Ρόζα Λούξεμπουργκ: Μαθήματα από τη ζωή της

του Patrick Larsen

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν μια εξαιρετική Μαρξίστρια και επαναστάτρια. Η δολοφονία της στις 13 Ιανουαρίου του 1919 ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για το γερμανικό Κομμουνιστικό κίνημα. Εδώ, ο Patrick Larsen αναλύει υπό το φως της Γερμανικής Επανάστασης του 1918 τόσο τα σπουδαία χαρίσματα της προσωπικότητάς της, όσο και τις αδυναμίες της και εξάγει συμπεράσματα για το σήμερα και ειδικά για το επαναστατικό κίνημα στη Βενεζουέλα.

«Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο!». Ηλίθιοι δήμιοι! Η «τάξη» σας είναι χτισμένη πάνω στην άμμο. Η επανάσταση αύριο «θα υψώσει τη βροντερή φωνή της ως τους ουρανούς». Τρομαγμένοι θ’ ακούσετε το νικητήριο της σάλπισμα: – Ήμουν, είμαι και θα είμαι» (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο, Ιανουάριος 1919)

91 χρόνια πριν, μία από της μεγαλύτερες επαναστάτριες στην ανθρώπινη ιστορία, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκε άγρια. Η ζωή της δεν χαρακτηρίζεται απλά από την ηρωική απόπειρα για επανάσταση, αλλά αποτελεί επίσης ένα θησαυρό μαθημάτων για τους αγώνες του σήμερα.

Το 2010 θα είναι ένα κρίσιμο έτος για μια επανάσταση που η τύχη της δεν έχει καθοριστεί ακόμη: την επανάσταση στη Βενεζουέλα. Για να κερδηθεί αυτή η μάχη, τα επαναστατικά στελέχη στην Βενεζουέλα αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο θα πρέπει να εκπαιδεύσουν τους εαυτούς τους στις επαναστατικές ιδέες. Όχι σε κάποιες τυχαίες ιδέες, αλλά αυτές που προέρχονται από τη ζωντανή εμπειρία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Ο 20ος αιώνας είναι πλούσιος σε τέτοια μαθήματα, για τη μη κατανόησή των οποίων συχνά οι επαναστάτες πλήρωσαν ένα πολύ υψηλό τίμημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια μελέτη ως προς τα κύρια διδάγματα της ζωής της Ρόζας Λούξεμπουγκ είναι σημαντική ακόμα και στις μέρες μας.

Τα Πρώτα Χρόνια του Αγώνα

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό στην Πολωνία, το Ζαμόσκ, στις 5 Μαρτίου 1871. Στα 16 της χρόνια άρχισε να συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα κι έγινε μέλος του επαναστατικού κόμματος που ονομαζόταν «Proletariat», το οποίο είχε ιδρυθεί το 1882.

Από το 1889 και μετά, η συμμετοχή της έγινε γνωστή στην αστυνομία οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πολωνία. Οι σύντροφοί της σκέφτηκαν ότι μπορεί να διαδραματίσει έναν χρησιμότερο ρόλο εξόριστη παρά φυλακισμένη. Έτσι, πήγε στη Ζυρίχη της Ελβετίας, η οποία ήταν το κέντρο των πολιτικών εξόριστων της Ρωσίας και της Πολωνίας εκείνη την εποχή. Εκεί άρχισε πανεπιστημιακές σπουδές στους τομείς των Φυσικών Επιστημών, Μαθηματικών και Οικονομικών. Όμως, σε αντίθεση με άλλους εξόριστους, έπαιρνε ενεργά μέρος στο τοπικό εργατικό κίνημα, την ίδια στιγμή που συνέχιζε να δουλεύει σαν εξόριστη Πολωνή επαναστάτρια.

Ήταν ήδη γνωστή στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα από τα 22 της και αντιπροσώπευσε το κόμμα της Πολωνίας στο συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς του 1893. Το 1898 πήγε στη Γερμανία, η οποία ήταν σαφώς το πιο προηγμένο κέντρο της εργατικής τάξης την εποχή εκείνη. Στη Γερμανία άρχισε να εργάζεται για το θεωρητικό περιοδικό του SPD (Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) Die Neue Zeit.

Το έργο της γρήγορα επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς πέραν της συγγραφής. Δραστηριοποιήθηκε σε όλες τις πτυχές της δουλειάς ενός επαγγελματικού επαναστατικού στελέχους. Ήταν ομιλήτρια σε μαζικές συγκεντρώσεις, επισκεπτόταν εργαζόμενες γυναίκες στα εργοστάσια, εξέδιδε καθημερινές εφημερίδες του σοσιαλδημοκρατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, κ.α.

Ο Εκφυλισμός του SPD

Η Ρόζα ήταν σαφώς μια ταλαντούχα οργανώτρια. Αλλά τα προσόντα της δεν σταματούσαν εκεί. Από πολλές απόψεις, ήταν επίσης μια λαμπρή υπέρμαχος των ιδεών του μαρξισμού. Αρκετά από τα έργα της, όπως «Η Κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας» και η «Μαζική Απεργία» είναι κλασικά μαρξιστικά έργα. Ωστόσο, το πιο σημαντικό της έργο γεννήθηκε για τις ανάγκες της πολεμικής της εναντίον της ανάπτυξης μιας ρεφορμιστικής πτέρυγας στο εσωτερικό του SPD, με επικεφαλής τον Μπερνστάιν.

