Η γενιά μας, τα Ξύλινα Σπαθιά και οι παρακινήσεις του Λένιν.

του Θάνου Ανδρίτσου

Η γενιά μας, τα Ξύλινα Σπαθιά και οι παρακινήσεις του Λένιν.

Στον Γιάννη και τη Σοφία.

Είναι οι μέρες και τα γεγονότα, οι μαζεμένες χαρές και λύπες συνδυαζόμενες ταυτόχρονα, που εντείνουν την έμφυτη μελαγχολική αισιοδοξία μου και με επαναφέρουν σε ένα ακόμα, από τα ίσως πλαδαρά συναισθηματικά κείμενα. Πάνω από όλα είναι, οι σκέψεις, με αφορμή τη μεγάλη χαρά που μοιραζόμαστε αρκετοί αυτές τις μέρες με δύο πολύ καλούς φίλους και συντρόφους μας, στους οποίους αφιερώνεται και το μικρό αυτό κείμενο, μαζί με ευχές για να περάσουν πολλά καλά χρόνια αυτοί και όσες νέες ζωές φέρουν στον κόσμο.

Είναι μια χαρά που, μέσα στην καταχνιά που μας περιτριγυρίζει, εμφανίζεται και σαν τόλμη, δύναμη και αισιοδοξία για μια ολόκληρη γενιά, τους σημερινούς νέους ανθρώπους, στην Ελλάδα του μνημονίου. Και πάντοτε μου άρεσαν τα ηρωικά κελεύσματα γενεών. Πάντοτε πίστευα, έτσι μου άρεσε να πιστεύω, ότι θα είμαι κομμάτι μιας γενιάς που είναι προορισμένη για κάτι μεγάλο. Γνωρίζω καλά, ότι μια γενιά δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, ότι σε κάθε μια υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι και τέτοια. Το θέμα δεν είναι τι σημαίνουν όλα αυτά, ούτε αν θα όντως θα συμβεί αυτό, αλλά αν είσαι αποφασισμένος ότι αυτός πρέπει να είναι ο δρόμος.

Και πάντα μέχρι τώρα σκεφτόμαστε ότι οι δικές μας περιπέτειες δεν είναι τόσο ηρωικές όσο άλλων εποχών. Οι νίκες και οι ήττες μας πιο χλιαρές. Συγκρίνεται ο Μάης- Ιούνης με το Πολυτεχνείο; Συγκρίνεται ο Δεκέμβρης του 2008 με αυτόν του 44; Ψιθυρίζαμε συχνά για την εποχή μας που έρχεται, για τα μεγάλα που κυοφορούνται, αλλά τι σήμαιναν; Πως θα μετέβαλλαν τις καθημερινότητες μας;

Ίσως πάλι να μας έπιανε καμιά φορά αυτό που περιγράφει στην τελευταία του ταινία ο Γούντυ Άλεν. Αυτή η μανία μιας χρυσής εποχής, που πάντοτε βρίσκεται πριν από εσένα, και οι προηγούμενοι την όριζαν και αυτοί παλαιότερα, και πάει λέγοντας.

Όπως και να έχει όμως, έτσι μεγαλώσαμε χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες ίσως άνθρωποι. Άλλοι μαζί, άλλοι λίγο πιο δίπλα, άλλοι παρόμοιοι, άλλοι συχνά απέναντι. Αλλά πολλοί αρκετά κοντά. Με τα δικά μας και τα παλαιότερα διαβάσματα, με τις δικές μας και τις παλαιότερες αφηγήσεις, με τους δικούς μας και τους παλαιότερους ήρωες, με τα δικά μας και τα παλαιότερα τραγούδια. Με μια πραγματική ή και φανταστική ιστορία για μια τοποθέτηση που κάπου μπορεί να έγινε, για ένα ξύλο που κάποτε μπορεί να έπεσε, για μια ηρωική στιγμή που σίγουρα ο καθένας είχε κάποτε. Με στιγμές και ανθρώπους που μας έκαναν αυτό που ήμαστε, με φίλους και συντρόφους που καμιά φορά αποχαιρετίσαμε πρόωρα από τη ζωή μας. Με κουβάδες αγώνων, πιτσιλιές θεωρίας, με πολλά πολλά τραπέζια, καρέκλες, αμφιθέατρα, τσιγάρα.

