Το μονοπώλιο στον τίτλο και το 50 + 1% κάνουν την «Εφημερίδα των συντακτών» πουκάμισο αδειανό (μέρος 3)

Στο σημερινό απόσπασμα θα δούμε γιατί ο Τεγόπουλος δεν έκανε πίσω σε δύο σημεία. Με το 80% στους συνάκτες και τους τυπογράφους, με τις εξουσίες προσλήψεων και απολύσεων στη συνέλευση των συντακτών και το ΔΣ να αποφασίζει με 4/5 κανένα πρόβλημα δε φαινόταν ότι θα παρουσιαστεί. Η Ελευθεροτυπία ανακοίνωνε την πρωτοποριακή λειτουργία της κι ο κόσμος την περιέβαλε με την αγάπη του. Ποιά ήταν λοιπόν τα σημεία στα οποία δεν έκανε πίσω; Στο να έχει προσωπικό μονοπώλιο στον τίτλο «Ελευθεροτυπία» και να έχει το 51% της εφημερίδας. Κάτι καθόλου τυχαίο, όπως θα φανεί και στο αυριανό απόσπασμα …

(απόσπασπα από το βιβλίο του Λ. Κομίνη, Η κρίση του ελληνικού τύπου, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1985)

Τα μάζεψα κι έφυγα. Την άλλη μέρα έμπαινα πάλι στη μάχη για την έκδοση της Ε. Η μάχη είχε πολλά στάδια και πολλές πτυχές. Έπρεπε να δοθεί με… ανύπαρκτα τεχνικά μέσα. Χωρίς καν τυπογραφικά στοιχεία. Με μηχανές φθαρμένες και απαρχαιωμένες. Μέσα σ’ ένα άβολο κτίριο, εγκαταλειμμένο από την εποχή που το Εθνος έκλεισε επί χούντας. Το μόνο όπλο, το υπέροχο εκείνο συντακτικό προσωπικό, που αποφάσιζε να πάρει στους ώμους του την προσπάθεια της έκδοσης. Τα υπόλοιπα; Για κλάματα. Ένας ψυχρός παρατηρητής, που λίγο να είχε σχέση με τις εφημερίδες, θα έβαζε τα γέλια, αν έβλεπε με τι τρόπο και ποια μέσα θα έβγαινε η Ε. Ο Τ. είχε βρει ένα θαυμάσιο σλόγκαν για τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. «Η Ελευθεροτυπία: η εφημερίδα των συντακτών».

Ήταν λογικό. Ο άνθρωπος έδινε το 80% των… κερδών, από τη μια μεριά και άφηνε τους συντάκτες λεύτερους να διοικήσουν μόνοι την εφημερίδα. Συντακτική Επιτροπή με απεριόριστα δικαιώματα. Καμιά ανάμιξη του στη σύνταξη. Έτσι τουλάχιστον φαίνονταν τα πράγματα στο ξεκίνημα. Και τότε έτσι ήταν…
Η διαφήμιση άρχιζε. Ολη η Ελλάδα μάθαινε πως μια νέα εφημερίδα θα έβγαινε να καλύψει το κενό, που άφησε στον τύπο η δικτατορία. Και τι εφημερίδα. «Εφημερίδα των συντακτών» αυτή τη φορά. Η ελληνική Μοντ… Μακριά από μεγάλα συμφέροντα και ίντριγκες. Θα τη διοικούσαν οι συντάκτες και τα κέρδη της, πήγαιναν πάλι στους φτωχούς συντάκτες. Η όψη της ελληνικής δημοσιογραφίας άλλαζε. Ένα «πείραμα» αξιοθαύμαστο, που ο Έλληνας αναγνώστης είχε κάθε λόγο να θέλει να το δοκιμάσει. Τώρα το τι θα συνέβαινε στην πορεία, είναι μια άλλη ιστορία που θα τη δούμε να ξετυλίγεται σιγά-σιγά όπως ένα κουβάρι. Ο μόνος που ήξερε τότε ποια είναι η κρυφή του άκρη, ήταν ο Τεγόπουλος. Οι άλλοι κοιμόμαστε…
