Β.Α.Βαζιούλιν: Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και η μεθοδολογία της έρευνάς του

Με αφορμή το θάνατο του μεγάλου σοβιετικού διανοητή, θα παρουσιάσουμε τις προσεχείς ημέρες στη Λέσχη ένα αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του. Ξεκινάμε σήμερα με το  Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και η μεθοδολογία της έρευνάς του. Στο έργο αυτό ο Β.Α. Βαζιούλιν εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία του Κεφαλαίου του Κ. Μαρξ, προτείνει μια νέα θεωρητική προσέγγιση για τη μελέτη της κοινωνίας σαν σύστημα, σαν οργανικό αναπτυσσόμενο όλο.

Το αφετηριακό μας αντικείμενο μελέτης είναι ο άνθρωπος, όπως παρουσιάζεται άμεσα, δηλαδή σαν ένας φυσικός οργανισμός (…) Η μεταφορά του κέντρου βάρους της ερευνητικής μας προσπάθειας στο χαρακτηρισμό της εργασίας, της παραγωγής των απαραίτητων για τη ζωή μέσων, σε μεθοδολογικό επίπεδο, σημαίνει ανάλυση της ουσίας, της εσωτερικής αλληλεπίδρασης των ανθρώπων. Επιστρέφοντας ύστερα στην εξέταση των ατόμων διαπιστώνουμε ότι η μεθοδολογική μας ανάλυση έφερε στο φως ποικίλους εσωτερικούς, ουσιαστικούς αλληλοσυσχετισμούς αυτών των ατόμων, τα οποία πλέον μπορούν να εξετάζονται σαν προσωπικότητες, οι δε σχέσεις τους σαν σχέσεις ανάμεσα σε προσωπικότητες. 

Το έργο αυτό εκδόθηκε στην Ελλάδα από τη Σύγχρονη Εποχή το 1988 και αποτελεί μετάφραση της ρωσικής έκδοσης του 1978. Παρακάτω παρουσιάζουμετο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η μεθοδολογία της έρευνας της κοινωνικής ανάπτυξης». Στο Κεφάλαιο αυτό ο Βαζιούλιν αναφέρεται στο Κεφάλαιο του Μαρξ, το οποίο αποτελεί πρότυπο έρευνας της κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης της. Παραθέτουμε επίσης το σύνολο του βιβλίου δια μέσου του scribd.

Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ  ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Το Κεφάλαιο του Κ. Μαρξ, το μεγαλειώδες αυτό έργο του μαρξισμού – λενινισμού, αποτελεί πρότυπο έρευνας της κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης της.

Στο Κεφάλαιο δεν αποκαλύπτονται μόνο, με έναν μεγαλοφυή τρόπο, οι οικονομικές σχέσεις του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, αλλά περιέχεται ενσωματωμένα στην ύλη της πολιτικής οικονομίας η πιο βαθιά θεμελίωση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και η πιο συστηματική ανάπτυξη της υλιστικής, διαλεκτικής λογικής. Ο Λένιν τόνιζε ότι, «τώρα, ύστερα από την εμφάνιση του Κεφαλαίου, η υλιστι­κή αντίληψη της ιστορίας δεν είναι πια υπόθεση, αλλά επιστημονικά αποδειγμένη θέση»[3]. Ο δε Ένγκελς έγραφε σχετικά μ’ αυτό: «Την επεξεργασία της μεθόδου, η οποία βρίσκεται στη βάση της μαρξιστικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τη θεωρούμε ότι αποτελεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, η σημασία του οποίου σε τίποτα δεν υπολείπεται της βασικής υλιστικής αντίληψης.»[4]

Για να καταλάβουμε τι εννοεί εδώ ο Ένγκελς σε σχέση με τη μέθοδο την οποία επεξεργάστηκε ο Μαρξ, πρέπει να προσέξουμε μία ακόμα σκέψη του στην ίδια αυτή εργασία του: «Σ’ ένα τέτοιο έργο σαν κι αυτό που έχουμε μπροστά μας δε μπορεί ούτε λόγος να γίνει για μια απλή κριτική επιμέρους, αποσπασματικών θέσεων της πολιτικής οικονομίας, για ξεκομμένη εξέταση διαφόρων επίμαχων οικονομικών ζητημάτων. Αντίθε­τα, αυτό το έργο ευθύς εξαρχής έχει δομηθεί πάνω στη συστη­ματική σύλληψη ολόκληρου του συνόλου των οικονομικών ε­πιστημών και στη συνδυασμένη ανάπτυξη των νόμων της καπι­ταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής. Επειδή δε συμβαίνει οι οικονομολόγοι να μην είναι τίποτε άλλο παρά ερμηνευτές και απολογητές αυτών των νόμων, η ανάπτυξη αυτή είναι ταυτό­χρονα και κριτική ολόκληρης της οικονομικής φιλολογίας.

»Από τότε που πέθανε ο Χέγκελ είναι αμφίβολο αν έγινε έστω και μία προσπάθεια ανάπτυξης κάποιας επιστήμης στη δι­κή της, εσωτερική σχέση»[5].

Αντικείμενο επιστημονικής έρευνας στο Κεφάλαιο είναι ο καπιταλιστικός κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός σαν «ορ­γανικό όλο» (Μαρξ).

Τι είναι όμως το οργανικό όλο; Το οργανικό όλο είναι ένα τέτοιο όλο το οποίο χαρακτηρίζεται κύρια από εσωτερική αλληλοσύνδεση, εσωτερική αλληλεπίδραση των πλευρών του. Αν αυτό το όλο αποσυντεθεί στα συστατικά από τα οποία απαρτίζεται, εξαφανίζεται η ίδια η ουσία του. Αν, για παράδειγμα, προσπαθήσουμε να αποσυνθέσουμε κάποιο ζωντανό οργανισμό στα συστατικά του στοιχεία, τμήματα, κ.ά., θα καταστρέφαμε στην περίπτωση αυτή την ίδια τη ζωή.Ο τρόπος προσέγγισης του καπιταλιστικού κοινωνικοοι­κονομικού σχηματισμού σαν οργανικού όλου, τον οποίο εφαρμόζει ο Μαρξ, διαφέρει ριζικά από τον αντίστοιχο τρόπο προ­σέγγισης των αστών οικονομολόγων.

Πριν από τον Μαρξ, οι οικονομολόγοι φαντάζονταν την κοινωνία βασικά σαν ένα άθροισμα απομονωμένων μεταξύ τους ατόμων, σαν ένα τέτοιο όλο, τα στοιχεία του οποίου συν­δέονται μεταξύ τους, κύρια εξωτερικά. Το στοιχείο (τμήμα κ.ά.) ενός τέτοιου όλου παρμένο χωριστά απ’ όλα τ’ άλλα στοιχεία διατηρεί, σε γενικές γραμμές, την ιδιαιτερότητα του.

Η αντίληψη της αστικής πολιτικής οικονομίας για τον με­μονωμένο άνθρωπο, ή όπως θα λέγαμε για τη «Ροβινσονάδα», διαμορφώθηκε πάνω στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η ο­ποία αποξενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Οι άνθρωποι, κάτω από την κυριαρχία των σχέσεων της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αντιλαμβάνονται το συνάνθρωπο τους σαν ένα απομονωμένο «άτομο», τη δε κοινωνία σαν ένα μηχανιστικό άθροισμα τέτοιων ατόμων.