Και φτάνει όμως η στιγμή που μας κάλεσε, σαν γενιά, η ιστορία. Και, όπως πάντοτε συμβαίνει, όταν σε καλεί η ιστορία είναι μάλλον για κακό, είσαι απροετοίμαστος και απρόθυμος. Και σκέφτεσαι: μα εγώ, τι έζησα; Σε μένα έπεσε το βάρος; Και όλα γύρω σου λένε ναι. Και βλέπεις τη γενιά σου να διαλύεται, να φεύγει, να προσπαθεί, να αποτυγχάνει, να ξαναπροσπαθεί. Και ίσως εκεί, είναι η ώρα της λιποταξίας, καμιά φορά ερχόμενη με το φόρεμα των αντικειμενικών συνθηκών, συχνά χωρίς να το πολυκαταλάβεις.

Όμως υπάρχει ο άλλος δρόμος, σίγουρα. Σκέφτομαι συχνά, ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε μια πολύ σοβαρή συζήτηση που επιδίωκε να αναιρέσει άλλοτε τον ντετερμινισμό της ορθόδοξης λογικής για τη νίκη που σίγουρα θα έρθει κάποια στιγμή, άλλοτε το θετικισμό, άλλοτε την αισιόδοξη αφέλεια ή τον βερμπαλισμό. Ο Ζίζεκ περιέγραφε ότι δεν μπορούμε πια να υποστηρίζουμε ότι το μέλλον θα μας δικαιώσει, αντιθέτως πρέπει να αποφασίσουμε ότι το μέλλον είναι μια ολοκληρωτική καταστροφή και μόνο τότε ίσως καταφέρουμε να το αποτρέψουμε. Με ενδιαφέρουν πολύ αυτές οι σκέψεις, δεν θα ήθελα να τις συζητήσουμε εδώ.

Αυτό που περισσότερο με ενδιαφέρει είναι μια αρνητική εκτροπή αυτών. Όταν η αφελής αισιοδοξία γίνεται συνειδητή απαισιοδοξία. Και αυτή συνειδητή παραίτηση. Και υπάρχει βέβαια η παθητική παραίτηση, υπάρχει και η αγωνιστική παραίτηση. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο αν αγωνίζεσαι, είναι και τι περιμένεις από αυτόν τον αγώνα, είναι αν έχεις στο μυαλό σου ότι θα νικήσεις κιόλας. Είναι τελικά πόσο δίνεσαι στο σκοπό σου συνολικά. Αφού πλέον απελευθερώθηκε η ιστορία, και όσο μπορεί να δικαιώσει εμένα άλλο τόσο μπορεί να δικαιώσει τον Παπαδήμο, τότε πρέπει και εγώ να μπορώ να απελευθερωθώ από το χρέος μου προς αυτήν. Και έτσι, μπορώ να αγωνίζομαι, αλλά σίγουρα θα χάσω. Φταίνε τα πάντα, ο ένας, ο άλλος, εγώ, οι συνθήκες, το υποκείμενο, δεν είναι ακόμα η στιγμή, ή είναι η στιγμή πάντα αλλά πάντα είναι καταδικασμένη να χάσει. Ή επίσης, το στοίχημα δεν κρίνεται τώρα, κρίνεται αύριο, μεθαύριο, σε ένα χρόνο, σε δέκα χρόνια.

Για άλλη μια φορά σαν να μου φαίνεται πιο ενδιαφέρουσα η –υποτίθεται- παλιά αφέλεια. Οκ, έτσι είναι οι συνθήκες και να συζητήσουμε πόσα πολλά πρέπει να γίνουν. Αλλά ναι ρε γαμημένοι, η ιστορία θα μας δικαιώσει και το μέλλον θα είναι κόκκινο. Δεν κατάλαβα, όσο μέντιουμ δεν είμαι εγώ, άλλο τόσο δεν είναι κανένας. Έτσι λοιπόν δικαιούμαι να σκέφτομαι έτσι. Και αφού το κάνω αυτό, δικαιούμαι και να δω όλες τις περασμένες μου στιγμές, τις τωρινές και τις επόμενες, σαν ιστορικές.

