Η Ελευθεροτυπία και το ανοικτό στοίχημα μιας εφημερίδας των συντακτών (μέρος 4)

Με αφορμή τη σημερινή έκδοση του δεύτερου απεργιακού φύλλου, δημοσιεύουμε στη Λέσχη το τέταρτο και τελευταίο μέτος του αφιερώματος στην ιστορία της Ελευθεροτυπίας με βάση αποσπάσματα από το βιβλίο του Λυκούργου Κομίνη «Η κρίση του ελληνικού τύπου». Τα πρώτα 3 αφιερώματα αναρτήθηκαν αμέσως μετά την απόφαση της Γενικής συνέλευσης των συντακτών της “Ε”, της “Κ.Ε” και του  enet.gr να προχωρήσουν στην έκδοση του πρώτου απεργιακού φύλλου. Το πρώτο φύλλο εκδόθηκε και ξεπέρασε τα 31.000 φύλλα.  Το δικαστήριο απέρριψε τα ασφαλιστικά μέτρα της Μάνιας Τεγοπούλου κατά της έκδοσης του δεύτερου απεργιακού φύλλου. Σήμερα το τιράζ είναι ακόμη μεγαλύτερο. Με την ολοκλήρωση αυτού του αφιερώματος ευχόμαστε καλή συνέχεια στο σκληρό αγώνα των εργαζόμενων της Ελευθεροτυπίας. Η ίδια η ιστορία και η εμπειρία αυτού του αγώνα δείχνει στην πράξη ότι «η συναίνεση είναι μια κομπίνα». Καμιά πατερναλιστική καλοσύνη κανενός εκδότη και κανένα «οικογενειακό κλίμα» δεν αποτελεί εγγύηση για τα συμφέροντα των εργαζόμενων, παρά μόνον η αυτοτελής τους συγκρότηση και πρωτοβουλία. Καλή δύναμη!

Ευχές για ένα καλό κι επιτυχημένο απεργιακό φύλλο με ένα ιστορικό ντοκουμέντο (μέρος 1)

Συζητώντας την ίδρυση της Ελευθεροτυπίας: «Τις απολύσεις και τις προσλήψεις τις αποφασίζει η Συντακτική Επιτροπή» (μέρος 2)

Το μονοπώλιο στον τίτλο και το 50 + 1% κάνουν την “Εφημερίδα των συντακτών” πουκάμισο αδειανό (μέρος 3)

Ελευθεροτυπία με απολύσεις και χωρις αυταπάτες από το ΄75 …

(απόσπασπα από το βιβλίο του Λ. Κομίνη, Η κρίση του ελληνικού τύπου, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1985)

Η ζωή κυλούσε όμορφα… Εμείς νομίζαμε ότι είχαμε μια εφημερίδα. Ότι είμαστε αφέντες της. Ότι λεύτεροι από εκδοτικούς περιορισμούς θα κάναμε τη δουλειά μας σωστά, ανεπηρέαστα, έντιμα. Η επιτυχία της, μας έκανε κι εμάς να εκπλαγούμε. Το δελτίο της δεν έπεσε, στην Αθήνα, κάτω από 45.000 φύλλα την μέρα τον πρώτο καιρό. Και κάθε βδομάδα ανέβαινε. Τρίβαμε τα μάτια μας. Ο Τ. τα χέρια του. Και όπως απέδειξε η ζωή. καλύτερα να τρίβεις τα χέρια σου, παρά τα μάτια σου, σ’ αυτό το επάγγελμα. Η Συντακτική Επιτροπή συνεδρίαζε. Λειτουργούσε. Αποφάσιζε και οι αποφάσεις της γίνονταν σεβαστές. Όλα δούλευαν πιο τέλεια απ’ ό,τι νομίζαμε. Ομως το σαράκι, που τρώει μερικών ανθρώπων τη σκέψη, δεν τους αφήνει να πατήσουν στα βράχια. Θολώνουν και διαλέγουν όλο τα κύματα.

Η επιτυχία, ο θρίαμβος, η ανοδική πορεία, φούντωνε τα μυαλά. Μετά από λίγους μήνες και πριν ακόμη το «νεογέννητο» σταθεί στα πόδια του, άρχισε η προετοιμασία της Κυριακάτικης Ε. Ο Φ. ήθελε να δείξουμε δυνατοί. Ήθελε να «σπάσουμε» το φράγμα του κυριακάτικου δημοσιογραφικού χώρου. Να βγούμε την πιο κυκλοφοριακή μέρα των πρωινών φύλλων. Αντιδεοντολογική πορεία, που οδήγησε αργά αλλά σταθερά και τα άλλα ανταγωνιστικά φύλλα στην «αγορά» της Κυριακής. Τα σχέδια μας παρουσιάστηκαν έτοιμα. Εκπονημένα από τον τότε πολιτικό συντάκτη και τώρα βουλευτή και πρώην υφυπουργό Δημήτρη Μαρούδα και τον Γ. Κατσώνη. Πριν καλά καλά καταλάβουμε τι γινόταν, ο Ερμόλαος Παπαταξιάρχης, είχε ετοιμάσει τα πλάνα και η Κυριακάτικη Ε. ήταν γεγονός. Κυκλοφορεί στις 30 Νοεμβρίου 1975 και σημειώνει κι αυτή τρομακτική επιτυχία.

