Κωστής Καρπόζηλος: Έθνος κλειστόν : Ελλάς Ελλήνων Αντιμνημονιακών

«Καταγγελία του Μνημονίου και όλων των δανειακών συμβάσεων που δέσμευσαν τη χώρα μας. Αποδέσμευση από διεθνείς οργανισμούς που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά μας συμφέροντα. Ναι στην Ευρώπη των Εθνών, όχι στην Ευρώπη του κεφαλαίου και των τοκογλύφων».

Οι αράδες αυτές δεν προξενούν εντύπωση. Ακόμα κι αν ξενίσει ανεπαίσθητα τον υποψιασμένο αναγνώστη εκείνη η Ευρώπη «των Εθνών», αντί του συνηθισμένου και ταλαιπωρημένου «των Λαών», το γενικό νόημα μοιάζει εξαιρετικά οικείο: μία ακόμα ψηφίδα στο πολύχρωμο μωσαϊκό του αντιμνημονιακού λόγου. Στην εποχή της ύφεσης, η έννοια του έθνους κάνει όλο και συχνότερα την εμφάνισή της, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συνείδηση της κρισιμότητας των στιγμών, με εκείνο το αίσθημα του κατεπείγοντος που καθιστά αναγκαίες τις ριζικές αλλαγές, τις υπερβάσεις και τις καθολικές στρατεύσεις. Συχνά οι συζεύξεις αυτές δεν μένουν στη σφαίρα των συνειρμών, αλλά τονίζονται εμφατικά μέσα από τον παραλληλισμό της συγκυρίας με κατάσταση πολέμου – τότε που οι δευτερεύουσες αντιθέσεις υποστέλλονται εν ονόματι του έθνους, το οποίο λειτουργεί ως συγκολλητικός αρμός της κοινωνικής τοιχογραφίας.

Στην κορυφή του πολιτικού παγόβουνου, εκεί όπου κυριαρχούν τα αντηχεία της κυβέρνησης του συνταγματικού τόξου, η «εθνική συνεννόηση» και η «εθνική προσπάθεια» αποτελούν σταθερά μοτίβα, νομιμοποιητικούς τόπους της κυβέρνησης, θεμέλια της αναγκαίας πολιτικής και κοινωνικής ομοψυχίας. Στις προγραμματικές δηλώσεις του Λουκά Παπαδήμου (αυτό το περίλαμπρο μαυσωλείο ρητορικής αδιαφορίας), οι στόχοι της κυβέρνησης περιγράφηκαν εξαρχής ως εθνικοί, η χώρα μνημονεύτηκε 22 φορές, η ενότητα και η δραστηριοποίηση (sic) «όλων των δυνάμεων του έθνους» εμφανίστηκε ως προϋπόθεση για να αντιμετωπιστεί «η δυσκολότερη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας της χώρας». Στον αντίποδα, στην αθέατη πλευρά του παγόβουνου, ένα αντεστραμμένο σύμπαν αποτελούμενο από τα πλέον ετερογενή στοιχεία αναγορεύει με τη σειρά του το έθνος, τη χώρα, την απειλούμενη εθνική ανεξαρτησία σε βασικό πρίσμα ανάγνωσης των εξελίξεων: η Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας εκτιμά ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο «όπου δεν θα κριθούν μόνο ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής επιβίωσης, αλλά και εθνικής, κρατικής, γεωπολιτικής υπόστασης»• ο Μίκης Θεοδωράκης επαναλαμβάνει σε κάθε περίσταση ότι βιώνουμε μια «εθνική καταστροφή»• ο Δημήτρης Καζάκης ερωτά: «Εθνική λύση ή διάλυση;»• και η Χρυσή Αυγή διατυπώνει την πρότασή της «για μια νέα εθνική πολιτική» (από το κείμενο αυτό άλλωστε προέρχονται οι αρχικές αράδες για εκείνη την έρμη την Ευρώπη των «Εθνών», έναντι της Ευρώπης του κεφαλαίου).[1]