Ο Μαρξ, προασπίζοντας πρακτικά και θεωρητικά τα συμφέροντα της τάξης η οποία καλείται από την ίδια την αντικειμενική πορεία της ιστορίας να τεθεί επικεφαλής στον αγώνα για κοινωνική ιδιοκτησία, έδωσε θάρρος στον τομέα της μεθοδο­λογίας, στα ζητήματα της εσωτερικής συνάφειας και εσωτερι­κής αλληλεπίδρασης. Αυτό επέτρεψε στον Μαρξ να μπορέσει κατά την ανάλυση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας να εξηγήσει τη ζωή στην κοινωνία και να συλλάβει την ιδιωτική ιδιοκτησία σαν κοινωνική σχέση.

Βέβαια, πριν από τον Μαρξ, ο Χέγκελ είχε ήδη μελετήσει το γνωστικό αντικείμενο σαν οργανικό όλο. Όμως η μαρξική άποψη διαφέρει ριζικά επίσης και από τη χεγκελιανή άποψη για το οργανικό όλο.

Στον Χέγκελ, το οργανικό όλο εμφανίζεται ουσιαστικά σαν αποκλειστικά πνευματικό προϊόν, δηλαδή, ο Χέγκελ θεω­ρούσε ότι το οργανικό όλο δεν υπάρχει στην αντικειμενική πραγματικότητα ανεξάρτητα από τη νόηση. Η αντίληψη, η σκέψη για το οργανικό όλο κατανοούνταν στην ουσία σαν ξε­κομμένες από αυτή την πραγματικότητα.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, αποκόβονται οι δεσμοί με τη βάση πάνω στην οποία και από την οποία αναπτύσσεται η αντίληψη για το πραγματικό οργανικό όλο. Είναι δε ευνόητο ότι, κατ’ αυτή την έννοια, η σκέψη για το οργανικό όλο (η ο­ποία ταυτίζεται με αυτό το ίδιο το πραγματικό οργανικό όλο) παρουσιάζεται ουσιαστικά αμετάβλητη, όπως διαμορφώθηκε αυτή, οριστικά πλέον, στην αντίληψη του συγκεκριμένου στο­χαστή.

Η χεγκελιανή μεθοδολογία εκφράζει την προσπάθεια ενός μεγάλου στοχαστή να ξεπεράσει την αποξένωση που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους. Ωστόσο, μια τέτοια προσπάθεια έγινε στη βάση της διατήρησης της υπάρχουσας ανταγωνιστικής κοινωνίας και γι’ αυτό, κατ’ ανάγκη, ο μοναδικός τρόπος υπερ­νίκησης της αποξένωσης ήταν η υπέρβαση της στη σφαίρα της σκέψης, της αντίληψης, δηλαδή, έξω από την πραγματική υ­περνίκηση των κοινωνικών ανταγωνισμών.

Ο Μαρξ, εκφράζοντας τις ιδέες της συνεπούς επαναστατικής τάξης, η οποία ηγείται του αγώνα όλων των εργαζομένων ενάντια στην εκμετάλλευση, για την κατάργηση της παλιάς, ανταγωνιστικής κοινωνίας, διέκρινε αυστηρά στον τομέα της μεθοδολογίας το πραγματικό οργανικό όλο από την απεικόνι­ση του στη νόηση και εξέταζε με συνέπεια το οργανικό όλο στο προτσές της εξέλιξης του.<

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η υλιστικοδιαλεκτική προσέγγιση του Μαρξ είναι εσωτερικά ενιαία με μια πολιτική τοποθέτηση, η οποία καθορίζεται πρακτικά με αυστηρότητα. Η σωστή πρα­κτικά πολιτική τοποθέτηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επεξεργασία μιας αληθινής μεθοδολογίας.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι μια σωστή πρακτικά πολιτική τοποθέτηση δε γεννά αυτόματα και από μόνη της τη σωστή μεθοδολογία. Η θεωρητική απεικόνιση του πραγματικά υπάρχοντος οργανικού όλου είναι πολύ σύνθετη και πραγματοποιείται μέσα από μια διαδικασία ανάπτυξης αντιφάσεων.

Ποια είναι όμως τα μέσα, οι τρόποι απεικόνισης του οργανικού όλου στη διαδικασία της ανάπτυξης του;

Κατ’ αρχήν θα τα χαρακτηρίσουμε μόνο ονομαστικά. Το οργανικό όλο, στη διαδικασία της ανάπτυξης του, απεικονίζε­ται (αναφερόμαστε στην πιο γενική περίπτωση) με τη βοήθεια της μεθόδου ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, καθώς και σε συνάρτηση με την αρχή της ενότητας λογικής και ιστορικής εξέτασης. Σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζου­με εμείς, ο μηχανισμός ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκε­κριμένο αποτελείται από τις αμοιβαία συσχετιζόμενες κατηγο­ρίες της επιφάνειας, της ουσίας, του φαινομένου και της πραγ­ματικότητας[6].

Από πού αρχίζει η απεικόνιση του οργανικού όλου; Πρώτα απ’ όλα, απαραίτητη προϋπόθεση απεικόνισης του οργανικού όλου είναι η πραγματική του ύπαρξη. Το πραγματικά υπάρχον οργανικό όλο μπορεί να οριστεί με τον όρο «πραγματικό συγκεκριμένο». Το πραγματικά υπάρχον οργανικό όλο αρχικά α­πεικονίζεται αισθητηριακά, στη ζωντανή εποπτεία, γίνεται αντιληπτό, κατά κύριο λόγο, άμεσα, εξωτερικά. Οι πλευρές του αντικειμένου που προσάγονται στο οπτικό πεδίο γίνονται αντιληπτές, κατά κύριο λόγο, σαν ασύνδετες πλευρές. Στη φάση αυ­τή δεν υπάρχει μια, κατά κάποιο τρόπο, ολοκληρωμένη αντίλη­ψη για το αντικείμενο αυτό. Εδώ υπερτερεί η γνωριμία με τις επιμέρους πλευρές του και η αποσπασματική τους μελέτη, δηλαδή, στη φάση αυτή υπερτερεί η ανάλυση.

Όμως, ταυτόχρονα μ’ αυτό, θα ‘ταν λάθος να ισχυριστούμε ότι σ’ αυτή τη φάση παρατηρείται η πρόσληψη και μελέτη των επιμέρους πλευρών του αντικειμένου και μόνο. Ευθύς εξαρχής, η προσοχή του ανθρώπου στρέφεται προς το συγκεκριμένο οργανικό όλο, ωθούμενη από κάποια ζωτική ανάγκη. Για παράδειγμα, η έρευνα των αστών οικονομολόγων υποκινούνταν από την ανάγκη αύξησης του πλούτου της αστικής κοινωνίας.

Η τάση να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη και τα μέσα ικανοποίησης της γεννά την εικασία για το αντικείμενο συνολικά, σκιαγραφεί, αρχικά κατά προσέγγιση, τα όρια του αντικειμένου που μας ενδιαφέρει. Αυτή η εικασία, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και την πρωταρχική μας αντίληψη για το αντικεί­μενο που μελετάμε, κατευθύνει και την ανάλυση. Η ανάλυση, γενικά και συνολικά, μέσα από τυχαίες παρεκκλίσεις αρχίζει από την εξέταση των πιο σύνθετων πλευρών του αντικειμένου και κατευθύνεται προς τις απλούστερες πλευρές του, μέχρι τη στιγμή που θα αναδειχθεί η πιο απλή πλευρά του δοσμένου ορ­γανικού όλου. Πρέπει δε να γνωρίζουμε πως, αν και το οργανι­κό όλο είναι δοσμένο εκ των πραγμάτων, εντούτοις συνειδητο­ποιούμε και αντιλαμβανόμαστε προς το παρόν ορισμένες μόνο, επιμέρους, πλευρές του αντικειμένου. Να πώς περιγράφει, για παράδειγμα, ο Μαρξ την πορεία της αστικής πολιτικής οικονο­μίας από τον καιρό της εμφάνισης της: «Όταν εξετάζουμε κά­ποια συγκεκριμένη χώρα, σύμφωνα με την άποψη της πολιτι­κής οικονομίας, αρχίζουμε από τον πληθυσμό της, από τη διαίρεση της σε τάξεις, από την κατανομή του πληθυσμού στα αστικά κέντρα, στην ύπαιθρο και στις παραθαλάσσιες ζώνες, στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, αρχίζουμε από τις ε­ξαγωγές και εισαγωγές, την ετήσια παραγωγή και κατανάλωση, από τις τιμές των εμπορευμάτων κ.ά.