Και αυτές τις στιγμές θυμηθήκαν πολλοί, πάλι πρόσφατα. Και βέβαια όλοι καταλαβαίνουν ότι δεν είναι οι μοναδικοί που τις έζησαν, πως και προηγούμενοι και επόμενοι τις έζησαν και αυτοί. Το πιο φοβερό όμως είναι ότι οι στιγμές αυτές είναι ακόμα ζωντανές, όχι σαν τις όμορφες αναμνήσεις που «τις θυμόμαστε σαν χθες». Σιγά δεν μας πήραν και τα χρόνια. Είναι εδώ γιατί περιλαμβάνονται ακόμα στην καθημερινότητά μας. Και ίσως να τις επαναλαμβάνουμε με κοντύτερα μαλλιά, με διαφορετικά ρούχα, με μεγαλωμένα πρόσωπα, με περισσότερα κιλά και πλάι σε καινούργιους συχνά ανθρώπους, αλλά σίγουρα επαναλαμβάνονται με την ίδια περηφάνια και χαρά. Μια φωτογραφία με μια ντουντούκα, με ένα μικρόφωνο σε κάποιο αμφιθέατρο, με μια παρέα σε μια παραλία, λίγο μεθυσμένοι σε ένα πάρτι. Είναι εδώ ανακατεμένες με νέες εικόνες. Και μαζί τους είναι τραγούδια, βιβλία, ταινίες. Που αποκτούν άλλο νόημα.

Οι καλοί μας φίλοι και σύντροφοι, αποφάσισαν να είναι μαζί και να φέρουν στον κόσμο ένα κομμάτι από μια νέα γενιά. Αυτοί, που είναι μέσα στους καλύτερους που έβγαλε η νέα γενιά, αυτοί που όλο μιλάνε για τη νέα γενιά, θα φέρουν στο φως μια ακόμα πιο νέα γενιά. Δεν έκαναν κάτι πρωτοφανές. Εκατομμύρια, εκατομμυρίων έκαναν το ίδιο πριν από αυτούς και το κάνουν ακόμα. Όμως στο μυαλό μου φαίνεται ακαταμάχητο, επαναστατικό, ιστορικό. Γιατί ξεγελούν την ιστορία και στέκονται πάνω από την μαυρίλα, την κατήφεια, την λιποψυχία. Λένε δυνατά: Όχι, εμείς είμαστε εδώ, σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, σε αυτή τη στιγμή του ρολογιού. Αυτό μας έλαχε, δεν το επιλέξαμε, ούτε θα αποχωρήσουμε για να το αποφύγουμε. Σε αυτόν τον τόπο, σε αυτή τη στιγμή, σε αυτή τη γενιά, εμείς θα ζήσουμε και θα φτιάξουμε τη ζωή μας, και θα φτιάξουμε και τη ζωή των νεώτερων. Και δεν κουλουριαζόμαστε αναζητώντας μια οικογενειακή γαλήνη, αλλά στεκόμαστε ολόρθοι μπροστά στις ευθύνες και τα προσωπικά και συλλογικά μας καθήκοντα.

Πώς να μην αισθανόμαστε χαρούμενοι και περήφανοι που βρισκόμαστε δίπλα τους; Πώς να μην αναγνωρίσουμε ότι αυτή η δήλωση είναι ένα μάθημα ζωής πλάι στα καθημερινά μαθήματα αγώνα που μας έδωσαν τόσα χρόνια, που δεν αφορά μόνο τους χιλιάδες αγωνιστές του κινήματος και της Αριστεράς, αλλά και ολόκληρες γενιές νέων ανθρώπων;

Αυτές οι γενιές που πάντα θα θυμούνται και θα τραγουδάνε με δυνατές κραυγές, τόσα χρόνια μετά, την Αδρεναλίνη και θα καταλαβαίνουν καλύτερα το στίχο.