Το SPD υποστήριξε για πολλά χρόνια τον σοσιαλισμό ως τη μόνη εναλλακτική λύση για την κρίση του καπιταλισμού. Το 1914, πριν από τον πόλεμο, το κόμμα είχε 1.085.905 μέλη και στις εκλογές του 1912 οι υποψήφιοι του έλαβαν 4.250.000 ψήφους.

Αλλά με αυτή η γιγαντιαία δύναμη, το SPD είχε επεκτείνει πάρα πολύ και τον οργανωτικό μηχανισμό του. Το κόμμα εξέδιδε 90 ημερήσιες εφημερίδες με 267 επαγγελματίες δημοσιογράφους και πάνω από 3,000 εργαζόμενους στα τυπογραφεία του. Η πλειοψηφία από τους 110 βουλευτές του επίσης εργάζονταν ως επαγγελματικά επαναστατικά στελέχη, όπως και η πλειοψηφία των 2.886 μελών του που ήταν εκλεγμένα στις περιφερειακές νομοθετικές συνελεύσεις.

Αυτό από μόνο του δε συνιστούσε πρόβλημα, εφόσον ο μηχανισμός εξυπηρετούσε επαναστατικούς σκοπούς και βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των εργατών και των απλών μελών του κόμματος. Ο Λένιν χρησιμοποίησε το γερμανικό SPD, με τους επαγγελματίες επαναστάτες του, ως πρότυπο για το διάσημο βιβλίο του «Τι να κάνουμε;».

Αλλά σιγά-σιγά οι ηγέτες του SPD άρχισαν να απομακρύνονται από την εργατική τάξη και ο ίδιος ο μηχανισμός μετατράπηκε στο αντίθετό του. Η υλική βάση αυτού του μετασχηματισμού βρισκόταν στους μισθούς και τον τρόπο ζωής των στελεχών που τους οδήγησαν να απομακρυνθούν από τις συνθήκες ζωής της ίδιας της εργατικής τάξης. Δεν διδάσκει τυχαία ο μαρξισμός ότι η κοινωνική ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση.

Ρεφορμιστές και Επαναστάτες

Μία από τις πρώτες εκφράσεις του νέου αυτού φαινομένου ήταν οι αναθεωρητικές ιδέες του Μπερνστάιν. Τα επιχειρήματα του Μπερνστάιν είναι σε πολλές περιπτώσεις παρόμοια με τις απόψεις που εκφράζουν άνθρωποι όπως ο Heinz Dietrich στη Βενεζουέλα σήμερα.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν η πρώτη που έδωσε μια συνεκτική απάντηση σε αυτές τις ιδέες. Στο διάσημο έργο της «Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» αποκαλύπτει τις ιδέες του Μπερνστάιν. Με έναν έξυπνο και αποτελεσματικό τρόπο εξέθεσε τις ψευδείς αξιώσεις του Μπερνστάιν που ήθελε να «εκσυγχρονίσει» τον μαρξισμό και να μεταρρυθμίσει σταδιακά τους κρατικούς θεσμούς:

«…το παρόν κράτος δεν είναι η ‘κοινωνία’ που αντιπροσωπεύει την «ανερχόμενη εργατική τάξη». Είναι αντιπροσωπευτικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι ένα ταξικό κράτος (…) Ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι ένα άμεσα σοσιαλιστικό στοιχείο που σταδιακά εμποτίζει όλη την καπιταλιστική κοινωνία. Είναι, αντιθέτως, μια ειδική μορφή του αστικού ταξικού κράτους, που βοηθά στην ωρίμανση και ανάπτυξη των υφιστάμενων αντιθέσεων του καπιταλισμού». (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή επανάσταση, 1900, Μέρος 1, Κεφάλαιο IV)

Στο ίδιο έργο εξηγεί τις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού που κάνουν το σταδιακό μετασχηματισμό προς τον σοσιαλισμό αδύνατο και καταλήγει:

«Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση δεν είναι διαφορετικές μέθοδοι ιστορικής εξέλιξης που μπορούν εύκολα να επιλεχθούν από τον πάγκο της ιστορίας, όπως κάποιος επιλέγει ζεστά ή κρύα λουκάνικα. Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση είναι διαφορετικοί παράγοντες στην εξέλιξη της ταξικής κοινωνίας. Προϋποθέτουν και συμπληρώνουν η μία την άλλη, αποκλείονται αμοιβαία και ταυτόχρονα, όπως ο βόρειος και ο νότιος πόλος, ή η αστική τάξη και το προλεταριάτο.

Κάθε νόμιμο σύνταγμα είναι το προϊόν μιας επανάστασης. Στην ταξική ιστορία, επανάσταση είναι η πράξη πολιτικής δημιουργίας, ενώ η νομοθεσία είναι η πολιτική έκφραση της ζωής μιας κοινωνίας που έχει ήδη τεθεί σε ισχύ. Το μεταρρυθμιστικό έργο δεν έχει τη δική του, ανεξάρτητη από την επανάσταση, δυναμική. Κατά τη διάρκεια κάθε ιστορικής περιόδου, το μεταρρυθμιστικό έργο ασκείται προς την κατεύθυνση που του δόθηκε από την ώθηση της τελευταίας επανάστασης, και συνεχίζεται για όσο διάστημα η παρότρυνση της τελευταίας επανάστασης εξακολουθεί να γίνεται αισθητή. Ή, για να το θέσω πιο συγκεκριμένα, σε κάθε ιστορική περίοδο το μεταρρυθμιστικό έργο ασκείται μόνο εντός του πλαισίου της κοινωνικής μορφής που δημιουργείται από την τελευταία επανάσταση. Αυτή είναι η ουσία του προβλήματος.