Σ’ αυτό το χρονικό σημείο αρχίζει η μεγάλη αναταραχή. Οι εκδότες διαδίζουν ότι ο Φ. δεν τους υπολόγιζε. Οτι δεν τους συμπεριφερόταν σωστά. Ότι τους έβριζε ερήμην τους. Ο Φ. ισχυριζόταν ότι έκαναν συμμαχία με τους άλλους εκδότες, και ιδιαίτερα με τον Μπότση, με τον οποίο γευμάτιζαν συχνά. Ότι οραματίζονταν να μπουν στην Ένωση Ιδιοκτητών, οπότε η εφημερίδα θα έχανε τη μορφή που είχε. Θα γινόταν όπως όλες οι άλλες: εφημερίδα-επιχείρηση. Η αντιδικία εξελισσόταν ερήμην των συντακτών. Σε μερικές γενικές συνελεύσεις υπήρξαν κάποιες συγκρούσεις — μεταξύ τους — αλλά ο Φ. είχε ακόμα το συντακτικό προσωπικό με το μέρος του. Απ’ ό,τι πληροφορηθήκαμε, έγιναν πολλές φορές προσπάθειες να γεφυρωθεί το χάσμα που είχε δημιουργηθεί.
Οπως έδειξαν όμως όσα ακολούθησαν, δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν. Η διένεξη αφορούσε κυρίως τον Φιλιππόπουλο και τον Σιαμαντά. Ο Τ. έξυπνα και ψύχραιμα διατηρούσε μια απόσταση από τα γεγονότα. Ήξερε πως όλα δούλευαν για λογαριασμό του. Έτσι φτάσαμε στην πρώτη κρούση για απόλυση. Οι εκδότες, για κάποιο ασήμαντο λόγο, θέλησαν να απολύσουν τον δημοσιογράφο Ντίνο Τσακοτέλη. Το θέμα ήρθε στη συντακτική επιτροπή. Παμψηφεί απορρίφθηκε. Ακολούθησε όμως δεύτερη κρούση, χωρίς αυτή τη φορά να υπολογιστεί η Σ.Ε. της εφημερίδας.

Ο «Παρατηρητής» — που ήταν ο παλιός διακεκριμένος συντάκτης της Ελευθερίας, Μακρής -απολύεται σύμφωνα με το νόμο περί Ανωνύμων Εταιρειών. Αιτία: Τα γραπτά του που κρίνονταν πολύ αριστερά… και ενοχλούσαν την τότε κυβέρνηση Καραμανλή. Ο Μακρής είχε πάρει με δικαστικό κλητήρα στο σπίτι του την απόλυση. Είχε ειδοποιήσει τον Φιλιππόπουλο και εκείνος μας ενημέρωσε λέγοντας: «Ζητήστε να συγκληθεί η Σ.Ε. Παίζεται παιχνίδι. Θέλουν να πάρουν την εφημερίδα στα χέρια τους». Και αυτό ήταν η πραγματικότητα. Οι δύο εκδότες, χωρίς να σεβαστούν τις υπογραφές τους, ήθελαν όσα συμφώνησαν και διακήρυξαν στο πρώτο φύλλο της Ε να μείνουν «γράμματα κενά περιεχομένου». Στόχος διπλός. Από τη μια ο αναγνώστης να πιστεύει όσα διακηρύχτηκαν (διοίκηση της εφημερίδας από τους συντάκτες, η εφημερίδα των δημοσιογράφων, η αλήθεια, η πολυφωνία και άλλες μεγαλοστομίες) και από την άλλη η εσωτερική μηχανή να εργάζεται ουσιαστικά κάτω από τις θελήσεις τους. Την περίοδο αυτή την εκδοτική μάχη δίνει ο Σ. Ο Τ. μένει λίγο πιο μακριά. «Παίζει» τον καλό της ιστορίας. Επιθετικός και απλησίαστος, οξύς και αδέκαστος εμφανίζεται ο άλλος. Εκείνος που αργότερα θα μεταβληθεί σε θύμα και θα βρεθεί έξω από την εφημερίδα… Κι ας έχει καταβάλει τα πρώτα μετρητά που χρειάστηκαν.