«Θες να με κάνεις να πιστέψω πως τελείωσαν όλα κι ήρθε ο καιρός. Να την ξεχάσω τη ζωή και να ξυπνάω κάθε μέρα νεκρός. Όσο κι αν το θέλεις δεν μπορείς. Ταξίδι στο κέντρο της γης.»

Έτσι είναι. Μήπως αυτή δεν είναι η πορεία; Μια ολόκληρη γενιά ξυπνάει κάθε μέρα νεκρή, στην Αθήνα ή σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, πηγαινοέρχεται άσκοπα, αναζητά κάπου να ακουμπήσει, κάνει να ονειρευτεί και της βγαίνει πάντα εφιάλτης. Όμως όχι, πρέπει να ονειρεύεται και πρέπει να σταματήσει να μοιρολογεί και να αναλάβει το καθήκον που τις ανατέθηκε από την ιστορία. Θα το φέρει εις πέρας; Μπορεί και όχι, μπορεί και να είναι οι επόμενοι που θα το κάνουν. Πώς όμως θα είναι κάθε γενιά καλύτερη από την προηγούμενη όταν υπάρχει το κενό της συνθηκολόγησης και της παραίτησης; Για αυτό χαιρόμαστε τόσο πολύ, για αυτή την ιαχή πίστης και ελπίδας που γέμισε αισιοδοξία την ψυχή μας.

Και για αυτό θυμόμαστε για άλλη μια φορά το Λένιν, που μίλησε για κάτι παρόμοιο έναν ακριβώς αιώνα πίσω. Όταν τότε, καλούσε τους εργάτες να αρνηθούν τα απαισιόδοξα νεομαλθουσιανά καλέσματα της αστικής τάξης για την αναπόφευκτη εξαθλίωση κάποιος θα θεωρούσε ότι είναι αφελής. Τέσσερα χρόνια μετά έγινε η Οκτωβριανή επανάσταση.

 

Β.Ι. Λένιν: Η εργατική τάξη και ο νεομαλθουσιανισμός

Στο Ιατρικό Συνέδριο του Πιρογκόφ  υπήρξε έντονο ενδιαφέρον και μια μεγάλη διαμάχη γύρω από το ζήτημα των αμβλώσεων. Η αναφορά έγινε από τον Lichkus, ο οποίος παρέθεσε στοιχεία για την εξαιρετικά διαδεδομένη πρακτική της εξόντωσης του εμβρύου στις σύγχρονα επονομαζόμενα πολιτισμένα κράτη.

Στην Νέα Υόρκη έγιναν 80.000 εκτρώσεις μέσα σε ένα χρόνο και στη Γαλλία γίνονται 36.000 κάθε μήνα. Στην Αγία Πετρούπολη το ποσοστό των αμβλώσεων έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα σε πέντε χρόνια.

Το Συνέδριο του Πιρογκόφ εξέδωσε μια απόφαση η οποία έλεγε ότι δεν θα πρέπει ποτέ να υπάρχει ποινική δίωξη της μητέρας για την εκτέλεση μιας τεχνητής άμβλωσης και πως οι γιατροί θα πρέπει να διώκονται ποινικά  αν η επέμβαση για «σκοπούς κέρδους».

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης η πλειοψηφία συμφώνησε ότι οι αμβλώσεις δε θα πρέπει να είναι αξιόποινη πράξη και όπως είναι φυσικό εθίγει και το ζήτημα του Νέο-μαλθουσιανισμού (χρήση αντισυλληπτικών)  καθώς και η κοινωνική πλευρά του θέματος. Ο κ. Vigdorchik,  για παράδειγμα, είπε ότι σύμφωνα με μια έκθεση στην Russkoye Slovo[1] «τα αντισυλληπτικά μέτρα θα πρέπει να είναι καλοδεχούμενα» και ο κ. Astrakhan μέσα από εκκωφαντικό χειροκρότημα αναφώνησε:

«Πρέπει να πείσουμε τις μητέρες να φέρουν τα παιδιά τους στον κόσμο έτσι ώστε αυτά να μπορούν να ακρωτηριαστούν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, να αντληθούν πολλά από αυτά, έτσι ώστε να μπορούν να οδηγηθούν στην αυτοκτονία!»