Η απεικόνιση του μεταρρυθμιστικού έργου ως μακροχρόνια επανάσταση και της επανάστασης ως μιας συνοπτικής σειράς μεταρρυθμίσεων είναι αντίθετη με την ιστορία. Ένας κοινωνικός μετασχηματισμός κα μια νομοθετική μεταρρύθμιση δεν διαφέρουν ως προς τη διάρκειά τους αλλά ως προς το περιεχόμενό τους. Το μυστικό της ιστορικής αλλαγής μέσω της αξιοποίησης της πολιτικής εξουσίας έγκειται στο μετασχηματισμό της απλής ποσοτικής μεταβολής σε μια νέα ποιότητα, ή για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα, στο πέρασμα μιας ιστορικής περιόδου από μια συγκεκριμένη κοινωνική μορφή στην άλλη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτοί που είναι υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης ενάντια και σε αντιδιαστολή με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την κοινωνική επανάσταση, στην πραγματικότητα δεν επιλέγουν μία πιο ήρεμη και αργή πορεία προς τον ίδιο στόχο, αλλά προς ένα διαφορετικό στόχο. Αντί να έχουν μια στάση υπέρ της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας, η στάση τους είναι υπέρ επιφανειακών τροποποιήσεων στην παλιά κοινωνία. Αν ακολουθήσουμε τις πολιτικές αντιλήψεις του ρεβιζιονισμού, καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα που θα καταλήγαμε εάν ακολουθούσαμε τις οικονομικές θεωρίες του ρεβιζιονισμού. Το πρόγραμμά μας θα αποσκοπούσε όχι στην υλοποίηση του σοσιαλισμού, αλλά στη μεταρρύθμιση του καπιταλισμού. όχι στην κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, αλλά στη μείωση της εκμετάλλευσης, δηλαδή, στην κατάργηση των καταχρήσεων του καπιταλισμού και όχι για την κατάργηση του ίδιου του καπιταλισμού. (Από το ίδιο, Μέρος 2, Κεφάλαιο VI)

Οι παραπάνω φράσεις γράφτηκαν πάνω από 100 χρόνια πριν, αλλά είναι η τέλεια απάντηση σε όσους υποστηρίζουν μια μεταρρυθμιστική πολιτική σήμερα στη Βενεζουέλα, όπως οι διάφοροι Heinz Dietrich, Haimann El Troudis και Diosdado Cabellos.

Ο πόλεμος, το SPD και η λίγκα του Σπάρτακου

Η Ρόζα Λούξεμπουγκ συνέχισε τη συμμετοχή της στο κίνημα με όλο και περισσότερη ενέργεια. Το 1904 καταδικάστηκε σε ποινή εννιάμηνης φυλάκισης για «προσβολή ενάντια στον Κάιζερ», αλλά τελικά αποφυλακίστηκε μετά από ένα μήνα. Ήταν επίσης παρούσα σε διάφορα συνέδρια της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, όπου και γνώρισε τους Λένιν και Τρότσκι. Παρά τις κάποιες διαφωνίες, και οι δύο την είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, και δεσμοί αλληλεγγύης διατηρήθηκαν μέχρι και το τέλος της ζωής της. Ο Τρότσκι μας το υπενθυμίζει αυτό στην αυτοβιογραφία του:

«Όσον αφορά το ζήτημα της λεγόμενης διαρκούς επανάστασης, η Ρόζα είχε την ίδια θέση με εμένα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Λένιν κι εγώ είχαμε μία κάπως χιουμοριστική συνομιλία στο λόμπι. Οι αντιπρόσωποι είχαν μαζευτεί γύρω μας. «Όλα αυτά γιατί δεν μιλάει τα ρωσικά πολύ καλά», είπε, αναφερόμενος στη Ρόζα. «Αλλά μιλάει τέλεια τα μαρξιστικά», ανταπάντησα. Οι αντιπρόσωποι γέλασαν, όπως κι εμείς.» (Λέον Τρότσκι, Η Ζωή μου, σελ.209, έκδοση Penguin Books)

Ανάμεσα στη δημοσίευση του «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» το 1900 και του ξεσπάσματος του πολέμου το 1914, οι αντιθέσεις μεταξύ των μεταρρυθμιστών και επαναστατών συσσωρεύονταν κάθε μέρα που περνούσε. Αλλά είναι γνωστό ότι τα σπουδαία γεγονότα είναι αυτά που βάζουν κάθε ομάδα, τάση ή κόμμα στη δοκιμασία των γεγονότων. Τα μεγαλύτερα γεγονότα στην ανθρώπινη ιστορία είναι οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις.

Στην αποφασιστική στιγμή, όλοι οι ηγέτες του SPD «ξέχασαν» τα σοσιαλιστικά συνθήματα και τη ρητορική τους και ψήφισαν υπέρ των πολεμικών πιστώσεων στο κοινοβούλιο. Αυτή ήταν μια προδοσία χωρίς προηγούμενο. Ακόμα και ο Λένιν δεν μπορούσε να το πιστέψει και αρχικά πίστευε ότι το αντίγραφο της Vorwärts (επίσημο όργανο του SPD) στο οποίο ανακοινώθηκε η απόφαση, ήταν προϊόν παραποίησης του γερμανικού γενικού αρχηγείου.

