρχισε να πυκνώνει γιαλίζουν παράξενα οι σπάθες, οι μαχαίρες, τα ντουφέκια. Τους καινούριους τους υποδέχουνται οι παλιοί με ζήτω, χαλασμός κυρίου. Όλη αυτή τη νύχτα την πέρασε τόσος κόσμος που έκανε ώρες ποδαρόδρομο, πάνω στην προκυμαία. Μέσα στη λάσπη και στο κρύο. Δε νοιάστηκε κανένας ούτε για φαΐ, ούτε για κρεβάτι. Άναβαν φωτιές να ζεσταθούν και τραγουδούσαν. Η προκυμαία γέμισε φλόγα και τραγούδι.

Αυτή τη νύχτα σηκώθηκαν οδοφράγματα με πέτρες, βαρέλια, αραμπάδες, κάσες και άλλα. Κάθε δρόμος και οδόφραγμα. Ο λαός αγρυπνούσε. Παντού.

Ξημέρωναν τα Χριστούγεννα κι από παντού καταφθάνουν οι αγρότες του νησιού με κασμάδες, τσεκούρια και ντουφέκια. Όλοι μαζώνονται στην προκυμαία και στα μπλόκια. Ο κόσμος δείχνει μεγάλη αποφασιστικότητα.

Απ’ την αυγή άρχισαν πάλι τα χωνιά τη δουλιά τους «Όλοι στα μπλόκια. Όλοι στο πόδι». Άρχισαν να χτυπούν και καμπάνες. Όλοι περιμένουν. Ο καθένας πηγαίνει στη θέση του.

Όλη τη μέρα η πόλη ήταν έρημη. Η μέρα πέρασε με πολύ νευριασμό. Το κρύο τρυπούσε κόκαλο, ο κόσμος δίχως ρούχο, ξυπόλυτος, μισοχορτάτος, νηστικός, είναι αποφασισμένος για όλα.

Αργά το βράδυ, ήταν εφτά η ώρα, το μεγάλο πολεμικό ανέβασε σήμα μάχης. Τα μεταγωγικά ανάβουν τα φώτα τους οι μαύροι ετοιμάζουνται πάλι να μπαρκάρουν· χτυπούν καμπάνες, παίζουνε σάλπιγγες, αντηχούν τα χωνιά. Χαλά ο κόσμος. Το πλήθος τρέχει στα μπλόκια με αλαλαγμούς. Με γυμνομένα σπαθιά κι ορθά πελέκια. Μπροστά στην αποφασιστική στάση που κρατά ο λαός οι μαύροι κάνουν πίσω. Τα φώτα έσβυσαν και το πλήθος καταλάγιασε.

Φυσά, βρέχει, κρύο και λάσπη. Οι κουρασμένοι ζητούν απάνεμο μέρος να ζεσταθούν λίγο, να γύρουν. Πολλοί βολεύονταισε κοντινά σπίτια, σε κέντρα της προκυμαίας. Κείνη τη βραδιά κάπου στην προκυμαία, κεφαλοδεμένες αγρότισες χορεύουν γύρω απ’ τη φωτιά το χορό του Ζαλόγγου «Έχετε γειά βρυσούλες…».

Κοντεύουν μεσάνυχτα. Χωνιά, σάλπιγγες και καμπάνες. Οι μαύροι αρχίζουν στα πλοία μανούβρες. Μα δεν είναι τίποτα. Ο λαός αγρυπνά παντού. Την αυγή στις πέντε πάλι τα ίδια.

Την άλλη μέρα και στις 27 οι μαύροι δεν έδειξαν καμιά διάθεση για απόβαση. Στις 28 το φορτηγό που ήταν πλευρισμένο στο εξωτερικό λιμάνι, βγήκε έξω στ’ ανοιχτά. Άλλο ένα φορτηγό κι ένα αντιτορπιλικό έφυγαν. Την άλλη μέρα κατά το βράδυ έφυγαν κι άλλα καράβια. Απόμεινε ένα μονάχα φορτηγό κι ένα πολεμικό. Μαθεύτηκε πως ήρθανε στην Αθήνα ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Τσώρτσιλ κι ο Ήντεν. Ο Ταξίαρχος περίμενε κι αυτός το τι θα γινόταν στην Αθήνα. Οι μέρες και οι νύχτες πέρασαν ήσυχες. Απ’ την προκυμαία όμως δεν έφυγε κανένας. Όλοι έμειναν στις θέσεις τους. Μέρα και νύχτα.

Στις τέσσερις αυτές μέρες έγιναν πολλές διαδηλώσεις κι ο λαός ενέκρινε διάφορα ψηφίσματα. Στις 27 ο λαός απαίτησε να φύγει ο Νομάρχης. Ο κ. Κόντης όλες αυτές τις μέρες στάθηκε ξένος στον πόνο του λαού. Απ’ τις 27 του μήνα, μέρα Τετάρτη πήγε στη Νομαρχία το παλιό νομαρχιακό συμβούλιο.

Στις 28 ανακοινώθηκε επίσημα πως οι μαύροι δε θα πατούσαν πόδι στο νησί. Την είδηση τη δέχτηκε ο κόσμος με χαρά. Όλοι μαζεύτηκαν στο Δημαρχείο. Μίλησαν στο λαό: ο Γώγος, ο Αποστόλου, ο Φριλλίγος, ο Πιταούλης κι ο Χατζηπαυλής.

Την ίδια μέρα το μεσημέρι έγινε παρέλαση. Μπροστά η Ε.Α., υστέρα ο ΕΛΑΣ, η Πολιτοφυλακή, ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ. Απ’ τα ζήτω χαλά ο κόσμος! Ραίνουν τους αντάρτες με λουλούδια. Πετούν καπέλα στον αέρα, φωνάζει ο κόσμος ζήτω και πάλι ξαναρχής. Όλη η μέρα πέρασε με χαρά και με τραγούδια. Ο λαός γιόρταζε τη νίκη του.


Ο κόσμος κατευθύνεται στα «Μπλόκια».
Στο βάθος τα εγγλέζικα πολεμικά καράβια.

ΟΙ ΣΥΝΕΝΟΗΣΕΙΣ

Την Κυριακή – 4 το πρωί 24/12/44 – ο σκοπός πολιτοφύλακας της προκυμαίας ειδοποίησε πως ήρθαν στο λιμάνι εγγλέζικα πολεμικά και φορτηγά καράβια. Ο υπαξιωματικός εφόδου της Ε. Π. λοχίας Θαν. Παφλιωτέλης έτρεξε κάτω να εξακριβώσει τι καράβια ήταν. Πήγε πέρα στα μπλόκια και γύρεβε να δει από μακρυά μέσα στη βροχή και στο κρύο. Ο κόσμος έλεγε πως τα καράβια έχουν στρατό, μάβρους, που θα βγουν έξω άμα ξημερώσει. Κείνος όμως θέλησε να το εξακριβώσει και πήρε μια βάρκα, πήγε πλάι στο μεγάλο μεταγωγικό που ‘ταν αραγμένο στο έξω λιμάνι και διαπίστωσε με τα μάτια του, πως είχε πραγματικά στρατό.

Γύρισε πίσω και ειδοποίησε το Διοικητή Γάκα. Κείνος έβαλε κι άλλους σκοπούς στην παραλία και έδωσε τη διαταγή της επιφυλακής. Και πήγε και ειδοποίησε στο φρουραρχείο – 7 η ώρα – το Δ/τη του ΕΛΑΣ Ευλαμπίου και κείνος έστειλε να φωνάξει το γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει η κινητοποίηση.

Απ’ το Σάββατο το πρωί το αντιτορπιλικό «Αετός» που ήταν αραγμένο στο μέσα λιμάνι βγήκε στο έξω λιμάνι. Ήταν μια κίνηση που, όπως φάνηκε υστέρα, είχε κάποιο νόημα.

Τα βαπόρια που ήρθανε ήταν το αγγλικό καταδρομικό «Σείριος», το αγγλικό ναρκαλιευτικό «Στάφα», το ελληνικό αντιτορπιλικό «Κανάρης» που βρισκόταν σε κράτηση, γιατί – όπως μαθεύτηκε πιο υστέρα – το πλήρωμα του αρνήθηκε να εχτελέσει τη διαταγή του Διοικητή του και να χτυπήσει τον Πειραιά με τα κανόνια. Ένα αγγλικό σκάφος Μ. L. που μεταχειρίστηκαν για να βγούνε. Ένα μικρό αγγλικό αποβατικό. Το ελληνικό υποβρύχιο «Νηρεύς» που βρισκόταν εδώ. Τα μεταγωγικά ήταν: Ένα 7000 τόνων, ένα 5000 τόνων και ένα 4000 τόνων.

Ο Σοφ. Βουρνάζος Δ/της της Εθνοφυλακής και Ε. Π. ειδοποίησε το φρουραρχείο πως στις 8ω 10 λ πρέπει να ‘ναι στο ξενοδοχείο «Αιγαίο» η Ν.Ε. του ΕΑΜ, ο Διοικητής του Συντάγματος ΕΛΑΣ, η Ε. Π. και ο Φρούραρχος. Εκεί θα μιλούσαν με τον Άγγλο Ταξίαρχο Turnbull, διοικητή των συμαχικών στρατευμάτων Αιγαίου και τον κ. Τσιγάντε, στρατιωτικό Διοικητή Αιγαίου.

Ο ΕΛΑΣ έδωσε αμέσως το σύνθημα επιφυλακή και άρχισε να παίρνει τα μέτρα του.

Όταν κατέβηκε κάτω ο γραμματέας του ΕΑΜ και έμαθε την κατάσταση έστειλε και ειδοποίησε όλα τα μέλη της Νομαρχιακής και παράγγειλε όπου έπρεπε, να δοθεί με χωνιά και συνδέσμους το σύνθημα για μια γενική κινητοποίηση του λαού.

Σε πρόχειρη σύσκεψη, που έγινε στο Φρουραρχείο από τη Ν. Ε. και τον ΕΛΑΣ, αποφασίσανε να πάνε από τη Ν.Ε. του ΕΑΜ ο γραματέας Α. Αποστόλου και Αχ. Κοντάρας, από τον ΕΛΑΣ ο Δ/της του Συντάγματος Β. Ευλαμπίου, ο φρούραρχος Φώτης Δήμου και από την Ε. Π. και ΕΕθνοφυλακή ο Σοφοκλής Βουρνάζος.

Στο «Αιγαίο» – το είχαν επιταγμένο οι εγγλέζοι από καιρό – βρήκαν μονάχο τον κ. Τσιγάντε στο σαλόνι, που τους ανακοίνωσε, πως έρχονται ινδικά στρατεύματα, που θα βγουν στο νησί. Δεν πρέπει ν’ ανησυχήσει ο κόσμος, γιατί το καθεστώς της Μυτιλήνης δεν έχει ν’ άλάξει.

Η απάντηση της Επιτροπής ήταν πως δεν έχουν καμιά θέση τα ινδικά στρατεύματα στη Μυτιλήνη. Η κατάσταση είναι κρίσιμη και κανένας δεν μπορεί να πιστέψει πως έρχονται έτσι. Η απόβαση θ’ αποτελούσε πρόκληση, όταν στην Αθήνα γίνεται πόλεμος.

Ο κ. Τσιγάντες εδήλωσε πως δεν είχε καμία εξουσιοδότηση παραπέρα και η επιτροπή ζήτησε να δει και να μιλήσει με τον ίδιο τονΤαξίαρχο, που ήταν πάνω στο «Σείριο». Ο κ. Τσιγάντες έστειλε σήμα να γίνει δεχτή η Επιτροπή και να στείλουν να την παραλάβουν· αποφασίστηκε να πάνε απάνω οι Α. Αποστόλου, Αχ. Κοντάρας, Σοφ. Βουρνάζος μαζί με τον Τσιγάντε.

Βγήκανε απ’ το Αιγαίο και πήγαιναν για το Μώλο.

Στο αναμεταξύ ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει και να μαζέβεται με φανερές τις διαθέσεις. Ο ΕΛΑΣ έβγαλε μάχιμα περίπολα για να κρατήσουν την τάξη και, αν γίνει σύγκρουση, να βοηθήσουν το λαό.

Την ίδια ώρα ένα βοηθητικό Μ. L. γεμάτο στρατό ξεκόλλησε απ’ το μεταγωγικό, μπήκε στο μέσα λιμάνι και ζύγωνε στην προκυμαία (στο ταχυδρομείο).

– Μα να! Έρχονται κ. Τσιγάντε, λέει ο Αποστόλου· δεν είναι όμως για να βγούνε!

Το πλοίο ζύγωνε και ο κόσμος αγριεμένος έτρεχε μέσα στη βροχή με φωνές.

Το πλοίο γύρεβε να πλευρίσει· κείνη την ώρα ο Τσιγάντες μίλησε στον άγγλο αξιωματικό που ήταν μέσα, πως δεν πρέπει να βγούνε προτού η Επιτροπή πάει στο καράβι να συνενοηθεί με τον Ταξίαρχο.

Ο άγγλος αξιωματικός απάντησε πως έχει διαταγή να τους βγάλει όπως και να ‘ναι.

Ο κόσμος όμως δεν τον άφησε να εχτελέσει τη διαταγή και τον ανάγκασε να τραβήξει στο έξω λιμάνι.

Όλοι κινήθηκαν προς τα ‘κει και μαζί και η Επιτροπή. Ο κόσμος τότε πήγαινε να ξεθυμάνει πάνω στον Τσιγάντε. Η επιτροπή πάσκιζε να πείσει το πλήθος, πως και κείνος βοηθάει για να μη βγουν οι μάβροι.

Κείνη την ώρα ο αξ/κος του ΕΛΑΣ Π. Τσακίρης ζήτησε συμπληρωματικές οδηγίες για τη στάση του ΕΛΑΣ. Ο γραματέας του ΕΑΜ έδωσε την οδηγία να πάρουν θέσεις για να βοηθήσουν το λαό ν’ αποκρούσει την απόβαση.

Ο Τσιγάντες που τ’ άκουσε άρχιοε να τους εξορκίζει και να λέει τι συνέπειες μπορεί να ‘χει αυτό που πάνε να κάνουν.

Η απάντηση της επιτροπής ήταν πως πρέπει να εξασκήσει και κείνος όλη του την επιρροή για να μη γίνει η απόβαση και πως άλλη λύση δε χωρεί.

Το βοηθητικό M.L. πλεύρισε στα μπλόκια και γύρεβε να δέσει. Εκεί έγινε η δεύτερη απόκρουση.

Ο Τσιγάντες δήλωσε την ταυτότητα του στον αξ/κο που συνόδεβε τους Ινδούς και ζήτησε να τον πάρει απάνω· πετάχτηκε κι όλας μέσα στο σκάφος και κουβέντιασε με τον αξ/κο· ο κόσμος περιμένει με αγωνία.

Μπροστά στη φανερή πίεση του κόσμου ο Άγγλος αξ/κος αποφάσισε να πάει πίσω τους Ινδούς στο καράβι και να πάρει ύστερα ολόκληρη την επιτροπή.

Η Επιτροπή μπήκε σ’ ένα μικρό σκάφος – ήταν 11 η ώρα – ανέβηκε στο φορχηγό και περίμενε εκεί, ίσαμε μισή ώρα ως που έβγαλε τους μάβρους και πήρε την Επιτροπή. Ο Άγγλος όμως αξ/κος δεν ήθελε να την πάει πάνω στο «Σείριο» αν ο κόσμος που ξεχύθηκε τότε πάνω στο λιμενοβραχίονα δεν έφευγε μακρυά. Έλεγε κι όλας πως θα γυρίσει πίσω στη στεριά με τους μάβρους.

Τότε η Επιτροπή μίλησε από ‘κει πάνω στον κόσμο, πως δεν είναι φόβος νά βγουν ως που να γυρίσει και πήγαινε να συνενοηθεί ίσα ίσα γι’ αυτό. Ο κόσμος πειθάρχησε έχοντας εμπιστοσύνη στην Επιτροπή. Έτσι ο Άγγλος αξ/κος δέχτηκε να τους πάει πάνω στο «Σείριο».

Ο Ταξίαρχος τους δέχτηκε με καλή διάθεση και στο σαλόνι πρόσφερε πιοτά. Η Επιτροπή είπε την κατάσταση κι έδωσε να καταλάβει ο Ταξίαρχος πως είναι τα πράματα. Εζήτησε να μη βγουν τ’ αυτοκρατορικά στρατεύματα, γιατί ο λαός είναι πολύ ερεθισμένος απ’ ότι γίνεται στην Αθήνα και η παρουσία από μαύρους εδώ θα ‘φερνε αναστάτωση.

Ο Ταξίαρχος είπε πως απορεί, γιατί η Επιτροπή δίνει τέτοια ερμηνεία στο πράμα και έδωσε τη διαβεβαίωση σαν σύμμαχος και φίλος, πως είναι ενα τάγμα – 800 άνδρες – κι έρχονται για να ξεκουραστούν και να γυμναστούν, για να πάνε να πολεμήσουν στα Δωδεκάνησα.