Αν οι αναφορές είναι αληθινές ότι το επιφώνημα αυτό του κ. Astrakhan έγινε δεκτό με εκκωφαντικό χειροκρότημα, είναι ένα γεγονός που δε με ξαφνιάζει. Το κοινό αποτελούνταν από αστούς, μεσαίους και μικροαστούς, οι οποίοι έχουν την ψυχολογία των Φιλισταίων. Τι μπορείς να περιμένεις από αυτούς πέρα από τον πιο κοινότυπο φιλελευθερισμό;

Από την πλευρά της εργατικής τάξης παρ’ όλα αυτά θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μια πιο εύστοχη έκφραση για να περιγράψει την εντελώς αντιδραστική φύση και την ασχήμια του «κοινωνικού νέο-μαλθουσιανισμού» από αυτή του κ. Astrakhan.

«Να φέρουν τα παιδιά τους στον κόσμο έτσι ώστε αυτά να μπορούν ακρωτηριαστούν…»  Μόνο για αυτό; Γιατί όχι για να πολεμήσουν καλύτερα, πιο ενωμένα, συνειδητά και αποφασισμένα από ότι πολεμάμε ενάντια στις σημερινές συνθήκες ζωής που ακρωτηριάζουν και καταστρέφουν τη γενιά μας;

Αυτή είναι η ριζοσπαστική διαφορά που διαχωρίζει την ψυχολογία του αγρότη, του τεχνίτη, του διανοούμενου, του μικροαστού γενικότερα από αυτή του προλετάριου. Ο μικροαστός βλέπει και αισθάνεται ότι οδεύει προς την καταστροφή, ότι η ζωή γίνεται όλο και πιο δύσκολη, ότι η μάχη για την επιβίωση είναι τώρα πιο αδίστακτη από ποτέ και ότι η θέση η δική του και της οικογένειας του γίνεται όλο και πιο απελπιστική. Είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο μικροαστός διαμαρτύρεται εναντίον αυτού.

Αλλά πως διαμαρτύρεται;

Διαμαρτύρεται ως ο εκπρόσωπος μιας τάξης που αργοσβήνει χωρίς ελπίδα, που απελπίζεται για το μέλλον της, που είναι θλιμμένη και δειλή. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να γίνει… αν υπήρχαν τουλάχιστον λιγότερα παιδιά να υποφέρουν τα βάσανα και το σκληρό μας μόχθο, τη φτώχεια και την ταπείνωση μας-αυτή είναι η κραυγή των μικροαστών.

Ο ταξικά συνειδητός εργάτης απέχει πολύ από αυτή την αντίληψη. Δεν θα επιτρέψει την συνείδηση του να παρασυρθεί από τέτοιες κραυγές, όσο ειλικρινείς και εγκάρδιες κι αν είναι. Ναι εμείς οι εργάτες και η πλειονότητα των μικρό-ιδιοκτητών ζούμε μια ζωή που είναι γεμάτη με αβάσταχτη καταπίεση και βάσανα. Τα πράγματα είναι δυσκολότερα για τη γενιά μας από ότι ήταν για τους πατεράδες μας. Αλλά από μια άποψη είμαστε πιο τυχεροί από τους πατεράδες μας. Έχουμε ξεκινήσει να μαθαίνουμε και ήδη μαθαίνουμε ταχύτατα να πολεμάμε– και να πολεμάμε όχι σαν άτομα, όπως οι καλύτεροι από τους πατέρες μας πολέμησαν, όχι για τα συνθήματα των αστών ρητόρων που είναι ξένα σε μας, αλλά για τα δικά μας συνθήματα, τα συνθήματα της τάξης μας. Πολεμάμε καλύτερα απ’ ότι πολέμησαν οι πατεράδες μας. Τα παιδιά μας θα πολεμήσουν καλύτερα από εμάς και θα νικήσουν.