Αμέσως ο Καρατζαφέρης, ο Χαρδαβέλλας κι εγώ υπογράψαμε ένα χαρτί και ζητήσαμε να συγκληθεί η Σ.Ε. «αυθημερόν». Μαζευτήκαμε στο γραφείο του Φ. Ήρθαν «μουτρωμένοι» οι δύο εκδότες, ιδιαίτερα ο Σ. Ο Φ. έκανε μια ψυχρή εισήγηση. Ο Σ. με ύφος ψυχρό μας δήλωσε ότι αρνείται να συ¬ζητήσει το θέμα. Θεωρούσε σαμποτάζ το ότι διακόπηκε η εργασία, για να συζητηθεί η απόλυση του «Παρατηρητή». Δήλωσε ότι δεν θα την ανακαλούσε. Μας γνωστοποίησε ότι ήταν τελεσίδικη η απόφαση του και μας προκάλεσε με αυτή τη φράση: «Κύριοι, αποφασίστε: Ή απολύεται ο «Παρατηρητής» και συνεχίζουμε, ή κλείνει αυτή τη στιγμή η εφημερίδα».
Ηταν η πρώτη ιστορική στιγμή που καθένας στη θέση του Φ. θα την εκμεταλλευόταν. Αν ψιθύριζε μόνο τη λέξη «να κλείσει», η ιστορία της Ελευθεροτυπίας θα γραφόταν τελείως διαφορετικά. Η «άνοιξη των γαριφάλων» θα διαρκούσε. Η εφημερίδα δε θα έκλεινε, όπως απειλούσαν οι εκδότες. Στη χειρότερη περίπτωση θα την εκδίδαμε μόνοι μας (Να γιατί ο Τ. επέμενε στην κατοχή του τίτλου. Όσο για την επιμονή του στο 51%, θα δούμε πιο κάτω γιατί πεισματικά στύλωνε τα πόδια απέναντι στο συνεκδότη του).

Θολωμένος από την πρόκληση και την υπερένταση της δουλειάς, βλέποντας ότι κανείς δε μιλούσε, φέρθηκα με απρέπεια. Με χαρακτηριστική κίνηση είπα ότι «εμένα προσωπικά με αφήνει αδιάφορο το κλείσιμο. Όποιος τολμάει ας το κάνει». Εκείνο που είχε σημασία ήταν οι υπογραφές μας. Και οι εκδότες είχαν υπογράψει ένα κείμενο που έλεγε ότι τις απολύσεις θα τις κάνει η Συντακτική Επιτροπή. «Να σεβαστείτε την υπογραφή σας» τους είπα. Ο Σ. άρπαξε την ευκαιρία. Μου είπε ότι τον πρόσβαλα με τη χειρονομία και μετά από αυτό δε χωράμε και οι δύο στην εφημερίδα. Του ζήτησα αμέσως συγνώμη για τη χειρονομία, αλλά πρόσθεσα ότι η ουσία παραμένει. «Αυτή την ώρα κρίνεται αν αυτά που λέμε στον κόσμο, πως οι συντάκτες αποφασίζουν, πως οι συντάκτες διοικούν, ισχύουν ή δεν ισχύουν. Ή λέμε ψέματα στους αναγνώστες και η εφημερίδα είναι όπως όλες οι άλλες, και τότε ας κλείσει. Ή λέμε αλήθεια, οπότε δεν ισχύει η απόλυση του «Παρατηρητή».

Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα ξέφυγαν από τα χέρια των συντακτών. Ο Σ. επέμενε στην απόλυση μου χωρίς τις διαδικασίες της Συντακτικής Επιτροπής. Πέρασαν δυο-τρεις μέρες με ζυμώσεις και γεφυρωτικές προσπάθειες. Έφτασε η ώρα της Σ.Ε. Μπήκε το θέμα. Απολογήθηκα. Ξαναζήτησα συγνώμη για τη χειρονομία και στάθηκα στο γεγονός και στην ουσία. Ή αποφασίζουμε εμείς για τις απολύσεις ή η εφημερίδα δε διοικείται από μας, αλλά από τους δύο εκδότες. «Δηλαδή αποδεικνύεται ότι όσα μέχρι σήμερα διακηρύξαμε είναι ψεύτικα, απατηλά και ύποπτα».
Ο Σ. προκλητικά είπε ότι αδιαφορεί για όλα. Αποχώρησε αμέσως από την αίθουσα, δηλώνοντας ότι μετά το τέλος της σύσκεψης της Σ.Ε. θα παραλάμβανα την απόλυση μου σύμφωνα με το «νόμο περί Ανωνύμων Εταιρειών». Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απόφαση του κυρίαρχου — υποτίθεται — οργάνου της εφημερίδας. Της Σ.Ε. της. Παμψηφεί — εκτός από την ψήφο του Τ. — η Σ.Ε. πήρε απόφαση ότι η απόλυση δεν ισχύει. Όμως ένας κλητήρας σε λίγο μου έφερνε το χαρτί που με καλούσε να εισπράξω την αποζημίωση μου.