Δεν πρόκειται για περιθωριακό φαινόμενο. Η ερμηνεία της κρίσης ως υπόθεσης εθνικής κυριαρχίας, η απόδοση των ευθυνών στους «δωσίλογους» πολιτικούς και η πυκνότητα των παραλληλισμών της ελληνικής κοινωνίας του 2011 με την «Ελλάδα της κατοχής» είναι στοιχεία που διαποτίζουν την καθημερινότητα, όσο κι αν δεν εμφανίζονται (ακόμα) ως ρεύματα σκέψης και οργανωτικές συγκροτήσεις στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Η εξάπλωση των πολύμορφων εκφράσεων αντιγερμανισμού υπογραμμίζει τη δυναμική αυτών των τάσεων. Η λαϊκή σοφία του κουλουρτζή για τους Γερμανούς «που δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν την Ελλάδα με τα όπλα και τώρα θα την κατακτήσουν με τα λεφτά», ο πρωινός χαιρετισμός του Γιώργου Τράγκα στο «κατεχόμενο προτεκτοράτο», οι προτάσεις του Μανώλη Γλέζου για «μποϊκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα», η πλημμυρίδα των λεκτικών και εικονογραφικών παραστάσεων με τα μουστάκια α λα Χίτλερ, τις σβάστικες και τους Γερμανούς που «ξανάρχονται», συγκροτούν ένα πλέγμα το οποίο συντίθεται πάνω στον διαρκή παραλληλισμό μεταξύ παλιάς και νέας «κατοχής». Είναι ενδεικτικό, με τον τρόπο που περιφερειακές μετατοπίσεις περιγράφουν ευρύτερες τάσεις, ότι ακόμα και η Χρυσή Αυγή έχει επιλέξει το τελευταίο διάστημα τη συστηματική υποστολή των συνταυτίσεών της με τη ναζιστική Γερμανία• οι καιροί απαιτούν προσαρμογές για όσους επιδιώκουν να επικοινωνήσουν με τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια.

Οι ημέρες της πλατείας Συντάγματος, αυτό το εργαστήριο παράλληλων και αντιφατικών διεργασιών, υπογράμμισαν τη διεισδυτικότητα των αναγνώσεων της κρίσης υπό το πρίσμα της «εθνικής καταστροφής». Τις πρώτες ημέρες, οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι στην ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στα Προπύλαια λειτούργησαν καθοριστικά στη μαζικοποίηση της πλατείας Συντάγματος, προσκομίζοντας ένα φορτίο συνθημάτων όπου κυριαρχούσε ο αντιπολιτικός τόνος, η εικόνα της εθνικής ταπείνωσης και η επικείμενη τιμωρία των προδοτών. Σήμερα δεν έχει απομείνει ίχνος από τις οργανωτικές συγκροτήσεις του Ιουνίου του 2011, όπως π.χ. τους ιδιαίτερα δραστήριους «300 Έλληνες»• το αποτύπωμα όμως του λαϊκού πατριωτικού ριζοσπαστισμού που μορφοποιήθηκε στις εκδηλώσεις της πλατείας Συντάγματος είναι εμφανές σε εκδηλώσεις οργής για το πολιτικό σύστημα, όπως π.χ. στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Είναι επίσης εμφανές στην κινητικότητα που εμφανίζουν νεοπαγείς οργανώσεις, όπως π.χ. το Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο (Ε.ΠΑ.Μ.) υπό την ηγεσία του Δημήτρη Καζάκη. Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι παρόμοιοι σχηματισμοί βρίσκονται –και θα παραμείνουν– στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Είναι όντως πολύ πιθανό• άλλωστε, η καθημερινότητα του Ε.ΠΑ.Μ. διανθίζεται από οργισμένες καταγγελίες αποχωρούντων, διάπυρες ανακοινώσεις και μεγαλόσχημες διακηρύξεις τοπικών επιτροπών. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά, που συχνά φαντάζουν γραφικά, φωτογραφίζουν τη φύση της δυναμικής του. Το Ε.ΠΑ.Μ. και οι άλλες παρεμφερείς οργανώσεις (όπως η θεοδωρακική Σπίθα) λειτουργούν ως σημεία συνάντησης ενός ετερογενούς δυναμικού, συχνά επιβαρυμένου με εμπειρίες προηγούμενων πολιτικών στρατεύσεων, που αναζητεί χώρους έκφρασης σε νέα οργανωτικά σχήματα.