Ωστόσο, παρά την προδοσία της ρεφορμιστικής γραφειοκρατίας του SPD – που αρχικά παρέλυσε τους εργάτες και τους έσυρε στον πόλεμο – ο πόλεμος επρόκειτο να έχει βαθιά επίδραση στη συνείδηση της εργατικής τάξης. Οι συνεχιζόμενες σφαγές και καταστροφές στο μέτωπο, τα προβλήματα και η δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών και η μιζέρια στις εργατικές συνοικίες των πόλεων – όλα αυτά θα ωθούσαν το προλεταριάτο στο να προσπαθήσει να αλλάξει την κοινωνία.

Ενώ όλοι οι βασικοί ηγέτες του SPD, συμπεριλαμβανομένων των πρώην αριστερών γύρω από τον Καρλ Κάουτσκι, συνθηκολόγησαν με τον Εθνικό Σωβινισμό, η Ρόζα Λούξεμπουργκ παρέμεινε σταθερή στα ιδανικά της. Συγκέντρωσε γύρω της μια ομάδα συντρόφων, και ιδιαίτερα τον Καρλ Λίμπνεχτ, που ήταν ο μόνος βουλευτής που ψήφισε κατά των πιστώσεων πολέμου, αλλά και ένας πολύ ταλαντούχος ομιλητής. Άλλες σημαντικές φιγούρες στο κόμμα που θα γινόταν γνωστό ως η Σπαρτακιστική Λίγκα, ήταν ο Λέον Γιόγχινες, ο Φρανς Μέρινγκ και η Κλάρα Ζέτκιν.

Για να είμαστε δίκαιοι απέναντι σε μια μεγάλη επαναστάτρια όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ, θα πρέπει να εξετάσουμε την αδύναμη πλευρά της μαζί με την δυνατή της. Είναι απόλυτα σαφές ότι έκανε κάποια λάθη, ειδικά σχετικά με το οργανωτικό μέτωπο, για τα οποία θα πλήρωνε αργότερα με τη ζωή της. Πολλές φορές είχε πολεμικές με τον Λένιν για διάφορα θέματα. Πέρα από τις διαφορές σχετικά με το εθνικό ζήτημα, την αιτία των κρίσεων του καπιταλισμού, την αγροτική πολιτική των Μπολσεβίκων, το ρόλο του Μενσεβικισμού κλπ., είχε σκληρές αντιπαραθέσεις με τον Λένιν για το ζήτημα του κτισίματος του Κόμματος.

Σίγουρα το SPD ήταν η σπουδαιότερη οργάνωση της γερμανικής εργατικής τάξης, αν και η ηγεσία του δούλευε στην υπηρεσία της αστικής τάξης. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και οι σύντροφοί της παρέμειναν μέσα στο κόμμα, κάτι που ήταν απολύτως ορθό. Έτσι, εσωκομματικά αγωνίστηκαν για να κερδίσουν τον μέγιστο αριθμό εργατών στις ιδέες του αυθεντικού μαρξισμού. Το μεγαλύτερο λάθος τους όμως ήταν ότι δεν έκαναν καμία σοβαρή και συστηματική προσπάθεια να χτίσουν και να οργανώσουν μια Μαρξιστική τάση. Επίσης δεν έδωσαν αρκετή σημασία στην εκπαίδευση των Σπαρτακιστών στελεχών, να ανεβάσουν το πολιτικό και θεωρητικό επίπεδό τους και να συγκεντρωθούν γύρω από μια τακτική εφημερίδα.

Μπορούμε επίσης να πούμε ότι κατάλαβαν πολύ αργά τις διεργασίες που άρχισαν να συμβαίνουν στο εσωτερικό του SPD. Νόμιζαν ότι ο αγώνας θα συνεχιζόταν εντός του κόμματος, ακόμη κι όταν μια μεγάλη μερίδα αυτού προχωρούσε προς τη διάσπαση. Αυτό το κομμάτι του κόμματος, υπό την ηγεσία σημαντικών αριστερών ρεφορμιστών βουλευτών, διασπάστηκε το 1916 και ίδρυσε το USPD – την Ανεξάρτητη Σοσιαλδημοκρατία.

Διαπιστώνουμε πως αυτό είναι ακόμα ένα πολύτιμο μάθημα για την Βενεζουέλα και για άλλες χώρες. Από τη μια πλευρά μας δείχνει την απόλυτη ανάγκη οικοδόμησης μιας οργανωμένης μαρξιστικής τάσης ώστε να αγωνιστεί εσωκομματικά ενάντια στη δεξιά πτέρυγα. Όπως είπε ο Πωλ Λεβί, ένα στέλεχος που επρόκειτο να ηγηθεί του ΚΚΓ αργότερα, το 1920: «Πολλούς μας λυπεί το γεγονός ότι δεν αρχίσαμε τον σχηματισμό του πυρήνα του ΚΚΓ το 1903» (Τον ίδιο χρόνο που ο πυρήνας του μπολσεβικισμού ιδρύθηκε στη Ρωσία). Αν δεν χτιστεί μια μαρξιστική τάση στο PSUV της Βενεζουέλας ή σε άλλα μαζικά κόμματα της εργατικής τάξης στον υπόλοιπο κόσμο, θα είναι πολύ δύσκολο αυτά τα κόμματα να παρέμβουν αποφασιστικά στους αγώνες που μπορεί να καθορίσουν την μοίρα της επανάστασης.