Η «πλύση εγκεφάλου» του Ελληνα αναγνώστη με το σλόγκαν «Η εφημερίδα των συντακτών» κράτησε αρκετές μέρες. Όλο αυτό τον καιρό μια από τις πιο δυναμικές ελληνικές δημοσιογραφικές «ομάδες» —που άλλωστε ο πυρήνας της διατηρείται και μέχρι σήμερα— ετοίμαζε χωρίς σταματημό, την εφημερίδα που ερχόταν να βοηθήσει την άρση της κρίσης. Οι προϋποθέσεις άριστες. Ιδανικές. Αν γίνονταν και πράξη…
Ηέκδοση πλησίαζε. Μας χώριζαν μερικές μέρες μόνο και κανένα χαρτί δεν είχε υπογραφτεί από κανέναν. Όσα είχαμε πει, είχαν πετάξει. Σίγουρες ήταν μόνο οι προϋποθέσεις για την έκδοση. Χαρτί, τυπογραφείο, πιεστήριο, συντάκτες. Ρωτούσα συνεχώς τον Φ. για όλα εκείνα που είχαν υποσχεθεί οι δύο εκδότες, και το κυριότερο για τον τίτλο. Ο Φ. ήθελε ο τίτλος να κατοχυρωθεί στο όνομα όλων των συντακτών. Όμως ο Τ. αντιδρούσε. Ούτε συζήτηση δε δεχόταν. Ο τίτλος έπρεπε – έλεγε – ο Τεγόπουλος να είναι δικός του. Αυτός ήταν ο εκδότης. Δεν… έφτανε που μας παραχωρούσε το 80% των κερδών και το πλήρες δικαίωμα να διοικούμε, όπως εμείς νομίζαμε την εφημερίδα; Θέλαμε και τον τίτλο; Ε, αυτό κανένας δεν θα το ανεχόταν. Ο Φ. υπέκυψε. Έβλεπε μπροστά του μόνο τη μέρα της έκδοσης. Ανυπομονούσε να ακούσει τον εκκωφαντικό ήχο του πιεστηρίου και να δει τα πρώτα φύλλα να βγαίνουν από τα σημεία εξόδου του… ΙΙήρε συμβολικά ένα χιλιάρικο (ναι, χίλιες δραχμές!) από τον Τ. και του παραχώρησε τον τίτλο. Αυτό ήταν και το πρώτο «κακό σημάδι» που έκανε την εμφάνιση του. Η ζάλη της έκδόσης όμως δεν άφηνε περιθώρια για σκέψη. Πορευόμαστε σαν υπνωτισμένοι και μάλιστα στο κανάλι, που άρχιζε πια να χτίζει γύρω μας σταθερά ο Τ. Ωσπου μια μέρα, «ήρθε» και το δεύτερο «κακό μήνυμα».
Το γραφείο μου ήταν μέσα στον ίδιο χώρο με τον Φ. Μια μεγάλη αίθουσα του παλιού Έθνους, που είχαν οι εκδότες του το δικό τους χώρο. Μπροστά από το γραφείο του Φιλιππόπουλου κάθονταν εκείνο το βράδυ σε δύο πολυθρόνες οι συνεταίροι της Ε. Ο ένας μιλούσε σιγά. Δεν τον άκουγα τι έλεγε. Σε μια στιγμή όμως ο Τ. έβαλε τις φωνές. «Σου λέω Χρήστο» μην επιμένεις». Ο Φιλιππόπουλος προσπαθούσε να τους συμβιβάσει. Όμως ο Τ. επέμενε σε ένα μόνο σημείο. Σ’ όλα όσα του λέγανε απαντούσε «ναι». Όταν του θίγανε αυτό το συγκεκριμένο όμως πρόβλημα, φώναζε: «Όχι. Αδύνατον. Δεν υπάχει εταιία έτσι». Ποιο ήταν το μυστικό; Ο Σιαμαντάς ήθελε οι μετοχές να είναι στη μέση. Το 50% δικές του και το 50% του Τ. «Οχι – έλεγε ο δεύτερος – εγώ θα έχω το 51% και εσύ θα διοικείς»… Όλη εκείνη τη νύχτα και ενώ ο πυρετός της έκδοσης ήταν στο μεγαλύτερο σημείο του, ο Φ. αγωνιούσε, ανάμεσα τους, να βρει μια λύση για τα ποσοστά.