«Φαίνεται σωστό να αρχίσει κανείς από το πραγματικό και το συγκεκριμένο, από τις πραγματικές προϋποθέσεις, συνεπώς, στην περίπτωση της πολιτικής οικονομίας, από τον πληθυσμό, ο οποίος αποτελεί τη βάση και το υποκείμενο ολόκληρης της κοινωνικής διαδικασίας της παραγωγής. Ωστόσο, ύστερα από μια προσεκτική εξέταση αποδεικνύεται ότι αυτό είναι λάθος. Ο πληθυσμός αποτελεί μια αφαίρεση, εφόσον δεν συνυπολογί­ζονται, για παράδειγμα, οι τάξεις, από τις οποίες αποτελείται. Με τη σειρά τους πάλι, οι τάξεις αυτές στερούνται κάθε νοήμα­τος αν δε γνωρίζω τις βάσεις, πάνω στις οποίες στηρίζονται, για παράδειγμα τη μισθωτή εργασία, το κεφάλαιο κλπ. Στη συ­νέχεια, αυτές πάλι οι βάσεις προϋποθέτουν την ανταλλαγή, τον καταμερισμό εργασίας, τις τιμές, κλπ. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αν άρχιζα την εξέταση μου από τον πληθυσμό, αυτό θα με οδη­γούσε σε μια χαοτική αντίληψη για το όλο· θα μπορούσα δε, σε μια τέτοια περίπτωση, να προσεγγίσω τις απλούστερες έννοιες μόνο με τη βοήθεια λεπτομερέστερων ορισμών, δηλαδή από το συγκεκριμένο, όπως δίνεται μέσω της αντίληψης, προς απλού­στερες αφαιρέσεις, ώσπου τελικά θα κατέληγα σε απλούστε­ρους ορισμούς. Από το σημείο αυτό θα ‘πρεπε να ακολουθήσω αντίστροφη πορεία μέχρι να φτάσω και πάλι στον πληθυσμό· όμως αυτή τη φορά δεν θα τον προσέγγιζα με την έννοια της χαοτικής αντίληψης για το όλο, αλλά σαν κάποιο πλούσιο σύ­νολο πολυάριθμων ορισμών και σχέσεων».[7]

Συνεπώς, η γνώση του οργανικού όλου, αρχικά, έχει σαν αφετηρία της τη χαοτική αντίληψη για το όλο, δηλαδή, το συ­γκεκριμένο, όπως δίνεται άμεσα στην αντίληψη, στη ζωντανή εποπτεία, και στη συνέχεια, κινείται προς τους πιο απλούς ορι­σμούς του, μέχρις ότου οριστεί τελικά η απλούστερη πλευρά (σχέση, κ.ά.) του οργανικού όλου. Στην πορεία αυτής της διαδι­κασίας υπερτερεί η ανάλυση. Όμως εδώ κιόλας η κίνηση της γνώσης είναι αντιφατική, διότι η ανάλυση πραγματοποιείται ε­νιαία, μαζί με τη σύνθεση. Η ύπαρξη μιας κοινωνικής ανάγκης που μας ωθεί να γνωρίσουμε το συγκεκριμένο αντικείμενο, η ει­κασία μας γι’ αυτό το ίδιο κατευθύνει τη γνώση και επιβάλλει να ερευνήσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στις πλευρές που ανα­λύονται. Όμως, συνολικά, αρχικά στη φάση αυτή, υπερτερεί η διαδικασία της ανάλυσης.

Αυτή η κίνηση της γνώσης αποτελεί την πραγματική πρωταρχική της πορεία. Η συνειδητοποίηση όμως αυτής της πο­ρείας μπορεί να είναι μονόπλευρη, δηλαδή η υπεροχή της ανά­λυσης μπορεί να επισκιάσει πλευρές της σύνθεσης που υπάρ­χουν σ’ αυτή τη διαδικασία της γνώσης· στην προκειμένη πε­ρίπτωση, το πρωταρχικό στάδιο της γνώσης του οργανικού ό­λου εμφανίζεται αποκλειστικά σαν αναλυτικό. Αυτή η μονομέ­ρεια στη μεθοδολογία εξέτασης τοου οργανικού όλου αποτέλεσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα των κλασικών θεωρητικών της α­στικής πολιτικής οικονομίας[8].

Ποιο είναι όμως το τελικό σημείο αυτής της κίνησης της γνώσης από τη χαοτική αντίληψη για το οργανικό όλο; Αυτό το τελικό σημείο δεν είναι άλλο από τον καθορισμό της α­πλούστερης πλευράς, της απλούστερης σχέσης αυτού του ορ­γανικού όλου.

Όταν αναφερόμαστε στην απλούστερη πλευρά (σχέση) στην παραπάνω πορεία της γνώσης του οργανικού όλου, εν­νοούμε το όριο διαίρεσης αυτού του οργανικού όλου, έξω από τα πλαίσια του οποίου παύει να υφίσταται το δοσμένο αντικεί­μενο. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πιο απλή σχέση της κα­πιταλιστικής οικονομίας, το εμπόρευμα. Είναι γνωστό ότι το εμπόρευμα έχει αξία χρήσης και αξία. Η αξία δεν είναι δυνατό να κατανοηθεί αν δεν κατανοηθεί η αξία χρήσης. Όμως την αξία χρήσης δεν επιτρέπεται να τη θεωρήσουμε ως την απλού­στερη σχέση, στην περίπτωση που εξετάζουμε την οικονομία του καπιταλισμού, διότι η αξία χρήσης δεν συναντιέται μόνο στον καπιταλισμό και πολύ περισσότερο δεν συναντιέται μόνο στις συνθήκες ύπαρξης του εμπορεύματος. Αν θεωρήσουμε την αξία χρήσης ως την απλούστερη σχέση, τότε εξαλείφεται η ι­διομορφία του καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, η απλούστερη πλευρά (σχέση) είναι η πιο αφηρημένη έννοια, η δε αφαίρεση αποτελεί λογική απόσπαση. Κατά τον ορισμό της απλούστε­ρης πλευράς (σχέσης), το υποκείμενο της γνώσης αποσπάται, κατά το μέγιστο δυνατό τρόπο, απ’ όλες τις άλλες πλευρές του αντικειμένου. Συνεπώς, η κίνηση της γνώσης που εξετάζουμε, στην προκειμένη περίπτωση, είναι κίνηση από τη χαοτική αν­τίληψη για το όλο προς την απλούστερη πλευρά (σχέση), από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο.