Το Ε.ΠΑ.Μ. διαθέτει πλέον έναν ικανό μηχανισμό (με περίπου τριάντα τοπικές επιτροπές) και κυρίως έναν εκπρόσωπο που έχει αναδειχθεί σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του αναδυόμενου εθνικού αντιμνημονιακού λόγου. Η πορεία του Δημήτρη Καζάκη από την αφάνεια στην καθημερινή προβολή συνιστά ένδειξη της ρευστότητας που δημιουργεί η κρίση εκπροσώπησης και της ιδιότυπης προβολής που απολαμβάνουν οι οικονομολόγοι, οι οποίοι εμφανίζονται ως οι σύγχρονοι μάντεις της καθημερινότητας. Σε διάστημα ενός μήνα (από τα μέσα Νοεμβρίου έως τα μέσα Δεκεμβρίου 2011), ο Καζάκης, στο βιογραφικό του οποίου περισσεύουν οι ασάφειες και στον λόγο του οι βεβαιότητες, μίλησε σε δεκαεπτά δημόσιες εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, οργανωμένες από δήμους, φορείς, συλλόγους και σωματεία• έχει επίσης ημερήσια ραδιοφωνική εκπομπή στο Ράδιο 9, σε ζώνη υψηλής ακροαματικότητας, αρθρογραφεί στο Ποντίκι (συνεχίζοντας μια συνεργασία ετών) και φιλοξενείται συχνά-πυκνά σε τηλεοπτικούς σταθμούς με αντιμνημονιακό προφίλ, όπως το Kontra Channel του πασίγνωστου Γιώργου Κουρή. Το κείμενό του «Τι είναι και τι θέλει το Ε.ΠΑ.Μ.», γραμμένο τον Ιούλιο του 2011 (για να υπενθυμίζει τη σχέση του σχηματισμού με την πλατεία Συντάγματος), συμπύκνωσε την αντίληψη περί ενός νέου μετώπου σωτηρίας που θα επιδιώξει μια «εθνική λύση» η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την επιστροφή σε ένα «εθνικό νόμισμα». Ταυτόχρονα, το ιδρυτικό κείμενο του ΕΠ.Α.Μ. καθιστούσε σαφή την προκείμενη των αναλύσεων περί «κατοχής» και «προδοσίας»: το όνομα της νέας οργάνωσης, ο τίτλος του κειμένου και η συλλογιστική των ιστορικών αναλογιών παρέπεμπαν ευθέως στην ίδρυση ενός «νέου Ε.Α.Μ.».

Με τον τρόπο αυτό, ο Καζάκης προστέθηκε στη μακρά λίστα όσων επαγγέλλονται την ίδρυση ενός «νέου Ε.Α.Μ.»: από τον Μίκη Θεοδωράκη και τη Σοφία Σακοράφα ως τον Αλέξη Τσίπρα και δεκάδες σχολιαστές και αρθρογράφους από το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό ακροατήριο της αριστεράς. Η πύκνωση των σχετικών αναφορών προκύπτει από την εκτίμηση ότι η πολιτική του μνημονίου καταλύει την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία, οπότε το «νέο Ε.Α.Μ.» προβάλλει ως πρόταση αντιστασιακής ενότητας πάνω σε ένα πρόγραμμα ελάχιστης συμφωνίας (ο Καζάκης ευφυώς το αποκαλεί το «Μέτωπο του Όχι»). Πρόκειται για μια πρόταση που αποσκοπεί σε βραχυπρόθεσμα εκλογικά οφέλη, εκμεταλλευόμενη το κοινό αίσθημα περί «κατοχής», στην οικειοποίηση ενός ισχυρού ιστορικού φορτίου και στην αναζήτηση συμμαχιών μεταξύ όσων πολιτικοποιήθηκαν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, υπό την ηγεμονία του συνθήματος της εθνικής ανεξαρτησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναζήτηση της «εθνικής σωτηρίας» μετατρέπεται σε σταθερό ζητούμενο του Συνασπισμού, ενός κόμματος με σημαντικές παραδόσεις ευρωπαϊσμού και αντιεθνικισμού. Η καταληκτική πρόταση του Αλέξη Τσίπρα στην κοινοβουλευτική συνεδρίαση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην παραπαίουσα κυβέρνηση Παπανδρέου («σωτηρία της πατρίδας είναι η εφαρμογή του Συντάγματος, της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας») αποτυπώνει την επιστροφή σε ρητορικά και αναλυτικά σχήματα που προετοιμάζουν την εμφάνιση του «νέου Ε.Α.Μ.».[2]