Άρχιζαν να με «ζώνουν τα φίδια». Τι ήθελε ο Τ. το 51 % αφού η εφημερίδα δεν θα είχε κέρδη; Αφού έδινε το δικαίωμα στον Σ. να διευθύνει και να ελέγχει τα οικονομικά; Αφού οι συντάκτες θα διοικούσαν;
Τα σύννεφα μαζεύονταν ένα ένα. Και το όνειρο της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας άρχιζε να χάνεται…
Σε λίγο και οι τρεις έβγαιναν στο δρόμο. Άκουγα τα βήματα τους στην άσφαλτο της Κολοκοτρώνη. Και πότε, πότε τη φωνή του Σ. ή του Τ. που φανέρωνε πως δεν «τα ‘βρισκαν». Η εφημερίδα έπρεπε να κυκλοφορήσει σε λίγες ώρες και ακό¬μα δεν είχαν ρυθμίσει τις σχέσεις τους μέσα στην εταιρεία. Και μεις; Δεν είχαμε ούτε ένα χαρτί στα χέρια, που να γράφει πως οι εκδότες μας εκχωρούν το 80 % των κερδών και μας κατοχυρώνουν τα δικαιώματα της δημοσιογραφικής διοίκησης.
Μετά από αρκετή ώρα ο Φ. ξαναγύριζε στό γραφείο. Τον ρώτησα που κατέληξαν. «Τα βρήκαν» μου είπε: Ο Τ. 51 % και ο Σ. 49%. Στο εταιρικό όμως θα γράψουν ότι αν και ο Τ. θα έχει τρεις συμβούλους και ο Σ. δύο, το Διοικητικό Συμ¬βούλιο θα παίρνει αποφάσεις με πλειοψηφία 4/5. θα πρέπει δηλαδή τις αποφάσεις να τις εγκρίνει έστω και ένας από τα δύο μέλη που θα έχει ο Σ. Ή ο ίδιος ή η γυναίκα του. Έτσι τον δένει. Κατάλαβες;
«Συμφώνησε ο Τ.;» τον ρώτησα. «Ναι, αυτό σου λέω. Υπογραφουνε σε δύο μέρες. Εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν το 51%. Δεν υποχωρούσε με τίποτε από αυτό το ποσοστό». Εκείνο τον καιρό είναι αλήθεια ότι δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ο Τ. επέμενε. Ούτε με επιχειρήσεις, ούτε με «μπίζνες» είχα ποτέ σχέση. Ομως η ζωή είναι μεγάλο σχολειό. Και σε μαθαίνει κι όσα δε θέλεις καμιά φορά. Η εξέλιξη της ιστορίας θα εξηγήσει καθαρά γιατί ο Τ. επέμενε στο ποσοστό.
Αλλά ας αφήσουμε να έρθει η ώρα της εξήγησης. Εκείνο που εμένα μ’ «έτρωγε», ήταν ότι εμείς δεν είχαμε κατοχυρώσει τα δικαιώματα μας. Είχαμε αφήσει τις δουλειές μας. Είχαμε ρισκάρει. Είχαμε λιώσει για να ετοιμαστεί η εφημερίδα με πρωτόγονα μέσα. Από το τίποτα. Και φτάναμε στην έκδοση χωρίς, όσα είχαμε συμφωνήσει, να έχουν κάποιο αντίκρισμα. Το θύμισα στο Φ. Του είπα πως όλο το προσωπικό ρωτάει αν υπάρχει χαρτί. Του μίλησαν κι άλλοι. Ο Κατσώνης, ο Θεοχαράτος, ο Ζαχαριάδης. ΙΙήρε την απόφαση κάποια στιγμή. «Πέστε σ’ όλους να σταματήσουν να δουλεύουν – είπε – και περιμένετε». Μπήκε στο γραφείο του Τ. Όλοι περιμέναμε. Του εξήγησε ότι η εφημερίδα δε θα έβγαινε, αν δεν υπογραφόταν ένα χαρτί από τους δύο εκδότες και το πρώτο επιτελείο της Ε, στο οποίο να συμφωνείται αμοιβαία ότι θα τηρηθούν οι υποσχέσεις και οι συμφωνίες. Επίσης στο πρώτο φύλλο της επομένως θα δημοσιευόταν ένα κείμενο με όσα θα είχαν συμφωνηθεί. Ο Τ. υπέκυψε. Φώναξε το γαμπρό του, το σημερινό υπουργό Εργασίας Βαγγέλη Γιαννόπουλο, που ήταν και νομικός σύμβουλος και σε λίγο υπογράφαμε το ιστορικό χαρτί, που βέβαια ο Τ. το δικό του αντίγραφο θα το έπαιρνε αμέσως μετά τη σύσκεψη μας στην τουαλέτα όπου μπήκε, για να… πλύνει τα χέρια του. Με το χαρτί αυτό που υπέγραφαν οι δύο εκδότες εκχωρούσαν σ’ εμάς τους πέντε (Φιλιππόπουλο, Γαρουφαλλή, Κατσώνη, Σκούρα, Κομίνη) το 80% των καθαρών κερδών της εφημερίδας.