Αφού ολοκληρωθεί το στάδιο της γνώσης στη διάρκεια του οποίου το οργανικό όλο διαιρέθηκε σε επιμέρους πλευρές, οι οποίες μελετήθηκαν κατά κύριο λόγο χωριστά, και αφού πλέον προσδιορίστηκαν όλες οι απλούστερες πλευρές, αρχίζει το επόμενο στάδιο. Σ’ αυτό το στάδιο, το κύριο πρόβλημα είναι η αποκατάσταση της σύνδεσης, της ενότητας και της αλληλε­πίδρασης των διάφορων πλευρών του όλου. Σε συνάρτηση μ’ αυτό, η γνώση άγεται κύρια από την απλούστερη πλευρά του οργανικού όλου και κινείται συνεχώς προς την κατεύθυνση συνθετότερων πλευρών. Αυτή η κίνηση της γνώσης καλείται α­νέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Το αποτέλεσμα της ανέλιξης της γνώσης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι μια τέτοια απεικόνιση του πραγματικά υπάρχοντος οργανι­κού όλου, στην οποία οι πλευρές του οργανικού αυτού όλου δεν κατανοούνται χαοτικά, έξω από την αμοιβαία αλληλοσύνδεσή τους, αλλά, αντίθετα, στην αμοιβαία τους ενότητα. Όπως ανα­φέραμε πιο πάνω, η ίδια η ουσία του οργανικού όλου βρίσκεται στην ιδιόμορφη, ιδιαίτερη ενότητα των διαφόρων πλευρών του. Συνεπώς, σ’ αυτό το στάδιο της γνώσης, όταν υπερτερεί η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, ο βασικός σκο­πός της ερευνάς μας συνίσταται στην αποκάλυψη της ουσίας του οργανικού όλου.

Στο στάδιο που προηγείται της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, η σύνδεση των πλευρών του οργανικού όλου, στις περιπτώσεις που καταγράφεται, παρουσιάζεται κύρια σαν μια απλή συνύπαρξη των πλευρών του αντικειμένου ή σαν απλή διαδοχή τους, δηλαδή, κύρια, σαν εξωτερική σύνδεση των πλευρών του.

Στο στάδιο της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκρι­μένο υπερτερεί η απεικόνιση της εσωτερικής σχέσης, της εσωτερικής ενότητας των πλευρών, δηλαδή μιας τέτοιας σχέσης, όπου κάθε πλευρά της αποκτά συγκεκριμένη υπόσταση επειδή ακριβώς έχει τέτοια σχέση με τις άλλες πλευρές του οργανικού όλου.

Το συγκεκριμένο, σαν το αποτέλεσμα, το τελικό προϊόν της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αποτελεί ε­νότητα (και προπάντων εσωτερική ενότητα) διαφόρων ποικι­λόμορφων ορισμών του αντικειμένου.

Στην ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο υπερτερεί η σύνθεση. Όμως, όπως ήδη διαπιστώσαμε στο πρώτο στάδιο της ανάλυσης, όπου υπερτερούσε μεν η ανάλυση αλλά πραγματοποιούνταν μαζί με τη σύνθεση, έτσι και στην περί­πτωση της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, η σύνθεση, παρ’ όλο που υπερτερεί της ανάλυσης, πραγματοποι­είται μαζί της σαν μια ενότητα. Όπως ο καθορισμός της διαφο­ράς των επιμέρους πλευρών (ανάλυση) είναι αδύνατο να πραγ­ματοποιηθεί χωρίς τον καθορισμό των ομοιοτήτων ανάμεσα τους, έτσι και ο καθορισμός της ενότητας των πλευρών (σύνθε­ση) είναι αδύνατος χωρίς τον καθορισμό της διαφοράς ανάμε­σα στις πλευρές. Όμως, η υπεροχή άλλοτε της ανάλυσης, άλ­λοτε της σύνθεσης, είναι δυνατή, θα μπορούσαμε παραστα­τικά ίσως να φανταστούμε τη συνείδηση μας σαν ένα προ­βολέα, ο οποίος μπορεί να φωτίζει πότε τη μια και πότε την άλλη, έτσι ώστε τη μια φορά στο φωτισμένο τμήμα της να βρίσκεται η διαφορά των πλευρών και αντίστοιχα να συ­σκοτίζεται η σχέση τους, ενώ την άλλη φορά, αντίθετα, να φωτίζεται η ενότητα των πλευρών και να συσκοτίζεται η δια­φορά τους.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, η νόηση του ανθρώπου τόσο στο πρώτο, όσο και στο δεύτερο στάδιο, πραγματοποιείται σαν ενότητα αυτών των αντιθέτων, της ανάλυσης και της σύνθεσης. Εκτός όμως απ’ αυτό, τα ίδια αυτά στάδια συμπεριφέρονται μεταξύ τους σαν αντίθετα: στο πρώτο, υπερτερεί η ανάλυση ενώ στο δεύτερο, η σύνθεση. Συνολικά (α­ναφερόμαστε στη βασική κατεύθυνση της κίνησης της γνώ­σης) η απεικόνιση του οργανικού όλου πραγματοποιείται ελικοειδώς: αρχικά εμφανίζεται κάποια εικασία για το αντικείμε­νο, το οποίο γίνεται αντιληπτό, κύρια, σαν ένα αδιαφοροποίητο, αδιαίρετο όλο (παρά το γεγονός ότι κάποιες διαφορές των πλευρών του καταγράφονται κιόλας))· ύστερα απ’ αυτό, οι πλευ­ρές του αντικειμένου διαχωρίζονται και εξετάζονται χωριστά· τελικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι επιστρέφουμε στην αρ­χική, «ενιαία» μας αντίληψη για το αντικείμενο, όμως τώρα πλέον η νέα, ενιαία μας αντίληψη γι’ αυτό το αντικείμενο στη­ρίζεται στη γνώση των επιμέρους πλευρών του, καθώς επίσης και στη διαπίστωση της ενότητας των εσωτερικών σχέσεων των πλευρών του αντικειμένου.

Η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποτελεί το κύριο στάδιο στην απεικόνιση του οργανικού όλου, διότι σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο το κυριότερο πρόβλημα είναι η απο­κάλυψη των εσωτερικών σχέσεων, της εσωτερικής ενότητας των πλευρών του οργανικού όλου, δηλαδή, του συνόλου των νόμων και των νομοτελειών, της ουσίας του οργανικού όλου.

Στην ιστορία της ανθρώπινης γνώσης συναντάμε δυο εξαι­ρετικά τυπικές μορφές πλάνης που αφορούν τα παραπάνω στάδια της γνώσης. Το πραγματικό προτσές της γνώσης είναι πολύ περίπλοκο, δύσκολο και παρατηρείται ότι αυτές οι μορφές πλάνης, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να χαρακτη­ρίζουν – έστω και σε μη αναπτυγμένη μορφή – και την ατομική γνώση. Ο καλύτερος τρόπος υπερνίκησης αυτών των μορφών πλάνης στην ιστορία της ανθρώπινης γνώσης είναι η γνώση της ιστορίας και της ουσίας τους.