– Ύστερα έχω εντολή, είπε, να βγάλω τα στρατεύματα μου και δεν μπορώ να ‘χω τους στρατιώτες να στριμώχνονται μέσα στο καράβι. Ξαναβεβαίωσε την Επιτροπή πως δεν έχει να πειραχτεί το καθεστώς στο νησί και στο τέλος επέμεινε να βγάλει τους μαύρους. Η Επιτροπή ζήτησε να τ’ ανακοινώσει στην ολομέλεια της Επιτροπής του ΕΑΜ. Ο Ταξίαρχος δέχτηκε και όλοι μαζί βγήκαν εξω. Ήταν περασμένες 12.

Στην Προκυμαία εδήλωσε πως η Επιτροπή θα τον εύρει στο «Αιγαίο» για να φέρει την απόφαση της. Η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι είπε ο Ταξίαρχος στη Ν.Ε. κι αυτή πήρε την απόφαση να μη δεχτεί την αποβίβαση, όπως ήταν και η θέληση του λαού. Το απόγεμα – 15ω – η Επιτροπή πήγε στο «Αιγαίο» και κει ξανάρχισε η ίδια συζήτηση με τον Ταξίαρχο, τον συνταγματάρχη Τσιγάντε, τον συνταγματάρχη Σκαναβή, στρατιωτικό Διοικητή Λέσβου.

Η Επιτροπή ανακοίνωσε την απόφαση της Ν. Ε. και του λαού, που δεν ήταν καθόλου διαφορετική από την πρώτη γνώμη της Επιτροπής.

Ο Τσιγάντες θέλοντας να μεσολαβήσει για να διευκολύνει την αποβίβαση, άρχισε να τονίζει πως τ’ αυτοκρατορικά στρατεύματα έχουν καταπληχτική πυκνότητα πυρός και τα θύματα θα ‘ναι πολλά, αν θελήσουν να τα μποδίσουν να βγουν. Η Οργάνωση πρέπει να ξέρει πως παίρνει απάνω της τεράστιες ευθύνες, είπε.

Η Επιτροπή τότε έδωσε άλλη διέξοδο ζητώντας αναβολή ίσαμε την άλλη μέρα το πρωί – στις 10 – για να φέρει το ζήτημα σε συζήτηση μπροστά σε αντιπρόσωπους απ’ όλο το νησί. Ο Ταξίαρχος το δέχτηκε στην αρχή, μα ύστερα άρχισε να εκφράζει, την υποψία πως αυτό το θέλει η Οργάνωση για να κερδίσει καιρό και να μπορέσει να κατεβάσει απ’ τα χωριά το λαό. Κάθε τόσο ετόνιζε πως αυτό δε θα πρέπει να χαρακτηρισθεί «νίκη του λαού» μα «συγκατάβαση» του κ. Ταξιάρχου. Για να δεχτεί την αναβολή, επρότεινε αυτούς τους όρους:

  1. Ο ΕΛΑΣ να τραβηχτεί στις κανονικές του θέσεις.

  2. Να πάψουν οι συγκεντρώσεις στην προκυμαία και οι εκδηλώσεις «δε σας θέλουμε».

  3. Να λυθεί η γενική απεργία, ν’ ανοίξει η αγορά και να δοθεί ηλεκτρικό φως.

Ύστερα ζήτησε να τραβηχτεί σε σύσκεψη μαζύ με τους αξιωματικούς του. Μια στιγμή βγήκε πάλι και διαμαρτυρήθηκε στην Επιτροπή πως τα πράματα δεν είναι έτσι που τα λένε.

– Έχω, λέει, πληροφορίες πως ο ΕΛΑΣ πήγε στο «Κιόσκι» κι εγκαταστάθηκε σε σπίτια κι έπιασε και το Φρούριο και σ’ αυτή την περίπτωση είναι ζήτημα πια στρατιωτικό ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στα Βρεττανικά στρατεύματα.

Η Επιτροπή εβεβαίωσε τον Ταξίαρχο πως αυτές οι πληροφορίες δεν είναι ακριβείς. Μα όπως και να ‘ναι ο ΕΛΑΣ θα τραβηχτεί στις θέσεις του.

Ύστερα από πολλά δέχτηκε να δώσει την αναβολή ως τις 9 το πρωί, όσο οι όροι του θα γινότανε δεχτοί. Ο Ταξίαρχος εζήτησε νωρίτερα, για να ‘χει λέει τον καιρό να τους βγάλει την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα.

Την ώρα εκείνη περνούσαν ομάδες λαός πηγαίνοντας για τα «μπλόκια». Ο Ταξίαρχος ετόνισε μ’ επιμονή πως δεν πρέπει να μεταχειριστούν τον καιρό για να κατεβάσουν τον κόσμο απ’ τα χωριά. Ήταν χαρακτηριστικό πως ήθελε ν’ απομονώσει το ΕΑΜ απ’ το λαό.

Η Νομ. Επιτροπή δέχτηκε τους όρους. Μονάχα που δε μπορούσε να εγγυηθεί στον Ταξίαρχο για το άνοιγμα της αγοράς, αφού ο κόσμος μπορούσε να μην έχει εμπιστοσύνη ν’ ανοίξει τα μαγαζιά του και για το φως, γιατί λόγοι τεχνικοί δυσκόλευαν το πράγμα.

Ο Ταξίαρχος παρακάλεσε την επιτροπή να ασκήσει την επιρροή της για να γίνουν δεχτά τα Ινδικά στρατεύματα.

Στο μεταξύ κατέβαινε και από τα χωριά ο κόσμος. Τα στελέχη του ΕΑΜ αποφάσισαν με μια φωνή να μη δεχτούν τα Ινδικά στρατεύματα και να απαιτήσουν να φύγουν οι μαύροι. «Ο λαός – που η Οργάνωση εκφράζει τη γνώμη του – είναι αποφασισμένος να μεταχειριστεί όλα τα μέσα που θα ‘χει στη διάθεσή του για να τα μποδίσει». Ο ΕΛΑΣ και η ΕΠ πήραν την απόφαση να υποστηρίξουν το λαό με τα μέσα που είχαν, όταν εκείνος χρειαστεί ν’ αποκρούσει την απόβαση. Για το σκοπό αυτό συστήθηκαν σταθμοί για επίδεση, ορεινό χειρουργείο και πάρθηκαν όλα τ’ άλλα μέτρα με την πρόθυμη συνεργασία της Εθν. Αλ. Κοντά σ’ αυτά μελετήθηκαν και τα οδοφράγματα που έστησε αργότερα ο κόσμος και δόθηκε διαταγή να χαλαστούν όσα θα μπόδιζαν στρατιωτικές κινήσεις σε περίπτωση που θα γινόταν σύγκρουση. Ακόμα ειδοποιήθηκαν και οι λόχοι που είχαν έδρα χωριά να κατεβούν, καθώς και ο εφεδρικός ΕΛΑΣ.

Μόνος του δε θα χτυπούσε ο Λαϊκός Στρατός τ’ Αυτοκρατορικά στρατεύματα. Μονάχα όταν τα αποβατικά τμήματα χτυπούσαν το λαό που θα τους μπόδιζε να βγούνε, τότε ο ΕΛΑΣ θα ‘ρχόχαν να βοηθήσει το λαό. Και ύστερα θα τραβιώταν στο εσωτερικό μαζί με το ΕΑΜ, που όρισε όλα τα σχετικά στο αναμεταξύ.

Στις 9 το πρωί – 25/12/41 – η Επιτροπή πήγε στό «Αιγαίο», όπου ήταν οι κ. κ. Τσιγάντες και Σκαναβής.

Εκεί ανακοίνωσε την απόφαση της οργάνωσης και του λαού να μη δεχτεί τα Ινδικά στρατεύματα. Και οι δυο τ ‘άκουσαν με φανερή ταραχή.

– Θα ‘ναι τρομερό αυτό που θα γίνει και πρέπει να βρεθεί μια λύση για ν’ αποφύγουμε τη σύγκρουση.

Η Επιτροπή είπε πως θα μπορούσαν να το ανακοινώσουν στον Ταξίαρχο, μα κείνοι επιμένανε να πάει ολόκληρη η Επιτροπή και να το ανακοινώσει η ίδια.

Ο Turnbull τους περίμενε πάνω στο βοηθητικό M.L. Η συνάντηση έγινε στο σαλόνι. Η Επιτροπή στο πόδι ανακοίνωσε την απόφαση. «Ο λαός δεν τους θέλει και ο κ. Ταξίαρχος πρέπει να προσέξει, γιατί πρώτος εκείνος θ’ αναγκαστεί να χτυπήσει και θα ‘χει όλες τις ευθύνες. Εμείς θα κάνουμε το χρέος μας σαν οργάνωση και ο ΕΛΑΣ μαζί».

– Με μποδίζετε να κάνω τη δουλιά μου σαν στρατιώτης και βοηθείτε τον εχθρό.
– Ξέρετε καλά πως πρώτη και μόνη η οργάνωση πολέμησε πάντα τους Γερμανούς.
– Θα κλείσω τους στρατιώτες μέσα στους στρατώνες στην πόλη, ώσπου να τους συνηθίσει ο κόσμος.
– Ο κόσμος δεν τους θέλει.
– Θα ‘χετε μεγάλη ευθύνη για ότι γίνει.
– Την ευθύνη θα την έχετε μονάχα εσείς που επιμένετε να πάτε κόντρα στη λαϊκή θέληση.
– Δεν με πιστεύετε που σας δίνω διαβεβαιώσεις;
– Έχουμε μπροστά μας γεγονότα και μονάχα άμα γίνει Εθνική Κυβέρνηση, τότε θα σας δεχτούμε και με χαρά.

Ο ταγματάρχης πληροφοριών Cardiff ρώτησε τότε:

– Συμφωνείτε ‘σεις προσωπικά κ. Αποστόλου, με την απόφαση αυτή; Και αν όχι, γιατί δεν αποχωρείτε;
– Όχι μονάχα συμφωνώ, μα και θα ‘μαστε όλοι μπροστά μαζί με το λαό.

Ο Ταξίαρχος είπε να δοθούν όλα αυτά με έγγραφο. Κατά τις 11ω. 30 λ. ήρθε το έγγραφο του Ταξίαρχου.

Προς την Επιτροπήν του ΕΑΜ Μυτιλήνης

Συμφώνως προς την προ μηνός συμφωνίαν έφθασα με τα Αυτοκρατορικά Βρεττανικά στρατεύματα δια να στρατωνισθούν επί της νήσου.

Σας έδωκα διαβεβαιώσεις ότι τα στρατεύματα ταύτα δεν πρόκειται ν’ αναμιχθούν με το καθεστώς το υφιστάμενον επί της νήσου και επρόκειτο μόνον να σταθμεύσουν επί της νήσου δια να εκπαιδευθούν ώστε να είναι διαθέσιμα δια επιχειρήσεις εναντίον του κοινού μας εχθρού του Γερμανού.

Παρά τας διαβεβαιώσεις ταύτας και το γεγονός οτι η απόβασις επρόκειτο να γίνη εν ημέρα και εντός του λιμένος, πράγμα το οποίον αποτελεί δι’ υμός εγγύησιν ότι δεν εσκοπείτο επιχείρησις εναντίον σας, οργανώσατε εκδηλώσεις εναντίον της αποβιβάσεως ταύτης και εδηλώσατε τας προθέσεις σας ν’ αντισταθήτε εναντίον της με ενόπλους δυνάμεις.

Υπήρξα εξαιρετικά υπομονητικός με υμάς διότι μου εκάματε ωρισμένας υποχρεώσεις τας οποίας δεν ετηρήσατε.

Δεν δύναμαι παρά να παραδεχθώ ότι ετάξατε τους εαυτούς σας προς το μέρος του εχθρού.

Σας καθιστώ προσωπικώς υπευθύνους δια τα γεγονότα τα οποία θα παρουσιασθούν ως αποτέλεσμα των ενεργειών σας και ιδιαιτέρως δια την ασφάλειαν της ζωής, της ελευθερίας και της περιουσίας των πολιτών.

Σας δίδω την τελευταίαν αυτήν ευκαιρίαν δια να αναθεωρήσητε τας αποφάσεις σας.

Περιμένω την έγγραφον απάντησίν σας.

Εν όρμω Μυτιλήνης τη 25/12/44
Ο Σύμμαχος Διοικητής των Στρατευμάτων Αιγαίου
D.G. Τ. TURNBULL Brigadier

Η Ν. Ε. συνεδρίασε και έδωσε αυτή την απάντηση:

Μυτιλήνη 25 Δεκεμβρίου 1944
Προς τον κ. Τόρνμπουλ
Σύμμαχον Διοικητήν Στρατευμάτων Αίγαίου
Ενταύθα

Εις απάντησιν της υπό σημερινήν ημερομηνίαν μόλις ληφθείσης επιστολής σας, σας γνωρίζομεν τσ ακόλουθα:

1) Δεν αντιλαμβανόμεθα περί ποίας συμφωνίας ομιλείτε εν αρχή της επιστολής σας, εφ’ όσον ουδεμία τοιαύτη εγένετο μεταξύ μας, η δε εμφάνισις των Αυτοκρατορικών αποικιακών στρατευάτων υπήρξεν απροσδόκητος.

2) Κατεβάλομεν όλας τας προσπάθειας μας δια να πείσωμεν τον εξεγερθέντα λαόν της Λέσβου, ότι τα στρατεύματά σας δεν είχον άλλον σκοπόν παρά εκείνον τον οποίον διαλαμβάνει το ως άνω εγγραφόν σας και προς τον σκοπόν αυτόν απέβλεπεν αποκλειστικώς η παράκλησίς μας, όπως αναβληθεί από χθες έως σήμερον η
αποβίβασις.

Λυπούμεθα ειλικρινώς διότι ο λαός, ο οποίος συνεκεντρώθη εις την πόλιν μας από ολα τα σημεία της νήσου, δυσπιστεί προς τας διαβεβαιώσεις τας οποίας μας εδώσατε, έχων υπ’ όψιν του οτι παντού, όπου ενεφανίσθησαν βρεττανικά στρατεύματα εις την Ελλάδα, άφ’ ης εξερράγη η κυβερνητική κρίσις, ταύτα χρησιμοποιήθησαν κατά τρόπον αποτελούντα επέμβασιν εις τα εσωτερικά της χώρας και μάλιστα με αποτελέσματα αίματηρά, προκαλέσαντα την εξέγερσιν της παγκοσμίου και κατ’ εξοχήν της Αγγλικής κοινής γνώμης.

3) Διαμαρτυρόμεθα, διότι, επειδή δεν εχομεν την δύναμιν να διαλύσωμεν τους φόβους του λαού, τους οποίους προκαλεί η παρουσία σας, αντιμετωπίζομεν εκ μέρους υμών την καταπληκτικήν και καθ’ ολοκληρίαν άδικον κατηγορίαν, ότι ετάξαμεν τους εαυτούς μας προς το μέρος του εχθρού.

4) Διαμαρτυρόμεθα ομοίως, διότι επιχειρείτε να μετατοπίσητε τας ευθύνας επί των ώμων μας διά γεγονότα, τα οποία επαπειλεί να δημιουργήση η υπό συνθήκας οιαι αι σημερινοί, εμφάνισις βρεττανικών πλοίων και στρατευμάτων εις μίαν Ελληνικήν νήσον, όπου παρά τα διαδραματιζόμενα εις την λοιπήν Ελλάδα, η τάξις ετηρήθη και τηρείται κατά τρόπον παραδειγματικόν. Εάν τα γεγονότα ταύτα δεν κατέστει δυνατόν να προληφθούν, αι ευθύναι δεν πρόκειται να καταλογισθούν εις ημάς.

Σεις μόνος δύνασθε να γίνετε ο ρυθμιστής της δημιουργηθείσης ανωμάλου καταστάσεως με αποφάσεις, που θα σας υπαγορεύσουν η ακριβής εκτίμησις των ψυχολογικών συνθηκών υπό τας οποίας ευρίσκεται ο λαός της Λέσβου και η έλλειψις πάσης εκ μέρους υμών οπισθοβουλίας, διά την οποίαν ημείς δεν εχομεν λόγους να αμφιβάλλωμεν.

Επιλαμβανόμεθα της ευκαιρίας να απευθύνωμεν και πάλιν θερμοτάτην έκκλησιν προς τα ανθρωπιστικά σας αισθήματα, όπως εισηγηθήτε και επιτύχητε μίαν αναβολήν αποβάσεως των στρατευμάτων, μέχρις ότου τερματισθούν αι εν Αθήναις διεξαγόμενοι συνενοήσεις προς λύσιν του Ελληνικού εσωτερικού προβλήματος, αι οποίαι κατά τας υπάρχουσας ενδείξεις ευρίσκονται εις το τελευταίον των στάδιον εξελισσόμενοι ευνοϊκώς.