Η εργατική τάξη δεν χάνεται, μεγαλώνει, δυναμώνει, παίρνει κουράγιο, ενοποιείται, μορφώνεται και ατσαλώνεται στη μάχη. Είμαστε απαισιόδοξοι όσον αφορά την δουλοπαροικία, τον καπιταλισμό και τη μικρή παραγωγή, αλλά είμαστε φλογερά αισιόδοξοι όσον αφορά το κίνημα της εργατικής τάξης και τους στόχους του. Ήδη θέτουμε τα θεμέλια ενός καινούριου οικοδομήματος και τα παιδιά μας θα ολοκληρώσουν την κατασκευή.

Αυτός είναι ο λόγος- ο μόνος λόγος- για τον οποίο είμαστε άνευ όρων εχθροί του νέο-μαλθουσιανισμού, ο οποίος ταιριάζει μόνο στα αναίσθητα και εγωκεντρικά μικροαστικά ζευγάρια, τα οποία ψιθυρίζουν με φοβισμένες φωνές:  «Δόξα τω Θεώ τα καταφέρνουμε κάπως μόνοι μας. Είναι πολύ καλύτερα να μην έχουμε παιδιά.»

Είναι αυτονόητο βέβαια ότι αυτό δε μας εμποδίζει με κανένα τρόπο από το να απαιτούμε την  άνευ όρων κατάργηση όλων των νόμων ενάντια στις εκτρώσεις ή ενάντια στη διανομή ιατρικής έντυπης ενημέρωσης ή αντισυλληπτικών μέτρων κλπ. Τέτοιοι νόμοι δεν είναι τίποτα άλλο από την υποκρισία των αρχουσών τάξεων. Αυτοί οι νόμοι δε γιατρεύουν τις πληγές του καπιταλισμού, τις μετατρέπουν απλώς σε κακοήθης πληγές που είναι ιδιαίτερα επίπονες για τις καταπιεζόμενες μάζες. Η ελευθερία της ιατρικής ενημέρωσης και η προστασία των βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών, αντρών και γυναικών, είναι ένα πράγμα. Η κοινωνική θεωρία του νέο-μαλθουσιανισμού είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Οι εργάτες με ταξική συνείδηση πάντα θα διεξάγουν τον πιο αδίστακτο αγώνα ενάντια στις προσπάθειες της επιβολής αυτής της αντιδραστικής και δειλής θεωρίας στην πιο προοδευτική και δυνατή τάξη της σύγχρονης κοινωνίας, της τάξης που είναι καλύτερα προετοιμασμένη για τις μεγάλες αλλαγές.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δανάη Κυρλή

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Pravda τον Ιούνη του 1913. Υπάρχει μεταφρασμένο στα ελληνικά στα Άπαντα. Εδώ μεταφράστηκε εκ νέου από το αγγλικό που βρίσκεται εδώ


[1] Russkoye Slovo (Ρωσική Λέξη): Αστική καθημερινή εφημερίδα που εκδιδόταν στη Μόσχα από το 1895 ως το Νοέμβριο του 1917, εμφανίστηκε ξανά για μερικούς μήνες το 1918 κάτω από το καινούριο όνομα  Nashe Slovo (Η δική μας Λέξη).

 

Ένα Σχόλιο to “Η γενιά μας, τα Ξύλινα Σπαθιά και οι παρακινήσεις του Λένιν.”

  1. Πολύ ελπιδοφόρο κείμενο, και εγώ συχνά-πυκνά κάνω παρόμοιες σκέψεις. Μακάρι να είμαστε αυτή η γενιά που θα σηκώσει το βάρος. Προσωπικά μου έχει μείνει κάτι ανικανοποίητο από τον Μάρτη του ’07. Στο (τότε) ραντεβού μας με την ιστορία δε δώσαμε τη μάχη μέχρι το τέλος. Αργότερα αρκετοί λιποτάκτησαν, άλλοι ιδιώτευσαν, μείναμε στο τέλος αρκετοί πάντα όμως θα θυμάμαι τα πρόσωπα που βρίσκονταν στην αποδώ πλευρά της όχθης. Με τους περισσότερους τα επόμενα χρόνια συναντίομασταν εκεί που έπρεπε και οι περιστάσεις απαιτούσαν. Ακόμα και αν δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s