Ας αναφερθούμε στην πρώτη τυπική μορφή πλάνης. Το υποκείμενο της γνώσης αντιλαμβάνεται την κίνηση της γνώσης από τη χαοτική αντίληψη για το όλο, από το αισθητηριακό συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ξεκομμένα από την ανέλιξη της γνώσης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, μ’ άλλα λόγια, αντιλαμβάνεται την ανάλυση ξεκομμένα από τη σύνθεση και, στη συνέχεια, απολυτοποιεί την κίνηση της γνώσης από τη χαοτική αντίληψη για το όλο, από το αισθητηριακό συγκεκρι­μένο στο αφηρημένο, δηλαδή απολυτοποιεί την ανάλυση. Ε­μείς όμως είδαμε ότι αυτό το στάδιο της γνώσης προηγείται του δεύτερου και ότι μάλιστα το περικλείει μέσα του σαν δευτε­ρεύουσα, μη αναπτυγμένη πλευρά. Αν δείξουμε λογική συνέ­πεια στην περίπτωση της πλάνης αυτής θα καταλήξουμε σε μια χαοτική, άτακτη συσσώρευση γνώσεων, σε μια επιφανειακή προσέγγιση των αντικειμένων, των διαδικασιών, θα οδηγηθού­με τελικά στην άρνηση της ουσίας, στην άρνηση των εσωτερι­κών, μη διακρινόμενων στην επιφάνεια σχέσεων των αντικει­μένων, των διαδικασιών. Στο χώρο της πολιτικής οικονομίας, οι πιο χαρακτηριστικοί εκφραστές αυτής της μορφής πλάνης είναι οι θεωρητικοί της αγοραίας επιστήμης, ενώ στο χώρο της φιλοσοφίας είναι οι θεωρητικοί του θετικισμού.

Σχετικά τώρα με τη δεύτερη τυπική μορφή πλάνης. Σ’ αυτή την περίπτωση, η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποκόβεται από την αντίθετη κίνηση της γνώσης, η σύνθεση αποκόβεται από την ανάλυση, ενώ απολυτοποιείται η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, απολυτοποιείται, δη­λαδή, η σύνθεση. Αυτή η μορφή πλάνης παρουσιάστηκε στην πιο αναπτυγμένη και συνεπή έκφραση της στη λογική του Χέγκελ.

Ο Χέγκελ διατύπωσε πολλές μεγαλοφυείς υποθέσεις για τη θέση και το ρόλο της μεθόδου της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο στη σφαίρα της συνείδησης, για το μηχανι­σμό της κλπ. Όμως ο Χέγκελ συνέλαβε την ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο σαν τον μοναδικό τρόπο δημιουργίας της γνώσης, στερώντας έτσι την αντίθετη κίνηση της γνώσης από την πραγματική γνωσιολογική της σημασία.

Τι σημαίνει όμως αυτό και τι συνέπειες προκάλεσε; Η κί­νηση της γνώσης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο είναι κίνηση από τη ζωντανή εποπτεία προς τη σκέψη, την έννοια, αποτελεί, δηλαδή, μια διαδικασία σύγκρισης των σκέψεων με τα αισθητηριακά δεδομένα, με τη ζωντανή εποπτεία του πραγματικού αντικειμένου, ή αλλιώς, αποτελεί μια διαδικασία σύγκρισης των σκέψεων, των εννοιών με τα γεγο­νότα.

Αν τώρα στην πορεία της γνώσης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο αποστερήσουμε την πραγματική γνωσιολογική σημασία αυτής της διαδικασίας, ισχυριζόμενοι ότι μονάχα η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο α­ποτελεί πραγματική γνώση, αυτό σημαίνει ότι αποκόβουμε τη ροή της σκέψης από τη σύγκριση της με τα αισθητηριακά δε­δομένα, τα στοιχεία της ζωντανής εποπτείας, τα γεγονότα, πράγμα που ισοδυναμεί με την άποψη ότι η ανάπτυξη της σκέ­ψης δεν εξαρτάται από την πραγματική κατάσταση των γεγο­νότων.

Σε μια γενικότερη μορφή, η άποψη αυτή σημαίνει ότι η νόηση αποκόβεται από την αντικειμενική πραγματικότητα και απεικονίζεται σαν αυτοπαραγόμενη. Αυτό βέβαια δεν είναι τί­ποτε άλλο παρά ιδεαλισμός.

Η συνεπής, υλιστικοδιαλεκτική αντίληψη για τη μέθοδο της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο περιέχει α­παραίτητα τα εξής στοιχεία:

Κατά πρώτον, η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν είναι καθαρή αυτογένεση της σκέψης από τον ίδιο τον εαυτό της, αλλά είναι απεικόνιση του πραγματικού οργανικού όλου, του πραγματικού συγκεκριμένου.

Όσο πιο αναπτυγμένο είναι το πραγματικό συγκεκριμένο, τόσο περισσότερο, κατά φυσική συνέπεια, μπορεί να είναι ανα­πτυγμένη και η μέθοδος ανέλιξης από το αφηρημένο στο συ­γκεκριμένο. Στην ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμέ­νο, κατά κύριο λόγο, απεικονίζεται η ουσία, οι εσωτερικές σχέσεις του οργανικού όλου, αυτή δε η απεικόνιση κλιμακώνε­ται από την απλούστερη σχέση προς διαρκώς συνθετότερες σχέσεις αυτού του όλου.

Για να γίνει αυτή η μέθοδος κυρίαρχη μέθοδος απεικόνισης του οργανικού όλου, απαιτείται η πλήρης ωρίμανση του όλου αυτού ούτως ώστε να έχουν σαφώς σχηματιστεί οι πλευ­ρές του, οι σχέσεις του. Η απλούστερη σχέση του οργανικού όλου μπορεί να αποβεί πραγματικά απλή μόνο εφόσον αναπτυ­χθούν οι υπόλοιπες, συνθετότερεςς σχέσεις αυτού του όλου.

Κατά δεύτερον, η σωστή χρησιμοποίηση της μεθόδου α­νέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο υποχρεωτικά προϋποθέτει ότι η γνώση έχει ήδη προκαταρκτικά προδιαγρά­ψει την πορεία από τη χαοτική αντίληψη για το όλο, από το αι­σθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Αυτό ισχύει τόσο για την επιστήμη συνολικά, όσο και για το μεμονωμένο άτομο. Η επιστήμη, αντικείμενο της οποίας είναι ένα συγκεκριμένο οργανικό όλο, πρέπει πρώτα να διανύσει μία πορεία, στην οποία θα υπερτερεί η κίνηση της γνώσης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Το ίδιο συμβαίνει και με το με­μονωμένο άτομο, το οποίο πρέπει να είναι επαρκώς αναπτυγμέ­νο θεωρητικά, ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει συνειδητά τη μέθοδο ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κατά τη γνωστική διαδικασία εξέτασης του οργανικού όλου. Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο αναγκαίος όρος, το άτομο είναι υπο­χρεωμένο να διανύσει κατά την ανάπτυξη του το στάδιο εκείνο της γνωστικής διαδικασίας, στο οποίο υπερτερεί η κίνηση της γνώσης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο.

Τρίτον, και οι δύο κατευθύνσεις της κίνησης της γνώσης, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο και από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, πρέπει να παίρνονται πάντοτε στην ενότητα τους· σε κάθε όμως περίπτωση επιβάλλεται να α­ποσαφηνίζεται η υπεροχή πότε της μιας, πότε της άλλης κα­τεύθυνσης, στα διάφορα στάδια της γνωστικής διαδικασίας.

Ολοκληρώνοντας στο σημείο αυτό την ενότητα η οποία ήταν αφιερωμένη στην εξέταση της μεθόδου της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, πιστεύουμε ότι είναι σκόπι­μο, μετά το γενικό χαρακτηρισμό της, για άλλη μια φορά να θίξουμε το πρόβλημα που αφορά το μηχανισμό αυτής της κίνησης της γνωστικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας όμως τώρα πιο εξειδικευμένες κατηγορίες. Χωρίς αυτό το χαρακτηρισμό είναι αδύνατο να διατυπωθεί το πρόβλημα του συσχετισμού α­νάμεσα στο ιστορικό και στο λογικό με ακριβή και πλήρη τρόπο.