Για τη Νομαρχιακή Επιτροπή ΕΑΜ Λέσβου
Α. Αποστόλου

Το έγγραφο του Ταξιάρχου διαβάστηκε και στο λαό που μαζεύτηκε σε ένοπλο συλλαλητήριο την ίδια μέρα στις 13 η ώρα και απαντώντας κι αυτός έκανε δεχτό το παρακάτω ψήφισμα:

Ψήφισμα

Ο λαός της Λέσβου έχοντας υπ’ όψει την ξαφνική κι αδικαιολόγητη εμφάνιση χθες το πρωί στο λιμάνι μας βρεττανικών αποικιακών στρατευμάτων, μαζεύτηκε σε παλλαϊκό συλλαλητήριο και αφού άκουσε το έγγραφο του Άγγλου Ταξίαρχου, που απηύθυνε στη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ

Ψηφίζει

1) Διαδηλώνει τη δυσπιστία του προς τις διαβεβαιώσεις του Άγγλου Ταξίαρχου, γιατί οι αγριότητες και οι ωμότητες των Αποικιακών στρατευμάτων ενάντια στο Λαό της Αθήνας και του Πειραιά καθώς και το αιματοκύλισμα της Σάμου κι οι βαρβαρότητες στα

νησιά του Αιγαίου από στρατεύματα, που διοικούνται από τον ίδιο Ταξίαρχο, δικαιολογούν απόλυτα τη δισπιστία του αυτή.

2) Διαδηλώνει την απόφασή του ν’ αντιταχθεί προτάσσοντας τα στήθια του και να πέσει μέχρι του τελευταίου στην περίπτωση που ο Άγγλος Ταξίαρχος δε θα σεβασθεί τη θέλησή του και θα ενεργήσει απόβαση.

Μυτιλήνη 25/12/44
Η Επιτροπή Συλλαλητηρίου

Οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και ο λαός έμεινε επιφυλακή. Την ίδια μέρα η «Ελεύθερη Λέσβος» κυκλοφόρησε σε 2 έκτακτες εκδόσεις με τα συνθήματα «Όλοι στα οδοφράγματα!» «Να φύγουν οι μαύροι!» «Υπερασπίστε τη λεφτεριά σας!» Στις 26/12/44 γιόρταζε κι όλας τη νίκη. Με τα συνθήματα «Go back!» «Ισχυρότερο το δίκιο του λαού!» και «Ο λαός πέρνει νέα δύναμη απ’ τη νίκη του» και έδινε την είδηση πως ο Άγγλος πρωθυπουργός και υπουργός των εξωτερικών ήρθαν στην Αθήνα. Η «Αγροτική» στις 27/12/44 εφώναζε «Ζήτω ο αδάμαστος λεσβιακός λαός!» στις 28 ο «Αντιφασίστας» ετόνιζε τη συμβολή της Νέας Γενιάς στον αγώνα του λαού της Λέσβου.

Την Τετάρτη το απόγεμα ο λαός μαζεύτηκε σε συλλαλητήριο και ζήτησε να φύγη ο Νομάρχης, που δεν έδειξε κανένα ένδιαφέρο για το λαό.

Την Πέμπτη το πρωί – 28/12/44 – ο Διοικητής του «Σειρίου» πλοίαρχος Edwards ειδοποίησε τη Ν. Ε. του ΕΑΜ πως έχει ν’ ανακοινώσει κάτι πολύ ευχάριστο και στις 10 έκανε αυτή τη δήλωση πάνω κάτω στην ολομέλεια της.

– Από μέρες που είμαι εδώ ήθελα να σας έβλεπα, μα ο καιρός ήταν πολύ άσκημος και η φουρτούνα με μπόδιζε να βγώ· τώρα που έφκιασε ο καιρός και γαλήνεψε η θάλασσα μπόρεσα να ‘ρθώ να σας χαιρετίσω και να σας ανακοινώσω, πως ότι και να γίνει τα Ινδικά στρατεύματα δε θα βγουν στο νησί σας.

Η είδηση αυτή μεταδόθηκε επίσημα και πανηγυρικά στο λαό απ’ το Δημαρχείο. Ο λαός το δέχτηκε μ’ ενθουσιασμό και γιόρτασε τη νίκη του. Ακολούθησε παρέλαση του ΕΛΑΣ με την παρακάτω σειρά. Μοτοσυκλέτες, σαλπιχτές, σταθμοί επίδεσης, χειρουργεία με τραυματιοφόρους, αδερφές, γιατρούς, νοσοκόμους – η συμβολή της ΕΑ. Ακολουθούσαν το 1ο, 2ο και 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ με τη σειρά.

Το βράδυ ο πλοίαρχος Edwards έδωσε δεξίωση στο «Αιγαίον» σε αντιπροσώπους της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ και του Συνταγματος του ΕΛΑΣ.


Σύσσωμος ο λεσβιακός λαός συγκεντρώνεται στα «μπλόκια» της Μυτιλήνης
για να αποτρέψει την απόβαση των «μαύρων».

GO BACK!
(του Στρατή Παπανικόλα)

Τί λεβέντης Λαός είσαι συ! Είσαι φωτιά! Είσαι ατσάλι! Η ματιά σου σπαθί! Η κραυγή σου κεραυνός!

Go back

Σ’ ακούσανε τα Εγγλέζικα κανόνια κι απόμειναν συλλογισμένα. Κι οι Μάβροι του Τόρνμπουλ σα να κατάλαβαν κάτι από το δίκιο σου· σε κυτούσανε με απορία γεμάτη θαυμασμό.

Δυο μερόνυχτα τώρα ξεκολλάς τον ξένο επιδρομέα απ’ τις ακτές σου. Δυο μερόνυχτα αγωνίζεται να κολλήσει τ’ αποβατικά του, για να βγάλει τους Μάβρους και τα σύνεργα, που θα σ’ αλυσοδέσουνε ξανά.

Μα είσαι εκεί· Είσαι παντού· Χιλιόματος! Μοριόφωνος! Εκατόχειρος!

Go back

Άγρυπνος. Κουρασμένος. Πεινασμένος. Γυμνός. Ξυπόλυτος. Μέρα νύχτα μες στη λάσπη. Με στο χιονόνερο. Και μες σταγριοβόρι. Βράχος ασάλευτος μπροστά στο παγωμένο κύμα, που σπάνει στο μώλο απάνου σου, όπως σπάνουν και τ’ απανωτά κύματα των Μάβρων του Τόρνμπουλ

Go back

Αδάμαστε Λεσβιακέ Λαέ! Θέλεις τη Λεφτεριά σου. Θέλεις την Ανεξαρτησία σου. Την έχεις. Γιατί ξέρεις να την κρατάς με τον υπέροχο τρόπο που την υπερασπίζεσαι. Γειά σου και χαρά σου!


Τα χωριά, το ένα μετά το άλλο, δίνουν το «παρών» στον αγώνα.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ

Οι δυο κόσμοι
(του Ηλία Παρασκευαΐδη)

Μέσα στον αγώνα αυτό ξεκαθάρισαν οι δυο κόσμοι, που παλεύουν για την επικράτηση.

Ο παλιός· αντιδραστικός, συντηρητικός αγωνίζεται να κρατηθεί με τις μορφές του και τις αξίες του· φάνηκε σ’ όλα τα στάδια της αντίδρασης· αντιμέτωπος στις επιδιώξεις του λαού.

Άνθρωποι που χάρηκαν αδιάντροπα σαν έμαθαν πως θα ‘βγαιναν μαύροι στο νησί, που προκαλέσανε ίσως τον ερχομό τους. Με τους ξένους – μαύρους περίμεναν να στεριώσουν τον κόσμο τους. Κόσμο, που έχασε κάθε δυναμικότητα πια και πρέπει να παραχωρήσει τη θέση που είχε – να ρυθμίζει αυτός μόνος τη ζωή της Κοινωνίας – γιατί του λείπει η δύναμη να συνεχίσει τη δουλιά αύτη.

Οι συντηρητικοί με τη δισταχτικότητά τους και οι ουδέτεροι, ανεξάρτητοι και αδιάφοροι, που αποφεύγουν τάχα να πάρουν φανερά θέση. Είναι οι άνθρωποι που βλέπουν και νιώθουν τα συμφέροντα τους δεμένα με την κατάσταση που φαγωθήκανε πια τα θεμέλια της και γυρεύει να κρατηθεί ακόμα και με ξένη υλική δύναμη μια και δεν έχει δική της.

Δεν τους κάνει, λένε, καμιά εντύπωση πως θα ‘ρθουν μαύροι· αν θάνε τούτοι, ή άλλοι, φτάνει να ζουν αυτοί καλά. Δεν τους ένοιαζε προτήτερα, αν ήταν Γερμανοί και πιοί θα ‘ναι τώρα.

Μιλάνε για Δημοκρατία βέβαια και για λαϊκές ελευθερίες και τις καταλαβαίνουν με τον τρόπο τους. Θέλουν να τις ρυθμίζουν αυτοί, όπως νομίζουν. Και αυτές τις κρίσιμες ώρες στέκουν αντίθετα στο λαό, δείχνοντας την πραγματική τους θέση μέσα στον αγώνα. Και οι λαϊκές ελευθερίες μένουν Μεταφυσική, μονάχα λόγια.

Και κοντά σ’ αυτούς και γύρω σ’ αυτούς ένα σωρό σκουλήκια. Όσοι δε νιώθουν μέσα τους καμιά δύναμη, καμιά ζωντάνια. Ζουν τη βασανισμένη τους ζωή και κάνουν θεωρίες για να της δώσουν αίγλη μια και δεν έχει μόνη της καμιά, χωρίς να σκεφτούν ν’ αποφασίσουν να ζητήσουν καλυτέρεψη.

Κι απ’ την άλλη ο καινούργιος κόσμος· δυνατός, επαναστατικός, γεμάτος ζωή· ανεβαίνει και γυρεύει να μπολιάσει με καινούργια ζωή τον Πολιτισμό.

Είναι ο λαός με τις απέραντες του δυνάμεις, που ακόμα δε βρήκαν την ευκαιρία να μπουν σε δράση· δεν του δόθηκε ακόμα η δυνατότητα να δημιουργήσει με πρωτοβουλία δική του. Με τους μαύρους ο κόσμος αυτός είδε πως κιντύνεβε η λεφτεριά, που του χρειάζεται για ν’ αναπτυχθεί και να καλλιεργήσει τις δυνάμεις του. Έβλεπε πως θα του καταπατούσαν τα δικαιώματα που του δίνει η δύναμη του.

Ήταν ο γνήσιος λαός· αγρότες και εργάτες και μαζί μικροί εργοδότες, έμποροι, επαγγελματίες, επιστήμονες, μικροβιομήχανοι, νοικοκυρέοι, υπάλληλοι δημόσιοι και ιδιωτικοί, κορίτσια και νοικοκυράδες, κόσμος κάθε λογής, καλοντυμένος και κακοντυμένος· ο κόσμος της δουλειάς· όλες οι τάξεις, όπως τις λέγανε άλλοτες και γυρέβανε να τις κρατούν χωρισμένες ακόμα σαν ξεχωριστές τάξεις!

Σήμερα ένας κοινός αγώνας, που οργανώθηκε κάτω από μια σκλαβιά, που ένιωσαν όλοι έντονα για ένα κοινό σκοπό, τους έφερε όλους τον ένα κοντά στον άλλο. Όλοι κατάλαβαν πως τίποτα δεν τους χωρίζει και σμίξανε, για να διώξουν μακρυά τον κοινό εχθρό, που ήθελε να επιβάλει μιαν άλλη «Τάξη» – τη δικιά του – ας ήτανε και με την ξένη βία. Γύρεβε να επιβάλει ένα «Κράτος» ξένο κι εχθρικό, που θα μπόδιζε τη ζωή τους ν’ αναπτυχθεί.

Όλες οι τάξεις του λαού σταθήκανε μαζί ενωμένες, σαν ένας άνθρωπος μπροστά στη ξένη αυτή επιβολή και στο τέλος νικήσανε. Ο κίνδυνος έφυγε μακρυά για την ώρα.

Ο αγώνας ανάμεσα στους δυο κόσμους δε σταμάτησε· έχει συνέχεια· μα τη μάχη την κέρδισε πια ο καινούργιος.


Η πόλη γεμίζει με οδοφράγματα…

Η Α.Μ. Ο Γαβριας
(του Στρατή Παρασκευαΐδη)

Τον παρουσίασε, θαρρώ, πρώτη φορά η μεγαλοφυία του Ουγκώ στους «Αθλίους», μέσα στη Γαλλική Επανάσταση. Μα η εμφάνισή του και η δράση του στην Ιστορία πρέπει να είναι παμπάλαια, προϊστορική και δε μπορεί παρά να είναι συνυφασμένη μαζί της. Είναι τα πρώτα και δυνατά σκιρτήματα της ανθρώπινης ψυχής, της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα στα αδιάκοπα τρικυμίσματά της. Σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε μεταβολή, σε κάθε αντάριασμα της ζωής, σε κάθε παλίρροια της, σε κάθε χαρά και δόξα, σε κάθε λύπη και καταστροφή, σε κάθε μάχη και νίκη· η παρουσία του είναι εκεί έντονη, ακατάβλητη, αισιόδοξη, μεγαλιώδης. Η Αυτού Μεγαλειότης!

Τον παρακολουθώ στη ζωή μου από τότε που την ένιωσα.

Τον εθαύμασα στην αποθέωση του στην Αθήνα, εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια, μέσα στον περασμένο πόλεμο, στις τεράστιες, ακόμα και νυχτερινές διαδηλώσεις. Ήταν σκαρφαλωμένος ψηλά, πάνω στους ηλεχτρικούς στύλους, πάνω από την αλλόφρονη διαδήλωση, που έπιανε όλη την οδό Πανεπιστημίου και όλη την Ομόνοια, με κάτι μεγάλες κλαδούρες στο ‘να χέρι κομμένες απ’ τα δέντρα των πεζοδρομίων και τις κουνούσε και ξεφώνιζε και σφύριζε και τις άναβε για να φέγγει στο πλήθος. Ήταν κάτι το αφάνταστο! Μια φούχτα ανθρώπινο σαρκίο, ξυπόλυτο και παραριχμένο, έπαιρνε τη φλόγα και την έκφραση της ζωής και κυριαρχούσε γαντζωμένος σαν ερπετό εκεί πάνω, με το δικό του τρόπο, με τη δική του δύναμη πάνω σ’ όλο τον κόσμο.

Τον εθαύμασα επίσης κι έδω τα μαύρα χρόνια της Γερμανικής Μπότας. Ήταν αυτός που έσερνε κι έσπρωχνε τους αραμπάδες μαζί με τους μεγάλους με απόφαση, με κουράγιο ανεξάντλητο, με αντοχή ελαστική κι αλύγιστη – όταν εμείς αποκαρτερούσαμε – όπως ακόμα κι όταν έσκιζε κρυφά και τάχα ανήξερα τα σακιά της Γερμανικής συγκέντρωσης και της μαυραγορίτικης αδηφαγίας, για να μαζεύει τα όσπρια και τα σιτηρά που χύνονταν. Παρ’ όλο τον κίνδυνο, παρ’ όλο τον τρόμο. Ήταν σαν έλασμα. Έδινε τη μάχη του, τη μάχη για τη ζωή του. Κι ήταν ασυναγώνιστος στο μέτρημα των χιλιάρικων και των εκατομμυρίων.

Μέσα στη μάχη την καθολική, μέσα στον απελευθερωτικό αγώνα πήρε άλλο όνομα, ονομάστηκε Επονίτης κι αϊτόπουλο και πήρε μαζί του και συντρόφισσες το ίδιο θαρετές και πρόσχαρες. Είναι όλα τα παιδιά του Λαού.

Η θρυλική, η αιματόβρεχτη πάλη της Αθήνας με τους ξένους και ντόπιους φασίστες, με τους Γερμανούς και τους Ταγματασφαλήτες, δε μας είναι παρά αμυδρά, αμυδρότατα γνωστή. Μα ξέρουμε ότι επονίτισσες βάψανε πολλές φορές αυταπάρνητα κόκκινα τα πεζοδρόμια της. Επονίτες κρατούσαν και δουλεύανε πολυβόλα και αϊτόπουλα σέρνονταν πάνω στις στέγες της Κοκκινιάς μέσα στη μάχη και προμήθευαν πολεμικά υλικά στους αγωνιστές.

Παιδί μου, αυτή η στήλη δεν είναι αρκετή να σε χωρέσει!

Είναι αυτός που παθαινόταν και ξεφώνιζε στα ποδοσφαιρικά ματς κι έκανε τούμπες μέσα στο γήπεδο τα διαλείμματα· είναι αυτός που χυνότανε ακράτητος στα συλλαλητήρια και κάποτε πάνω από κανένα πέριορα – το ύψωμα είναι πάντα το στοιχείο του – επιβαλλόταν διάτορος και δροσερόφωνας στις διακοπές των ομιλητών. Κι ήταν ο ίδιος μες στην τελευταία παγερή αγωνία και χλαλοή, αεικίνητος, ασίγαστος και ακαταπόνητος που σήκωνε σοβαρά και επίσημα τα πυρομαχικά στην ούρα των περιπόλων (ένας που δεν είχε και ζήλεψε, φώναξε στον περιπολάρχη Καπάτο: «Δός κι μένα μπάρμπα να σ’κώσου τίπουτα!) που κυλούσε βαρέλια για οδοφράγματα, που έτρεχε και φώναζε κι εγκαρδίωνε κι ήταν εκεί στα Μπλόκια μες στ’ άγριοβόρι και τον κίνδυνο πρώτος και καλύτερος: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ!