Το δεύτερο «σφάλμα» του Φ. σημειώνεται εκείνη τη στιγμή. Αν και τότε — με βάση την απόφαση της Σ.Ε. — κήρυσσε απεργία, πάλι η «άνοιξη των γαριφάλων» θα συνεχιζόταν. Όμως για λόγους που μόνο εκείνος ξέρει — κι εμείς μόνο υποψιαζόμαστε — παρέπεμψε το θέμα στην Ένωση Συντακτών. Χωρίς να το ξέρει, υπέγραφε εκείνη τη στιγμή δυο χαρτιά..Το ένα ήταν της δικής του απόλυσης, που θα ερχόταν αμέσως μετά. Το δεύτερο, το χαρτί του τέλους της «αυτοδιαχειριζόμενης» εφημερίδας. Η Σ.Ε. θα γινόταν σε λίγο ένα διακοσμητικό στοιχείο που θα θύμιζε τη Συμβουλευτική του Παπαδόπουλου…
(Ήδη το δεδικασμένο υπήρχε. Πρώτα ο «Παρατηρητής» μετά εγώ. Το κύριο εμπόδιο των εκδοτών, που ήταν ο Φ., τώρα θα «έπεφτε» σαν ώριμο σύκο, μόλις το επιτρέπανε οι περιστάσεις).
Η Ενωση Συντακτών δε συγκινήθηκε με τις απολύσεις. Οπως άλλωστε γινόταν συνήθως. Στο παρελθόν για μέλη του διοικητικού συμβουλίου είχε φτάσει μέχρι την απεργία. Τώρα μ’ εμάς το σκεφτόταν. Κάλεσε σε Γενική Συνέλευση τους συντάκτες. Μιλήσαμε όλοι. Επισήμαναν ότι η απόλυση η δική μου σήμαινε το τέλος της αυτοδιαχείρισης για την Ε. Από τη στιγμή που οι εκδότες θα κατόρθωναν να «διπλασιάσουν» τις απολύσεις, χωρίς να υπολογίσουν τη Συντακτική Επιτροπή, έδειχναν πως πια δεν επρόκειτο να σεβαστούν τις υπογραφές τους. Και αν επέμεναν, δεν το έκαναν γιατί τους ένοιαζε το αν θα μείνω ή αν θα φύγω από την εφημερίδα. Μόνο να βεβαιωθούν, ότι οι ψοφοδεείς — από το προσωπικό — ήταν περισσότεροι από τους τολμηρούς. Ότι αυτοί που ήθελαν να κρατηθεί η μορφή της αυτοδιαχείρισης δεν ήταν ενωμένοι και δεν ήταν πιο πολλοί από τους άλλους, που ούτε ήξεραν πού βρίσκονται, ούτε τους ένοιαζε πού πάνε. Αρκεί να «έπεφτε» το 15ήμερο. Αλλά είπαμε και πιο πάνω. Δεν μπορείς να απαιτείς από τους άλλους να ηρωοποιούνται. Διαλέγουν μόνοι το δρόμο τους.
Στη Γενική αυτή Συνέλευση οι εργοδότες – μέσω τρίτων – παρουσίασαν ορισμένα έγγραφα που έδειχναν ότι ο Φ. είχε υπογράψει μαζί τους «μυστική συμφωνία» ποσοστών. Εκείνος υποστήριζε ότι οι εκδότες, του τα είχαν προσφέρει μόνοι τους και ήταν κάτι που δεν το δέχτηκε. Πέρα από αυτό οι συντάκτες που εξέφραζαν την εργοδοσία φανέρωσαν και έγγραφες προτάσεις Κατσώνη και Φ. που είχαν όρους που έδιναν στους δυο δημοσιογράφους τον οικονομικό έλεγχο της Κυριακάτικης Ε. Τέτοιο κείμενο δεν υπογράφτηκε ποτέ. Ομως φανέρωνε παρασκήνιο.