Πιστεύουμε ότι ο μηχανισμός ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποκαλύπτεται με τον πιο λεπτομερή και αυ­στηρό τρόπο μέσα από τον αλληλοσυσχετισμό και την αλληλοσύνδεση των τεσσάρων κατηγοριών της «επιφάνειας», της «ουσίας», του «φαινομένου», της «πραγματικότητας». Ο όρος «επιφάνεια» χρησιμοποιείται εδώ για να δηλώσει εκείνο το ε­πίπεδο κατανόησης του αντικειμένου, το οποίο εμφανίζεται α­μέσως με την πρώτη απεικόνιση του συγκεκριμένου αντικειμέ­νου στη νόηση. Σ’ αυτή τη βαθμίδα της νόησης, το αντικείμενο παρουσιάζεται κύρια σαν άμεσα δοσμένο.

Ας εξετάσουμε όμως στη συνέχεια ποιες είναι οι καθολικές στιγμές απεικόνισης στη νόηση δύο πλευρών του οργανι­κού όλου που αλληλεπιδρούν. Από πού ξεκινά η απεικόνιση; Αρχίζει από την απεικόνιση της πλευράς εκείνης που βρίσκε­ται στην επιφάνεια του αντικειμένου, όταν αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό.

Ο Μαρξ, στο Κεφάλαιο αρχίζει την εξέταση του εμπορεύματος από την αξία χρήσης, δηλαδή από εκείνη την πλευρά του εμπορεύματος, με τη βοήθεια της οποίας το εμπόρευμα, κατά κύριο λόγο, γίνεται αντιληπτό. Ο Μαρξ χαρακτηρίζει αυτή την πλευρά, βασικά, ανεξάρτητα από την άλλη πλευρά με την ο­ποία βρίσκεται σε αλληλεπίδραση.

Στη συνέχεια, ο Μαρξ αποκαλύπτει την εξωτερική σχέση της πρώτης, επιφανειακής, εξωτερικής πλευράς με την άλλη πλευρά. Στο Κεφάλαιο για παράδειγμα, δείχνει ότι η αξία χρή­σης, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις γίνεται ο φορέας της αξίας.

Μετά τον καθορισμό της εξωτερικής σχέσης της πρώτης πλευράς με τη δεύτερη, η σκέψη κινείται προς την αξιολόγηση της δεύτερης, εσωτερικής, πλευράς, αυτής καθαυτής, ενώ η δεύτερη πλευρά εξετάζεται (με τη σειρά της) ανεξάρτητα από την πρώτη. Έτσι ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, μετά την εξέταση της αξίας χρήσης του εμπορεύματος αυτής καθαυτής, και μετά τον καθορισμό της εξωτερικής σχέσης της με την αξία, συνεχίζει με τον ορισμό της αξίας αυτής καθαυτής, ανεξάρτητα από την αξία χρήσης. Η δεύτερη, η εσωτερική πλευρά της αλληλεπί­δρασης αποδεικνύεται ότι είναι η ουσία αυτής της αλληλεπί­δρασης. Μόνο απ’ αυτό το σημείο αρχίζει η διαδικασία της γνώσης της πραγματικής, εσωτερικής κίνησης του αντικείμε­νου. Το να φτάσουμε σ’ αυτή τη διαδικασία της γνώσης της ου­σίας του αντικειμένου σημαίνει να προσεγγίσουμε την απει­κόνιση των εσωτερικών του αντιφάσεων.

Αναφέραμε πιο πάνω ότι η δεύτερη πλευρά, η ουσία του αντικειμένου εξετάζεται τώρα αυτή καθαυτή, ανεξάρτητα από την πρώτη πλευρά. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι λησμονήσαμε τελείως αυτά που ήδη γνωρίσαμε σχετικά με την πρώτη πλευρά. Κατά τη διαλεκτική κίνηση της σκέψης, η προηγούμε­νη πορεία της γνώσης δεν εξαλείφεται εντελώς, αλλά διατη­ρείται σε μετασχηματισμένη μορφή. Στη δεύτερη πλευρά υπερ­βαίνεται η πρώτη, η οποία διατηρείται σαν στιγμή της δεύτε­ρης. Η ουσία του αντικειμένου είναι αντιφατική, δηλαδή το αντικείμενο, στην ουσία του, συσχετίζεται με τον εαυτό του ό­πως ακριβώς θα συνέβαινε με ένα άλλο, εξωτερικό προς αυτό, αντικείμενο.

Μόλις οριστεί η ουσία του αντικειμένου αυτή καθαυτή, η νόηση αρχίζει την αντίστροφη κίνηση: από την ουσία προς την επιφάνεια. Τώρα όμως η επιφάνεια γίνεται αντιληπτή μ’ έ­ναν άλλο τρόπο, μέσα από άλλες πτυχές, πλευρές, σε σύγκριση με την αρχική, φάση που δεν είχε ακόμα οριστεί η ουσία του α­ντικειμένου. Στη φάση αυτή, στην επιφάνεια του αντικειμένου παρουσιάζουν ενδιαφέρον εκείνες μόνο οι πλευρές της, με τη βοήθεια των οποίων «φωτίζεται», εκφράζεται η ουσία. Το σύ­νολο των πλευρών αυτών αποτελούν το φαινόμενο της ουσίας του αντικειμένου. Έτσι ο Μαρξ, σστην ανάλυση του εμπορεύμα­τος, αφού εξέτασε πρώτα την αξία χρήσης αυτή καθαυτή, μετά εξέτασε την εξωτερική σχέση της αξίας χρήσης με την αξία, μετά την ίδια την αξία αυτή καθαυτή, εκθέτει τελικά τη θεωρία του για τις μορφές, με τις οποίες εκδηλώνεται η αξία, μοιάζει δηλαδή, σαν να επιστρέφει πίσω στην αξία χρήσης, διότι η α­ξία εκδηλώνεται μονάχα μέσα από τις σχέσεις των αξιών χρή­σης των εμπορευμάτων.

Τέλος, ο Μαρξ διατυπώνει ειδικά την ενότητα φαινομένου και ουσίας, καθώς και τις μορφές αυτής της ενότητας. Η μορφοποιημένη ενότητα φαινομένου και ουσίας αποτελεί την πραγματικότητα. Να σημειωθεί ότι ο όρος «πραγματικότητα» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια της «ύλης», του «υπαρκτού», της «πραγματοποιημένης δυνατότητας» κλπ. Είναι δε πολύ σημαντικό να μη συγχέονται μεταξύ τους αυτές οι έν­νοιες.

Η σκέψη κατευθύνθηκε από το αντικείμενο, όπως το συνέλαβε στην επιφάνεια, προς το εσωτερικό του, και ύστερα ακολούθησε μια αντίστροφη πορεία. Για να αντανακλάσει την πραγματικότητα του αντικειμένου, η νόηση επέστρεψε στην ε­πιφάνεια, αλλά την επιφάνεια τώρα πλέον τη συλλαμβάνει δια­φορετικά, μέσα από το πρίσμα της ουσίας, και συνεπώς στη διαδικασία αυτής της επιστροφής της σκέψης στην επιφάνεια ανακαλύπτονται νέες πτυχές, πλευρές της επιφάνειας του αντι­κειμένου.

Εξετάζοντας την ουσία αυτή καθαυτή (από λογική άποψη, η κίνηση χαρακτηρίζεται σαν κίνηση από την ουσία προς το φαινόμενο και την πραγματικότητα), μπορούμε να καθορίσου­με σαν αντικείμενο ειδικής εξέτασσης τις εσωτερικές συνάφειες και σχέσεις. Στην κίνηση της σκέψης από την επιφάνεια προς την ουσία, σε πρώτο πλάνο, δεσπόζει η ανάλυση των εξωτερι­κών συναφειών και σχέσεων.