Σταθήτε μια φορά παράμερα και βάλτε τα όπλα παρά πόδα. Αφήστε να παρελάσει η Α. Μ. ο Γαβριάς, το παιδί του Λαού, το Αϊτόπουλο. Τα όπλα του μπορεί να είναι ξύλινα, μα η καρδιά του είναι φλογερή και η ψυχή του είναι διαμάντι. Γι’ αυτόν αξίζουν όλα, γι’ αυτόν γίνονται όλα, αυτός είναι ο τύρρανος κι ο βασιλιάς μας.


… τα οποία υπερασπίζονται ΕΛΑΣίτες και ξυπόλιτα αετόπουλα.

Οι μαύροι με τα δώρα
(του Στρατή Παρασκευαΐδη)

Είμαστε τόσο ήσυχοι και ευχαριστημένοι με τις καλόκαρδες ευχές – έστω και καθαρευουσιάνικες λίαν – του φίλου μας κ. Μαρτυρ. Και κοιμηθήκαμε ήσυχοι κείνο το βράδυ. Και δεν πέρασε καλά καλά η νύχτα και να σου κ’ έφτασαν παραμονιάτικο και τα Χριστουγενιάτικα δώρα! Ινδιάνοι! Πεντέξη θεοκάραβα…

– Μαθέ, χαϊρ ολά! Νερντανέρντα; Τέτια χρονιάρα πασίμαδη μέρα με τέτιο διαβολόκαιρο! Δεν είναι για σας. Δεν κοιτάς πως μαργώνετε; Γιατί δεν πάτε καλύτερα στη Ρόδο, στην Κρήτη, σ’ άλλα κλίματα πούνε πιο θερμά;

– Όχι δα, ίσα ίσα, ήρθαμε βέβαια λίγο και για σας, ακουστά σας είχαμε! – μα γι’ αυτό προ πάντων, για να γυμναστούμε και να τραβήξουμε υστέρα για τα Δωδεκάνησα. Όσο για τους δεξιούς μην τους φοβόσαστε, μην τυχόν το πάρουν απάνω τους. Θα τους κάνουμε εμείς καλά.

– Μα καλά, βρε παιδιά, διαλέξατε τη μέρα; Δε βλέπετε τι γίνεται στην Αθήνα; Πως να μη φοβόμαστε; Αφήστε μας ήσυχους στα σπίτια μας να κάνουμε κι εμείς μια φορά καλά Χριστούγεννα. Δε μας έφταναν τόσα χρόνια οι Γερμανοί; Τόσοι πόνοι, τόση φρίκη, τόσα δάκρυα, τόσα μαύρα που φορέσαμε, τόσοι μαύροι που γυρνούν ανάμεσα μας κι ήρθατε και σεις; Μα τί; Φαρμάκι θέλετε να μας το βγάλετε και το λίγο ψωμί που μας δίνουν οι αφέντες σας; Άιντε στο καλό! Ανήμερα Χριστούγεννα σας έπιασε η σφίξη για γυμνάσια; Άιντε να κάνετε και σεις καλές γιορτές κι ας μην είστε και χριστιανοί, ο Χριστός είναι καλός για όλους. Κι όσο για τα Δωδεκάνησα και για την Κρήτη ακόμα έχουμε εμείς στρατό έτοιμο και γυμνασμένο, που γυρεύει από καιρό να πάει εκεί να πολεμήσει, αντί να κάθεται ν’ αλληλοσκοτώνεται μαζί σας. Δώστε μας μονάχα τα καράβια σας. Τεμελί δα πόσοι Γερμανοί είναι κει πέρα. Άιντε να χαρήτε, σύρτε στο καλό!

– Τι είπε ο Μαύρος δεν το ξέρουμε. Τα γκρίζα και μαύρα καράβια στέκονταν παγερά, φοβερά και ιταμά μπροστά στα μάτια μας, μέσα στην γκρίζα παγερή και ταραγμένη θάλασσα μας, που κι αυτή, θαρρείς, βοούσε και φρένιαζε εναντίον τους. Μ’ αυτοί τίποτα. Οι αρχηγοί τους επέμεναν να βγουν. Η παγωνιά, ο αγέρας, το χιονόνερο – ένας απαίσιος γρεγολεβάντες – όλα είχαν συνωμοτήσει. Όλα ούρλιαζαν. Όλα προμηνούσαν κατιτί κακό, κάτι εξαιρετικό, ακαθόριστο.

Το αδόκητο νέο είχε μεταδοθεί μες στη βροχή σαν αστραπή. Και τα χουνιά σε λίγο διαλαλούσαν. Ο κόσμος κατέβαινε ολοένα κάτω μες στη μολυβένια βροχερή παγωνιά. Και αντιτάσσεται.

— Πίσωωω… Γκόου – Μπακ!

Ο Μαύρος δε μιλά, δε χτυπά, μα επιμένει. Δε θέλει για την ώρα αίματα.

Η μέρα έγυρε κι η νύχτα πέρασε ανήσυχη, ολοσκότεινη, σε άγρυπνη επιφυλακή.

Στο μεταξύ οι εδώ μαύροι, οι ένοχοι, οι εγωπαθείς, οι φανεροί και κρυφοί φασίστες, είχαν σκυλιάσει. Το σοφιστικό, αντιδραστικό φύλλο τους μέρες τώρα οργίαζε ασύδοτα, αχαλίνωτα, αδιάντροπα, πίσω απ’ τους δυο σοβαροφανείς, ξεροτρόχαλους προμαχώνες του. Τις «συμφωνίες» και τη «λευτεριά». ΙΙότε ολολύζοντας υποκριτικά πλάι στον Πλαστήρα και πότε πάλι αλαπρατσάντε με το γηραιό, πολυμήχανο Σοφούλη, που μέσα σ’ αυτή την τραγική θέση της Ελλάδας, όχι μονάχα τη σημερινή, βρίσκει πως το ΕΑΜ είναι «κομμουνιστικόν συγκρότημα». Επομένως έχει λέπρα! (που ‘σαι καημένο ιδιώνυμο!)

Κι ερχόταν κάθε φορά με τον ίδιο χαβά, σε όλες τις παραλλαγές και βαριατσιόνες. Την αηδία και τη σιωπή την έπαιρνε για τρόπαιο· κι όσο δε μιλούσε κανείς, τόσο ανέβαζε και ξέσερνε τη φωνή της, για να την ακούσουν καλλίτερα πως μας τα ‘λεγε. Κατάντησε να διαφωνεί ακόμα με την Αγγλική Βουλή, τον Αγγλικό λαό και την παγκόσμια κοινή γνώμη.

Κι έκαιγε ολοένα καβαλίνα στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και θυμιάματα λιβανωτοί· στο στρατηγό Σκόμπι!

Κι ο παράδοξος «ήρως» και παραδοξώτερος άνθρωπος εξηγούσε, λεν, στους ναύτες, ότι τα σήμερα «θέλουμε» και αύριο «δε θέλουμε» έτσι μονάχα θα τελειώσουν.

Ήξεραν λοιπόν πολύ καλά οι ντόπιοι μαύροι τί λογής δώρα μας έφερναν οι άλλοι από τις Ίντιες.

Χρυσον – τον Λίβανον τον έβαζαν αυτοί – και…Τάξιν.


Χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και οδοφράγματα με συρματοπλέγματα που είχαν εγκαταλείψει μετά το διώξιμό τους οι Γερμανοί.

Μια επαναστατική νύχτα
(του Στρατή Παρασκευαΐδη)

Τον όρθρο, ακόμα αχάραγα, σήμαναν οι πρώτες Χριστουγεννιάτικες καμπάνες. Οι δεύτερες ήταν οι ίδιες. Μα οι τρίτες που δεν άργησαν, ήταν συναγερμός, σπουδαχτικές και αλλεπάλληλες.

Η προθεσμία τέλιωνε, ο λαός έπρεπε να ‘ναι πάλι κάτου. Τα Χριστούγεννα ήταν εκεί, γύρω από φωτιές. Η βροχή είχε πάψει, μα ο βοριάς φυσομανούσε.

Από βραδύς οι φάλαγγες των Μυτιληνιών άρχισαν να, πυκνώνουν, να δυναμώνουν με τις φάλαγγες των χωριών, που κατεβαίνουν ολοένα από τα πιο ξέμακρα του νησιού, που είναι όλο ξεσηκωμένο.

Η Αγιάσο κατέβηκε πάνοπλη και ηχηέσσα με τα υποσχημένα «μπαλταδέλια» και με δικά της τράγουδια και συνθήματα. Νέο ρεπερτόριο! «Ξ’πάσαν τα μλάρια τσ’ι πι-τάξαν τα σαμάρια».

Ο κόσμος ενθουσιάζεται. Τριγυρίζει την ομάδα της, κοπέλες και κοπελάρια και προσπαθεί να μάθει τα τραγούδια της. Και καθώς οι ώρες περνούν καρτερικές κι ανήσυχες, ο κόσμος μαζεύεται και τραγουδά τ’ αντάρτικα τα θούρια και τα σατυρικά τ’ αγιασώτικα.

Οι αρμόδιοι ωστόσο εξακολουθούν να συνεννοούνται άκαρπα. Στέλνουνται κι ανταλλάσσονται μηνύματα και γράμματα.

Ο Ταξίαρχος γράφει: Θα χτυπήσω και θα ‘χετε σεις την ευθύνη. Δήτε και κάνετε.

Η Ν.Ε. απαντά: Αν χτυπήσετε, η ευθύνη θα ‘ναι ολότελα δική σας. Δήτε καλά το νησί μας, δήτε την άλλη Ελλάδα, αναλογισθήτε τις μέρες και τις περιστάσεις κι αποφασίστε. Στο χέρι σας είναι όλα. Εισηγηθήτε και δώστε μια αναβολή, ως που να τελιώσει η εσωτερική μας τραγωδία.

– Κι ο λαός διατρανώνει την απόφαση του ν’ αντιταχθεί με τα στήθια του στην απόβαση.

Έτσι πέρασε η μέρα τα Χριστούγεννα. Είναι πια νύχτα.

«Κι άξαφνα σέρνει του Κακού το Πνεύμα μια φωνή, τρόμου φωνή» οι Μαύροι!…

Οι καμπάνες χτυπούν μαζωμένες έντρομες, αλαλιασμένες. Τα χουνιά ακούγονται τρομερά, φρικαλέα «οι Μαύροι βγαίνουν… μας πατούν… τρεχάτε… Λεφτεριά ή θάνατος…» (Ίτε παίδες Ελλήνων… οι παραδόσεις μας είναι μεγάλες). Κι όλοι τρέχουν από παντού, όλοι χύνονται σα ρέμα από τα καφενεία που παραφύλαγαν, απ’ τους δρόμους, απ’ τους μαχαλάδες προς τη θάλασσα. Άλλοι σκυφτοί με τη καρδιά σφιγμένη, άλλοι εξαγριωμένοι με βαριές φωνές, όλοι με την ίδια πίστη και απόφαση. Ραβδιά, σαπλίκια, τσεκούρια, μαχαίρια, γιαταγάνια, πιστόλια, σίδερα στριφτά – η εύθυμη ίσως, μα τραγική μάσκα μιας ψυχής ξεσπαθωμένης και γυμνής.

Τα βαρέλια στο μουράγιο κυλιούνται βουερά, μονότονα, καταχθόνια στα οδοφράγματα – βαρέλια, λάντζες, αραμπάδες, τραπέζια, κούτσουρα, κάγγελα, σκάλες, λαμαρίνες φράζουν σε λίγη ώρα τα κύρια περάσματα, αλλού στήνουν ντουβάρια, στο Μακρύ-γιαλό σήκωσαν τις σιδερένιες πόρτες και. τα κάγγελα απ’ τ’ αρχοντόσπιτα. Ποιός μοχλός τα κίνησε ολ’ αυτά;

Στρατιωτικά αποσπάσματα με κράνη βαδίζουν κάπου γοργά κι αμίλητα μέσα στην πόλη. Ακόμα ο κόσμος κατεβαίνει, φτωχογυναίκες μαντηλοδεμένες άφωνες.

Άλλοι φωνάζουν: Μπρος, μη σταματάτε, προχωρείτε! Να μη βγουν! – Ένα σύγκρυο τρόμου και στερνής απόφασης.

Νοικοκύρηδες μεσόκοποι και ευκατάστατοι ζώνουνται οργισμένοι τη μαχαίρα, το πιστόλι κι αφήνουν γεια. Την ευχή σας! Οι γριές βουρκώνουν, οι γυναίκες πνίγονται, μα συγκρατιούνται: Στο καλό, ό,τι θέλει ο Χριστός! Μα σε λίγο δε βαστούν, αρπούν το μεγάλο παιδί, την αγάπη του πατέρα και τρέχουν. Ό,τι γίνει. Ή ζωής ή θανάτου. Από δω, από κει, τον βρίσκουν. Μια γελά και μια τρομάζει. Σε λίγο ξαναγυρίζουν. Οι γωνιές, τα τρίστρατα, τα οδοφράγματα γεμάτα οπλισμένους σκοπούς.

– Αλτ! πού πάτε; – Σπίτι μας. – Γιατί γυρίζετε; – Πα να βυζάξω το παιδί. – Πέρνα.

Στα μπλόκια η λαοπλημμύρα ανταριάζει και βογγα: Αέρααα!

Τ’ αγριοβόρι μάνιαζε, θέριζε, η θάλασσα μούγκριζε, τα κύματα σπούσαν αφρισμένα και ανένδοτα πάνω στα βράχια του μεγάλου Μώλου. Κι οι ψυχές σκιρτούσαν, ορμούσαν, δυνάμωναν, θέριευαν, οι καρδιές ξεχείλιζαν και τα στήθια ξεφώνιζαν κι αλάλαζαν: Πίσωωω!.. Και μεσ’ απ’ όλα η ελπιδοφόρα, συγκινητική κραυγή της γυναίκας μεσ’ απ’ την αδέσμευτη, άφοβη καρδιά της.

Ήταν μια θάλασσα έμψυχη, βουερή, φουρτουνιασμένη, ένα κύμα ανθρώπινο αγριεμένο, που ολοένα φούσκωνε και ξεσπούσε.

Ένα φως άργυρο και θαμπό, ένα φως ελληνικό και μειλίχιο φώτιζε παράδοξα αυτό τον ανθρώπινον όγκο και μονάχα οι λίγοι κατάφωτοι γλόμποι του γκρίζου, αναίσθητου βαποριού τον κοίταζαν και τον απειλούσαν. Κι όταν σε μια στιγμή η τορπιλάκατος ξεκόλλησε από το πλευρό του βαποριού κι η στοιχειωμένη σιλουέτα της έκανε ολοένα πίσω, εκείνη η πολυκέφαλη, μυριόφωνη, ατέλιωτη σαρανταποδαρούσα, που ‘χε συμμαζωχτεί μπροστά στα Μπλόκια, άρχισε να σαλεύει και να ξεδιπλώνεται… ως που το σκάφος γύρισε και χώθηκε πισ’ από το βαπόρι.

Η αγωνία κρατούσε, τα τρεχάματα δεν έπαυαν, τα βαρέλια ακούγονταν μεσ’ από την πόλη καταχθόνια, κανείς δεν ήξερε από που θα ξεσπούσε ο κίνδυνος και ο τρόμος, μα τα στήθια ήταν όλα εκεί ανοιχτά μπροστά του και μπροστά στο θάνατο. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι γλυστρούν μεσ’ στα βράχια και τα κύματα πισ’ απ’ το λιμενοβραχίονα, να παν να δουν τι γίνεται πίσω από το βαπόρι. Καμιά κίνηση. Ο Μαύρος δε σαλεύει, δεν ανεμίζεται, διαλογάται. Και καθώς η ώρα περνά και η απαντοχή χαλαρώνει, αρχίζουν πάλι τα τραγούδια τα αντάρτικα τα απελευθερωτικά, ο ύμνος της Λεφτεριας και της Ελλάδας.

Αγέραστη λαϊκή ψυχή, δυνατή και μεγάλη, σκλαβωμένη, προδομένη, καταπατημένη, εξαπατημένη· άμποτε να βρεις πια το δρόμο σου και το λυτρωμό σου πάνω σ’ αυτή τη μικρή γη των προγόνων σου, που την έχεις ποτίσει όλη μετο αίμα και το δάκρυ σου και κάτω απ’ αυτόν τον Ήλιο τ’ ουρανού και όλων των ανθρώπων!


Με μαχαίρια…

Η μεγάλη στιγμή
(του Παναγιώτη Βουλαλά)

Βραδιάζει.

Μικρές ομάδες ξεκολλούσαν απ’ το Μώλο και με δισταγμό κατέβαιναν για τα καφενεία. Κάθε τόσο γύριζαν κι έριχναν μια ματιά στα βαπόρια. Τα χείλια σκασμένα απ’ το βοριά. Τ’ αυτιά ξεπαγιασμένα.

Μπαίναν μέσα στα καφενεία κι αντί να κάτσουν να ξεκουραστούν, να ζεσταθούν, κολλούσαν τα μάτια στα τζάμια και παρακολουθούσαν τα βαπόρια.

