Φωνή του καιρού

του Εντουάρντο Γκαλεάνο*

*Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, από την Ουρουγουάη, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός και εδώ υπογράφει τα “σκετσάκια” ενός ξεχασμένου καθημερινού ανθρώπου και μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση.

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το τελευταίο του έργο που μεταφράστηκε στα Γαλλικά, με τίτλο Les Voix du Temps, Lux, Montreal, 2011.

Μεταφράζει από τη Le Monde Diplomatique  του Δεκεμβρίου του 2011 και αποδίδει  η Jaquou Utopie

Marcelo Mendizabal, "Number 5"

Ο ήλιος

Σε κάποιο μέρος της Πενσυλβανίας η Άννα Μέρακ δουλεύει σαν βοηθός ήλιου.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, πάντα είχε αυτή την αρμοδιότητα. Κάθε πρωί η Άννα σηκώνει τα χέρια της και δίνει ένα σπρώξιμο στον ήλιο ώστε να εμφανιστεί στον ουρανό. Και κάθε βράδυ κατεβάζει τα χέρια της ώστε να δύσει στον ορίζοντα.

Ήταν πολύ μικρή από όταν επιλήφθηκε των καθηκόντων της και δεν απέτυχε ποτέ.

Εδώ και μισό αιώνα, η διάγνωση την κατατάσσει στους τρελούς. Από τότε, η Άννα, έχει περάσει από πολλά άσυλα, την έχουν αναλάβει πολλοί ψυχίατροι κι έχει καταπιεί τεράστιες ποσότητες χαπιών.

Ποτέ δεν κατάφεραν να την θεραπεύσουν.

Είναι ακόμα ευτυχισμένη.

τραπεζίτης πρότυπο

Ο Τζον Πιέρποντ Μόργκαν ήταν ο ιδιοκτήτης της πιο ισχυρής τράπεζας του κόσμου και ογδόντα οκτώ άλλων επιχειρήσεων.

Καθώς ήταν πάντα ένας πολύ απασχολημένος άντρας, είχε ξεχάσει να πληρώσει τους φόρους του.

Δεν είχε δηλώσει κανένα εισόδημα εδώ και τρία χρόνια, από την οικονομική κρίση του 1929.

Η είδηση αυτή ξεσήκωσε την οργή του πλήθους που είχε καταστραφεί από το κραχ της Γουόλ Στρητ και προκάλεσε σκάνδαλο εθνικής κλίμακας.

Για να ξεφορτωθεί την εικόνα του τραπεζίτη αρπακτικού, ο επιχειρηματίας κάλεσε τους υπεύθυνους των δημοσίων σχέσεων του τσίρκου Ringling Brothers.

Ο ειδικός τον συμβούλευσε να υιοθετήσει ένα φυσικό φαινόμενο, την Λία Γκραφ, μια γυναίκα τριάντα ετών που είχε ύψος εξήντα οκτώ εκατοστά αλλά το πρόσωπο και το σώμα της δεν έμοιαζαν καθόλου με αυτά ενός νάνου.

Έτσι ξεκίνησε μια μεγάλη διαφημιστική καμπάνια της οποίας επίκεντρο ήταν μια φωτογραφία που έδειχνε τον τραπεζίτη στον θρόνο του με πρόσωπο πάτερ-φαμίλια ενώ στα γόνατά του καθόταν η γυναίκα μινιατούρα. Η ιδέα ήταν να εμφανίζεται σαν αντιπρόσωπος της οικονομικής δύναμης, προστάτιδα του λαού που ήταν βορά στα νύχια της οικονομικής κρίσης.

Ήταν μια σκέτη αποτυχία.

Μαθήματα ιατρικής

Ήταν σε ένα μάθημα εντατικής θεραπείας, στο Μπουένος Άιρες, που ο Ρούμπεν Ομάρ Σόζα διάβασε για την περίπτωση της Μαξιμιλιάνα, το πιο σημαντικό μάθημα όλων των χρόνων σπουδών του.

Ένας καθηγητής περιέγραψε την κατάσταση: η δόνα Μαξιμιλιάνα, εξαντλημένη μετά από μια ολόκληρη ζωή που πέρασε χωρίς Κυριακές, μπήκε στο νοσοκομείο πριν λίγο καιρό και, κάθε μέρα, ζητούσε το ίδιο πράγμα:

  • Σας παρακαλώ γιατρέ, θα μπορούσατε να πάρετε τον σφυγμό μου;

Μια ελαφριά πίεση των δαχτύλων στον καρπό και μετά ο γιατρός έλεγε:

  • Είναι πολύ καλός! Εβδομήντα οκτώ σφυγμοί. Τέλεια!

