Άννα Αχμάτοβα

Οδοιπορώντας προς ένα πανάρχαιο χωριό

που βρίσκεται στο μέλλον,

το βαρύ βήμα της αλήθειας,

κοντοστάθηκε

κάτω από το μισοκαμένο κλαρί των ημερών.

Ο νους, αιχμάλωτος της αδυναμίας,

ανάμεσα στη λέξη και την απόκριση,

βύζαινε, αδέσποτος,

το φως του δειλινού.

Ο άγνωστος

και αθέατος

μάρτυρας της ζωής,

παρατηρούσε το φτεροκόπημα

των μαύρων πουλιών

στη θέα του φεγγαριού

Ένα βουνό ονείρων

ξεπρόβαλε

αχνά στον ορίζοντα.

Τότε άρχισε ν’ αναρωτιέται

πώς μπορεί να υφάνει τη ζωή

και να τη συμφιλιώσει με τον εαυτό της.

Μια σταξιά πίκρας

έβρεξε τα σκύβαλα των φόβων

και

τα φαγωμένα από το χρόνο σκέλεθρα

μιας μοίρας τραγικής και παράλυτης.

Στο πάλιωμα του βλέμματος

αντιφέγγιζε

μια εικόνα δίχως σώμα,

φανερώνοντας πώς δεν υπάρχει ιστορία

δίχως τα δικά της φαντάσματα.

Στο υπόκωφο φως της αυγής,

το τρέμουλο

μιας λησμονημένης ηδονής,

δεν ήταν τίποτα άλλο

παρά μια υγρή χειρονομία

ενός θανάτου ερωτικού.

Στέλνοντας μια κραυγή

να ταξιδεψει έξω από το χρόνο,

κατάλαβε

πώς για να καταφέρουμε να θυμηθούμε ξανά,

η μόνη σωτηρία είναι να ξεχάσουμε τις αμαρτίες μας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s