Επιφυλακή!

Ήταν πια 7 η ώρα. ΙΙολύς κόσμος τραβούσε για τα σπίτια του. Μικρές ομάδες προχωρούσαν απ’ τον κήπο στον άσφαλτο.

Έμπαινα στο Φρουραρχείο, όταν ξαφνικά, ακούστηκαν βιαστικές φωνές.

– Πίσω! ΙΙίσω!

Όλοι σταθήκαμε. Θαρρείς μαρμαρώσαμε. Ένας εδώ, άλλος εκεί, σαν τα πιόνια στο σκάκι. Τα μάτια προς τον κήπο. Δεν πιστέψαμε τις φωνές.

– Δεν μπορεί. Να βγαίνουν αραπάδες; Τέτοια ώρα; Όμως οι φωνές πλήθαιναν. Μια φασαρία. Ώσπου να καλοκαταλάβουμε ακούγεται το χωνί.

– Βγαίνουν οι αραπάδες! Βγαίνουν οι αραπάδες! Όλοι στα μπλόκια!

Τρέχουμε! Τί λέω πετούμε!

Τα χωνιά ουρλιάζουν: «Θάνατος στους αραπάδες!» οι καμπάνες χτυπούν μανιασμένες. Πρώτη φορά χτυπούν έτσι όλες μαζί. Ένα σάλπισμα ακούγεται πάνω απ’ τις φωνές και το ποδοβολητό.

Προχωρείτε! Προχωρείτε! Γρήγορα!

Τώρα ο βουητός πληθαίνει πιο πολύ. Βαρέλια βροντούν. Καμπάνες. Χτυπούν τις σιδερένιες κολώνες της Ηλεχτρικής.

– Λεφτεριά ή θάνατος!

Τα χωνιά ξεφωνίζουν. Οι φωνές παν ως τον ουρανό. Πανδαιμόνιο!

Απ’ όλους τους δρόμους μαζεύονται στην προκυμαία. Κι όλο τρέχουμε κι ολο φωνάζουμε. Με τον ξηρό κρότο μιας πιστολιάς φούντωσε η αγριάδα. Δεν ξεχωρίζω τίποτα. Η φάλαγγα στην προκυμαία κινείται στο πεζοδρόμιο προς τα μαγαζιά. Όλος ο άλλος δρόμος είναι άδειος πέρα για πέρα. Το φεγγάρι τον φωτίζει. Θαρρείς είναι μέρα. Δε ρώτησα γιατί δεν ανοίγουμε και στον άλλο δρόμο.

– Προχωρείτε! Προχωρείτε! Γρήγορα!

Οι Σάλπιγγες παίζουν. Τα βαρέλια κυλούν τώρα μέσα στα πόδια μας. Οδοφράγματα!

Ένας δίπλα μου με τραβά απ’ το χέρι για να με ξεπεράσει. Είμαστε στο τελωνείο.

Ένας άλλος φωνάζει: «Μωρέ βγαίνουν οι άτιμοι! Μωρέ δε θα τς προυλάβουμι!» Η φωνή του αγαναχτισμένη και κλαμένη.

– Τί είναι τούτο! λέω στο φίλο μου, που τρέχουμε μαζί.

– Αύτη, μ’ απαντάει, είναι λαϊκή επανάσταση.

Εδώ πια σχεδόν έχει κλείσει ο δρόμος με τα βαρέλια. Αφήνει ενα πέρασμα, που δεν πέρνει το λαϊκό χείμαρο. Σφιχτά στριμωγμένοι, άντρες γυναίκες, περνούμε δύσκολα. Βρισιές ξεφεύγουν απ’ τ’ αφρισμένα χείλια.

– Βγήκαν! Αδέρφια τρεχάτε!

Πάνω απ’ τα κεφάλια γιαλίζουν στο φως του φεγγαριού μπαλτάδες, ντουφέκια, σίδερα. Τα καΐκια χοροπηδούν μες στο λιμάνι απ’ τον αγέρα….

Ξεπερνώ μια γριά που ουρλιάζει. – «Αντίχιμ αραπάδις θα μας σφάξιν; Αδριφέλια μ!» Και ξεσέρνει τη φωνή τσιριχτά. Ανατρίχιασα.

Τα στήθια ανοιχτά. Τα μαλλιά ανακατωμένα απ’ τον αγέρα. Τα μάτια αγριεμένα αστράφτουν. Τα στόματα ανοιχτά. Τα χείλια μαύρα. Τρομεροί.

Τσαλαπατάει ο ένας τον άλλο. Σπρώχνονται με τους αγκώνες. Δεν προσέχει κανείς που πατά. Μες στα νερά, πάνω στις πέτρες. Πηδούν βαρέλια. Γλιστρούν στις λάσπες. Κανένας δεν πέφτει.

Όλο τρέχουμε και φωνάζουμε.

Τρέχουμε ο ένας πλάι στον άλλο. Δεν υπάρχουν πια παρέες. Το φίλο μου δεν το βλέπω δίπλα μου. Είναι τώρα κάποιος άλλος.

Ένας χωριανός με μεγάλα μουστάκια. Στο κεφάλι σαρίκι. Σφίγγει στο χέρι μιαν κάμα πελώρια, που αστράφτει στο φως του φεγγαριού. Ξεχωρίζω την αγριοφωνάρα του. Βρίζει και βλαστημάει.

Απ’ την άλλη ένας με καμπαρντίνα ανοιχτή και ρεπούμπλικα. Νεαρός. Τα χέρια του είν’ άδεια. Γιαλίζουν τ’ άσπρα δόντια του, καθώς ανοίγει το στόμα του και φωνάζει. Μόλις πρόφταξα να τον δω. Με δυο πηδήματα μας ξεπέρασε.

Τώρα τρέχει δίπλα μου μια κοπέλα ψηλή. Τα μαλιά της, ξανθά, ανεμίζουν καθώς ορμάει. Δεν μπορώ να πω, αν είναι όμορφη. Είναι φοβερή. Στριφογυρίζει πάνω απ’ το κεφάλι της ένα ραβδί. Τσιρίζει δίπλα στ’ αυτιά μου.

– Το σκεφτήκατε καλά;! Όλοι μας θα πεθάνουμε!
Μπροστά μας δυο με τουφέκια. Ο ένας, όπως τρέχει, γεμίζει τ’ όπλο του. Φαίνονται χωριανοί. Σηκώνουν στον ώμο τους τρουβάδες. Πιο πέρα ένας έπονίτης με το χωνί, πότε τρέχει μπροστά και πότε σταματά, γυρίζει προς τα πίσω και με το χωνί φωνάζει.

Ένας γέρος σέρνει με δυσκολία τα πόδια του. Η τραγιάσκα του ίσαμε τ’ αυτιά. Τον σπρώχνει μια γυναίκα με τη βιάση της. Παρά λίγο να πέσει.

Ο παγωμένος βοριάς είναι τώρα φάτσα μας. Είμαστε στο Μώλο. Ο λαοχείμαρος ξεχύνεται στην πλατεία. Μπροστά στα βαπόρια. Απ’ τον απάνω δρόμο, απ’ το Κιόσκι, άλλη ανθρωπομάζα. Κι όλο σπρώχνονται προς τη θάλασσα που είναι ανταριασμένη. Μανιασμένη.

Θάλασσα, Αέρας, Λαός!

Μια φωνή κυριαρχεί. Ένα σύνθημα.

– Αέρααα!!!

Ένα πελώριο, άγριο, ανατριχιαστικό «αέρα» απ’ τα φλογερά στήθια προς τα βαπόρια. Τρομάζω κι ο ίδιος που φωνάζω. Ένας παπάς με τη φαρδιά μαύρη σιλουέτα του, με τα χέρια σηκωμένα, ανοίγει δρόμο ανάμεσα μας, για να μπει μπροστά. Τ’ άσπρα γένια του ανεμίζουν, καθώς φυσάει ο αέρας. Για μια στιγμή η τορπιλλάκατος κάνει αργά πίσω κι έπειτα στρίβει και χώνεται πίσω απ’ το βαπόρι….

Στα βαπόρια δε φαίνεται τώρα καμιά κίνηση.

Το πόδι μου καθώς στέκουμαι, με πονάει, όσο πάει πιο πολύ. Κάπου το χτύπησα καθώς έτρεχα. Δεν θυμάμαι ούτε πότε, ούτε που. Κι όμως πονάει πολύ.

Ο αέρας ξύνει τα κεφάλια και τ’ αυτιά, που ίσοστεκόμαστε τόσο και πονάνε. Το σάλιο παγώνει στα χείλια. Ο λαιμός κλείνει σιγά-σιγά απ’ τις φωνές. Τώρα πια μαζευόμαστε πίσω, κοντά στα μπλόκια, που κόβει λίγο ο αέρας.

Στα βαπόρια καμιά κίνηση.

Οι φωνές πότε ανακατώνονται και πότε όλες μαζί γίνονται μια αγριοφωνάρα. Σιγά-σιγά αραιώνουν. Αρχίζουν τ’ αντάρτικα τραγούδια. Ανάμεσα ρίχνεται κάνα σύνθημα για ν’ ανοίξουν πάλι όλα τα στόματα μαζί σε μια βραχνή, απειλητική και συρτή φωνή.

Στα βαπόρια καμιά κίνηση.


… και πελέκια απέναντι στον πάνοπλο εχθρό.

Λαϊκή οργή
(του Ηλία Παρασκευαΐδη)

5 το πρωί.

Χτυπούν οι καμπάνες. Γιορτή Χριστούγενα. Η μάνα δεν κοιμάται. Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα. Πεσμένη στο κρεβάτι είχε τεντωμένο τ’ αφτί, μην τύχει και χτυπήσει η πόρτα. Ο γιος της ήταν έξω, στα οδοφράγματα, υπηρεσία. Ήταν τόσο χαρούμενος την ώρα που έφυγε! Κι εκείνη· λαχταρούσε η καρδιά της· μπορεί να χρειαζόταν κάτι τη νύχτα. Οι άλλοι κοιμούνται στο σπίτι. Η καμπάνα χτυπάει ακόμα. Σηκώνεται σιγά, μα δε θα πάει στην εκκλησιά σήμερα. Είναι πρώτη φορά που δε νιώθει συγκίνηση με τη καμπάνα αύτη.

Η καμπάνα χτυπάει τώρα βιαστικά, νευρικά θαρρείς· το ρυθμικό γοργό της χτύπημα σκορπάει ανατριχίλα. Κίνδυνος! Το ξέρει. Δεν τρομάζει. Τρέχει στην κάμαρα των παιδιών. Όλοι είναι στο πόδι. Τους βαστάει συγκίνηση όλους. Βιάζονται να βγούνε· ξέρουν που θα πάνε. Μπας και δεν προφτάσουν. Μπας και μείνουν εδώ μονάχοι. Τέτοιες ώρες μονάχος· ας είναι και μέσα στο σπίτι… Κάπου κάπου ενα αλλιώτικο συναίσθημα λες πάει να φανεί, μα χάνεται.

Πρέπει να ‘ναι όλοι κάτω· να κι ο μεγάλος. Μπαίνει μέσα στο σπίτι βιαστικά, αρπάει ένα μπαλταδάκι και φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Νιώθεις τον εαυτό σου πιο ασφαλισμένο σαν έχεις κάτι στο χέρι.

Σε λίγο όλοι σκορπάνε· ανακατώνονται μέσα στους πολλούς, που κατεβαίνουν απ’ όλους τους δρόμους. Όλοι πάνε για τον ίδιο σκοπό. Κι ο καθένας βιάζεται να προφτάσει· να ‘ναι κει στον τόπο. Μήπως βρεθούν οι άλλοι πιο αδύνατοι· αν είναι αυτός θα τους κρατήσει.

Όλοι είναι κάτω· τρέχουν, φωνάζουν μέσα στον άγριο αγέρα. Τα κύματα χτυπούν στο μώλο· οι αφροί πιτσιλίζουν τον κόσμο· τόνε μουσκέβουν.

Εκεί μπροστά μέσα στη θολή θάλασσα στέκει βουβό το καράβι. Τίποτα δεν κουνιέται. Μα εκεί μέσα είναι ο κίντυνος. Το νιώθουν όλοι. Αν φύγουν, κάπου καρτερούν οι μάβροι και είναι έτοιμοι να βγουν κι υστέρα θα τελειώσουν όλα!

Σιγά μετατοπίζεται ενα μικρό σκάφος. Όλοι ξέρουν τι σημασία μπορεί να ‘χει αυτό μια στιγμή.

Κάπου-κάπου λίγοι λίγοι τραβιούνται στ’ απάνεμα. Μα να! Πάλι συναγερμός. «Οι μάβροι βγαίνουν!». Όλοι τρέχουν. Κάπου εκεί μπροστά η μάνα βλέπει το γιό της. Στέκει μπροστά, φωνάζει και κουνάει θυμωμένα το μπαλταδάκι. Είναι αγνώριστος. Κάτι νιώθει μέσα της. Θέλει, λες, να φωνάξει. Της φαίνεται πως… το παιδί… κάνει ν’ απλώσει το χέρι. Τα μάτια βουρκώνουν. Το χέρι πέφτει.

Ένας άντρας εκεί κοντά της μιλάει.

– Μπράβο! Γιός σου είναι; Να σου ζήσει!

Ολοένα έρχονται καινούργιοι και ανακατώνονται. Χάνονται και γίνονται όλοι μια μάζα πηχτή, που όλο και μεγαλώνει. Κουνιέται, σαν ενα μεγάλο βαθύ κύμα ρυθμικό και βουερό.

Αέραααα!!!! Μια φωνή μαζική περπατάει μαζί με το πλήθος αλύγιστη, προσταχτική· με βήμα σταθερό δρασκελά τις αποστάσεις· θυμίζει το χρέος.

Το σκάφος κουνιέται αργά, πονηρά προς τα μέσα. Η ανθρώπινη μάζα μετατοπίζεται μαζί του με τον ίδιο ρυθμό στην ίδια μεριά. Το σκάφος πάει σιγά· λες θα γυρίσει πίσω· σα να θέλει να παίξει. Να! Τώρα γύρισε πίσω. Η ανθρωποθάλασσα κάνει το ίδιο με τον ίδιο ρυθμό, που συνοδεύει ένα ρυθμικό χουγιαχτό. Και μαζί με τις κραυγές τα πυρωμένα σίδερα απειλητικά μέσα στη νύχτα τονίζουν την εικόνα της λαϊκής οργής.


Με ραβδιά και γυμνά σπαθιά ο λαός διατρανώνει τη θέλησή του
να μην επιτρέψει στους Άγγλους αποικιοκράτες
να πατήσουν το πόδι τους στο μόνο ΕΑΜοκρατούμενο νησί του Αιγαίου.

ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΟΥΤΟ…
(του Γιώργου Σίμου)

Ήτανε η πρώτη μέρα που περιμέναμε ώρα την ώρα να ξεμπαρκάρουν οι μάβροι. Καθόμασταν κουρνιασμένοι αφτού δίπλα στα μπλόκια, κουκουλωμένοι με κάτι Εγγλέζικα αδιάβροχα, πολλοί μαζί μία κουβάρα με τα ποδάρια χωμένα ως τον αστράγαλο μέσα στη λάσπη, μα ζεστοί στην καρδιά. Καμιά φορά βγαίναμε απ’ το καβούκι μας κάναμε μια βόλτα για να ξεμουδιάσουμε, βάζαμε δυο-τρεις φορές τις φωνές και ξαναγυρίζαμε, γυρέβοντας τόπο να λουφάξουμε πάλι κοντά. Κι αφτού δος του κουβέντα και σκέδια στρατηγικά κι αντάρτικα τραγούδια.

«Ξα-να-ζων-τά-νε-ψε τ’ αρ-μα-το-λί-κι».

Η βροχή ψιλή, ένα χιονόνερο τσουχτερό χτυπούσε την πρωτότυπη στέγη μας με λύσα, καθώς φυσούσε ένας βοριάς δυνατός κείνο το ολοσκότεινο πρωινό. Μέρα καμωμένη για τέτιες δουλιές.

…Είχανε βγάλει ένα μάβρο, το μόνο που προφτάξανε. Τον είχανε σκοπό να φυλάγει κάτι Εγγλέζικα αυτοκίνητα αραδιασμένα πάνω στο μώλο. Ήτανε ένα παλικάρι με χοντρές αχείλες και μάτι φοβισμένο, καθώς κοιτούσε κείνη την οργή να τον τριγυρίζει. Κι ήτανε μαθημένος σε κλίματα ζεστά κι έτρεμε, κρύωνε πολύ ο «αράπης». Είχε τυλιχτεί σε μια κουβέρτα στρατιωτική και δε φαινότανε παρά μονάχα η μούρη του, μια μούρη φοβισμένου ζου. Στη μέση του κρεμότανε σε μια χοντρή ζώνη του κόσμου τα φονικά όργανα: σπαθιά και χειροβομβίδες λογιώ – λογιώ, πιστόλια και φυσέκια. Ένα αυτόματο περασμένο στον ώμο του τον έκανε σαν καμπούρη καθώς ήτανε μαζί μ’ αυτό τυλιγμένος στην κουβέρτα.