  • Α! Σας ευχαριστώ γιατρέ! Και τώρα, μήπως θα μπορούσατε να πάρετε τον σφυγμό μου, σας παρακαλώ;

Και ο γιατρός μέτραγε τον σφυγμό της για άλλη μια φορά και της εξηγούσε εκ νέου ότι όλα πήγαιναν καλά, κι ότι δεν θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα.

Η σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Κάθε φορά που περνούσε κοντά από το δωμάτιο της δόνα Μαξιμιλιάνα, αυτή η χαμηλή τραχιά φωνή τον φώναζε και του άπλωνε το χέρι, σαν κλωνάρι, ξανά και ξανά.

Κι αυτός, ανταποκρινόταν, γιατί ένας καλός γιατρός όφειλε να είναι υπομονετικός με τους ασθενείς του, αλλά έλεγε μέσα του: “Αυτή η γριά είναι λίγο εκνευριστική” και σκεφτόταν: “Έχει λασκάρει η βίδα”.

Δεν ήταν παρά πολλά χρόνια μετά που κατάλαβε ότι απλά αποζητούσε να την αγγίξει κάποιος.

Οι λέξεις

Στη ζούγκλα του υψιπέδου του Παρανά, ένας φορτηγατζής μου σύστησε να είμαι προσεκτικός:

  • Προσοχή στους αγρίους. Υπάρχουν ακόμα μερικοί ελεύθεροι σ’ αυτή τη γωνιά. Ευτυχώς, όχι πολλοί. Έχουν ξεκινήσει να τους κλείνουν σε ζωολογικούς κήπους.

Μου μιλούσε στα ισπανικά. Αλλά δεν ήταν η γλώσσα που μιλούσε κάθε μέρα. Ο φορτηγατζής είχε μητρική του τη γκουαρανί, τη γλώσσα αυτών των αγρίων που φοβόταν και περιφρονούσε.

Παράξενο πράγμα στην Παραγουάη, μιλάμε τη γλώσσα των ηττημένων.

Ακόμα πιο παράξενο, οι ηττημένοι πιστεύουν, εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι οι λέξεις είναι ιερές. Οι λέξεις που λένε ψέματα προσβάλουν αυτό που ονομάζουν, αλλά αυτές που λένε αλήθεια αποκαλύπτουν την ψυχή των πραγμάτων. Οι ηττημένοι επιβεβαιώνουν ότι η ψυχή κατοικεί στις λέξεις που την λένε. Αν σου δώσω τις λέξεις μου, σου δίνομαι. Η γλώσσα δεν είναι απόπατος.

Η παγκόσμια αγορά

Δέντρα στο χρώμα της κανέλας με χρυσαφένιους καρπούς.

Χέρια με χρώμα από μαόνι τυλίγουν τους λευκούς σπόρους σε πράσινα φύλλα.

Οι σπόροι αφήνονται στη ζύμωση του ήλιου. Μετά, αφού ανοιχτούν για μια φορά, στον ελεύθερο αέρα, ο ήλιος τους αποξηραίνει και τους δίνει γλυκά ένα χάλκινο χρώμα.

Κι έτσι το κακάο αρχίζει το ταξίδι του στη μπλε θάλασσα.

Για να φτάσει από τα χέρια που το καλλιεργούν στα στόματα που θα το γευτούν, το κακάο περνά από επεξεργασία στα εργοστάσια της Cadbury, της Mars, της Nestle ή της Hershey, και μετά πουλιέται στα σουπερμάρκετ του κόσμου: για κάθε δολάριο που μπαίνει στο ταμείο, τριάμιση σεντς φτάνουν στα χωριά από όπου έρχεται το κακάο.

Ο Ρίτσαρντ Σουίφτ, ένας δημοσιογράφος από το Τορόντο, πήγε στη Γκάνα, σε ένα από αυτά τα χωριά.

Επισκέφτηκε τις κακαοφυτείες.

Όταν κάθισε για να ξεκουραστεί, έβγαλε μπάρες σοκολάτας και πριν ακόμα μπορέσει να δαγκώσει, ένα πλήθος παιδιών γεμάτο περιέργεια τον περιτριγύρισε.