Όλα αυτά έστρεψαν εναντίον του Φ. την πλειοψηφία των συντακτών. Η Ένωση, μετά τη Γ.Σ. ζήτησε από τους συντάκτες να απαντήσουν σε ορισμένα ερωτήματα.
Η ψηφοφορία γίνεται στις 31 Μαρτίου 1976 και μέσα στα ερωτήματα υπάρχουν τρία που ήταν καθοριστικά για την τύχη της Ε και τη δική μου.
Το ένα ήταν: Συμφωνείτε ότι, κάτω από τις σημερινές συνθήκες εκείνο που προέχει είναι η συνέχιση της εκδόσεως της Ελευθεροτυπίας; ΝΑΙ: 72 (42-30) – ΟΧΙ: Ο – ΛΕΥΚΑ: Ο. Ερμηνεία: Πάνω απ’ όλα το ψωμάκι μας…
Το δεύτερο ήταν: Θεωρείτε ότι στην περίπτωση απολύσεως του Λ. Κομίνη παραβιάστηκε διάταξη του κανονισμού της Ελευθεροτυπίας; ΝΑΙ: 53 (33-20) — ΟΧΙ: 12 (5-7) — ΛΕΥΚΑ: 7 (4-3).
Και το τρίτο: Θεωρείτε ότι πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί αγωνιστικά το θέμα αυτό, ανεξάρτητα από επιπτώσεις και συνέπειες; ΝΑΙ 32 (18-14) — ΟΧΙ: 32 (19-13) — ΛΕΥΚΑ: 8 (5-3).
(Τα νούμερα στις παρενθέσεις αντιπροσωπεύουν μέλη και μη μέλη της ΕΣΗΕΑ αντίστοιχα).
Με τον «πονηρό» τρόπο που διατυπώθηκαν οι ερωτήσεις αυτές και οι άλλες για το πώς θέλουν οι συντάκτες την εφημερίδα στο μέλλον — και με την απειλή ανεξάρτητα από επιπτώσεις και συνέπειες — η ΕΣΗΕΑ εξασφάλισε το άλλοθι για να μην κάνει απεργία για την άδικη και παράτυπη απόλυση μου. (Καταστρατήγηση του καταστατικού που ίσχυε). Καλύφθηκε και η Ένωση πίσω από την ισοψηφία και έκρινε ότι η «ισοπαλία» αυτή ήταν υπέρ του Τεγόπουλου.

Όλα πήραν το φυσιολογικό δρόμο τους. Το επόμενο βράδυ οι εκδότες κοινοποιούσαν την απόλυση του Φ. Μετά από λίγο έδιωχναν και όλους τους «ανθρώπους» του, για να καθαρίσουν καλά το έδαφος. Θα «έπαιζαν» πια σαν πραγματικοί εκδότες. Καθαρά και χωρίς εμπόδια. Τα «λάθη» μας και οι φιλοδοξίες μερικών, ο ανταγωνισμός και η προσήλωση στο «ψωμάκι» μας και μόνο, που κινδύνευε, ήταν αδύνατο να μη δώσουν τη «νίκη» στους δύο συνεκδότες. Όσα επακολούθησαν ήταν πια προδιαγραμμένα. Με ευκολία το ένα μετά το άλλο, τα δικαιώματα των συντακτών καταργήθηκαν και η Ε, μια εφημερίδα που ξεκινούσε για να «εξυγιάνει τον ελληνικό Τύπο» γινόταν όπως όλες οι άλλες. Επιχείρηση. (Ο Φιλιππόπουλος το εξηγεί αυτό σε επιστολή του, που μπορεί να τη βρει ο αναγνώστης στο παράρτημα του βιβλίου. Στη συνέχεια οι εκδότες προσλαμβάνουν διευθυντή τον Σεραφείμ Φυντανίδη. Μέχρι τότε διευθυντή στην Ακρόπολι που, όταν συμβαίνουν τα καθοριστικά για την Ε γεγονότα, εκείνος είναι εκπαιδευτικό ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον έχει στείλει ο Νάσος Μπότσης. Η πρόσληψη γίνεται σχεδόν τηλεφωνικά. Μόλις γυρίσει θα πάει στο νέο του γραφείο. Λένε ότι ούτε μια μέρα δε δούλεψε στην Ακρόπολι… Σε λίγο θα επιστρέψω κι εγώ στη δουλειά μου. Το «όνειρο», το δημοσιογραφικό «όνειρο», που με τόση αφέλεια είχαμε πιστέψει ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα, είχε διαλυθεί. Είχα ανάγκη να εργαστώ. Η Ε ήταν πια μια οποιαδήποτε εφημερίδα. Μερικοί φίλοι γεφύρωσαν τις διαφορές με τον Σ. και έμπαινα ξανά στο μαγκανοπήγαδο.