Τον κοιτάξανε τα μικρά στην αρχή λίγο δισταχτικά, πιο θαρετά υστέρα, σσν τον πήρανε χαμπάρι οι μεγάλοι και πλησίασαν κι αυτοί. Κάνανε ενα στενό κύκλο γύρω και τον περιεργαζότανε με περιέργεια. Κείνος ακούμπησε την πλάτη του σ’ ενα αυτοκίνητο – «εκάλυψε τα νώτα» – και τους κοίταζε κι ολο έτρεμε πες απ’ το κρύο πες απ’ το φόβο. Οι χαμάληδες πήρανε τώρα πιο πολύ θάρος. Τον κοιτούσανε και τον ρωτούσανε ένα σωρό πράματα, λόγια ανακατωμένα με παντομίμα. Και τα μικρά αγγίζανε άφοβα τα σιδερικά του.

– Γιατί ήρθατε μωρέ; Τί γυρέβετ’ εδώ;

– Να φύγετε! Να φύγετε! Έκανε μια γυναίκα απ’ το συνοικισμό με τα λόγια και με το χέρι. Ο αράπης φοβήθηκε. Έβγαλε απ’ την τσέπη του μια δεσμίδα, άνοιξε ένα τουφέκι, που πήρε απ’ το αυτοκίνητο κι έκανε να γεμίσει. Μα τα χέρια του δεν πιάνανε, ήταν ολότελα ξυλιασμένα. Οι σφαίρες γλύστρησαν ανάμεσα απ’ τα δαχτύλια του και κυλίσανε στη λάσπη. Τα μικρά χαχάνισαν κι ο μάβρος έριξε γύρω του μια ικετευτική ματιά, θαρρείς γύρευε έλεος. Σκύψανε δυο παληκάρια του λιμανιού και μάζεψαν τις σφαίρες, ύστερα ανοίξανε την τσέπη του και
τις έριξαν μέσα. Ένα μικρό έκανε ν’ αρπάξει μία.

– Μη ρε! του ‘πε ο ένας. Ποιός ξέρει τι κάτεργο τον περιμένει σαν τις χάσει.

– Τί φταίει κι αυτός, λέει ο άλλος.

– Ανάθεμα τούτο!… είπε κι η γυναίκα απ’ το συνοικισμό φεύγοντας κι έκανε τη χαραχτηριστική χειρονομία με τα δάχτυλα της, σα να μετρούσε λίρες, λίρες χρυσές Εγγλέζικες.


Επινίκια παρέλαση του ΕΛΑΣ στη Μυτιλήνη μετά το διώξιμο των Εγγλέζων.

ΚΑΤΑΧΤΟΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ
(του Κώστα Μάκιστου)

Είκοσι χρονώ παλικάρι ο Θεοκλής είχε δικό του βιό· τρεις προβατίνες κι ένα μπεσλεμέ για τα Χριστούγενα του σπιτιού τους. Ο πατέρας ήτανε κρεβατωμένος από ρεματισμούς. Κουμάνταιρνε αυτός τώρα το σπίτι. Στη Γερμανική σκλαβιά τον κάλεσαν επονίτη και τον είπανε «συναγωνιστή». Κοκκίνησε και κοίταξε ερευνητικά το Μιχάλη τον καθοδηγητή και συνομήλικο του. Είδε ένα πρόσωπο σοβαρό, αδερφικό κι αποφασισμένο. Γοργοχτύπησε περήφανα η καρδιά του και ρώτησε για το «Νόμο». Σε κάθε συγκέντρωση ρωτούσε γι’ αυτό. «Είναι Νόμος να γίνεται έτσι; Και πως γίνεται ο Γερμανός να τουφεκίζει με το Νόμο; Ο Φιδολαίμης να σου τρώει τον κόπο σου με το Νόμο;»

– Και για τη φαμίλια τους, γι’ αυτόν, για τους χωριανούς και τα μιλιγούνια τους άλλους, που λένε, δεν υπάρχει νόμος; Ήτανε χοντροκέφαλος ο Θεοκλής. Δεν μπορούσε να καταλάβει εύκολα. Το τριάρι της δασκάλας, η κατακεφαλιά του Φιλοδαίμη, ο Γερμανός που μπορεί να
σου κάνει ό,τι τ’ αρέσει… Μιχάλη, πολλά μιλάμε κι η καρδιά μου είναι ταραγμένη.

Κι ένα απόγεμα, Χριστούγενα θα ξημέρωναν, οι καμπάνες χτύπησαν κίντυνο γιαγκίνι!

– Οι Μάβροι βγαίνουν, οι Μάβροι στη Χώρα!

Μ’ ένα μαχαίρι στη μέση κι ένα στριφτό πάσαλο σιδερένιο στο χέρι ο Θεοκλής στέκει στα μπλόκια. Δεν είναι πια μήτε λόγια, μήτε σκέψη· θα χτυπήσουμε το Μάβρο Νόμο.

Χιλιάδες πλήθη ξεφωνίζουνε στ’ ακρογιάλι. Φωνές χουνιών, σα να βγαίνουν από σκισμάδες της γης – έτσι είναι τα Ηφαίστεια που λένε;

Μια γριά ξυπόλυτη τσαλαβουτά στις λάσπες με μια ξυλάρα στο χέρι. Ανεβαίνει το πέτρινο πεζούλι στ’ ακροθαλάσι και φωνάζει τσιριχτά προς το πλευρισμένο βαπόρι.

– Να φύγετε! Στον άνεμο να πάτε!

Τους κουνά φοβεριστικά την ξυλάρα. Ο αγέρας της ανεμίζει το χιλιομπαλωμένο φουστάνι. Της μπατσίζει το ρικνιασμένο πρόσωπο. Κείνη ξακολουθεί και τραγουδά. Δε-μας σκι-ά-ζει-τον ήηη-λιο μα-βρί-λα φα-σι-στι κήηη.

Κάποιος στο καράβι πλησιάζει στην κουπαστή και της άπαντα με αδιάντροπες χειρονομίες. Του γυρίζει τα νώτα και του χτυπά τον πισινό της η γριά. Μια μάζα λαός ξεκολά από τα μπλόκια έρχεται κοντά της και σφεντονίζει βρισιές προς το βαπόρι. Ο Θεοκλής κοκκινίζει από θυμό και κουνά στον αγέρα το σίδερο.

– Έβγα έξω, ρε κερατά!

Ύστερα η μάζα κουράζεται. Κοματιάζεται. Άλλοι στα μπλόκια, άλλοι στα κουϊτουλούκια, άλλοι προς την πόλη. Μα τα κεφάλια ολονών κάθε στιγμή γυρίζουνε προς τη θάλασσα. Οι ώρες περνάνε βαριά.

Αγριέβει ο αγέρας, βρέχει ο ουρανός. Ο Μιχάλης βράχνιασε. Τα εφτά καράβια στέκουν ακίνητα στα, ταραγμένα νερά της θάλασσας. Κι ο Θεοκλής ακίνητος κι αυτός δεν το κουνά απ’ ένα στενό στα μπλόκια με το μαχαίρι στη μέση και το στριφτό σίδερο στο χέρι.

Ξαφνικά το πλήθος πάλι ανταριάζεται. Ομάδες τρέχουν προς τ’ ακρογιάλι ξεφωνίζοντας. Συναγερμός μάχης από παντού. Όχι όμως, δεν ήτανε τίποτα. Δυο Εγγλέζοι βγήκαν απ’ το βαπόρι στο λιμενοβραχίονα κρατώντας, απ’ τη μια κι απ’ την άλλη μια μεγάλη κλούβα. Είχε μέσα κλεισμένα πουλιά, κότες και διάνους. Τους τάστερνε η πατρίδα τους για τη Μεγάλη Γιορτή. Ένας λειράτος πετεινός τρομαγμένος απ’ τη χλαπαταγή του κόσμου, έβαλε τις φωνές και βάλθηκε να πετά και να πηδά μέσα στην κλεισμένη κλούβα. Τα πουλιά αναστατώθηκαν. Πολλοί απ’ τον κόσμο άρχισαν να κάνουν χάζι με το θέαμα. Γελαστός μα κι ωχρός ο ένας Εγγλέζος, αψηλός στρατιωτικός, που στον καρπό του δεξιού του χεριού ήτανε περασμένο ένα είδος ξεσκονιστήρι μ’ αλογότριχες, τους ξηγούσε με παντομίμα, πως όλα αυτά που ‘ναι μέσα στην κλούβα γίνονται νόστιμα φαγιά. Κροτάλιζε κωμικά τη γλώσα του, χάιδεβε το στομάχι του κι ολοένα ξανάλεγε.

– Μάσα! Μάσα!

Κατακόκκινος ο Θεοκλής, που ξήγησε με τον τρόπο του την παντομίμα – πως να μην κάνουν τάχα τέτοιες φασαρίες, ν’ αφήσουν να βγουν στο νησί οι Μάβροι κι αυτοί θα τους δώσουν να τρώνε φαγιά από πουλερικά – πέρασε μπροστά σκουντώντας το πλήθος και πρόσωπο με πρόσωπο στον Εγγλέζο του φώναξε γεμάτος ακράτητο θυμό.

– Μεις δε θέλουμε μάσες, μωρέ. Να τις φάτε σεις τις μάσες σας! Ζα είστε μωρέ και δεν καταλαβαίνετε τι θέλουμε;

Έκανε να τον χαϊδέψει ο Εγγλέζος στον ώμο, μα ο Θεοκλής, παραξηγώντας πάλι την κίνηση του, σήκωσε το σίδερο καταπάνω του. Άνθρωποι τον άρπαξαν και τον τράβηξαν πέρα προς τα μπλόκια.

Έγυρε η παγερή μέρα, η βροχή σταμάτησε. Ο βοριάς δυνάμωνε. Μεγάλα κύματα απ’ το ανοιχτό πέλαγο χυνότανε στο μώλο σ’ ασταμάτητες έφοδες. Οι αφροί πετιότανε ως το ψήλος της κουπαστής. Νύχτιασε. Το βαπόρι άναψε ηλεκτρικά ψηλά στ’ άλμπουρα. Τ’ άλλα απ’ το ανοιχτό πέλαγος όλο και τηλεγραφούσαν τόνα στ’ άλλο με φώτα. Φλόγες ξεπετάχτηκαν και στη στεριά. Οι μάζες του λαού μαζεφτήκανε γύρω απ’ αναμένες φωτιές.

Ζεσταμένος τώρα ο Θεοκλής βυθίζεται σ’ όνειρα και σχέδια ύπνου και ξύπνιου, θυμάται πράματα κι ιστορίες της προτινής του ζωής.

Ήταν ακόμα τότε, θυμάται, εφτά χρονώ ξυπόλυτο αγόρι σαν πήγε στο σκολιό, πρώτη τάξη. Στην αυλή ήτανε πολλά παιδιά, παιχνίδια, χαρά, μα και φόβος κρυφός για το μεγάλο πέτρινο χτίριο – το τρομερό Φρούριο – και λαχτάρα μυστικιά, αν η δασκάλα θα ‘ναι σαν τη μάνα, αμα λέει τα παραμύθια, τότε που ‘ναι χειμώνας έξω και φωτιά στην παραχούτη τους. Τις πρώτες μέρες τ’ άστραψε ένα δυνατό μπάτσο η δασκάλα, γιατί τρέχαν οι μύξες του κι αυτός δεν είχε ένα μαντήλι να σκουπιστεί. Η μάνα του ποτέ δεν του ‘χε μιλήσει, πως πρέπει να σκουπίζει τη μύτη του με μαντήλι και πάλι για μαντήλια δεν περίσεβε ποτές πανί στο σπίτι τους. Για μπαλώματα μονάχα μιλούσανε και τσαλίστεβαν οι γονιοί του. Η καρδιά του ήπιε άφθονα πικρά δάκρια, έγινε αμελής μαθητής και κακό παιδί – βαθμολογία βιζινέ τριάρι – και υστερ’ από τέσερα χρόνια άφησε το σκολιό απ’ τη δέφτερη Δημοτικού. Δεν μπορούσε τότε μήτε να σκεφτεί καν για το πως και το γιατί. Άρχισε να μεγαλώνει κλειστός και κατσούφης.

Ύστερα θυμάται σαν έγινε δεκαπέντε χρονώ αγόρι και πήγε παραγιός στον άρχοντα το Φιδολαίμη με τα μεγάλα χτήματα και τα πολλά φαγιά. Στο σπίτι τους τ’ αδερφάκια του όλο και πληθαίνανε, οι γονιοί του όλο και γκρινιάζανε, όλο και ζάρωναν από πρόωρα γερατιά. Η αγάπη λιγόστεβε. Το ψωμί δεν έφτανε. Κείνος φύλαγε τα πρόβατα τ’ αφεντικού, έτρωγε συχνά κουρκούτι κι έπινε γάλα.

Γενάρης ήτανε μ’ ανοιξιάτικο ήλιο και πρώιμες κίτρινες μαργαρίτες, που μ’ ένα ανθισμένο κατιμέρι στ’ αφτί σ’ ένα κουϊτουλούκι τραγουδούσε τα πρώτα δίστιχα της αγάπης. Ξαφνικά του ‘ρθε μια γερή κατακεφαλιά, που τον έκανε να πεταχτεί ολόρτος. Αντίκρι του τ’ αφεντικό, ο Φιδολαίμης, με κατακόκινα τα μάτια από θυμό, τον έβριζε «παλιόσκυλο» για δυο προβατίνες, που πήδησαν μέσα στο σπαρμένο χτήμα και τσαλαπατούσανε τα γενήματα, που ακόμα η γης ήτανε πολύ υγρή.

Πύρωσαν τα μαγουλά του, η καρδιά του γοργοχτύπησε δυνατά και για μια μονάχα στιγμή άστραψε στα μάτια του μια φλόγα και στη σκέψη ενα ρώτημα, που ‘σβυσε μονομιάς: Τάχα έτσι είναι ο Νόμος;

Κόντεβε μεσημέρι την παράλλη μέρα, που το βαπόρι το πλεβρισμένο στο λιμενοβραχίονα έλυσε το παλαμάρι του, έκανε πίσω κι έσμιξε με τ’ άλλα στην ανοιχτή θάλασσα. Το πλήθος χοροπηδούσε κι έβγαζε χαρούμενα ουρλιαχτά. Μια τρόμπα άρχισε να παίζει το Μανταμαδιώτικο συρτό.

Από τόνα μπράτσο ο Θεοκλής κρατιέται με το Μιχάλη, πόχει αφήσει σ’ ένα μπλόκι τη γούνα του πατέρα του. Από τ’ άλλο τον πιάνει ένας αψηλός Μυτιληνιός φράγκος, που χορέβει άγαρμπα και ξεφωνίζει έξαλλα.

O Θεοκλής τον κοιτάζει παραξενεμένα: – Καλά, τούτος είναι καλοφορεμένος και δείχνει καλοτάιστος. Τί γυρέβει μαζί μας; σκέβεται. Βλέπει όμως μέσα στα γαλανά μάτια του εμπιστοσύνη. Η λέφτερη χερούκλα του γράψει κύκλους στον αγέρα πάνω απ’ όλα τα κεφάλια του πλήθους και ξεφωνίζει.

– Λεφτεριά στο λαό!

– Χμ! Είναι με το δικό μας Νόμο αυτός, σκέβεται. Χορεύει και κοίτα θριαμβευτικά ο Θεοκλής το ανώνυμο το πλήθος. Κοιτάζει και γελά. Ναι είναι ακόμα βαριά συνεψιά, μα ένα ηλιόφως του φωτίζει το μελαψό πρόσωπο.

Ύστερα τραβιέται μονάχος και κοιτάζει τα εφτά Εγγλέζικα καράβια, τ’ ακίνητα στη θάλασσα. Πομένει ακίνητος και τα κοίτα. Και τότε, είναι τάχα που ‘ναι συνεψιά; Είναι που βράδιασε και βασίλεψε ο Ήλιος; Ή που έμεινε άγρυπνος τρεις νύχτες; Εφτά σύνεψα βγαίνουν απ’ το νερό της θάλασας. Άλλα σύνεφα στροβιλίζουνε στον αγέρα και παίρνουνε σχήματα αλόκοτα.

Ξαφνικά ο ψηλός στρατιωτικός ο Εγγλέζος δρασκελά τη στεριά μπροστά του. Αντί δεξί χέρι έχει τώρα μια αλογοουρά.την κουνά σα να διώχνει μύγες, που βουίζουν επίμονα να χωθούνε στα ρουθούνια του. Βιάζεται να προκάνει τα εφτά καράβια προτού σαλπάρουνε. ΄
Όπως περνά από μπροστά του οι σκληρές τρίχες τ’ αγγίζουνε το πρόσωπο κι ο Θεοκλής συνέρχεται από τη ζάλη του. Χουφτιάζει το μαχαίρι και φωνάζει βραχνά:

– Γκόου μπακ!

