Daniel Bensaïd (1946 – 2010): O φιλόσοφος της αντίστασης

του Σταύρου Τομπάζου

“Ο Μαρξ πλανιέται και πάλιν σχετικά ελεύθερα στα πανεπιστημιακά περιοδικά και τις καθώς πρέπει εφημερίδες, στα εργατικά σοκάκια και τα θορυβώδη εργοστάσια, σεργιανίζει περιπαικτικά ακόμη και στην Wall Street και την City. Μαζί με τον Μαρξ, το πιο κολασμένο φάντασμα όλων των φαντασμάτων, το πιο ανόσιο, αυτό που αμφισβήτησε κάθε ιερό και όσιο, την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, το εμπόρευμα, το χρήμα, το κράτος, το έθνος, τις δικτατορίες πάνω στο προλεταριάτο που σφετερίστηκαν το όνομά του, την κυρίαρχη ηθική, την εκκλησία και τον ίδιο το θεό, τολμά και πάλιν να χαμογελά – με  ένα χαμόγελο όμως πιο μυστήριο κι απ’ αυτό της Τζοκόντα: Δηλώνει ικανοποίηση που επέστρεψε; Αμηχανία και προβληματισμό; Έγνοια; Αποφασιστικότητα και θέληση; Πείσμα; Ελπίδα; Ή μήπως όλα αυτά μαζί;”

Ο Daniel Bensaïd άφησε την τελευταία του πνοή στις 12 Ιανουαρίου 2010 μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έγραψε πολλές χιλιάδες σελίδες. Δημοσίευσε γύρω στα 20 βιβλία και αναρίθμητα άρθρα. Πώς να παρουσιάσει κανείς αυτές τις χιλιάδες σελίδες σε μερικές γραμμές; Ωστόσο, υπάρχει μια σταθερά που διασχίζει όλες αυτές τις σελίδες: το εγκώμιο στην αντίσταση. Ο Daniel Bensaïd είναι ο φιλόσοφος της αντίστασης της νεοφιλελεύθερης και μετασταλινικής εποχής. Ανέπτυξε μια θεωρία, μια στρατηγική, μια ηθική και μια αισθητική της αντίστασης στην ανερχόμενη βαρβαρότητα των ημερών μας. Όποια σελίδα κι αν διαβάσει κανείς από τις χιλιάδες που έγραψε, θα βρει εκεί κάτι που να σχετίζεται με την αντίσταση. Συχνά, θεωρία, στρατηγική, ηθική και αισθητική της αντίστασης αποτελούν στις ίδιες γραμμές μια αδιαχώριστη ενότητα.

Το έργο του Daniel Bensaïd είναι πάνω απ’ όλα ένα λόγιο κάλεσμα στην αντίσταση: Υπάρχει μια σύγχρονη φρουρά που πεθαίνει αλλά δεν παραδίδεται, στην οποία αξίζει να ενταχθεί κανείς, μια πρώην πρωτοπορία που έγινε «οπισθοφυλακή» διευκρινίζει ο ίδιος: «Όταν η στρατιά τρέπεται σε φυγή […], τα πράγματα αντιστρέφονται και η πρωτοπορία, χωρίς να κουνηθεί, φυλάει τα μετόπισθεν».

Αυτό το κάλεσμα, όμως, δεν είναι καθόλου χριστιανικό. Κανένας παράδεισος, καμιά γη της επαγγελίας, καμιά εξασφαλισμένη αίσια έκβαση δεν υπάρχει στο τέλος του αγώνα – ενός αγώνα που πιθανόν να μην έχει καν τέλος:

«Ούτε νέες υποσχέσεις, ούτε ιδρυτική πράξη, ούτε κορυφαία υπόθεση. Τίποτα πέρα απ’ τις “μιζέριες του παρόντος”. Με την καθημερινή τους δόση απαρνήσεων, παραιτήσεων, μικρών παραχωρήσεων που κάνουν τις μεγάλες συνθηκολογήσεις. Με τους πολέμους τους που φέρουν τα ονόματα άλλων εποχών, μολονότι είναι καθ’ όλα σύγχρονοι. Πόλεμοι του σήμερα και του αύριο, όπου διακυβεύονται νέες παγκόσμιες ιεραρχίες κυριαρχίας και εξάρτησης.
Τουλάχιστον θα έχουμε μάθει, μια για πάντα, ότι η πολιτική δεν είναι η πραγματοποίηση της φιλοσοφίας, ότι δεν υπάρχει αλήθεια για να συλλάβουμε, αλλά σχέσεις αλήθειας φευγαλέες και κινούμενες. Η “κριτική” σκέφτεται στο ρυθμό αυτής της επιβραδυμένης κίνησης. Η “πολιτική” είναι πολιτική παρέμβαση. Υπάρχει θέση και για τις δύο, όσο η αλλαγή του κόσμου είναι ακόμη, υπό μία έννοια, η ερμηνεία του».