Από την άλλη πλευρά, δείχνει ότι οι συζητήσεις σχετικά με τις προοπτικές και τα συμπεράσματα που προκύπτουν απ’ αυτές έχουν αποφασιστική σημασία τη στιγμή της δράσης. Λάθος προοπτικές μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά λάθη στην παρέμβαση στην ταξική πάλη.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και οι σύντροφοί της σωστά συμμετείχαν στο USPD, αλλά δεν είχαν προβλέψει την δημιουργία του, ούτε προετοιμάστηκαν σχετικά με την παρέμβασή τους. Ενώ 170.000 μέλη έμειναν στο SPD, 120.000 (εκ των οποίων 33 βουλευτές) πήγαν στο USPD. Το USPD ήταν ένα Κεντριστικό κόμμα. οι ηγέτες του έκλιναν προς την επαναστατική ρητορική, αλλά στην πραγματικότητα ταλαντεύονταν και έτειναν στο να κλείνουν συμφωνίες με τους γραφειοκράτες του SPD.

1918: H Χρονιά της Επανάστασης

Τα γεγονότα στο διεθνές επίπεδο είχαν βαθιά επίδραση στη συνείδηση του γερμανικού προλεταριάτου. Είδαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση η εξουσία να περνά στα χέρια των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών, υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων. Αυτό έδωσε τεράστια ώθηση στον ενθουσιασμό των Γερμανών εργατών. Από την άλλη πλευρά οι συνεχείς στρατιωτικές ήττες, το χάος και η αποσύνθεση του γερμανικού στρατού στο δυτικό μέτωπο, βοήθησε στην μείωση της εμπιστοσύνης στο καθεστώς.

Όταν το γερμανικό γενικό αρχηγείο εκπόνησε μια τελική μάχη, με την ενεργοποίηση του στόλου για να σταματήσει την προέλαση του εχθρού, προκάλεσε ένα επαναστατικό κίνημα. Οι ναύτες και λιμενεργάτες του Κιέλου, υποστηριζόμενοι από τις τοπικές μονάδες του SPD και του USPD, βγήκαν στους δρόμους, ένωσαν την επιτροπή τους με την επιτροπή των εργατών και κατέλαβαν την εξουσία στην πόλη. Το κίνημα αυτό επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Ανταρσίες άρχισαν να ξεσπούν από το ένα τμήμα στο άλλο. Επιτροπές στρατιωτών και εργατών συστάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και η εξουσία βρισκόταν σε ισορροπία ανάμεσα στις τάξεις.

Όμως, αν και ο Καρλ Λίμπκνεχτ διακήρυξε την νίκη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης στις 11 Νοεμβρίου, το κίνημα αυτό εκτροχιάστηκε γρήγορα από την ηγεσία του SPD, με την βοήθεια της κεντρίστικης ηγεσίας του USPD, η οποία μπήκε στην κυβέρνηση μαζί τους. Η Ρόζα Λούξεμπουγκ που ήταν στη φυλακή από τον Ιούλιο του 1916, αποφυλακίστηκε και ρίχτηκε στον αγώνα με ανανεωμένη ενέργεια και αφοσίωση.

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε πολλές λεπτομέρειες, πρέπει να επισημάνουμε ότι η επανάσταση στη Γερμανία το Νοέμβριο του 1918, είχε πολλές ομοιότητες με την ρωσική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. Οι απλές μάζες που εισήλθαν στην πολιτική ζωή για πρώτη φορά στη ζωή τους δεν κατάλαβαν την αναγκαιότητα της ρήξης με την αστική τάξη. Υπήρχαν μερικές αστικοδημοκρατικές αυταπάτες και οι ηγέτες του SPD, που υπόσχονταν βελτίωση του βιοτικού επιπέδου χωρίς «βίαιη επανάσταση», εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν μεγάλη εμπιστοσύνη. Η εργατική τάξη είχε την εξουσία στα χέρια της χωρίς να το ξέρει, εξουσία που την παρέδωσε στην ηγεσία του SPD που ήταν κάτω από τις διαταγές της γερμανικής αστικής τάξης.

Αυτό από μόνο του δεν αποτελούσε πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια φυσιολογική φάση στην ανάπτυξη της συνείδησης της εργατικής τάξης. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, ο Λένιν πίστευε ότι το κύριο ζήτημα ήταν η υπομονετική εξήγηση του προγράμματος των Μπολσεβίκων και η οικοδόμηση επαναστατικών δυνάμεων, προκειμένου να προετοιμαστεί η κατάκτηση των μαζών και μέσω αυτών της εξουσίας.

Ο αριστερισμός παίρνει το πάνω χέρι

Αλλά αυτή η γραμμή, η οποία κέρδισε την πλειοψηφία στο κόμμα των Μπολσεβίκων το 1917, δεν έχαιρε της ίδιας υποστήριξης μεταξύ των Σπαρτακιστών. Αν και τα πιο έμπειρα στελέχη όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λέον Γιόγχινες ήθελαν να αναβληθεί η σύσταση του Κομμουνιστικού Κόμματος, προκειμένου να κερδηθεί ένα μεγαλύτερο κομμάτι ακτιβιστών του USPD, οι άπειροι, στην πλειοψηφία τους, Σπαρτακιστές πίεσαν με μεγάλη ανυπομονησία για άμεση διάσπαση.

Πολλά από αυτά τα αριστερίστικα στοιχεία ήταν νέοι που δεν είχαν απορροφήσει τα μαθήματα της Ρώσικης επανάστασης. Η ανυπομονησία τους σχετικά με τον φαινομενικά αργό ρυθμό στον οποίο τα γεγονότα εκτυλίσσονταν, τους οδήγησε στην αναζήτηση ενός σύντομου δρόμου. Αντικατέστησαν την κατάκτηση των μαζών με την άμεση κατάκτηση της εξουσίας χωρίς να εκλάβουν σοβαρά υπόψη την τότε συνείδηση των μαζών.