Ε, συ Κλή, τίντα πόμνις έδγιατς σαν τηλιγραφόξλου;

Υπάκουος ακολούθα ο Θεοκλής. Ήσκιοι και ηλιόφως παλέβουν ακόμα σε ζάλη μέσα στο μιαλό του. Πιάνεται από το μπράτσο του Μιχάλη και τότε καταλαβαίνει πως είναι πια ένας άντρας. Το ρώτημα του Νόμου δεν τον τυρανά.

Μπορεί ο άνθρωπος να χτυπήσει τον άδικο Νόμο κι αυτό είναι όλο.

Χαμένος μέσα στο πλήθος και χαρούμενος τραγουδά μαζί γυρίζοντας στο χωριό του.

Με-ψυ-χή σαν-του-λά ι-κού στρα-τού.


Τα γυναικόπαιδα της Αγιάσου μπαρκάρισαν σ’ ένα καΐκι, που τα μετέφερε από τη Μυτιλήνη στο Ντίπι, για να συντομέψει την πεζοπορία τους.

Σκηνές απ’ τον αγώνα

1

Οι γαβριάδες παίξανε πάντα χαριτωμένο ρόλο στις επαναστάσεις. Ένας δικός μας με μια χαντζάρα πίσω στη ζώνη του, που έφτανε ως τις φτέρνες του, έτρεχε την ώρα του συναγερμού σα σίφουνας απ’ το Μακρύγιαλο κατά το λιμάνι. Έξω απ’ το σπίτι Γρηγορίου ο Άγγλος σκοπός, που είδε τη μαχαίρα κι ήθελε ν’ αστειευτεί, σταμάτησε το γαβριά κι έκανε πως θέλει να τον αφοπλίσει. Ο ηρωικός γαβριάς όμως δεν εδίστασε. Τραβήχτηκε πίσω, έσυρε τη μαχαίρα του και ετοιμάστηκε για ξιφομαχία. Ο Άγγλος γέλασε ! Κι ο μικρός βγάζοντας του τη γλωσσά έφυγε τρεχάτος μουρμουρίζοντας.
– Τι μι χασουμιράς, ρε διαόλ’ υγιέ, αφού δεν είσι για πόλιμου!

2

Ο παλαίμαχος Βασίλης Χατζηπαυλής, πανταχού παρών μες στην μπατανία του, έδινε θάρρος στους αγωνιστές και έβαζε χέρι στην ανέγερση των ξεροτρόχαλων οδοφραγμάτων. Κουβαλούσε πέτρες, πετραδάκια και ξύλα, ό,τι εύρισκε μπροστά του και τα τοποθετούσε με επιμέλεια στα οδοφράγματα. Κάποια στιγμή ο αέρας έφερε κοντά ένα κομάτι φημερίδα. Τ’ αρπαξε, το ζάρωσε και το τρύπωσε μέσα στο ξεροτρόχαλο.
– Με τα χαρτιά θα στήσουμε οδοφράγματα; παρατήρησε κάποιος.
– Όλα ωφελούν. Φράζει κι αυτό μια τρύπα για να μην κρυώνουν οι μαχητές.

3

Ήταν η κρίσιμη ώρα που ο λαός της πρωτεύουσας, μόνος του πριν φτάξουν οι ενισχύσεις απ’ την ύπαιθρο, πάλευε να ξεκολήσει την τορπιλλάκατο με τα «αυτοκρατορικά αποικιακά στρατεύματα» απ’ το μουράγιο μας. Ο κ. Ιατρίδης πλησίασε έναν απ’ τους λαϊκούς τυμπανιστές των «ταμ-ταμ» της προκυμαίας – όλοι οι σιδερένιοι ηλεκτρικοί στύλοι μεταβλήθηκαν σε «ταμ-ταμ» συναγερμού – και τον ρώτησε γιατί χτυπά το στύλο με τη ράβδα του. Ο τυμπανιστής του απάντησε, χωρίς να σταματήσει το έργο του.
– Διώχνουμε τους Μαύρους.
– Τί στοίχημα βάζεις, πως δε θα φύγουν;
– Ότι θέλεις, είπε ο τυμπανοκρούστης.
– ‘Ενα πακέτο τσιγάρα, πρότεινε ο κ. Ιατρίδης.
– Το ‘βαλα.
Ο κ. Ιατρίδης έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα απ την τσέπη του και είπε
– Πάρτο. Έχασα το στοίχημα.

4

Εξήμισι το βράδυ! Οι καμπάνες χτυπούσανε! Τα ταμ-ταμ βαρούσανε τον πρώτο νυχτερινό συναγερμό. Ο λαός έτρεχε από παντού στις θέσεις του. Στην πάροδο της «Μεγάλης Βρετανίας» στηνότανε ένα οδόφραγμα από σιδερένια βαρέλια, που το βιαστικό κύλισμα τους χαλούσε τον κόσμο. Ένας Εγγλέζος που περνούσε, στάθηκε. Χτύπησε ένα βαρέλι, το είδε αδειανό, μόρφασε αποδοκιμαστικά και με νοήματα εκφραστικά συμβούλεψε τους υπερασπιστές της λεσβιακής ανεξαρτησίας να γεμίσουν τα βαρέλια θάλασσα για να σβήνουν μες στο νερό οι σφαίρες, κάνοντας τζίζ! Και απομακρύνθηκε ικανοποιημένος.

5

Ένας αράπης από κείνους που περίμεναν με το σάτι στο Μακρύγιαλο είπε τούρκικα σ’ ένα δικό μας ακτοφύλακα:
– Φωνάζετε! Φωνάζετε! Κι απ’ αλλού μας διώξανε με τις φωνές.

6

Η τορπιλλάκατος διάγραψε ενα κύκλο στον προλιμένα και πήγε και κρύφτηκε πίσω απ’ το βαπόρι. Το φεγγάρι δε βοηθούσε να εξακριβωθεί, αν είχε μέσα μαύρους ή όχι. Η διαπίστωση έπρεπε να γίνει επί τόπου. Κάποιος έπρεπε να περάσει τον εξωτερικό λιμενοβραχίονα και να ζυγώσει το βαπόρι. Αλλά το κύμα έσπανε άγριο και μπορούσε να παρασύρει στο γιαλό και το πιο βαρί κορμί. Τότες μια Επονίτισα ξετρύπωσε απ’ το πλήθος των μπλοκιών, σκαρφώλωσε στο λιμενοβραχίονα, κατέβηκε στον παράλληλο μώλο και γραπώνοντας τα μπλόκια, σχεδόν κολυμπώντας έφθασε στο ύψος του βαποριού, έχωσε τα μάβρα της ματάκια που ‘βγαζαν φωτιές, μες στην τορπιλλάκατο και διαπίστωσε, πως ήταν δίχως αραπάδες. Έτσι έληξε ο συναγερμός.

7

Ένας Νιοχωρίτης γαβριάς οπλισμένος με τραπεζομάχαιρο έπεσε πάνω σ’ έναν Αμερικάνο που τον σταμάτησε, για να του κάνει τάχα σωματική έρευνα. Ο μικρός στάθηκε δυσανασχετόντας και κυτούσε γύρω του για βοήθεια. Δυο Αγιασώτες πέσανε πάνω στον Αμερικάνο σα λιοντάρια.
– Άφσι του μουρό, ρε μαντράχαλι, εβρυχήθησαν έτοιμοι να υπερασπίσουν ενεργώς το μικροσκοπικό αντίμαχο των αυτοκρατορικών στρατευμάτων. Είδε κι έπαθε ο Αμερικάνος, να τους δώσει να καταλάβουν, πως είναι φίλος μας και πως το ‘κανε αστεία.

8

Τη χριστουγενιάτικη νύχτα ο Α’ Σταθμός διακομιδής ζήτησε απ’ την ΕΠΟΝ μερικά παιδιά για επίκουρους τραυματιοφόρους. Σε λίγο φτάξανε δέκα λεβεντόπαιδα οπλισμένα με μαχαίρες, ρόπαλα και τσεκούρια.
– Αυτά πρέπει να τ’ αφήσετε, τους είπαν. Η ταινία, που θα φορέσετε, θα σας προστατεύει.
– Α! Αν είναι δουλειά χωρίς μάχη δεν είναι για μας. Πάρτε άλλους. Είπε ο ένας απ’ αυτούς.
Φυσικά η πειθαρχία κυριάρχησε.. Μα οι μικροί κάθε τόσο και ρίχνανε μια ματιά στοργική στη γωνιά, που είχαν τα όπλα τους της λίθινης εποχής.

9

Ένας Αράπης τουρκομαθής εξέφρασε το θαυμασμό του στο πλήθος, μιλώντας μ’ έναν εκπρόσωπο του γλωσσομαθή.
– Είστε παλληκάρια οι Κρητικοί.
– Μυτιληνιοί είμαστε.
– Μα καλά! Εμάς μας είπαν, πως μας φέρανε στην Κρήτη για να πολεμήσουμε τους Γερμανούς!

10

Ο πρώτος συναγερμός χτυπούσε. Ένα οδόφραγμα μεγάλο της οδού Αναπαύσεως καθυστερούσε. Μπροστά στην ανάγκη οι αγωνιστές βαλθήκανε να γκρεμίσουν έναν αυλότοιχο. Η γριά νοικοκυρά, που ακούσε «τον σεισμόν και τα γινόμενα», βγήκε στο παράθυρο και φώναξε.
– Τί σας πείραξι η τοίχους κι τουν χαλάτι βρε! Αράπκους είνι ;
– Φράζουμι του δρόμου για να μην πιράσιν γι Αραπάδις, της απάντησαν. Την ίδια στιγμή η γριά νοικοκυρά βρέθηκε ανάμεσά τους χαλώντας κι αυτή τον αυλόγυρο της. Και κάθε τόσο πρότρεπε τους άντρες: «Μάνι μάνι, παλλικαρέλιαμ, μη μας προυκάνιν».

11

Την ξέρετε την ογδονταρίτισα γριά Ζορμπάδαινα, που πάει κι έρχεται απ’ την Αγιάσο πορπατάμενη, μαζί με τα παλληκάρια; Στα μπλόκια μια κοπέλα τη ρώτησε:
– Εμ συ γριά γυναίκα τι ήθελες και κατέβηκες;
Η Ζορμπάδαινα δε μίλησε. Την άρπαξε απ’ τη μέση κι ώσπου να το καταλάβει η κοπέλα, η πλάτη της έφαγε λάσπη.
– Να σαν είμι γριά, είπε η Ζορπάδαινα, ξελασπώνοντας τη Μυτιληνιά συναγωνίστρια με το μαντήλι της.

12

Οι συναγερμοί της ηρωικής νύχτας είχανε τελιώσει. Μα οι Αγιασώτες δεν ενοούσανε να το κουνήσουν απ’ τα μπλόκια. Ανεκούρκουδοι, μες στη λάσπη, γύρω απ’ τις φωτιές αγρυπνούσανε. Από καιρό όμως σε καιρό, στα καλά καθούμενα, σα να τους εύρισκε ξαφνικό, πετόντουσαν απάνω με αναμένους δαυλούς στα χέρια και χόρευαν γύρω στη φωτιά, ουρλιάζοντας, σαν πεινασμένα θεριά της Ζούγκλας. Κάπια στιγμή κάπιος υπεύθυνος έτρεξε να μάθει τι συμβαίνει.
– Τίποτα, του είπαν φουνάζουμι για να ξυπνούν τα αίματα.

13

Η κυρά Πελαγία απ’ τον Συνοικισμό έχει μείνει κατάμονη στον κόσμο. Της έχουν σκοτώσει οι Γερμανοί παιδιά και συγγενείς, έξη παληκάρια. Στις διαδηλώσεις ζητά πάντα μια χάρη: να κρατά τη σημαία και μ’ όλα τα γερατιά της δεν τολμά να της την αρνηθεί κανείς. Στα μπλόκια πρώτη στις πρώτες, μέρα και νύχτα. Μια μεγάλη ομάδα από ενα χωριό θεώρησε χρέος της, μόλις έφτασε στα μπλόκια, να επισκεφτεί τον ίερο χώρο των τσαμακιών και γονατίζοντας να τιμήσει ευλαβικά τη μνήμη των θυμάτων της γερμανικής θηριωδίας. Η κυρά Πελαγία θυμήθηκε τους δικούς της, τραβήχτηκε σε μια άκρη κι έκλαψε μ’ όλα τα δάκρυα των αδιων ματιών της.

14

Με τα αυτοκίνητα που βγάλαν απ’ το φορτηγό το πλευρισμένο στο μώλο ήταν και δυο Ινδοί για να τα φυλάγουν. Οι φουκαράδες σπαρταρούσαν κυριολεχτικά μέσα στο κρύο και στις φυσιογνωμίες τους ήταν ζωγραφισμένη μια θανατερή αγωνία, που τη δυνάμωνε η θύελα της λαϊκής οργής. Ο Ιγνάτης ο καραγωγέας για να τους δείξει με τι παληκάρια έχουν να κάμουν, βγάζει τα παπούτσια του και τις κάλτσες του, πετά και το σακάκι του και πολλή ώρα τσαλαβουτά μπροστά τους έπιδειχτικά μέσα στα παγωμένα νερά. Οι Ινδοί καταλάβαιναν πολύ καλά τη γλώσα του Ιγνάτη.

15

Το πρωί έφυγε η νοικοκυρά στα μπλόκια κι άφησε το μαγκάλι αναμένο στο σπίτι για να μην κρυώνουν τα παιδιά. Άμα γύρισε τ’ απόγεμα βρήκε τη μονάκριβη καρπέτα, που είχε απλωμένη στην κάμαρη καμένη.
– Κακά και ψυχρά! λέει, γεροσύνη!
Έδωσε κάτι να φανέ τα παιδιά και πάλι γιάλα για τα μπλόκια.

16

– Να ήρθα κι εγώ! έλεγε μια γυναίκα. Δε μ’ ένιαζε που έμεινα μόνη στο χωριό. Κείνος ήρτε δω και μπορούσε να μείνει μια βδομάδα· μα να! Έκανα φαΐ και δεν μου πήγαινε να φάω μονάχη μου, Χριστουγενιάτικα! Ήρτα να του το φέρω, να φάμε μαζί σαν πούνε η μέρα σήμερα.
Ήρθε απ’ το Πλωμάρι.

17

Η μικρή Ανθούλα 5 χρονώ είδε έξω στο δρόμο τα οδοφράγματα και ρώτησε:
– Τι είναι τ’ αποφράγματα, μαμά;
– Οδοφράγματα τα λένε, μωρό μου.
– Γιατί; Τί θα πει;
– Να, που φράζουν το δρόμο.
– Γιατί δεν τα λένε δρομοφράγματα;
– Γιατί το δρόμο το λένε και οδό.
– Ποιοί το λένε οδό; Οι φασίστες;

18

Με τις πρώτες καμπάνες το συνεργείο της Ε.Α. βρισκόταν στη θέση του. Η προϊσταμένη κατατοπίζει τους μικρούς τραυματιοφόρους πάνω στη δουλειά που θα πρέπει να κάνουν. Τα παιδιά πρέπει να περάσουν – για να κατεβούν στην προκυμαία – απ’ το διπλανό δρόμο.
– Από κει· τους δείχνει η προϊσταμένη.
Τα παιδιά πάνε να περάσουν, μα τους σταματά ο σκοπός, ένας Ιερολοχίτης.
– Απαγορεύεται!
– Γιατί;
– Τέτια διαταγή έχουμε. Το ‘πε ο κ. διοικητής.
Η συναγωνίστρια επιμένει. Έρχεται ο διοικητής. Κι αυτός απαγορεύει. Είναι «νεκρά ζώνη» και δεν μπορεί να περάσει ούτε σκυλί.
– Μα πως θα βοηθήσουμε τους τραυματίες;
– Μου είναι αδιάφορο!
– Μα δεν είστε Έλληνας;
– Δεσποινίς με παραζαλίσατε. Σεις που θέλετε να πολεμάτε τραβατε τα!
– Κι όμως θα περάσουμε, όταν χρειαστεί και ρίχτε μας.
– Δοκιμάστε.
Ο κ. διοικητής έφυγε. Απ’ τη «νεκρή ζώνη» περνά σε λίγο η υπηρέτρια του κ. Τάδε.
Την άλλη νύχτα, στο ίδιο μέρος. Ησυχία. Μόλις κινηθεί κανένας απ’ το συνεργείο ο σκοπός ετοιμάζει το αυτόματο, Κρακ! κρακ.
– Μα τι ζητάς; του λένε τα παιδιά.
– Καυγαδάκι. Να φύγετε απ’ εδώ.
Το συνεργείο μένει πάντα εξω απ’ τη «νεκρά ζώνη». Μέσα στη ζώνη βηματίζει ένας Έλληνας με νεκρή καρδιά.

19

Στο Νοσοκομείο της ΕΑ γιατροί και νοσοκόμες περιμένανε την ώρα που θ’ άρχιζε η μάχη. Η Επονίτισα που σ’ όλες τις διαδηλώσεις ήταν μπροστά με την πιό μεγάλη πινακίδα, σήμερα δεν της έφτανε η στολή. Έπρεπε να κάνει και μιαν πρόβα και τραβούσε ένα συναγωνιστή να παίξουν τον κουτσό τραυματία! Χαράς στο κουράγιο της! Μα ευτυχώς – ας το πούμε έτσι – την ίδια ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε το φορείο με τον τραυματία, μια γυναίκα· ήταν για τη συναγωνίστρια να δοκιμάσει. Εκεί που έτρεχε στραμπούλισε το πόδι της και έπεσε, νομίζοντας πως το ‘σπασε. Με τη διαταγή του γιατρού «σήκω πάνω»! δε δυσκολεύτηκε καθόλου να πατήσει.