Πρόκειται λοιπόν για ένα μελαγχολικό κάλεσμα, βασισμένο σε μια σύνθετη αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας. Καταρχήν η «κριτική» δεν προηγείται της πολιτικής παρέμβασης. Η τελευταία υπακούει στους δικούς της ρυθμούς και υπαγορεύει δράσεις και αντιστάσεις, χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωση της μεγάλης θεωρίας. Η αλήθεια δεν είναι μια στατική πραγματικότητα για να τη συλλάβουμε οριστικά, αλλά μια ανοικτή διαδικασία υπέρβασης του λάθους και υπερνίκησης του ψεύδους μέσω μιας αργής και επίμονης προσπάθειας. Η θεωρητική διεργασία εκτυλίσσεται με αργούς ρυθμούς, που συναρθρώνονται με την αμεσότητα των πολιτικών παρεμβάσεων, των μεσοπρόθεσμων τακτικών και των πιο μακροχρόνιων στρατηγικών, χωρίς να τις επικαθορίζουν  μονόπλευρα και αμετάκλητα. Η θεωρία δεν προηγείται της πράξης με απόλυτο τρόπο, η «πολιτική δεν είναι η πραγματοποίηση της φιλοσοφίας», αλλά η σχέση θεωρίας και πράξης είναι πιο αμφίδρομη. Ως εκ τούτου, οι πολιτικές πλάνες είναι αναπόφευκτες, αλλά κατ’ ουδένα λόγο δεν δικαιολογούν την πολιτική αδράνεια. Η κριτική σκέψη, για να σέβεται το όνομά της, αντιμετωπίζει κριτικά και τον εαυτό της. Στόχος της κριτικής στιγμής είναι η υπέρβαση του ψεύδους και της πλάνης, δηλαδή η αλήθεια που, ωστόσο, είναι μια έννοια φευγαλέα και κινούμενη.
Αν η πολιτική δεν είναι η πραγματοποίηση της φιλοσοφίας, το τέλος της Ιστορίας, αν υποθέσουμε ότι θα έχει κάποιο τέλος, δεν είναι υποχρεωτικά αυτό της ελευθερίας και της χειραφέτησης. Στο βιβλίο του Marx l’intempestif , ο Daniel Bensaïd «ανακαλύπτει» στον Μαρξ μιαν «ανοικτή ιστορία» χωρίς προαναγγελθέν τέλος. Μια απ’ τις βασικές θέσεις του βιβλίου είναι ότι η «Ιστορία δεν κάνει τίποτα» σύμφωνα με μια έκφραση του Ένγκελς, ή, όπως σημειώνει ο Bensaïd, «η Ιστορία είναι αβέβαιη, δεν υπόσχεται και δεν εξασφαλίζει τίποτα».
Ο Bensaïd μας παραπέμπει στη Γερμανική Ιδεολογία, όπου ο Μαρξ γελοιοποιεί κυριολεχτικά τη σχηματική ερμηνεία των B. Bauer και M. Stirner της χεγκελιανής φιλοσοφίας της Ιστορίας, σύμφωνα με τους οποίους η ιστορική πραγματικότητα εμφανίζεται σαν μια διαδοχή ιδεών, όπου η πιο πρόσφατη διορθώνει την προηγούμενη για να φθάσουμε τελικά στη «γη της επαγγελίας», δηλαδή την «αυτοσυνείδηση». Ο Μαρξ χαρακτηρίζει «θρησκευτική» αυτή την αντίληψη που μειώνει τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους σε φάσεις προετοιμασίας της παρούσας φάσης ή σε ατελείς μορφές της. Άλλωστε, μια τέτοια αντίληψη θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην αποδοχή του τετελεσμένου γεγονότος. Αν δεν κυριαρχεί στον Μαρξ μια ντετερμινιστική αντίληψη της Ιστορίας, αλλά μια θεωρία της «ανοιχτής» ταξικής πάλης, δεν υπάρχει ούτε η ιδέα της γραμμικής προόδου που του αποδίδεται. Και πράγματι, τίποτα δεν είναι πιο ξένο στον Μαρξ από μιαν απόπειρα να διατυπώσει τον «νόμο της προόδου» κατά το πρότυπο του J. S. Mill ή του A. Comte.
Η κριτική του Μαρξ αποτελεί αντίθετα μιαν αποδόμηση της ιστορικής «Oδύσσειας» που αναπτύσσεται περαιτέρω στα Grundrisse. Αυτή η αποδόμηση προϋποθέτει μια «νέα αφήγηση της Ιστορίας» και την εισαγωγή «καθοριστικών εννοιών, όπως η έννοια του αντί-καιρου και της μη επικαιρότητας».5 Ο Μαρξ αναπτύσσει στα Grundrisse την «άνιση σχέση» και την «άνιση  ανάπτυξη» ανάμεσα στην οικονομική παραγωγή και την καλλιτεχνική δημιουργία, στις παραγωγικές σχέσεις και τις νομικές σχέσεις. Συνεπώς, το παρόν είναι μια σύνθετη χρονικότητα. Περιλαμβάνει το παρόν των παρόντων πραγμάτων, το παρόν των παρελθόντων πραγμάτων και το παρόν των μελλοντικών πραγμάτων, όπου όχι ο «νόμος της προόδου», αλλά η έκβαση μιας πολύμορφης σύγκρουσης, φιλοσοφικής, οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, με τους αναβαθμούς αβεβαιότητας και τυχαιότητας, μη προβλεψιμότητας που περιέχει, καθορίζει την πορεία. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο σταλινισμός δεν είναι απλώς ένα ατύχημα της Ιστορίας, μια παρεκτροπή, μια εξαίρεση, γιατί ο σκοπός αυτού του τύπου υποβάθμισής του είναι, εν τέλει, η διάσωση μιας υποτιθέμενης αυστηρής, ιστορικής αιτιοκρατίας. Υπό το ίδιο πρίσμα, όμως, ο σταλινισμός δεν ήταν ούτε προβλέψιμος ούτε αναπόφευκτος, αλλά κι αυτός το αποτέλεσμα μιας μάχης με ανοιχτή έκβαση.
Ο Ζακ Ντεριντά, στον οποίο ο Bensaïd αναφέρεται πολύ συχνά, για να ερμηνεύσει την επιμονή των κυρίαρχων τάξεων στο «ιερό κυνήγι» του κομμουνισμού που δεν έπαψε ποτέ, ούτε καν κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του θριαμβεύοντος καπιταλισμού, διευκρινίζει σχετικά με τον παρόντα χρόνο και την παρουσία των απόντων πραγμάτων:

«Αν υφίσταται κάτι σαν φασματικότητα, υπάρχουν λόγοι να αμφιβάλλουμε για την καθησυχαστική τάξη των παρόντων, και κυρίως για το σύνορο ανάμεσα στο παρόν, την τωρινή πραγματικότητα ή την παρουσία του παρόντος και όλων όσα μπορούμε να του αντιτάξουμε: την απουσία, τη μη παρουσία, την αναποτελεσματικότητα, την ανεπικαιρότητα, τη δυνητικότητα ή το είδωλο εν γένει κ.τ.λ. Αρχικά μπορούμε να αμφιβάλλουμε για την αυτο-ταυτοχρονία του παρόντος».

Ανάμεσα σε ένα έμπρακτο ή απτό παρόν και την ετερότητά του, εννοεί ο Ντεριντά, θέτει πρόβλημα αυτό το συνδετικό «και». Η ετερότητα δεν είναι απλώς μια απροσδιόριστη απουσία που δεν θα άξιζε καν να αναφερθεί, αλλά μια προσδιορισμένη, παρούσα απουσία που στοιχειώνει το έμπρακτο παρόν και ως εκ τούτου το επικαθορίζει. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τις φοβίες και τις εμμονές της εποχής μας, που, όσο και να εξορκίζει τα φαντάσματά της, στενάζει ακόμη ανήσυχα;
Le Sourire du spectre (Το Χαμόγελο του Φαντάσματος) είναι ό τίτλος ενός βιβλίου του 2000 του Bensaïd. Σήμερα, με την παγκόσμια οικονομική κρίση, αυτό το χαμόγελο είναι ακόμη πιο εμφανές. Η νέα ορθοδοξία και τα δόγματά της κατέρρευσαν. Οι άθεοι αναστήθηκαν. Ο Μαρξ πλανιέται και πάλιν σχετικά ελεύθερα στα πανεπιστημιακά περιοδικά και τις καθώς πρέπει εφημερίδες, στα εργατικά σοκάκια και τα θορυβώδη εργοστάσια, σεργιανίζει περιπαικτικά ακόμη και στην Wall Street και την City. Μαζί με τον Μαρξ, το πιο κολασμένο φάντασμα όλων των φαντασμάτων, το πιο ανόσιο, αυτό που αμφισβήτησε κάθε ιερό και όσιο, την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, το εμπόρευμα, το χρήμα, το κράτος, το έθνος, τις δικτατορίες πάνω στο προλεταριάτο που σφετερίστηκαν το όνομά του, την κυρίαρχη ηθική, την εκκλησία και τον ίδιο το θεό, τολμά και πάλιν να χαμογελά – με  ένα χαμόγελο όμως πιο μυστήριο κι απ’ αυτό της Τζοκόντα: Δηλώνει ικανοποίηση που επέστρεψε; Αμηχανία και προβληματισμό; Έγνοια; Αποφασιστικότητα και θέληση; Πείσμα; Ελπίδα; Ή μήπως όλα αυτά μαζί;  Υπομονετικά ανυπόμονο το ακατονόμαστο «Κ» –«Κ» όπως Καρλ, όπως Κάφκα, όπως Κομμούνα, όπως «Κ» με Σ (Σπάρτακος),  με T (Thomas Müntzer),  με L(Lοuise-Michel)– ξέρει να περιμένει αιώνες, δεν συνθηκολογεί ποτέ και δεν παραδίδεται.