Για τους μαρξιστές, είναι θεμελιώδης η επισήμανση ότι υπάρχουν διάφορα στρώματα στην εργατική τάξη, στη νεολαία και την αγροτιά που μαθαίνουν σε διαφορετικούς ρυθμούς και συνάγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα με διαφορετικές ταχύτητες. Τα πιο προηγμένα τμήματα μεταξύ των αγωνιστών του εργατικού κινήματος καταλαβαίνουν την προδοτική φύση των ρεφορμιστών πολύ ταχύτερα απ’ ότι οι απλοί εργάτες. Γενικά οι εργάτες είναι πολύ πιστοί στις οργανώσεις που τους οδηγούν στα πρώτα βήματά τους και τους αφυπνίζουν πολιτικά. Για να γυρίσουν την πλάτη οι εργάτες στους παλιούς ηγέτες τους και να αναζητήσουν άλλες εναλλακτικές λύσεις, χρειάζονται τεράστια γεγονότα.

Η ανυπομονησία αυξανόταν μέρα με την ημέρα στις τάξεις των Σπαρτακιστών. Σε αντίθεση με τις επιθυμίες της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Λέο Γιόγχινες, η Λίγκα αποφάσισε να δημιουργήσει το KPD(S) – Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (Σπαρτακιστικό) – τον Δεκέμβριο του 1918. Ωστόσο το ιδρυτικό συνέδριο έλαβε χώρα χωρίς να γίνει κάποια σοβαρή προετοιμασία για να κερδίσει την μέγιστη δυνατή υποστήριξη. Για παράδειγμα, το δίκτυο των επαναστατικών εργατικών αντιπροσώπων στο Βερολίνο είχε προβάλει μερικές ορθές απαιτήσεις για την ενσωμάτωσή του στο νέο αυτό κόμμα, αλλά απορρίφτηκε εξαρχής. Έτσι, ένα καθοριστικό κομμάτι της επαναστατικής πρωτοπορίας του εργατικού κινήματος έμεινε έξω από το νέο κόμμα.

Το ιδρυτικό συνέδριο του KPD (S) είχε την υποστήριξη των Μπολσεβίκων, οι οποίοι έστειλαν τον Καρλ Ράντεκ ως εκπρόσωπό τους. Ωστόσο, το συνέδριο δεν ενέκρινε ίδιες μεθόδους με αυτές που είχαν εφαρμόσει οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία. Στην πραγματικότητα, τα σεχταριστικά αριστερίστικα στοιχεία πήραν το πάνω χέρι έναντι της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπνεχτ στα πιο αποφασιστικά σημεία. Δηλαδή απέρριψαν τη συμμετοχή τους στις προσεχείς εκλογές και τον αγώνα στο εσωτερικό των συνδικαλιστικών οργανώσεων που ελέγχονταν από το SPD.

Αυτά τα ζητήματα επαναστατικής τακτικής πρέπει να συζητηθούν και από τους επαναστάτες σήμερα. Αν επρόκειτο να απορρίψουμε τη δουλειά στο εσωτερικό των παραδοσιακών συνδικάτων και δημιουργούσαμε «καθαρά» συνδικάτα, θα καταδικαζόμασταν σε απομόνωση. Η απόρριψη της δουλειάς σε οποιοδήποτε συνδικάτο επειδή αυτό διαθέτει αντιδραστική ηγεσία, είναι τεράστιο λάθος. Με την ίδια λογική, θα ήταν τεράστια βλακεία να απορρίψουμε την ένταξη σε μαζικά κόμματα όπως είναι το PSUV στη Βενεζουέλα.

Το ζήτημα του κοινοβουλίου είναι επίσης σημαντικό. Οι μαρξιστές φυσικά γνωρίζουν ότι τα θεμελιώδη ζητήματα δεν επιλύονται στο κοινοβούλιο αλλά στους δρόμους και τους τόπους εργασίας. Ωστόσο πιστεύουμε ότι η εργατική τάξη πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο που έχει στη διάθεσή της για να προωθήσει το επαναστατικό της μήνυμα. Όσο οι επαναστάτες δεν έχουν την δύναμη να ρίξουν τον καπιταλισμό, δηλαδή για όσο διάστημα δεν έχουμε κερδίσει την πλειοψηφία της τάξης μας στο πρόγραμμά μας, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο ώστε να προπαγανδίσουμε τις ιδέες μας και να κερδίσουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων.

Δυστυχώς, όλα αυτά δεν ελήφθησαν υπόψη από την πλειοψηφία των αντιπροσώπων του KPD (S) στο ιδρυτικό συνέδριο.

Γενάρης 1919: Οι επαναστάτες πέφτουν στην παγίδα

Σύμφωνα με τον Πωλ Φρόλιτς, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν είχε απαισιόδοξη στάση, παρά την ήττα της στα κύρια σημεία του ιδρυτικού συνεδρίου του KPD (S).

«Η Ρόζα απλώς δήλωσε ότι ένα νεογέννητο πάντα κραυγάζει στην αρχή… Εξέφρασε την πεποίθησή της ότι το νέο κόμμα θα βρει τελικά τον σωστό δρόμο, παρά τα λάθη του, διότι ασπάστηκε τον καλύτερο πυρήνα του γερμανικού προλεταριάτου.» (Παρατίθεται στο Pierre Broué, Η Γερμανική Επανάσταση 1917-23, σελίδα 227).