Δεν είχαν ποτέ ξαναδοκιμάσει κάτι τέτοιο. Τους άρεσε πολύ.

Η Γέννηση

Στο δημόσιο νοσοκομείο που βρίσκεται στην πιο πλούσια γειτονιά του Ρίο ντε Τζανέιρο, βλέπαμε μια χιλιάδα ασθενών κάθε μέρα. Σχεδόν όλοι φτωχοί ή πολύ φτωχοί.

Ένας γιατρός εφημερίας διηγείται το εξής στον Χουάν Μπεντουάν:

  • Την προηγούμενη εβδομάδα, έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε δύο μικρά κορίτσια που μόλις είχαν γεννηθεί. Εδώ υπάρχει ένας μοναδικός αναπνευστήρας. Έφτασαν την ίδια στιγμή, θνησιγενή, και όφειλα να αποφασίσω ποια από τις δύο θα ζούσε.

Δεν είναι δική μου ευθύνη να διαλέξω, σκέφτηκε ο γιατρός, ας αποφασίσει ο Θεός.

Αλλά ο Θεός δεν ψιθύρισε ούτε λέξη.

Όποια κι αν ήταν η απόφαση, ο γιατρός θα διέπραττε έγκλημα.

Κι αν δεν έκανε τίποτα, θα διέπραττε δύο.

Δεν ήταν όμως η στιγμή να υπαναχωρήσει. Οι μικρές ήταν στο χείλος του θανάτου, είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον κόσμο.

Ο γιατρός έκλεισε τα μάτια. Η μία καταδικάστηκε σε θάνατο, η άλλη έζησε.

Εργασία

Ο Μοχάμεντ Ασράφ δεν πηγαίνει σχολείο.

Από την ανατολή του ήλιου μέχρι την ανατολή της σελήνης, κόβει, ξεχωρίζει, μοντάρει και ράβει μπάλες ποδοσφαίρου που φεύγουν από το χωριό του Ουμαρκότ στο Πακιστάν και κυλούν προς τα γήπεδα όλου του κόσμου.

Ο Μοχάμεντ είναι έντεκα χρονών. Κάνει αυτή τη δουλειά από όταν ήταν πέντε.

Αν ήξερε να διαβάζει, κι αν ήξερε να διαβάζει αγγλικά, θα καταλάβαινε αυτό που είναι γραμμένο στις ετικέτες που κολλάει πάνω σε κάθε έργο του: Αυτή η μπάλα δεν είναι προϊόν παιδικής εργασίας.

Ενάντια στο ρεύμα

Οι ιδέες της εβδομαδιαίας Marcha (πορεία) παρουσίαζαν μια κάποια ροπή προς το κόκκινο, αλλά τα οικονομικά της εφημερίδας, αυτά, έμπαιναν εντελώς μέσα. Ο Ούγκο Αλφάρο, που εκτός από δημοσιογράφος είχε αναλάβει και καθήκοντα οικονομικού διαχειριστή και εκπλήρωνε την ανθυγιεινή αποστολή του να πληρώνει λογαριασμούς, δεν πηδούσε από τη χαρά του παρά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις:

  • Αυτό ήταν, έχουμε με τι να πληρώσουμε το επόμενο φύλο!

Ο διαφημιστικός χώρος είχε πουληθεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παγκόσμιας ιστορίας της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, γιορτάζαμε αυτό το είδος θαύματος σαν μια απόδειξη της ύπαρξης θεού.

Αντίθετα, ο Κάρλος Κιχάνο, ο διευθυντής, χλώμιασε. Τι φρίκη: δεν υπήρχε χειρότερο νέο από αυτό το καλό νέο. Αν υπήρχε διαφήμιση, θα έπρεπε να γίνουν θυσίες γι’ αυτή και μάλιστα να θυσιαστούν πολλές σελίδες, και κάθε μικρό κομμάτι σελίδας αντιπροσώπευε χώρο ιερό και απαραίτητο για να αμφισβητηθούν βεβαιότητες, να πέσουν μάσκες, να ξετιναχτούν συμμορίες αχρείων και να επιβεβαιωθεί ότι το αύριο δεν είναι απλά μια άλλη λέξη για το σήμερα.