Όμως αυτό δεν είναι μια ολοκληρωμένη διατύπωση της γνωστικής διαδικασίας στη φάση αυτή, διότι η νόηση κινείται συνέχεια προς αντίθετες κατευθύνσεις και δημιουργείται σαν ε­νότητα αντιθέτων. Έτσι, στην πορεία της κίνησης της νόησης από την επιφάνεια προς την ουσία, υπάρχει ταυτόχρονα, αν και δεν είναι κυρίαρχη, και η αντίθετη κίνηση της σκέψης, σαν δευτερεύουσα τάση. Ο Μαρξ ορίζει την αξία χρήσης πριν ορί­σει την αξία, έχοντας βέβαια υπόψη του τη συνάφεια της με την αξία, χωρίς όμως να εξετάζει ακόμα αυτή την ίδια τη συνάφεια. Κατά τον ορισμό της αξίας χρήσης αυτής καθαυτής, ξεχωρίζει μόνο το στοιχείο εκείνο που είναι σημαντικό για την ανταλλα­γή των εμπορευμάτων. Κάθε εμπορευματοπαραγωγός, για να είναι σε θέση να ανταλλάξει το εμπόρευμα του και να αποκτήσει ένα άλλο, ενδιαφέρεται μονάχα για την ικανότητα του εμπο­ρεύματος να ικανοποιεί τις ανάγκες του· αδιαφορεί για το πώς ανακαλύφθηκε και πώς δημιουργήθηκε η αξία χρήσης του ε­μπορεύματος του άλλου εμπορευματοπαραγωγού κλπ. Ο Μαρξ, ορίζοντας την αξία χρήσης αυτή καθαυτή, αποσπάται από τις αιτίες εμφάνισης των αναγκών, από τον τρόπο που το συγκε­κριμένο αντικείμενο ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες. Δεν διευκρινίζει προς το παρόν γιατί ξεχωρίζει το ένα και γιατί α­φήνει το άλλο, παρά μονάχα αργότερα, όταν ερευνά τον ειδικό χαρακτήρα της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, ο αναγνώστης μπορεί να βρει τις αναγκαίες γι’ αυτά διευκρινίσεις.

Συνεπώς, εδώ η σκέψη οδηγείται από την επιφάνεια προς την ουσία και από την ουσία στην επιφάνεια, παρά το γεγονός ότι υπερέχει η πρώτη κατεύθυνση στην κίνηση της σκέψης. Στην κατεύθυνση της σκέψης από την ουσία προς το φαινόμενο και την πραγματικότητα, η εικόνα μεταβάλλεται στο τελείως αντίθετο: υπερτερεί η κίνηση από την ουσία προς το φαινόμενο και την πραγματικότητα, ενώ η κίνηση της σκέψης από την ε­πιφάνεια προς την ουσία διατηρείται σαν δευτερεύουσα τάση.

Η ολοκλήρωση της θεωρητικής απεικόνισης του οργανικού όλου πρέπει ταυτόχρονα να είναι μια κίνηση με κατεύθυνση προς τα μπρος, ενώ θα δίνει την εντύπωση της κίνησης επαναφοράς προς τα πίσω, στην αφομοιωμένη πλέον γνώση για το οργανικό όλο.

Η μέθοδος της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση, παρά μόνο στη φάση εκείνη, που τα διάφορα στοιχεία της ανάπτυξης ωρίμα­σαν. Στην πιο πλήρη, στην κλασική της μορφή, η μέθοδος της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι η νοητική απεικόνιση του ώριμου σταδίου της διαδικασίας της εξέλιξης, η οποία αποτελεί ένα οργανικό όλο.

Διατυπωμένο κατ’ αυτό τον τρόπο, το πρόβλημα της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποδεικνύεται ότι είναι πρόβλημα του ιστορικού και του λογικού, δηλαδή πρό­βλημα της πραγματικής διαδικασίας της ανάπτυξης (ιστορικό) και της απεικόνισης της στη νόηση (λογικό).

Το πραγματικό οργανικό όλο αναπτύσσεται.

Ποια είναι όμως τα στάδια ανάπτυξης του πραγματικού οργανικού όλου και ποια είναι τα στάδια της γνώσης που καθορί­ζονται υποχρεωτικά απ’ αυτά;

Το οργανικό όλο δεν σχηματίζεται αυτόματα. Αρχικά εμφανίζονται οι προϋποθέσεις γένεσης του αντικειμένου, είναι η αρχή του αντικειμένου, κατά την οποία το αντικείμενο σαν τέτοιο δεν υπάρχει ακόμα. Για παράδειγμα, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις εμφανίζονται ιστορικά πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού.

Στην επόμενη βαθμίδα ή στάδιο ανάπτυξης του οργανικού όλου, για πρώτη φορά σχηματίζεται ουσιαστικά το ίδιο το α­ντικείμενο. Είναι το στάδιο της πρωταρχικής εμφάνισης του συγκεκριμένου οργανικού όλου. Για παράδειγμα, η πρωταρχι­κή εμφάνιση του καπιταλισμού εδραιώνεται ιστορικά με την εμφάνιση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη». Πρωταρχική εμφάνιση σημαίνει πως εμφανίζεται καθαυτό το δοσμένο οργα­νικό όλο, το δοσμένο αντικείμενο καθαυτό.

Μετά την πρωταρχική του εμφάνιση το νέο οργανικό όλο αρχίζει να μετασχηματίζει το παραδοσιακό σύστημα, από το ο­ποίο και στη βάση του οποίου αναδύθηκε. Αυτή είναι η διαδικασία της δημιουργίας του νέου οργανικού όλου.

Η ολοκλήρωση του μετασχηματισμού της παραδοσιακής βάσης από το δημιουργούμενο νέο οργανικό όλο αποτελεί το στάδιο της ωριμότητας αυτού του νέου οργανικού όλου. Σ’ αυτή τη βαθμίδα ανάπτυξης διακρίνονται καθαρά οι αντιφάσεις, οι οποίες οδηγούν στο μετασχηματισμό του νέου οργανικού όλου σε ένα άλλο αντικείμενο.

Αυτά είναι τα κύρια στάδια, οι βαθμίδες της προοδευτικής ανάπτυξης του αντικειμένου, το οποίο εμφανίζεται σαν οργανι­κό όλο. Σ’ αυτά τα στάδια (βαθμίδες) ανάπτυξης του αντικειμένου αντιστοιχούν κατ’ ανάγκη συγκεκριμένα στάδια (βαθμίδες) της γνώσης που προσδιορίζονται με σαφήνεια.

Τα στάδια ανάπτυξης του μη ώριμου οργανικού όλου αναπαράγονται, κύρια, με τη βοήθεια της κίνησης της γνώσης από τη χαοτική αντίληψη για το όλο, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ενώ η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Στην περίπτωση όμως της διαδικασίας απεικόνισης του ώριμου οργανικού όλου, η εικόνα γίνεται τελείως αντίθετη, διότι τώρα υπερτερεί η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, ενώ η κίνηση από τη χαοτική αντίληψη για το όλο, από το αισθητηριακό συγκεκρι­μένο προς το αφηρημένο αποτελεί μια δευτερεύουσα τάση.

Η ωριμότητα του οργανικού όλου αποτελεί ένα στάδιο στη διαδικασία της εξέλιξης του. Το παρελθόν δεν διατηρείται πλήρως μέσα στο παρόν, όμως δε χάνεται και τελείως, αλλά διατηρείται μέσα στο παρόν με μετασχηματισμένη μορφή. Το παρόν μεταβάλλεται, αναπτύσσεται και γι’ αυτό, έτσι κι αλ­λιώς, περικλείει μέσα του σπέρματα του μέλλοντος, μετατρέπε­ται σε μέλλον.