Άλλωστε πρόβλημα δεν υπήρχε. Όσοι από το προσωπικό της Ε είχαν φιλοδοξίες τις είχαν ικανοποιήσει μέσα στη δίνη των γεγονότων. Έτσι, με μερικές υποχωρήσεις, βρέθηκε χώρος για να βολευτώ κι εγώ. Λίγες μέρες μετά, η Ε έκλεινε ένα χρόνο δημοσιογραφικής ζωής. Ο ισολογισμός της, κερδοφόρος (10.000.000 δραχμές). Όμως πια ούτε το 80% ίσχυε, ούτε εφημερίδα των συντακτών ήταν. Τώρα άρχιζε η μάχη σε άλλο επίπεδο. Ποιος από τους εκδότες θα την κρατήσει μόνος του για λογαριασμό του. Επειδή η «σύγκρουση» έχει οπωσδήποτε σχέση με την κυκλοφοριακή της πορεία, πρέπει να την αναφέρουμε.
Με το κλείσιμο του χρόνου, 21 Ιουλίου 1976, ο Τ. άρχισε να μιλάει για έκδοση πρωινού φύλλου και ο Σ. για επένδυση. Πρότεινε να αγοράσουν το κτίριο του παλιού Εθνους στην Κο-λοκοτρώνη. Όμως ο Τ. έκρινε ότι έπρεπε να μεταβάλουν τη φυσιογνωμία της επιχείρησης και να γίνουν «συγκρότημα». Η διαφωνία τους κράτησε καιρό. Κανείς δεν είχε αμφιβολία για την επικράτηση του Τ. Και πραγματικά, μια μέρα ανακοινώθηκε η έκδοση της Πρωινής Ελευθεροτυπίας. Η αποτυχία της ήταν… εξασφαλισμένη. Τα πρωινά φύλλα φυτοζωούσαν και φυτοζωούν. Η αγορά πνιγόταν και πνίγεται από τα απογευματινά.
Η πρωινή κυκλοφορεί στις 9 Μαΐου 1978… τρώει εκατομμύρια και κλείνει το καλοκαίρι του 1980. Τα οικονομικά δεν είναι ρόδινα. Υπήρχε ένα παθητικό. Όμως ο Τ. είναι ο ειδικός γι’ αυτές τις περιστάσεις. Όταν δεν έχει, ξέρει και… χαλάει. Έτσι πάνω στην ώρα που το σκάφος «έκανε νερά», πρότεινε να αγοραστεί το κτίριο του Έθνους. Ο συνεταίρος του τον ρώτησε πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Εκείνος υποστήριξε, ότι ήταν αναγκαία η αύξηση του αρχικού κεφαλαίου. Ο συνεταίρος του δεν είχε. Αν δεχόταν να γίνει μονομερής κάλυψη του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου, το μερίδιο του, από 49% θα μειωνόταν ανάλογα. Μια λύση υπήρχε. Να πουλήσει τις μετοχές του. Τότε μπήκε στο δεύτερο γύρο του «αγώνα» ο Αρης Βουδούρης.

Είναι προμηθευτής του Δημοσίου και σημερινός εκδότης του Ελεύθερου Τύπου. Ο Σ. δεν ήθελε να φύγει από την Ε. Αμύνθηκε. Όμως ένα γεγονός άσχετο, γίνεται αποφασιστικό για την τύχη του. Ένα Σάββατο ο Τ. έπαθε έμφραγμα. Τηλεφώνησε στον Σ. Εκείνος τον μετέφερε αμέσως στον «Ευαγγελισμό». Σώθηκε από θαύμα. Μέσα στην «εντατική παρακολούθηση» του Καρδιολογικού στον «Ευαγγελισμό» τον επισκέπτονται ταυτόχρονα ο Άρης Βουδούρης και ο Χρήστος Σιαμαντάς. Ανάμεσα σε ζωή και θάνατο ο Τ. θίγει το θέμα των μετοχών. Τα μάτια του Σ. κοντεύουν να βγουν από τις κόγχες τους… Δεν μπορεί να καταλάβει πώς ένας σχεδόν ετοιμοθάνατος ασχολείται με ένα πρόβλημα τόσο μάταιο γι’ αυτόν… Αστραπιαία πήρε την απόφαση. Την επομένη οι μετοχές του θα είναι στα χέρια του Άρη Βουδούρη.
Όπως είπαμε πιο πάνω ο Σιαμαντάς με το καταστατικό που είχε υποχρεώσει τον Τεγόπουλο να υπογράψει, «είχε δικαιώματα». (Άλλο αν για την έξοδο του από την εφημερίδα μέτρησε μόνο το 51 %). Να γιατί ο Τ. επέμενε στην κατοχή της πλειοψηφίας των μετοχών και στην ιδιοκτησία του τίτλου. Γιατί αυτά τα δύο και μόνο αυτά, θα εξασφάλιζαν μακροπρόθεσμα την κυριότητα της εφημερίδας. Εμείς οι ονειροπαρμένοι πιανόμαστε από τα δημοσιογραφικά μας όνειρα και τα πρόχειρα χαρτιά, πάνω στα οποία μας έγραφαν πως είμαστε «ιδιοκτήτες» του 80% των κερδών! Και με βάση αυτά τα ανίσχυρα χαρτάκια διατυμπανιζόταν από την τηλεόραση «Η εφημερίδα των συντακτών». Η ζωή τιμωρεί τους ρομαντικούς και τους έντιμους. Κι εμείς είμαστε και από τα δύο.
Τα δικαιώματα του Σιαμαντά ήθελε να έχει και ο Βουδούρης, όταν θα έπαιρνε τις μετοχές. Το 49% δεν του εξασφάλιζε ούτε την ελεύθερη είσοδο στα γραφεία. Για να είναι σίγουρος πως θα τα έχει όταν πάρει τις μετοχές στα χέρια του, ο Τ. ευγενικά του είχε παραχωρήσει μια επιστολή στην οποία του έγραφε — και υπέγραφε — «Αγαπητέ Άρη… Άν γίνεις κάτοχος των μετοχών του Χρήστου Σιαμαντά, θα μπορούσα να σου εκχωρήσω και τα προνόμια του που απορρέουν κτλ.». Μ’ αυτό το «θα μπορούσα», ο Βουδούρης θα κινδυνέψει αργότερα να χάσει την αξία των μετοχών. Έτσι ο Τεγόπουλος όταν ο «κόμπος θα φτάσει στο χτένι» θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό που είχε πληρώσει στον Σιαμαντά ο Βουδούρης και θα αποκτήσει το 100% των μετοχών.