Ο αναπροσανατολισμός του Συνασπισμού, αν αναλογιστεί κανείς π.χ. την ταλάντωση μεταξύ των τοποθετήσεών του τον Δεκέμβρη του 2008 και τον Δεκέμβρη του 2011, περιγράφει διαδεδομένες αντιλήψεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα στενά όρια του κομματικού μηχανισμού της Κουμουνδούρου και σχετίζονται με την αναγόρευση του αντιμνημονιακού μετώπου σε αυτοσκοπό. Με τον τρόπο αυτό, ο αντιμνημονιακός λόγος λειτουργεί ως συλλογική κολυμπήθρα αντίστασης στην οποία εξαγνίζεται κάθε μορφή λαϊκής έκφρασης που στρέφεται κατά του πολιτικού συστήματος, ακόμα κι όταν παίρνει τη μορφή επιδοκιμασίας του στρατεύματος, στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου, ή στρέφεται κατά των εργατικών συνδικάτων, στην πλατεία Συντάγματος. Οι αντιλήψεις αυτές επικοινωνούν με την αναζήτηση ενός ισχυρού εθνικού ηγέτη και είναι πιθανό να τροφοδοτήσουν στο προσεχές διάστημα υπόγεια πολιτικά ρεύματα που επωάζουν λύσεις «εθνικής ενότητας» για την υπέρβαση της μεταπολιτευτικής διάταξης των κομματικών σχηματισμών. Η χοροεσπερίδα των συνδικαλιστών της Νέας Δημοκρατίας τις παραμονές των Χριστουγέννων, στην ταβέρνα «Το Αντιμνημόνιο του Καραβάνα» στη Δάφνη, υπό τους ήχους τραγουδιών του ΕΔΕΣ και συνθημάτων για εθνική ανεξαρτησία, υπενθυμίζει με το δικό της τρόπο ότι ο αντιμνημονιακός αγώνας δεν είναι κτήμα αποκλειστικά εκείνων που οραματίζονται ένα «νέο Ε.Α.Μ.».

Το «Μέτωπο του Όχι» και οι ιστορικοί παραλληλισμοί με την «κατοχή» δημιουργούν την αίσθηση μιας νέας εθνικής ενότητας, ενός ενοποιητικού αφηγήματος που υποβαθμίζει την ένταση των σχέσεων κεφαλαίου κι εργασίας στο εσωτερικό της ίδιας της «χώρας», τις διαιρετικές τομές όχι μεταξύ «προδοτών» και «Ελλήνων», αλλά μεταξύ εκμεταλλευτών και υπό εκμετάλλευση εργαζομένων και ανέργων. Η γενικόλογη καταγγελία για τους «τραπεζίτες», τους «πλούσιους» και τους «προνομιούχους» εξανεμίζεται όταν η συζήτηση μετατίθεται στη συμπίεση του κόστους εργασίας στα χρόνια της κρίσης, στις συνθήκες εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, στην εκμετάλλευση της μεταναστευτικής εργασίας, στην επίθεση στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Συνολικότερα, η αναγόρευση της τρόικας σε δαίμονα, της Μέρκελ σε «στρούντελ πατημένο από τανκ της Βέρμαχτ» (σωστά μαντέψατε: Τράγκας) και των πολιτικών σε «προδοτών» εμφανίζει το ελληνικό κεφάλαιο άμοιρο ευθυνών, συσκοτίζει τη στρατηγική συμπόρευση με τις επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξωραΐζει το πρόσφατο παρελθόν της φαινομενικής ευδαιμονίας.