Ο Bensaïd δεν προβλέπει και δεν υπόσχεται νίκες, δόξες και τυμπανοκρουσίες στη φρουρά που δεν παραδίδεται. Στη γραμμή του Walter Benjamin, στις μικρές, καθημερινές παραχωρήσεις που οδηγούν στη μεγάλη συνθηκολόγηση, αντιτάσσει μόνο τον μακρύ χρόνο της αντίστασης: Από τον Σπάρτακο, στον Thomas Müntzer, στην Lοuise-Michel… Μας υπενθυμίζει (κι αυτό είναι ένα μάθημα που έδωσε σε όλους μας ο Ερνέστ Μαντέλ) ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς τάχθηκαν πάντα στην πλευρά των ηττημένων, ακόμη κι όταν η ήττα τους ήταν προβλέψιμη εκ των προτέρων. Η απογοήτευση, η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει την αντιδραστική νωθρότητα των καιρών μας έχει βραχείς χρονικούς ορίζοντες: Αν υπάρχει ένα βέβαιο, σταθερό, διαχρονικό και αναπόφευκτο πράγμα στον ιστορικό μας κόσμο είναι η κοινωνική σύγκρουση και η ταξική πάλη. Η επανάσταση δεν είναι κυρίως μια πράξη απελευθέρωσης των μελλοντικών γενεών, αλλά μια πράξη απελευθέρωσης των ηττημένων προγόνων που δεν ησύχασαν μέσα στον τάφο και στοιχειώνουν τον παρόντα χρόνο· δεν υπάρχουν πολλές επαναστάσεις, μόνο μία υπάρχει που διαρκεί, που ακόμα διαρκεί.
Στην πρώτη σελίδα της εισαγωγής του βιβλίου του Bensaïd La discordance des temps, αναπαράγει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Dionys Mascolo Le communisme. Révolution et communication ou la dialectique des valeurs et des besoins:

«Αυθόρμητα, το πνεύμα δεν είναι διατεθειμένο να λάβει υπόψη την τάξη του χρόνου. Η επανάσταση είναι μια μακροχρόνια και αργή κίνηση ανυπομονησίας  – μια κίνηση όμως που είναι η ίδια υπομονετική…. Ζούμε τον χρόνο της επαναστατικής βραδύτητας, το χρόνο της αναπόφευκτης επαναστατικής βραδύτητας».

Η επανάσταση δεν είναι μόνο η επιτάχυνση της Ιστορίας ή η θεαματική ανακοπή μιας πορείας προς την καταστροφή, είναι ταυτόχρονα και η υπομονή, η προστασία της στρατιάς που τράπηκε σε φυγή, η φύλαξη των μετόπισθεν, η ανασυγκρότηση, η μεθοδικότητα που υφαίνει το αόρατο νήμα το οποίο συνδέει τις διάφορες επαναστατικές εξάρσεις και που συντηρεί στη ζωή μια μικρή φλόγα που μπορεί να ανάψει νέες μεγάλες πυρκαγιές. Λόγια ελπίδας για παρηγοριά των ηττημένων της Ιστορίας; Ίσως ναι. Άρα, ίσως όχι. Αυτό το «ίσως» μας αρκεί για την ώρα, γιατί ούτε και οι νικητές δεν μπορούν να είναι σίγουροι για τίποτα. Ειδικά σήμερα, είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με τον Ντεριντά όταν σημειώνει ότι ο δεσπόζων λόγος «πασχίζει στην πραγματικότητα να αρνηθεί, και ως εκ τούτου, να μην δει ότι ποτέ, ουδέποτε στην Ιστορία, ο ορίζοντας εκείνου που γιορτάζουμε την επιβίωση (ήτοι όλα τα παλαιά μοντέλα του καπιταλιστικού και φιλελεύθερου κόσμου) δεν ήταν τόσο σκοτεινός, απειλητικός και επαπειλούμενος».10