Η στρατιωτική δικτατορία που επιβλήθηκε στην Ουρουγουάη έβαλε τέλος στα τριάντα τέσσερα χρόνια ύπαρξης της Μarcha, όπως και σε άλλες τέτοιες τρέλες.

H φυλακή

Το 1984, ο Λουίς Νίνιο επιθεωρούσε τη φυλακή Λουριγκάντσο στη Λίμα για λογαριασμό ενός οργανισμού υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Βούλιαξε μέσα σ΄αυτές τις στοιβαγμένες και λεκιασμένες μοναξιές, όπως όπως, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε κρατούμενους γυμνούς ή ντυμένους με κουρέλια.

Μετά ζήτησε να μιλήσει με τον διευθυντή της φυλακής. Καθώς αυτός απουσίαζε, ήταν ο υπεύθυνος της ιατρικής υπηρεσίας που τον δέχτηκε.

Του εξήγησε λοιπόν ότι είχε δει κρατούμενους να ψυχοραγούν, να ξερνούν αίμα, πολλοί από αυτούς ψηνόταν στον πυρετό και ήταν γεμάτοι πληγές, αλλά δήλωσε έκπληκτος ότι δεν είδε ούτε έναν γιατρό. Κι ο επικεφαλής του εξήγησε:

  • Εμείς, οι γιατροί, δεν επεμβαίνουμε παρά μόνο όταν μας καλούν οι νοσοκόμοι.

  • Και που είναι οι νοσοκόμοι;

  • Δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα στον προϋπολογισμό για να γίνουν προσλήψεις.

Υπό επίθεση ο επιτιθέμενος

Στη Λατινική Αμερική, τα στρατιωτικά καθεστώτα έκαιγαν τα ανατρεπτικά βιβλία. Στις δημοκρατίες του σήμερα καίνε τα βιβλία λογιστικής. Οι στρατιωτικές δικτατορίες εξαφάνιζαν ανθρώπους. Οι οικονομικές δικτατορίες εξαφανίζουν το χρήμα.

Μια μέρα, οι τράπεζες της Αργεντινής αρνήθηκαν στους πελάτες τους την ανάληψη των χρημάτων τους.

Ο Νορμπέρτο Ρόγκλις είχε βάλει στην τράπεζα όλες του τις οικονομίες για να αποφύγει να τις φάνε αρουραίοι ή να τις κλέψουν κλέφτες. Όταν αποκλείστηκε από την τράπεζα, ο δον Νορμπέρτο ήταν πολύ άρρωστος, γιατί τα γηρατειά ως γνωστό δεν έρχονται μόνα τους, και η σύνταξή του δεν έφτανε για να πληρώσει τα φάρμακά του.

Δεν είχε επιλογή: απελπισμένος, μπήκε στο οικονομικό φρούριο και, χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός, πήρε τον δρόμο για το γραφείο του διευθυντή. Στη γροθιά του κρατούσε μια χειροβομβίδα:

  • Επιστρέψτε μου τα χρήματά μου ή θα τιναχτούμε στον αέρα.

Η χειροβομβίδα ήταν πλαστική αλλά έκανε το θαύμα της: η τράπεζα του επέστρεψε τα χρήματα.

Μετά, τον έβαλαν φυλακή. Ο κατήγορος ζήτησε δεκαέξι χρόνια φυλάκισης. Για τον δον Νορμπέρτο, όχι για την τράπεζα.

Παγκόσμια πληροφορία

Μερικούς μήνες μετά την πτώση των δίδυμων πύργων, το Ισραήλ βομβάρδισε τη Τζενίν.

Από το στρατόπεδο των παλαιστινίων προσφύγων δεν έμεινε παρά μια γιγάντια τρύπα γεμάτη με διαμελισμένους νεκρούς κάτω απ’ τα συντρίμμια.

Ο κρατήρας της Τζενίν ήταν τόσο βαθύς όσο αυτός των πύργων της Νέας Υόρκης.

Όμως, εκτός από τους συγγενείς που σκάβαν τα συντρίμμια για να βρουν τους δικούς τους, ποιος τον είδε;

Κατασκευές

Ήμασταν στο 1964 και η λερναία ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματά της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.

Η κοινή γνώμη βομβαρδιζόταν από εικόνες φλεγόμενων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.

Έγιναν εκλογές.

Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαντόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντένσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Πηγή: Παραλληλογράφος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s