Την άλλη μέρα η εφημερίδα δημοσίευε ένα ιστορικό κείμενο — όπως άλλωστε το αποκαλεί στον τίτλο της στη σελίδα 12. Σ’ όλες τις βιβλιοθήκες της Αθήνας όπου υπάρχουν τα σώματα των εφημερίδων, οι αναγνώστες έχουν την ευχέρεια να το διαβάσουν. Μέρα δημοσίευσης 21 Ιουλίου 1975… Το ξεκίνημα χαρακτηρίζεται «δημοσιογραφική εκστρατεία για την εξυγίανση στον ελληνικό τύπο». Η Ε παρομοιάζεται στο κείμενο της διακήρυξης, με τις ευρωπαϊκές εκδόσεις Μοντ, Φιγχαρό, Κοριέρε ντελα Σέρα. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι η έκδοση δεν αποτελεί απλά μια προσπάθεια, αλλά μια «απόλυτα κατοχυρωμένη συμφωνία». Με βάση αυτή τη συμφωνία — γράφει στη διακήρυξη της η εφημερίδα — θα ισχύουν τα εξής:
Οι εκδότες ανέλαβαν τη ρητή υποχρέωση να μην επεμβαίνουν για χάραξη «γραμμής» στην εφημερίδα ή για παρασιώπηση ή αλλοίωση ειδήσεων.
Το 80% των ενδεχόμενων κερδών, πέραν του μισθού τους, θα μοιραζόταν στο προσωπικό. (Μετά από δύο χρόνια ο Τ. θα γράψει πίσω από ένα κουτί τσιγάρα μέσα σ’ ένα εστιατόριο, όπου έτρωγε με το δημοσιογράφο Γ. Κρεμμυδά: «Να δώσετε στον κ. Κρεμμυδά το έκτακτο επίδομα που χορηγείται, με το σκοπό να μην αναγκαστούμε να μοιράσουμε κέρδη»). Αυτή ήταν η απάντηση του Τ. στο επίμαχο μέχρι και σήμερα ερώτημα, που του διατύπωσε ο Κρεμμυδάς. Κι όμως στο πρώτο φύλλο της Ε, σελίδα 12, 21 Ιουλίου 1975 η σχετική διακήρυξη ανέφερε ρητά ότι κάθε χρόνο θα διανέμεται στους συντάκτες και τους τυπογράφους το 80% των κερδών.
Για απρόσκοπτη εφαρμογή των τριών όρων της συμφωνίας εκδοτών – συντακτών, αποφασίστηκαν από κοινού τα εξής:
1.    Συγκροτείται εξαμελής μικτή επιτροπή από συντάκτες και τυπογράφους, για να ασκεί διαχειριστικό έλεγχο.
2.    Συγκροτείται τετραμελής επιτροπή από συντάκτες με αρμοδιότητα την παρακολούθηση της εφαρμογής της συμφωνίας, αναφορικά με την ελευθεροτυπία και ανεξαρτησία της εφημερίδας.
3.    Συγκροτείται πενταμελής επιτροπή από τους επικεφαλής των τμημάτων και από εκπροσώπους της ΕΣΗΕΑ και τεχνικών με αρμοδιότητα επί των απολύσεων.
Αλλά η εφημερίδα δε σταματούσε σ’ αυτές τις αμοιβαίες (εκδοτών-συντακτών) υποσχέσεις και συμφωνίες. Στο κύριο άρθρο της τόνιζε, αφού «κατακεραύνωνε» όλους τους… υποδουλωμένους στον παραγοντισμό εκδότες και δημοσιογράφους: Εβδομήντα επίλεκτοι Ελληνες δημοσιογράφοι και δυο γνωστοί εκδότες υπογράφουν σήμερα συμβόλαιο μαζί σου. Εκδίδουν τη δική σου και τη δική τους εφημερίδα. Μοναδικό ιδιοκτήτη έχει την είδηση και μοναδική διεύθυνση, το σύνολο των συντακτών.
Και συνέχιζε:
…Στον Τύπο που οραματίζεται και θέτει η σημερινή μας προσπάθεια, δε χωρούν άλλοι παράγοντες και φορείς: Η είδηση, εμείς και συ.