20

Σε μιαν πάροδο της «Αλυσίδας» πρέπει να στήσουνε οδόφραγμα. Αρχίζουνε εντατική δουλιά. Πέτρες, σκαπάνια, κάρα κάνουν έναν θόρυβο δαιμονισμένο μέσα στην παγερή νύχτα.
Η διπλανή πόρτα ανοίγει, δυο σκιές προχωρούν. Είναι ένας γνωστός έμπορος και η κυρά του.Έρχονται και παίρνουν μέρος στη δουλιά. Σε λίγο και άλλη σκιά φαίνεται στην πόρτα, είναι ο γιος του εμπόρου, ένα παιδάκι 8 – 9 χρόνω.
– Μπαμπά κι εγώ έτοιμος είμαι!

ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ

Κακοκαιρία. Το χιονόνερο πέφτει ψιλό ψιλό. Ο κόσμος γυρίζει στους δρόμους. Σφάζουν βόδια, γουρούνια· φέτος πουλούν και ζάχαρη ακόμα. Λίγο πολύ όλα τα σπίτια κάτι θα κάνουν.

Ξαφνικά στις ενιά η ώρα ακούγεται διαπεραστική η φωνή απ’ το χωνί: «Στο νησί μας ήρταν αραπάδες με σκοπό να μας κυλίσουν στο αίμα. Όποιος αγαπά τη λευτεριά, ας μη διστάσει να βάλει τα στήθια του μπροστά στα ξένα όπλα».

Αξέχαστη ώρα. Όλοι σταματούν εκεί που βρίσκουνται κι αναρωτιούνται, τί θέλουν οι αραπάδες στο νησί μας. Μα δεν ήταν ώρα για χάσιμο. Όλοι σκέφτηκαν, πως έπρεπε να κατεβούν στη Μυτιλήνη. Το χωριό πήρε τότες πολεμική ηφή. Οι υπεύθυνοι των οργανώσεων δίνουν οδηγίες στο λαό. Σε λίγο είναι όλοι οπλισμένοι με τουφέκια, μαχαίρες και τσεκούρια.

Οι πρώτες ομάδες μαζεύτηκαν στο σκολιό. Όλοι θέλουν να κατέβουν κάτω, ακόμα και κείνοι που πήραν διαταγή να μείνουν στις θέσεις τους. Οι επονίτισες παρακαλούν να τις πάρουν μαζί τους.

Σε λίγο μπήκαν με τραγούδια στο χωριό οι συναγωνιστές απ’ την Κλιού και την Κάπη, όλο ενθουσιασμό. Φτάνουν οι Σκαμιώτες, οι Χαλικιώτες, οι Αργενιώτες κι απ’ άλλα χωριά. Ο κόσμος τους υποδέχεται με χειροκροτήματα. Οι επονίτες παράτησαν το θέατρο τους και τραγουδούν αντάρτικα.

Στις 3 το απόγεμα δόθηκε το σύνθημα για αναχώρηση. Η βροχή πέφτει αδιάκοπα, μα κανένας δεν τη λογαριάζει. Η φάλαγγα ξεκινά. Τρακόσοι πάνω κάτω Μανταμαδιώτες κι άλλοι τόσοι απ’ τα κοντινά χωριά. Πρώτοι πρώτοι οι γραμματείς του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ μαζί μ’ όλα τα στελέχη. Πολλές γυναίκες δακρύζουν, μα καμιά δε μποδίζει τους δικούς της. Κι είναι οι πιο πολλοί με τρύπια παπούτσια, δίχως ρούχο, ξυπόλυτοι. Μα έχουν όλοι την ίδια πίστη στον αγώνα. Οι επονίτισες μοιράζουν τσιγάρα, μπισκότα και καταβοδώνουν τους συναγωνιστές ίσαμε δω απ’ το χωριό.

Στο συλλαλητήριο που έγινε, όσοι έμειναν αποφάσισαν ν’ αγωνιστούν όλοι στο πλευρό της Μυτιλήνης, Τη νύχτα βγήκαν περίπολα στο κατάγιαλο και μέσα στο χωριό. Όλοι βρισκόταν σ’ επιφυλακή. Οι γυναίκες είχαν για σταθμό το ταχυδρομείο. Κρεμασμένες απ’ το τηλέφωνο για να μαθαίνουν τι γινόταν στη Χώρα. Έκαναν επαρχιακά και τοπικά γραφεία κι αποφάσισαν να δουλέψουν στις μηχανές κι αν χρειαστεί, ν’ αντικαταστήσουν τους άντρες σ’ όλες τις δουλιές.

Τη δεύτερη μέρα τα Χριστοΰγενα μαζέφτηκαν τρόφιμα, τσιγάρα και γλυκά. Μέσα σε τρεις ώρες ετοιμάστηκαν πάνω από 200 πακέτα. Οχτώ ζα τα πήγαν στη Μυτιλήνη και μοιράστηκαν σαν άβριο το πρωί στους αγωνιστές μας.

Στις 28 του μηνός, το χωνί διαλαλεί πως έφυγαν οι μαύροι «Νίκησε ο λαός!» ο κόσμος ξεχύθηκε χαρούμενος στους δρόμους. Στις 29 έφταξαν τ’ αυτοκίνητα με τους συναγωνιστές. Οι χωριανοί τους δέχονται με ζήτω και τους σηκώνουν στα χέρια. Οι μπουρούδες απ’ τις μηχανές σφυρίζουν. Οι επονίτισες ραίνουν με λουλούδια τα παληκάρια μας.

Την Κυριακή κείνη ήτανε «Λαϊκό Δικαστήριο.» Όλα πήγαιναν καλά απ’ τις υποθέσεις ίσαμε τον εκνευριστικό ρυθμό της αδιάκοπης βροχής.

Κόντευε πια μεσημέρι. Μα το πρόσωιο του Λαϊκού Επιτρόπου που δίκαζε ολοένα και σκοτείνιαζε κι η ματιά του χάνονταν συχνά, ανιστορόντας την επερχόμενη… μαυρίλα!

Διέκοψε πάλι τη συνεδρίαση για περισότερες πληροφορίες και συνενόησες αποτελεσματικές. Κι αποφασίστηκε να μάθει ο κόσμος το φοβερό μυστικό.

Τα χωνιά ξεχύθηκαν στις γειτονιές κι οι αλαλιασμένες καμπάνες έδωσαν την είδηση τη φοβερή:

«Μαύροι στη Μυτιλήνη, μαύροι στο νησί!…» Βουή σηκώθηκε σ’ όλο το χωριό. Μανάδες τα μωρά τους, άντρες τα σπίτια τους και τα ζωντανά τους! Τρεχάματα, σύγχιση, τρόμος και βροχή!

Βιαστικά βιαστικά πέρασε το Δικαστήριο όλες τις υποθέσεις κι άρχισε η συγκέντρωση του Λαού.

Χρειάστηκαν κάμποσες ώρες να ξεκαθαρίσουν τα μάτια και στα στιφά πρόσωπα ν’ ανάψει η πυρκαγιά.

Κι έγιναν μορφές σκληρές με φλογισμένα μάτια και κολημένα στα μηλίγγια τα μαλιά. Και πάρθηκε η απόφαση για το ξεκίνημα της Λευτεριάς. Κι η οργισμένη θέληση κίνησε μέσα στο σκοτάδι και τη νεροποντή…

Έμεινε μόνο το άλλο χωριό. Έμεινε στην τρομάρα και τη σιωπή.

Αργά περνούσαν οι ώρες και τα μηνύματα τρέχαν μαύρα και παγωμένα πάνω στα τέλια τα τηλεφωνικά. Κι είχε γίνει ενα αφτί κι ενα στεγνό μάτι ολόκληρο το χωριό.

Και να τώρα τα χωνιά σκίσανε τη νύχτα με νέα μηνύματα. «Τρεις φορές κάναν απόπειρα να βγουν. Και τρεις φορές τους γύρισε πίσω ο Λαός».

Άρχισε να γλυκοχαράζει πια στον ουρανό και στις ψυχές. Ήτανε όρθρος βαθύς, που χτύπησαν οι καμπάνες για τη Μεγάλη Γιορτή.

Και μαζεύτηκε στην εκλησιά όλο το χωριό. Μαζεύτηκε να ευχαριστήσει και να δεηθεί:

«Νίκας κατά βαρβάρων..»

ΛΑΪΚΗ ΣΑΤΙΡΑ

Τα τραγούδια αυτά έγιναν πάνω στα “μπλόκια” απ’ τον Αγιασώτη ποιητάρη Στράτη Π. Ανεζίκο και τα τραγουδούσε ο κόσμος με μεγάλο ενθουσιασμό. Το πρώτο στο σκοπό του “Μπελ αμί” και το δεύτερο στο σκοπό του “Βάρκα γιαλό”.

1

Του ΙΑΜ του ΙΑΜ γ’ ΙΠΟΝ
μας ανοίξαν τα μάτια λοιπόν
τσ’ οτ’ να κάνιτι, ρε γκμπαρ,
δε μας βάζιτι σαμαρ
στς ικλουγές θα μας βρήτι απόν!

Ρε Γιώργου βασλέ μας,
για ρίξι μπρους τνη γη κουμάτ του βλέμα ς.

Η Βασλές του κλουτσιάρκου του μλαρ
δεν του πηρι ακόμα χαμπάρ
τσ έστλι Αράπδις ντ γκουπριγιά
να μας βάλιν τσινούργιου σαμάρ.

Φουνιάδες φασίστις
αγήτε μη σας στειλουμι στς ακσίστις.

Μα κσπάσαν τα μλάρια
πιτάξαν απ’ τς κατίνις τα σαμάρια.

2

Κατ’ αγριανθρώπ μας φέραν
το είπαν να τς γυμνάσιν θέλαν.

Θέλαν να μας ξιγιλάσιν
τσι στου νύπνου να μας πιάσιν.

Νά μας βάλιν του σαμάρ
πριν του πάρουμι χαμπάρ.

Μο πους τς φέραν για σαβούρα
ε ντνη πήραμι ντ’ μαγκούρα (1).

Σαν ισκώσαμι τς μαχαίρις
κάναν να σνιφέριν μέρις.

Τς απ ντ ντριμούλα τς απ του φόβου
ρίξαν τουν “Αϊτό” στου μόλου. (2)

Πίσου πίσου τα σμαζώξαν
τα χιζμένα τους τσι κόψαν.

Ήμπαμι μες στα στραβά σας
φάτι τόρα τα σκατά σας.

1: φόλα
2: Την τρίτη σε μια μανούβρα το αντιτορπιλικο “Αϊτός” τρακάρησε. Λένε πως το προσωπικό ήταν σε επιτήρηση και λείπαν οι ειδικοί για την κίνηση αυτή. Πρώτη φορά ο στίχος ήταν: Πήκαν τουν “Αϊτό” μας βόλου.

3

Εδγιού θα κάτσου!
(του Στρατή Αναστασέλη)

Γοι καμπάνις του βουγίξαν
τσι του πήραν τα χουνιά.
Τσνήσαμι παραμουνιάτκου (1)
μαζουμένι μες στου χιουνιά.

Ούλα τα χουριά χαμλώναν,
σαν πουτάμια στου γιαλό.
Ούλι μας είχαμ’ ένα στόμα,
μνιαν καρδιά τσ’ ένα μιαλό.

Ήρταν μπουγιατζμένις μούρις
να μας πησιν κατουχή.
Τσι θαρούσαν π’ς θα φουβθούμι
του κρυγιόμα τσι τ’ βρουχή.

Ρουμανιάσαν (2) τα σουκάτσα
τς Μυτιλήνις για μια βραδιά,
απί τσκούρια, τσιφτιδέλια,
γιαταγάνια τσι ραβδιά.

Τι μ’ ήρτις μ’ ιφτά παμπόρια,
ε Τουρμπούλ, ταχτέρ ταχτέρ! (3)
Κατά λάθους ήρτις εδγιού
ε σι σκώνι καθόλ τ’ αγέρ.

“Φσς του ξνόγαλου, (4) βρε Σύμαχι
που καγεί στη μαγειριά”.
Γιαφτού πήραμι του δρόμου
τσι γινήκαμι θηριά.

Νύπνους ε μας κόλα τ’ νύχτα
γιατί κάναν δουκιμές
νάβγιν. Φύλαγα στα μπλόκια,
στεκουμ σα μπιτόν αρμές.

Εδγιού, βρε διμόνι, θα κατσου
πα στα μπλόκια μι τ’ ασκέρ.
Σα δε ξικουπστείτι π’ εδγιού
θα μας εβρ του καλουτσαίρ.

Μο ντ’ Ζουρμπάδινα που θώργιουμ
ουγδουντάρα στου πλιβρόμ,
έπιφτα σ’ φουτγιά να σωσου
του νησί μας απί τσ βρώμ.

Κβάρα φιλινάδιν πήκα,
Κατρινές τς απ’ τα χουριά
γιατί φάγαμι αντάμα
του φαρμάτς τσι του βουριά.

1: Παραμονή Χριστούγεννα
2: Έγιναν δάσος
3: Πρωί πρωί
4: Γιαούρτι

Ξτουγινιάτκα Πισκέσα!
(του Στρατή Αναστασέλη)

Φόρτουσις τριγιά καράβια
τς’ ήρτις πόξου π’ του λιμάνι.
Είχις μέσα μάβρα κτάβια
τσι λουγιώ χαρμάνι.

Τι σ’ κατέβτσι Ξτουγινιάτκου
να μας φερς τέτγιου πισκέσ!
Τουρμπουλέλιμ ανιχτουμάτκου,
πούβαλις τ’ Σκόμπυ του φες.

Μες του γράμας λέγις που είχις
παζαρέλι! Μι πγιόν; Τσι που;
Μι τουν αρχουντάδουν τς πήχις
κοφτς πανί, Χαμαλιπού!

Πας τα “μπλόκια” θα σταθούμι
να μας φα του ξιροβόρ.
Μο φακίρδις να μη δούμι,
τσι φασίστις ιμουβόρ.

Εν Μπλόκια Ξτούγινα, 1944

ΝΙΚΗΣΕΣ ΛΑΕ…
(του Κώστα Φριλίγγου)

Ήρθ’ η ώρα κι η καρδιά μας τη χαρά της να ξανάβρει.
Για γεμίστε τα ποτήρια για κενώστε τα ως τον πάτο.
Δεν τ’ ακούσανε τ’ αφτιά σας το μεγάλο το μαντάτο;
Απ’ το κύμα του λαού μας παν, διωχτήκανε οι μάβροι.

Πάνε οι μάβροι! Γειά σου Αγιάσο.
Λεβεντιά της Λέσβου, γειάς σου!
Πάρε με κι ανέβασέ με μες τ’ αντάρτικα βουνά σου
Ν’ ακουστώ με τη φωνή μου, λεβεντιά και να σε φτάσω.

Δεν το ξέρω το τραγούδι που για σεν’ αξίζει τώρα
Να ταιριάξω, ΕΑΜ δικό μας, στου νησιού μας τα βλαστάρια.
Τί να πω για σένα, ΕΛΑΣ μας, που δοξάσατε τη χώρα
Τη βαριόμοιρην Ελλάδα, του νησιού μας παληκάρια;

Στην Αθήνα μέσα ουρλιάζουν λυσσασμένοι ακόμα οι λύκοι.
Μα η ώρα πιά σιμώνει που θ’ ακούσει το Αιγαίο
Την αντρίκια τη φωνή της. Το πρωτάκουστο το νέο:
“Νίκησες λαέ! Δική σου όλη η δόξα όλη η νίκη”.

(Το τραγούδι γράφηκε πρόχειρα και διαβάστηκε κείνη την ώρα,
νύχτα της Πέμπτης 28/12/44, σε μια παρέα φίλων)


Ηλίας Παρασκευαΐδης

Πηγή: 

3 Σχόλια to “Μυτιλήνη- Χριστούγεννα 1944 ή πως εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων”

  1. Στείλτε το και στον Μαργαρίτη να το διαβάσει που μας λέει ότι ήταν οι «αντικειμενικές συνθήκες» που μας έκαναν να χάσουμε…

  2. […] Η μπροσούρα «Μυτιλήνη, Χριστούγεννα 1944 ή Πώς εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων» εκδόθηκε το Μάρτη του 1945 από την «Ελεύθερη Λέσβο», την εφημέριδα της οργάνωσης του ΕΑΜ στο νησί. Την έκδοση επιμελήθηκαν οι Ηλίας Παρασκεβαΐδης και Τάκης Ελευθεριάδης. Επανεκδόθηκε μετά τη μεταπολίτευση από τις εκδόσεις Μνήμη. Αναδημοσιεύεται από το μπλογκ Η Λέσχη. […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s