Από τη στιγμή βέβαια που ο νέος κάτοχος του 49 % μπήκε στην εφημερίδα ως την ώρα που αναγκάστηκε να φύγει, μεσολάβησαν κωμικοτραγικά γεγονότα, που μόνο σεναριογράφος «επιστημονικής φαντασίας» θα μπορούσε να αποδώσει… πιστά. Γιατί ο Τ. και η Ελευθεροτυπία ανακάλυπταν τελείως ξαφνικά, ότι ο Βουδούρης ήταν άνθρωπος του Μητσοτάκη. Πριν δεν το ήξεραν. Όταν παρότρυναν τον Σ. να του πουλήσει τις μετοχές, κανένας δεν… το υποψιαζόταν. Η μεγάλη «ανακάλυψη» της… ίντριγκας, προκαλούσε την επίθεση. Μέρες η Ε αγωνιζόταν να αποδείξει ότι ο Μητσοτάκης προσπαθεί να «αγοράσει» την εφημερίδα με μοχλό τον Βουδούρη. Οι αναγνώστες της μάθαιναν ότι το δημοκρατικό αυτό φύλλο «κινδύνευε» να πέσει στα χέρια ενός δεξιού, πρώην αποστάτη της «Ε.Κ.». Και η… συγκίνηση ήταν μεγάλη. Το παιχνίδι όμως ήταν ακόμη πιο μεγάλο. Ο Τ. εξασφάλισε σε λίγες μέρες όλες τις μετοχές. Το 100%. Έτσι μια ιστορία, που ξεκίνησε για να «εξυγιάνει τον ελληνικό Τύπο», η εφημερίδα των συντακτών και της αυτοδιαχείρισης, η εφημερίδα στην οποία μόνο οι δημοσιογράφοι θα αποφάσιζαν για την καθημερινή πληροφόρηση του αναγνώστη, γινόταν κτήμα του ανθρώπου που είχε τη «φαεινή ιδέα» να χαρίσει δύο τόνους χαρτί εκείνη τη μέρα του Μαγιού του 1975 στην Ενωση Συντακτών, για να βγάλουν οι δημοσιογράφοι την εφημερίδα, με την οποία επέβαλαν τους όρους τους στους τότε εκδότες.