Στην αρχή φάνηκε να έχει δίκιο. Παρά τη σύγχυση των αποτελεσμάτων του ιδρυτικού συνεδρίου, δεν είχαν χαθεί τα πάντα για τους Γερμανούς κομμουνιστές. Ο μήνας του Δεκεμβρίου έφερε και την εντατικοποίηση της ταξικής πάλης. Το USPD εκδιώχθηκε από την κυβέρνηση από τον καγκελάριο του SPD, Έμπερτ. Όταν καλέστηκαν δέκα μεραρχίες του στρατού στο Βερολίνο, προκειμένου να παρέχουν ασφάλεια στην αντιδραστική κυβέρνηση, οι στρατιώτες απέρριψαν το κάλεσμα επηρεασμένοι από την επαναστατική προπαγάνδα. Οι δημοκρατικές αυταπάτες του Νοεμβρίου άρχιζαν να εξαφανίζονται αργά αλλά σταθερά. Η Γερμανική αστική τάξη το γνώριζε αυτό. Χρησιμοποίησαν έτσι τον χρόνο που υπήρχε, ώστε να δημιουργήσουν τα Φράικορπς που ήταν ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες που έφτασαν γρήγορα τα 80.000 μέλη στο Βερολίνο.

Τον Ιανουάριο πραγματοποιήθηκε η αποφασιστική πρόκληση της δεξιάς. Στο Βερολίνο, ο Eichhorn – ένα πολύ γνωστό μέλος της αριστερής πτέρυγας του USPD – απολύθηκε από την δουλειά του ως επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης στη γερμανική πρωτεύουσα. Το USPD και το KPD απάντησαν καλώντας μια διαδήλωση για την 5η Ιανουαρίου. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες βγήκαν στους δρόμους εκείνη την ημέρα, αλλά οι επαναστάτες δεν είχαν κανένα σχέδιο αγώνα και δεν έδωσαν σαφή ηγεσία. Έτσι η μέρα πέρασε εν μέσω ατελείωτων συζητήσεων, ενώ οι περισσότεροι εργάτες γύρισαν στα σπίτια τους.

Μετά την 5η Ιανουαρίου οι κομμουνιστές έπεσαν στην παγίδα. Χωρίς να διαβουλευτεί με την ηγεσία του KPD (S), ο Κάρλ Λίμπνεχτ και ο Πίεκ (ένας άλλος κομμουνιστής ηγέτης), υπέγραψαν μια δήλωση με τους ηγέτες της επαναστατικής επιτροπής που έλεγε ότι ο άμεσος στόχος ήταν να «ρίξουν την κυβέρνηση». Ωστόσο αυτό έγινε χωρίς να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο να κερδηθεί η πλειοψηφία στις επιτροπές των στρατιωτών και των εργατών, ούτε σε κάποια σοβαρή στρατιωτική προετοιμασία. Πολλά κτίρια στο Βερολίνο καταλήφθηκαν και η εξέγερση βρήκε ανταπόκριση μόνο ανάμεσα στην πρωτοπορία. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό.

Τόσο ο Καρλ Ράντεκ όσο και άλλοι Σπαρτακιστές προσπάθησαν να πείσουν την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπνεχτ να προβούν σε μια προσωρινή υποχώρηση. Αλλά αν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ τάχθηκε κατά της έναρξης της εξέγερσης, την στιγμή που άρχισε, δεν κατανόησε την αναγκαιότητα υποχώρησης. Επέμενε επίσης ότι η υπεράσπιση της κατάληψης του Vorwörts (το αρχηγείο τύπου του SPD) ήταν θέμα αρχής.

Εδώ βλέπουμε την άμεση συνέπεια της έλλειψης συστηματικού έργου κατάρτισης στελεχών από την πλευρά των Σπαρτακιστών. Στην κρίσιμη στιγμή, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και άλλοι γύρω της παραγκωνίστηκαν από την αριστερίστικη πτέρυγα των εργατών που ήταν ανυπόμονοι για δράση και δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν νηφάλια τον συσχετισμό των δυνάμεων. Σε μια επιστολή του ο Ράντεκ σωστά συνέκρινε την «εξέγερση των σπαρτακιστών» τον Γενάρη του 1919 με τα Ιουλιανά της Ρωσίας το 1917:

«Η μόνη δύναμη που μπορεί να σταματήσει και να αποτρέψει αυτή την καταστροφή είστε εσείς, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Έχετε αρκετή οξυδέρκεια για να καταλάβετε ότι αυτός ο αγώνας δεν έχει ελπίδα. Τα μέλη σας Levi και Duncker μου είπαν ότι το γνωρίζετε αυτό… Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει αυτόν που είναι ασθενέστερος από το να υποχωρήσει μπροστά σε μια ισχυρότερη δύναμη. Τον Ιούλιο του 1917, ήμασταν απείρως ισχυρότεροι απ’ ότι είστε εσείς σήμερα και κρατήσαμε τις μάζες με όλες μας τις δυνάμεις. Όταν δεν το επιτύχαμε,, με υπερπροσπάθεια οδηγήσαμε τις μάζες σε υποχώρηση από έναν αγώνα χωρίς καμιά ελπίδα». (από το βιβλίο του Πιερ Μπρουέ, Η Γερμανική Επανάσταση», σελ. 251)

Σύμφωνα με τον Ράντεκ, ήταν αναγκαία μια τακτική υποχώρηση. Μια προσωρινή υποχώρηση σαν αυτή των Μπολσεβίκων το 1917 και με τον ίδιο στόχο: το KPD (S) θα έπρεπε να ξεκινήσει μια εκστρατεία ώστε να κερδίσει με το μέρος του την πλειοψηφία των επιτροπών των εργατών και των στρατιωτών. Δυστυχώς οι πολύτιμες συμβουλές του δεν εισακούστηκαν. Οι ηγέτες των Σπαρτακιστών δεν έκαναν την απαραίτητη υποχώρηση όταν έπρεπε.