Ο εθνικός αντιμνημονιακός λόγος απαιτεί άμεσες, παραστατικές και απλουστευτικές ερμηνείες της κρίσης. Εν ονόματί του, η αριστερά εγκαλείται να προσαρμόσει τον προγραμματικό της λόγο στα ζητήματα που θέτει η ίδια η καθημερινότητα, μεταθέτοντας για το μέλλον τους στόχους του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Αν κάτι ξεχωρίζει στη συζήτηση για το «νέο Ε.Α.Μ.» είναι ακριβώς αυτό: η προσφυγή σε παρελθοντικά σχήματα ανάλυσης και πράξης, προκειμένου να προσπεραστεί το επιτακτικό πρόβλημα της στρατηγικής και προγραμματικής απάντησης στη νέα ιστορική εποχή που εγκαινίασε η ύφεση. Παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη για μια αντίστροφη ιεράρχηση προκύπτει από την ίδια την ένταση του κοινωνικού ζητήματος. Το ερώτημα των χιλιάδων διαδηλωτών της 29ης Ιουνίου, των απεργών της Χαλυβουργίας Ελλάδος, των σιωπηλών και σκεπτικών περιπατητών στην πορεία του Πολυτεχνείου, των πολυάριθμων πρωτοβουλιών που τροποποιούν τον χάρτη της κοινωνικής κριτικής, αναφέρεται σε ένα ερώτημα για το σήμερα και το αύριο που δεν μπορεί να αντλήσει έμπνευση από το οπλοστάσιο του παρελθόντος, πόσο μάλλον από το επισφαλές, σε συνθήκες διεθνούς κρίσης, καταφύγιο της εθνικής ανεξαρτησίας. Η συζήτηση για το πρόγραμμα, για την επαναστατική στρατηγική, για μια πειστική πρόταση κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση αν πρόκειται να έχει νόημα –με την έννοια τόσο του περιεχομένου όσο και του σκοπού– η περιπέτεια των επερχόμενων κοινωνικών κλυδωνισμών.

[1] Γραφείο τύπου της ΚΟΕ, «Εκτός από την οικονομία, Ευρωπαϊκή Ένωση και κυβέρνηση “εθνικής” ενότητας θα μας “διασώσουν” και στα εθνικά ζητήματα;» (1/12/2011)• Μίκης Θεοδωράκης, «Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών: Αρχές και Βασικές Θέσεις» (1/12/2010)• Δημήτρης Καζάκης, «Εθνική λύση ή διάλυση», εφ. To Ποντίκι, 6/10/2011• Χρυσή Αυγή, «Προτάσεις για μία νέα εθνική πολιτική» (http://xryshaygh.wordpress.com/theseis).

[2] http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=24939.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο πέμπτο τεύχος της Λεύγας που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2011.

Τα περιεχόμενα του πιο πρόσφατου τεύχους (και ολόκληρα προηγούμενα τεύχη) στο www.levga.gr.
H Λεύγα κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και επιλεγμένα περίπτερα, στέκια,
αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους.
ΠΗΓΗ: λεύγα

Ένα Σχόλιο to “Κωστής Καρπόζηλος: Έθνος κλειστόν : Ελλάς Ελλήνων Αντιμνημονιακών”

  1. Μπορείτε να διαβάσετε και το παρακάτω άρθρο:

    Η κρίση του Ελληνικού καπιταλισμού, για την διέξοδο της οποίας συντελείται ο σφαγιασμός του εργαζόμενου λαού, καθώς και η διαχρονική πολιτική κρίση, όχι μόνο δεν φαίνεται να κοπάζουν, αλλά αντίθετα, αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις. Διαστάσεις, που το μέγεθός τους, δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, αναζητώντας την κατάλληλη αφορμή για να εκραγεί.
    Το αστικό πολιτικό σύστημα περνώντας από μία φάση αποσταθεροποίησης, στα πρόθυρα της κατάρρευσης, εναγωνίως προσπαθεί και επιδιώκει, μία εκ νέου ανασύσταση και αναδιάταξη.

    Η προσπάθειά του αυτή εμποδίζεται, τόσο από την εγγενή υποχρέωσή του, της εξυπηρέτησης των αναγκών του ελληνικού καπιταλισμού (μνημονιακή πολιτική), όσο και από την απομάκρυνση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων (για τον παραπάνω λόγο), από την επιρροή του.