Une lente impatience, «μια αργή» ή «βραδεία», σε πιο ελεύθερη μετάφραση «μια ανυπόμονη ανυπομονησία» είναι ο τίτλος ενός αυτοβιογραφικού κατά κάποιο τρόπο βιβλίου του Daniel Bensaïd. Δεν είναι τυχαίος τίτλος: Δείχνει σε ποιο βαθμό ταύτιζε την προσωπική του ύπαρξη με την επανάσταση, χωρίς καμιά μίζερη ή αυτάρεσκη  αίσθηση αυτοθυσίας. Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο ίδιος, η πολιτική του πορεία, παρά τις απογοητεύσεις της, ήταν μια απολαυστική περιπέτεια.
Η Ιστορία, ο χρόνος ή μάλλον οι χρόνοι, οι κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτικοί ρυθμοί υπήρξαν μια από τις τρεις βασικές κατευθύνσεις της θεωρίας της αντίστασης του Daniel Bensaïd. Η δεύτερη βασική κατεύθυνση ήταν μια «αντι-κοινωνιολογική» προσέγγιση της πάλης των τάξεων.
Πριν πολλά χρόνια, σε μια συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Nouvel observateur (αν δεν κάνω λάθος για το περιοδικό) η Marguerite Duras, όταν ερωτήθηκε ποια κοινωνική αξία απ’ όλες θα έπρεπε να διασωθεί κατά προτεραιότητα, απάντησε «η πάλη των τάξεων». «Πώς;» ρώτησε έκπληκτος ο δημοσιογράφος. «Μα η πάλη των τάξεων», επανέλαβε η Duras. Ο Daniel ενθουσιάστηκε μ’ αυτή την απάντηση και ειλικρινά δεν θυμάμαι πόσες φορές την επανέλαβε. Πράγματι, η πάλη των τάξεων είναι η συγκεκριμένη μορφή ή η βιωματική εμπειρία όλων των επαναστατικών αξιών, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ελευθερίας, της χειραφέτησης· όσο τουλάχιστον αυτές οι αξίες αποτελούν κοινωνική διακύβευση.
Ως εκ τούτου, η θεωρία των κοινωνικών τάξεων δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το έργο του Daniel Bensaïd. Αυτή η θεωρία είναι όμως άκρως αντι-κοινωνιολογική, στρέφεται δηλαδή κατά της θετικής ή θετικιστικής κοινωνιολογίας, η οποία άλλωστε αναπτύχθηκε ως μια «επιχείρηση αποπολιτικοποίησης» και ως «αντίδοτο στην πάλη των τάξεων» σε μια μεταεπαναστατική περίοδο. Στον Μαρξ δεν βρίσκει κανείς ένα θετικό ορισμό της εργατικής τάξης, υπενθυμίζει ο Bensaïd. Δεν φωτογραφίζει ο Μαρξ ένα κοινωνικό φαινόμενο που το ονομάζει «τάξη», εγκλωβίζοντάς το έτσι στην ακινησία της εκάστοτε εικόνας του. Η εργατική τάξη δεν είναι μια εμπειρική πραγματικότητα, αλλά μια διαδικασία που διαμορφώνεται στην αντιπαλότητα και την πάλη της ενάντια στην κεφαλαιοκρατική τάξη. Το ζήτημα δεν είναι η ανάπτυξη ταξινομικών κριτηρίων, όπως στη βιολογία. Το θέμα δεν είναι αν ο επιστάτης είναι μάλλον εργάτης παρά κεφαλαιοκράτης ή το αντίθετο. Η εξάλειψη της γκρίζας ζώνης και μια προσπάθεια ακριβούς ταξινόμησης της κοινωνικής ταυτότητας της άλφα ή βήτα κατηγορίας βάσει άκαμπτων, θετικών κριτηρίων είναι απλώς χάσιμο χρόνου. Ο μισθωτός εργάτης δεν κατατάσσεται στην τάξη του βάσει της ίδιας λογικής που το δελφίνι κατατάσσεται στα θηλαστικά. Κι ας εκπλήττεται ο Schumpeter (δεν είναι ο μόνος) που ο Μαρξ, για τον οποίο η ανθρώπινη Ιστορία είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων, αποφεύγει να ορίσει τις κοινωνικές τάξεις με τα θετικά κριτήρια μιας κάποιας κοινωνιολογίας.
Ο Μαρξ δεν ορίζει τις έννοιες όπως τα λεξικά ορίζουν τη σημασία των λέξεων. Διερευνά τους όρους της πάλης, της σύγκρουσης ανάμεσα σε έννοιες που δεν έχουν νόημα έξω από την σύγκρουσή τους και το κάνει σ’ όλο το μήκος και πλάτος του έργου του, ιδιαίτερα όμως στο Κεφάλαιο: πάλη των τάξεων στην παραγωγή αξίας και υπεραξίας, πάλη των τάξεων στην κυκλοφορία της αξίας, πάλη των τάξεων στη διαδικασία της συνολικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως ενότητας της παραγωγής αξίας και της κυκλοφορίας της αξίας.
Βέβαια το Κεφάλαιο διακόπτεται στη μέση μιας ανολοκλήρωτης φράσης ενός τελευταίου κεφαλαίου πάνω στις κοινωνικές τάξεις που τελείωσε πριν καλά καλά αρχίσει. Και να τελείωνε όμως αυτό το κεφάλαιο πάλι ημιτελές θα ήταν, διότι είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί μια θεωρία των τάξεων, χωρίς μια θεωρία του κράτους και της πολιτικής, που επίσης απουσιάζουν από το Κεφάλαιο.
Η πολιτική (όπως και η γλώσσα και ο πολιτισμός) είναι αναπόσπαστο μέρος της πάλης των τάξεων, είναι οργανικά συνδεδεμένη με την πάλη των τάξεων, χωρίς όμως να αντικαθρεφτίζει μηχανικά την συγκυρία της κοινωνικής αντιπαλότητας ή σύγκρουσης. Η πολιτική είναι η ίδια μια γλώσσα που δεν εκφράζει πιστά τους μεταβαλλόμενους, συγκεκριμένους όρους της κοινωνικής αντιπαράθεσης:

«Διαρθρωμένη σαν μια γλώσσα –γράφει ο Bensaïd–, λειτουργεί με μετατοπίσεις και συμπυκνώσεις των κοινωνικών αντιθέσεων. Έχει τα όνειρα, τους εφιάλτες και τις παραδρομές της».

Η πολιτική έχει και τις παράνοιές της, τις καταθλίψεις και τις ψυχώσεις της, έστω κι αν ο Bensaïd αποφεύγει να χαρακτηρίσει το φασισμό και το σταλινισμό σαν παθολογικές καταστάσεις. Όμως, είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη «λογική» του Ολοκαυτώματος. Η λογική ερμηνεύει απλώς τις αιτίες και τις προϋποθέσεις μιας ιστορικο-ψυχιατρικής παθολογίας.
Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον Bensaïd να πάρει τις αποστάσεις του, τόσο από τον αγγλοσαξονικό, αναλυτικό μαρξισμό, όσο και από κοινωνιολογικές αναλύσεις τύπου A. Gorz και Ulrich Beck. Αντίθετα, όμως, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον Λένιν, κυρίως για τη θεωρία του κόμματος και της στρατηγικής που ανέπτυξε και εφάρμοσε. Ο  Bensaïd συνέδεε αυτή τη θεωρία του Λένιν με την προβληματική του Μαρξ σχετικά με το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αν οι κοινωνικές μας σχέσεις είναι αδιαφανείς, αν η κοινωνική μας σχέση είναι υποκείμενο που μετατρέπει τον εργάτη σε ανόργανη ύλη του, αν εμφανίζεται σαν μια δεύτερη φύση και εκλαμβάνεται σαν διαχρονική και υπεράνω κριτικής, τότε πώς αυθόρμητα η επαναστατική τάξη από το τίποτα θα γίνει το παν; Αυτό το μυστήριο, «αισθητό-υπεραισθητό πράγμα» που ονομάζεται εμπόρευμα, αυτό το πράγμα «με τη «μεταφυσική σοφιστεία» του και τις «θεολογικές παραξενιές» του που αλλοτριώνει τον εργάτη, για να ηττηθεί χρειάζεται σχέδιο, λογική και υπολογισμό.
«Λογική και υπολογισμός», αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός, επιπλέον ένα μόνο οικοδομικό υλικό χρειάζονται επίσης για να κατασκευαστεί ένα σωστό οδόφραγμα, όπως έλεγε, πριν ο Λένιν «ανακαλύψει» το επαναστατικό κόμμα και τους επαγγελματίες επαναστάτες, o August Blanqui στο Instruction pour une prise d’armes. L’éternité par les astres (Μύηση στη χρήση των όπλων. Η αιωνιότητα μέσω των άστρων) .
Το οικοδομικό υλικό υπάρχει σε αφθονία στο Παρίσι: Πρόκειται για την πέτρα του λιθόστρωτου που υπάρχει μέχρι σήμερα, συνήθως κάτω από την άσφαλτο, αλλά και στην πρωταρχική του μορφή σε κάποιους δρόμους που παραμέλησε ο εκσυγχρονισμός.
Οι διαστάσεις της πέτρας είναι γνωστές, λέει ο Blanqui. Πλάτος, μήκος και βάθος 25 πόντοι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, για να αποκλειστεί μια λεωφόρος πλάτους 12 μέτρων με ένα σωστό οδόφραγμα χρειάζονται 144 κυβικά μέτρα τείχους, δηλαδή 9.216 πέτρες, δηλαδή 192 σειρές ή 48 μέτρα δρόμου. Με 4-5 μέτρα δρόμου παραπάνω έχουμε και κάποιο πλεόνασμα πέτρας, η οποία, σύμφωνα πάντα με το στρατιωτικό εγχειρίδιο του Blanqui, είναι «εξίσου αποτελεσματική όσο και η χειροβομβίδα». Η τελευταία άλλωστε «είναι επικίνδυνη στη χρήση και δαπανηρή, ενώ η πέτρα δεν στοιχίζει τίποτα και υπάρχει σε αφθονία».