Είναι αξιοσημείωτο ότι τις τελευταίες μέρες πριν την δολοφονία της, η Ρόζα Λούξεμπουργκ άρχισε να διατυπώνει με μεγαλύτερη έμφαση το ρόλο που έπρεπε να παίζει ένα επαναστατικό κόμμα.

Τις 6 Ιανουαρίου έγραψε:

«Η Γερμανία ως τώρα ήταν η κλασική χώρα της οργάνωσης. Είμαστε φανατικοί όσον αφορά την οργάνωση και το επιδεικνύουμε. Τα πάντα πρέπει να θυσιαστούν για την οργάνωση, η λογική, οι στόχοι και η ικανότητα του κινήματος για δράση. Τι βλέπουμε σήμερα; Στην καθοριστική στιγμή της επανάστασης, το οργανωτικό ταλέντο για το οποίο καυχόμαστε αποτυγχάνει με τον πιο ελεεινό τρόπο.» (Die Rote Fahne, 6 Ιαννουαρίου, 1919)

Στις 11 Ιανουαρίου έγραψε:

«Η απουσία ηγεσίας, η ανυπαρξία ενός κέντρου οργάνωσης της εργατικής τάξης του Βερολίνου, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Για την πρόοδο της επανάστασης, για την νίκη του προλεταριάτου, για τον σοσιαλισμό, οι επαναστάτες εργάτες πρέπει να συστήσουν ηγετικές οργανώσεις ικανές να ηγηθούν και να χρησιμοποιήσουν τη μαχητική δύναμη των μαζών». (Die Rote Fahne, 11 Ιαννουαρίου, 1919)

Δυστυχώς ήταν πια πολύ αργά. Η άρχουσα τάξη εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο γι’ αυτήν τρόπο την πρόωρη εξέγερση των Σπαρτακιστών. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπνεχτ συνελήφθηκαν τις 15 Ιανουαρίου και έπειτα δολοφονήθηκαν. Όπως το έθεσε ο Pierre Broué στο έξοχο βιβλίο του για την Γερμανική Επανάσταση, «το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα στερήθηκε ταυτόχρονα του μεγαλύτερου ηγέτη του και του πιο περίβλεπτου αντιπροσώπου του». Μετά από ελάχιστους μήνες δολοφονήθηκε ο Λέο Γιόγχινες, γιατί τάχα και αυτός προσπαθούσε να δραπετεύσει.

Ένας Αετός

Ο θάνατος αυτών των ηγετών – με σημαντικότερο απ’ όλους το θάνατο της Ρόζας Λούξεμπουργκ – ήταν ένα βαρύ χτύπημα για την γερμανική Επανάσταση. Χωρίς αυτούς τους ηγέτες το γερμανικό ΚΚ που ήταν γεμάτο νέα και άπειρα μέλη, ξόδεψαν πολλές ευκαιρείς για να πάρουν την εξουσία, με σημαντικότερη αυτή του 1923.

Ο Λένιν ήταν απόλυτα σαφής όσον αφορά την οριστική στάση του προς την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Είπε πως ήταν «ένας αετός» της εργατικής τάξης. Ως απάντηση στους επικριτές της και σε αυτούς που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν της παλιές διαφωνίες μεταξύ του Λένιν και της Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Λένιν απάντησε με τα ακόλουθα λόγια:

«Θα απαντήσω σε αυτά χρησιμοποιώντας λίγα λόγια από ένα παλιό ρώσικο παραμύθι: «Οι αετοί μπορεί να πετούν μερικές φορές χαμηλότερα από τις κότες, αλλά οι κότες δεν μπορούν ποτέ να ανυψωθούν στα ύψη που πετάν οι αετοί». Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έκανε λάθος στο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας. έκανε λάθος το 1903 στην αξιολόγησή της προς τους Μενσεβίκους. έκανε λάθος όσον αφορά τη θεωρία της συσσώρευσης του κεφαλαίου. έκανε λάθος τον Ιούλιο του 1914 όταν μαζί με τον Πλεχάνοφ, τον Κάουτσκι, τον Βαντερβέλντε και άλλους ήταν υπέρ της ενότητας των Μπολσεβίκων και των Μενσεβίκων. έκανε λάθος σε αυτά που έγραφε μέσα από τη φυλακή το 1918 (διόρθωσε τα περισσότερα λάθη της στα τέλη του 1918 και τις αρχές του 1919 όταν βγήκε από τη φυλακή). Παρά τα λάθη της όμως ήταν – και παραμένει για εμάς – ένας αετός. Οι κομμουνιστές όλου του κόσμου όχι μόνο θα τιμούν την μνήμη της, αλλά η βιογραφία της και τα άπαντά της (τη δημοσίευση των οποίων οι Γερμανοί κομμουνιστές καθυστερούν υπέρμετρα, αλλά μπορεί να συγχωρηθούν εν μέρει λόγω των σοβαρών απωλειών που υφίστανται στον αγώνα τους) θα χρησιμεύσουν ως εγχειρίδια για την κατάρτιση κομμουνιστών για πολλές γενιές. «Από τις 4 Αυγούστου του 1914, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία υπήρξε ένα βρωμερό πτώμα». Η φράση αυτή θα κάνει το όνομα της Ρόζα Λούξεμπουργκ διάσημο στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος». ((V. I. Lenin, Notes of a Publicist)

Μετάφραση: Δημήτρης Γάλλος

Πηγή: In defence of Marxism

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s