    Η παρατεταμένη και διαρκώς αυξανόμενη κρίση αντιπροσώπευσης και αξιοπιστίας, το μόνιμο πολιτικό κενό, σηματοδοτούν μια ανίατη πολιτική κρίση.

    Τα αίτια αυτής της κρίσης, ασφαλώς και εντοπίζονται στην γενικότερη ταξική πολιτική κατεύθυνση ενός καπιταλιστικού συστήματος. Ωστόσο, η στιγμή εμφάνισης, η διάρκεια και ο πολιτικές επιπτώσεις της, στην σημερινή συγκυρία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, η προσέγγιση των οποίων παραπέμπει στις υποχρεώσεις των κοινοβουλευτισμού και στο ρόλο κυβέρνησης- αντιπολίτευσης, έναντι του πολιτικού συστήματος.

    Πότε και πώς εμφανίζεται η πολιτική κρίση ;

    Μία κυβέρνηση εκπρόσωπος των συμφερόντων και των επιδιώξεων της πλουτοκρατίας, είναι επιφορτισμένη και με το καθήκον να εμφανίζει πειστικά ως φιλολαϊκή πολιτική, την αντεργατική και αντιλαϊκή κατεύθυνση των επιλογών της. Όμως είναι εμφανή η δυσκολία, η αδυναμία ως προς αυτό, ιδιαίτερα όταν πρέπει να δημιουργήσει κοινωνική συνείδηση αποδοχής, των ακραίων επιλογών της (μνημόνιο), ως αναγκαία πολιτική.

    Το πολιτικό σύστημα αναγνωρίζοντας αυτή την αδυναμία και προκειμένου να μείνει το ίδιο αλώβητο, χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση, επιτρέπει και υποχρεώνει, τα κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης να αντιπολιτεύονται. Δηλαδή, να διαφωνούν επί μέρους με τη κυβερνητική πολιτική. Και γράφεται επί μέρους, γιατί επί της ουσίας, η ίδια η πολιτική υπόσταση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με αυτή την πολιτική. Για το λόγο αυτό, η πολιτική αυτών των κομμάτων είναι άκρως παραπλανητική, στοχεύοντας στον εγκλωβισμό όποιων κοινωνικών δυνάμεων το αμφισβητούν, μέσα από ανώδυνες για το πολιτικό σύστημα πολιτικές εκτόνωσης. Κοντολογής, επιχειρείται να αποκλεισθεί, κάθε ενέργεια ακύρωσης της ουσίας των επιλογών του πολιτικού συστήματος.

    Εάν λοιπόν και η αντιπολίτευση αδυνατεί να εμφανίσει την αλήθεια ανάποδα, βαφτίζοντας ως φιλολαϊκή μια αντικοινωνική πολιτική, εάν οι αντικειμενικές
    συνθήκες που διαμορφώνονται, ανατρέπουν τα όποια επιχειρήματά της, με όση δόση διαστρέβλωσης και φενάκης είναι αυτά μπολιασμένα, τότε η Ελληνική πλουτοκρατία αρχίζει να ανησυχεί σοβαρά. Γιατί αυτή η ανησυχία ;Τι μπορεί να συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση, όπου και τα δύο σκέλη του οινοβουλευτισμού (κυβέρνηση –αντιπολίτευση), δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κοινωνική συναίνεση; Στο σημείο αυτό εμφανίζεται και ξεσπά πολιτική
    κρίση.

    Στην εφιαλτική περίοδο που διανύουμε, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ, βασικοί παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί του Κοινοβουλευτισμού, όπου χρόνια εναλλάσσονταν ως κυβέρνηση αντιπολίτευση, αδυνατούν να πείσουν τον εργαζόμενο λαό, ακόμα και τα ίδια τους τα στελέχη, καταγράφοντας μεγάλες
    απώλειες και συρρίκνωση των δυνάμεών τους. Η πολιτική κρίση πλέον βαθαίνει και αποκτά χαρακτηριστικά μονιμότητας.

    Αλλά πώς αντιδρά το πολιτικό σύστημα ;με το ξέσπασμα της κρίσης και ανάλογα του μεγέθους της, η ανάγκη αποφυγής μιας κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος, επιβάλει στα αστικά επιτελεία ανάλογη πολιτική συμπεριφορά, προς την κατεύθυνση άμβλησης της πολιτικής κρίσης.