Ο Blanqui ανέπτυξε αυτήν τη γεωμετρία της εξέγερσης για καθαρά πραχτικούς λόγους. Μέσα από το πέρασμα του χρόνου απέκτησε όμως μια παράξενη αισθητική και κωδικοποιημένα μηνύματα, γεγονός που καταδεικνύει ότι τα συγγράμματα έχουν τη δική τους ζωή που αυτονομείται από το συγγραφέα τους. Αυτή η γεωμετρία της εξέγερσης ενθουσίασε τον Daniel Bensaïd. Σ’ ένα προαναφερθέν βιβλίο του, της αφιέρωσε ένα κεφάλαιο σπάνιας ενόρασης, στο πνεύμα των Θέσεων για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Walter Bengiamin, θέσεις που περιέχει η έκδοση που αναφέραμε του βιβλίου του Blanqui στις τελευταίες σελίδες, χωρίς αυτό να καταδεικνύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο εξώφυλλο. Η πέτρα συμβολίζει τη σιωπηλή διάρκεια της επανάστασης και τη συνέχειά της: Αυτές οι καταφρονημένες πέτρες, από το 1830 στην επανάσταση του 1848 και την παρισινή Κομμούνα του 1871, από την Κομμούνα στον Μάη του 1968, δεν φιλοξένησαν και δεν ένωσαν τα ξεραμένα αίματα πολλών γενεών αντίστασης; Το οδόφραγμα συμβολίζει την αντίσταση βέβαια, αλλά και το σχέδιο, τη στρατηγική, τη γνώση, τον αναγκαίο υπολογισμό, την αναπόφευκτη εργαλειακότητα της οργανωτικής μορφής του επαναστατικού κόμματος που κανείς δεν ανέπτυξε καλύτερα από τον Λένιν. Η άσφαλτος συμβολίζει τον εμπορευματικό εκσυγχρονισμό. Η ομοιόμορφη άσφαλτος δεν φιλοξενεί τα τυποποιημένα εμπορεύματα, τα εμπορικά σκουπίδια και άλλα νεκρά αντικείμενα, τις γόπες, τα χρησιμοποιημένα εισιτήρια του μετρό, τα πλαστικά του πλαστικού πολιτισμού μας, τα νεκρά φύλλα της φθινοπωρινής μέρας (που «μαζεύονται με το φτυάρι», όπως «οι αναμνήσεις και οι τύψεις» κατά τον Jacques Prévert), βιτρίνες με όμοια εμπορεύματα, εφήμερα προσωπεία κοινωνικού στάτους και εντυπωσιασμού, μόδες που αλλάζουν αλλά μένουν πάντα ίδιες, αγοραίους έρωτες χωρίς έρωτα;
Η άσφαλτος ξεχνά. Η πέτρα θυμάται. Η άσφαλτος καταδικάζει το λιθόστρωτο στο σκότος. Το συντηρεί όμως έτσι παρά τη θέλησή της. Η άσφαλτος σκεπάζει. Η πέτρα διαβρώνει την άσφαλτο από τα κάτω. Η άσφαλτος εργάζεται. Η πέτρα ονειρεύεται. Η άσφαλτος φθείρεται. Η πέτρα αντέχει. Η άσφαλτος συνδέει τις φωτεινές πόλεις του εμπορεύματος. Η πέτρα ανήκει στο σκοτεινό κόσμο υπόγειων γαλαριών, εκεί που συχνάζουν οι τυφλοπόντικες, και περιμένει ανυπόμονα την ώρα της.
Σ’ αυτό το κεφάλαιο, η κριτική των ντετερμινιστικών αντιλήψεων της Ιστορίας και η ανάδειξη των βαθέων οριζόντων του ιστορικού χρόνου από την μια πλευρά και η αντίληψη της πάλης των τάξεων και της επαναστατικής στρατηγικής του Bensaïd από την άλλη ενώνονται σε μια αδιαχώριστη ενότητα.