Ο Τ. ακόμη δεν υπήρχε στον καθημερινό εκδοτικό χώρο.
Τα ψέματα είχαν τελειώσει. Κάποια στιγμή και οι τελευταίοι του επιτελείου της παλιάς φρουράς θα διώχνονταν από την Ε. Τίποτε δεν έπρεπε να θυμίζει το… «αμαρτωλό» παρελθόν.
Επειδή είναι δύσκολο — αν όχι ακατόρθωτο όμως — να περάσει κανείς το ποτάμι χωρίς να βραχεί, και η Ε δεν πέρα¬σε αυτές τις κρίσεις χωρίς να πληγεί. Η πορεία της κυκλοφορίας της το δείχνει: 1975: 100.552, 1976: 120.511, 1977: 132.834, 1978: 148.080, 1979: 135.621, 1980: 117.698, 1981:   120.609,  1982:  95.665,   1983:  85.375, 1984: 100.050.
Τι θα μπορούσε να πει κανένας για την ουσιαστική αποτυχία αυτής της εφημερίδας, που μπορούσε να καλύψει το κενό της κρίσης του Τύπου με τις προϋποθέσεις που ξεκίνησε; Με μια φράση θα έπρεπε να πει ότι: υπεύθυνος είναι ο «τυχοδιωκτισμός» πολλών από εκείνους που ασχολήθηκαν με την έκδοση της. Όμως δε θα αρκούσε. Έπαιξαν ρόλο πολλά. Με όσα ο αναγνώστης διάβασε, θα έχει κατανοήσει αρκετούς λόγους, που συνετέλεσαν στην αποτυχία. Τα κυριότερα είναι η ανακολουθία εκδοτών και δημοσιογράφων, η ασυνέπεια προς τις διακηρύξεις και οι κακοί χειρισμοί πολλών θεμάτων.
Την ανακολουθία την επισήμανε ο αναγνώστης με τα πρώτα συμπτώματα που έδειχναν ροπή στον εντυπωσιασμό. Η εφημερίδα — στο σκάνδαλο της Λόκχηντ, για παράδειγμα — ενώ πήρε θέση την πρώτη μέρα επικριτική για τις «προμήθειες», που μοίραζε η πολυεθνική αυτή εταιρεία, την επόμενη είχε κείμενο πρωτοσέλιδο, που το διαπραγματεύτηκε ο αντιπρόσωπος της εταιρείας στην Ελλάδα, Καραγιάννης. Παρόμοια έγιναν και με τα προβλήματα της Στάγιερ. Εκείνο που διαπίστωνε ακόμη ο αναγνώστης ήταν η ροπή στον πρόχειρο και εφήμερο εντυπωσιασμό.

Η ασυνέπεια στις αρχικές διακηρύξεις γινόταν όλο και πιο εμφανής. Οι συγκρούσεις μέσα στην εφημερίδα, οι απολύσεις, οι καταγγελίες εναντίον του εκδότη της, που έκαναν όσοι α-αγκάζονταν να «πηδάνε» έξω από το… «σκάφος», έδωσαν στον αναγνώστη να καταλάβει πως έχει να κάνει με μια εφημερίδα του… «κοινού ποινικού δικαίου». Έβλεπε ο αναγνώστης ότι συνεχώς συντάκτες της πρόσφευγαν στα δικαστήρια. Σύγκρινε όσα γίνονταν με το ξεκίνημα, που έδειχνε μια εφημερίδα — κτήμα των δημοσιογράφων πολυφωνική ιδεολογικά, κι όχι πολυφωνική «αριθμητικά». Έδειχνε μια εφημερίδα που θα κάλυπτε τις πολύπλευρες ανάγκες του σύγχρονου αναγνώστη. Μια εφημερίδα συνεπή και τολμηρή, που δεν είχε ανάγκη το εκάστοτε «κουβέρνο», γιατί στηριζόταν μόνο στα πόδια της. Μετά άρχισε να εισπράττει κι αυτή δάνεια, ενώ στα πρώτα της φύλλα κατάγγειλε τις άλλες για τον ίδιο λόγο… Άρχισε να φιλοξενεί συνεντεύξεις ισχυρών ανθρώπων του κεφαλαίου με πρόσχημα την πολυφωνία. «Και μπήκε κι αυτή μέσα στην Ένωση Ιδιοκτητών, ενώ άφηνε να εννοήσει ο αναγνώστης ότι θα μείνει στο περιθώριο, πιστή στις αρχές της και έτοιμη να κρίνει αυστηρά τις άλλες εφημερίδες.

Ηταν μάλλον η πιο σοβαρή προσπάθεια στο δημοκρατικό χώρο (Η Μεσημβρινή ήταν το 1961 στην άλλη όχθη) που άξιζε να προχωρήσει. Είχε τις δυνατότητες να φτάσει σε φανταστικά — για την Ελλάδα — κυκλοφοριακά ύψη, αλλά κάθε βήμα της προς την εκδοτική κυριαρχία ήταν κι ένα πλήγμα στην ανεξαρτησία της φωνής της. Οι εκδότες της είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στην ιδιοκτησία και το δημοσιογραφικό και κυκλοφοριακό θρίαμβο. Διάλεξαν το πρώτο. Δεν ήταν δυνατόν να πετύχουν το δεύτερο. Έτσι, αντί να αποκτήσουν ένα δημοσιογραφικό όργανο πανελλήνιας αναγνώρισης, έμειναν με μια εφημεριδούλα στα χέρια. Και η δημοσιογραφία όμως έχασε. Γιατί η Ελευθεροτυπία νομίζω πως ήταν ίσως μοναδική, για να βοηθήσει να εξυγιανθεί ο Τύπος και να ξεπεράσει την κρίση του, που τον μαστίζει εδώ και 20 χρόνια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s