Γι’ αυτόν το λόγο, σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη, η ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο πρέπει να απο­τελεί μια τέτοια απεικόνιση του υπάρχοντος σταδίου της εξέλι­ξης, μια τέτοια απεικόνιση του παρόντος, ώστε αυτή η απεικόνι­ση να αποτελεί και απεικόνιση του παρελθόντος και απεικόνι­ση του μέλλοντος μέσα στο παρόν.

Το ώριμο στάδιο εξέλιξης του οργανικού όλου αναπαράγεται νοητικά διαμέσου της κίνησης της νόησης από την επι­φάνεια προς την ουσία, και από την ουσία προς το φαινόμενο και την πραγματικότητα του οργανικού όλου. Αυτή η κίνηση της σκέψης δεν είναι μόνο αναπαραγωγή του υπάρχοντος οργα­νικού όλου, αλλά είναι επίσης και η ιστορία του γίγνεσθαι του, με τη μορφή της διαλεκτικής άρνησης.

Στην κίνηση της νόησης από την επιφάνεια προς την ου­σία, απεικονίζεται, μέσα στα πλαίσια της διαλεκτικής άρνη­σης, το ιστορικό προτσές σχηματισμού των προϋποθέσεων και της πρωταρχικής εμφάνισης του δοσμένου οργανικού όλου, στη δε κίνηση από την ουσία προς το φαινόμενο και την πραγ­ματικότητα εξετάζεται, σε μετασχηματισμένη μορφή, το προ­τσές της ριζικής αλλαγής της παλιάς, παραδοσιακής βάσης, από το νέο οργανικό όλο, που έχει ήδη εμφανιστεί. Για παρά­δειγμα, ο Μαρξ στο Κεφάλαιο αρχικά χαρακτηρίζει το εμπό­ρευμα, το χρήμα, τη μεταμόρφωση του χρήματος σε κεφάλαιο. Λογικά αυτό αποτελεί πορεία από την επιφάνεια του κεφαλαί­ου προς την ουσία του, όμως ταυτόχρονα εδώ, με τη μορφή της διαλεκτικής άρνησης, παρουσιάζεται η ιστορική εξέλιξη των προϋποθέσεων του κεφαλαίου και της εμφάνισης του.

Το παρελθόν δεν μετασχηματίζεται μόνο, αλλά διατηρείται ταυτόχρονα μέσα στο παρόν με μετασχηματισμένη μορφή. Το παρόν δεν αντιστοιχεί στο παρελθόν με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να στερεί το παρελθόν από κάθε ίχνος αυτοτέλειας. Μ’ αυτό τον τρόπο καταλάβαινε τη σχέση του παρελθόντος και του παρόντος ο Χέγκελ. Χρησιμοποιιώντας αυτή την αντίληψη στην εξέταση της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, αυτό σήμαινε ότι το παρελθόν έχανε κάθε αυτοτελή σημασία και μ’ αυτό τον τρόπο, το παρόν αποκτούσε το χαρακτήρα του σκο­πού της ιστορίας. Σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη, το πα­ρελθόν σε καμιά περίπτωση δεν εξαφανίζεται πλήρως και από­λυτα μέσα στο παρόν, όπως επίσης και το μέλλον δεν ανάγεται πλήρως στο παρόν.

Γι’ αυτόν το λόγο και κατά τη νοητική απεικόνιση του ώριμου οργανικού όλου πρέπει να υπάρχουν τρεις σχετικά αυτοτελείς σπείρες ελικοειδούς κίνησης της σκέψης, στις οποίες δεν αντανακλάται μονάχα το παρόν, αλλά και το παρελθόν και το μέλλον, στα πλαίσια της σχετικά ανεξάρτητης ύπαρξης τους μέσα στο παρόν. Στη λογική του <Κεφαλαίου απεικονίζεται η επιφάνεια του κεφαλαίου (εμπορευματοχρηματικές σχέσεις), η ουσία του κεφαλαίου (παραγωγή υπεραξίας), το φαινόμενο του κεφαλαίου (κυκλοφορία του κεφαλαίου), η πραγματικότητα του κεφαλαίου (μορφές ενότητας των προτσές παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου). Εκτός απ’ αυτό, υπάρχει ακόμα και η εξέταση της επιφάνειας, της ουσίας και της πραγματικό­τητας του εμπορεύματος, καθώς επίσης και ο χαρακτηρισμός των προϋποθέσεων εμφάνισης του νέου τρόπου παραγωγής (ποιότητα, ποσότητα, μέτρο άρνησης του κεφαλαίου – εδώ δεν υπάρχει ουσία κλπ. διότι η ουσία του νέου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής δεν γεννιέται ακόμα).

Η σωστή λύση των παραπάνω προβλημάτων επιτρέπει να κατανοήσουμε το οργανικό όλο, θα λέγαμε, στη ρίζα του. Η τέτοια όμως κατανόηση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά απαιτεί­ται για το συνειδητό, ριζικό, πρακτικό μετασχηματισμό του γνωστικού αντικειμένου, για τη διεύθυνση της ανάπτυξης του οργανικού όλου.

Στη συνέχεια της εργασίας μας, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τις δυνατότητες εφαρμογής της μεθοδολογίας που εξετάσαμε πιο πάνω συνοπτικά κατά τη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας.

Αν η κοινωνία αποτελεί ένα οργανικό όλο (σχετικά μ’ αυτό θα αναφερθούμε σε επόμενο κεφάλαιο), τότε πρέπει να την εξετάσουμε με τη μέθοδο της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, πράγμα που σημαίνει πως επιβάλλεται να αρχίσουμε από την απλούστερη σχέση και να οδηγηθούμε προς ολοένα συνθετότερες σχέσεις, να αρχίσουμε από την επιφάνεια, να κινηθούμε προς την ουσία κλπ.

Η μελέτη της κοινωνίας με τη βοήθεια της μεθόδου της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο και σε ενότητα με τη λογική και ιστορική εξέταση μας προσφέρει τη μοναδι­κή δυνατότητα να αναδείξουμε με συνέπεια και βαθύτητα τις ε­σωτερικές συνάφειες διάφορων πλευρών, διαφόρων σφαιρών της ζωής στην κοινωνία. Αυτό, με τη σειρά του, έχει τεράστια πρακτική σημασία, διότι αποτελεί την απαραίτητη θεωρητική προϋπόθεση διεύθυνσης της κοινωνικής ζωής στο σύνολο της.

[3] Β. Ι. Λένιν, «Τι είναι οι «φίλοι του λαού»…», Άπαντα, τόμ. 1, σελ. 139.

[4] Κ. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Έργα, τόμ. 13, σελ. 497 >(ρωσική έκδοση).

[5] Στο ίδιο, σελ. 494.

[6] Βλ. Β. Α. Βαζιούλιν, Η λογική τον «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ, Μόσχα, 1968 (στα ρωσικά).

[7] Κ. Μαρξ, Οικονομικά χειρόγραφα 1857-1859, Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Έργα, τόμ. 46, μέρ.1, σελ. 36-37 (ρωσική έκδοση).

[8] Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μαρξ διέκρινε τους κλασικούς θεωρητικούς της αστικής πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι έτειναν προς μια νηφάλια και ακριβή έρευνα του αστικού πλούτου, από τους αγοραίους αστούς οικονομολόγους, από τους αδιάντροπους απο­λογητές της αστικής κοινωνίας

View this document on Scribd

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s