Στο πρώτο χρονογράφημα ο Φρέντυ Γερμανός ισχυρίζεται ότι οι 70 δημοσιογράφοι προσχώρησαν στην Ε, γιατί πια έχουν μια «δική τους μπάλα». Την εφημερίδα τους. Την Ελευθεροτυπία.
Τι άλλο ήθελε ο αναγνώστης για να πειστεί; Η εφημερίδα των συντακτών, που θα γράφεται, θα διοικείται και θα ελέγχεται οικονομικά από δημοσιογράφους, του υποσχόταν την αλήθεια. Κουρασμένος, αηδιασμένος από την εφτάχρονη «οπερέτα» του Τύπου, αγκάλιασε με αγάπη — θα ‘λεγα — και όχι απλή συμπάθεια, το νέο φύλλο. Με πολλή προσοχή καθημερινά σχεδόν, η συμμετοχή στα κέρδη διοχετεύεται με κάθε ευκαιρία στα σχόλια της εφημερίδας και μετουσιώνεται — λεκτικά — σε ιδιοκτησία. Επειδή θυμίζει ανέκδοτο αυτή η περικοπή του σχολίου της Ε τη δημοσιεύω ατόφια. (ΙΙαρασκευή 1 Αυγούστου 1975. Πρώτη σελίδα. Στήλη ΓΝΩΜΕΣ, τίτλος «Καιρός να πέσει η λεοντή». Παράγραφος 7): Γράφει η εφημερίδα των… συντακτών:
…Όσοι μισούν την αλήθεια, τη Δημοκρατία και το Έθνος, και όσοι επιδίδονται με ζήλο στον κερδοφόρο τον κιτρινισμό, έκαναν τα συνθήματα μας λεοντές, για να σκεπάσουν την πνευματική και εθνική τους γύμνια. Για να χτυπήσουν την πρώτη και μοναδική εφημερίδα που έπιασε και προχωρεί μαζί σου — αναγνώστη — χέρι χέρι. Την εφημερίδα που δεν κρύβει τίποτε. Την εφημερίδα που είναι κατά 80% των συντακτών και του προσωπικού. Την εφημερίδα που διευθύνεται από τους συντάκτες της και που είναι αδέσμευτη…
Με απλά ελληνικά, αν εξηγήσει κανείς το κείμενο, ένα καταλαβαίνει: Ότι η Ελευθεροτυπία ανήκει στους συντάκτες και τους τυπογράφους (προσωπικό) και ότι οι μόνοι που διοικούν είναι οι δημοσιογράφοι. Για να δούμε όμως πόσο αληθινό ή απατηλό ήταν αυτό το «…κήρυγμα αλήθειας».
Με πρόχειρα καταχωρισμένες τις συμφωνίες μας. Χωρίς νομική κάλυψη, χάρη στην εξυπνάδα του Τ. και τη βιασύνη μας. Με όλα τα ατού υπέρ των εκδοτών. Σαν «πρόβατα επί σφαγή», με μάτια βαθουλωμένα και στεγνά από τα ξενύχτια και την αγωνία — όπως φανερώνουν και οι φωτογραφίες που έμειναν, για να μας θυμίζουν αυτή την «άνοιξη των ελληνικών δημοσιογραφικών γαριφάλων» — φτάναμε στην ώρα μηδέν. Η Ελευθεροτυπία τυπωνόταν. Το μόνο σίγουρο… Εμείς βουτηγμένοι στην αβεβαιότητα και στον ιδρώτα, αρχίζαμε να σκε-φτόμαστε το δεύτερο φύλλο της. Οι ώρες έτρεχαν γοργά και το μυαλό από την κούραση δούλευε όλο και πιο αργά. Δεν είχε πια σημασία τι είχαμε κερδίσει και τι είχαμε χάσει. Η ελληνική δημοσιογραφία είχε αποκτήσει άλλο ένα «παιδί». Την Ελευθεροτυπία. Και ο Τεγόπουλος μια εφημερίδα από το τίποτα. Μόνο με τον κόπο μας. Ακόμη δεν το είχαμε κατανοήσει. Ο μόνος που το ‘ξερε και γελούσε μέσα από το κιτρινόμαυρο δέρμα του ήταν ο ίδιος…

Ένα Σχόλιο to “Το μονοπώλιο στον τίτλο και το 50 + 1% κάνουν την «Εφημερίδα των συντακτών» πουκάμισο αδειανό (μέρος 3)”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s