Μια τρίτη κατεύθυνση της θεωρίας της αντίστασης του Bensaïd, η οποία δεν αποτελεί βέβαια ξεχωριστή ενότητα, είναι η ίδια η μέθοδος που εφαρμόζει και διεκδικεί: Συνήθως τη λέμε διαλεκτική, ο Μαρξ την έλεγε καμιά φορά «γερμανική επιστήμη». Ο Bensaïd πρόσθεσε ακόμη ένα επίθετο πριν το ουσιαστικό: ανατρεπτική, γερμανική επιστήμη. Δεν έγραψε πολλά πράγματα γι’ αυτή την «επιστήμη», απλώς την έθεσε σε εφαρμογή. Στο βιβλίο του Marx l’intempestif  διευκρινίζει, ωστόσο, ότι πρόκειται για την «επιστήμη τρίτου τύπου» κατά τον Σπινόζα, την «επιστήμη της μη αυστηρής αιτιοκρατίας» κατά τον Leibniz, τη «διαλεκτική επιστήμη» κατά τον Χέγκελ, τις οποίες ο Μαρξ συνοψίζει με τον όρο «γερμανική επιστήμη». Είναι σίγουρα ανατρεπτική αυτή η επιστήμη, διότι καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που ο Bensaïd συνοψίζει, στο βιβλίο του Le Pari mélancolique (το μελαγχολικό στοίχημα) του 1997, ως εξής:

«Αν είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς τις μορφές που θα εφεύρει ο αιώνας που έρχεται, πώς θα είναι τα μελλοντικά οδοφράγματα και οι εξεγέρσεις του, ποιους συνδυασμούς ειρηνικών και βίαιων αντιστάσεων μας επιφυλάσσει, είναι ωστόσο σημαντικό να βεβαιώσουμε, με μια βεβαιότητα σκληρή σαν ατσάλι, ότι ο φαύλος κύκλος του φετιχισμού και η διαβολική περιστροφή του εμπορεύματος είναι δυνατό να σπάσουν, ότι η επίγεια αιωνιότητα δεν υπάρχει περισσότερο απ’ ό,τι η επουράνια, ότι υπάρχει συνεπώς αναγκαστικά μια λύση, μια διαφυγή, μια έξοδος και ότι εν τέλει θα τη βρούμε. Τούτο το πέρασμα από τα Βορειοανατολικά σε χώρους δικαιοσύνης και ελευθερίας προϋποθέτει τουλάχιστον, σίγουρα, χωρίς καμία αμφιβολία, μια ριζοσπαστική μεταμόρφωση των μορφών ιδιοκτησίας και εξουσίας ανάμεσα στους ανθρώπους, τα φύλα και τις γενεές. Δεν ξέρουμε βέβαια πώς θα επιτευχθεί αυτό το πέρασμα, ούτε κι αν θα επιτευχθεί ποτέ, όμως ξέρουμε από αξιόπιστη πηγή ότι είναι δυνατό: διότι το θέμα είναι ανθρώπινο, δεν εξαρτάται από καμιά υπερβατικότητα, διότι η οικονομία, το χρήμα, η ιστορία, η επιστήμη, το κράτος και άλλα είδωλα είναι δικές μας δημιουργίες και όχι κηδεμόνες-θεοί μας. Πρέπει λοιπόν να προσανατολιστούμε και να κινηθούμε προς τον ορίζοντα. Αυτός ο στρατηγικός, ρυθμιστικός ορίζοντας του “στοχευμένου στόχου” είναι ταυτόχρονα, επιπλέον ή αδιαχώριστα, ένας ηθικός ορίζοντας, ο μόνος νοητός, χωρίς τον οποίο η θέληση παραιτείται, το πνεύμα αντίστασης συνθηκολογεί, η πίστη αποτυγχάνει, η παράδοση χάνεται και η αίσθηση ευθύνης και συνέπειας απέναντι σε άγνωστους χάνει τον λόγο ύπαρξής της».

Λίγο πριν το θάνατό του, ο Daniel Bensaïd έγραψε ένα σύντομο κείμενο που φέρει τον τίτλο «Δυνάμεις του κομμουνισμού». Ο κομμουνισμός, σημειώνει, δεν είναι μια «καθαρή ιδέα», ούτε ένα «κρατικό καθεστώς». Είναι το όνομα τόσο της αντίστασης στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων, όσο και του ρυθμιστικού, ηθικού ορίζοντα που αναφέρθηκε πιο πάνω. Υποφέρει από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομά του, αλλά «δεν είναι δυνατό να εφευρεθεί ένα νέο λεξιλόγιο με διάταγμα». Συνεπώς, δεν υπάρχει άλλη λύση: «πρέπει να δώσουμε ξανά νόημα στις λέξεις που ψεύδονται».

ΠΗΓΗ: Κόκκινο, τεύχος 47-8

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s