    Όταν μάλιστα, το πολιτικό σύστημα είναι επιφορτισμένο με το βάρος της εφαρμογής μιας μεσαιωνικής πολιτικής, όπου εξαθλιώνει απόλυτα τον εργαζόμενο λαό, τότε είναι προφανές ότι επιβάλλονται κινήσεις συγκεντρωτισμού, όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

    Η «δική μας» συγκυβέρνηση Παπαδήμου, είναι προϊόν μιας τέτοιας εξέλιξης. Είναι όμως ταυτόχρονα προϊόν και του μεγέθους της πολιτικής κρίσης. Αυτό είναι εμφανές και μόνο από το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρεται να είναι συμβατή με την λαϊκή συνείδηση, αλλά να επιβάλλεται σε αυτήν, εκτελώντας εντολές του σκληρού πυρήνα της οικονομικής ολιγαρχίας. Αλλά και από την υπαρκτή σύμπλευση, της αστικής δημοκρατίας με την ακροδεξιά και τον φασισμό. Την νομιμοποίηση δηλαδή, του φασιστικού λόγου με την συμμετοχή του ΛΑΟΣ την λεγόμενη συγκυβέρνηση.

    Η αστική δημοκρατία υποχρεώνεται πλέον υπό το βάρος της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, να απομακρυνθεί από στοιχειώδεις λειτουργίες της όπου εγγυώνταν το σύνταγμά της, πλησιάζοντας προς τον φασισμό, χάνοντας έτσι και το δικαίωμα διαφοροποίησής της από αυτόν.

    Και δεν πρόκειται για μια φασίζουσα συμπεριφορά, ως αποτέλεσμα ενός μαζικού κοινωνικού φαινομένου, αλλά για μια συμπεριφορά απαραίτητη ως προς την διαχείριση και επιβολή της πολιτικής και οικονομικής συνταγής των αλλεπάλληλων μνημονίων.

    Βέβαια, το μέγεθος της σημερινής πολιτικής κρίσης δεν είναι αποτέλεσμα ενός πολιτικού κοινωνικού κινήματος που αντιστάθηκε στην γενικευμένη επίθεση του καπιταλισμού. Ούτε ο περίφημος δικομματισμός εφθάρη από ένα τέτοιο κίνημα. Ούτε επίσης, το πολιτικό σύστημα αμφισβητείται απ΄μια ισχυρή
    παρέμβαση ενός τέτοιου κινήματος. Το ίδιο το αστικό κράτος, λειτουργώντας παρασιτικά (οικονομικά σκάνδαλα –διαπλοκή) επίσπευσε το ξέσπασμα της πολιτικής κρίσης που ούτως ή άλλως ήταν αναμενόμενο.

    Θα λέγαμε λοιπόν ότι, η συγκεκριμένη πολιτική κρίση, έχει ελπίδες ξεπεράσματος έστω προσωρινά, όσο δεν οξύνεται από την παρέμβαση ενός λαϊκού κινήματος, από ένα ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα, ικανού να την αξιοποιήσει επαρκώς ως πολιτικό μέγεθος, υπέρ της εργαζόμενης κοινωνίας.

    Παρόλα αυτά, η οικονομική ολιγαρχία τρέμει την διάρκεια αυτής της πολιτικής κρίσης. Γιατί, μια παρατεταμένη πολιτική κρίση, οδηγεί σε κοινωνική πόλωση, απόρροια της οποίας δεν είναι μόνο το χάσιμο της «κοινωνικής ισορροπίας», αλλά και η αιτία ύπαρξης ενός αποφασισμένου ανατρεπτικού λαϊκού κινήματος.
    Μπορεί και να είναι η αφετηρία μιας εν δυνάμει κοινωνικής έκρηξης, όπου έρχεται όλο και πιο κοντά, όταν κάθε ημέρα που ξημερώνει για τον εργαζόμενο λαό, είναι χειρότερη από την προηγούμενη.

    Δεν είναι καθόλου αβάσιμος, αλλά υπαρκτός, ο φόβος μιας ενδεχόμενης ανοικτής και ολόπλευρης πολιτικής κρίσης σήμερα, μέσα σε συνθήκες ριζοσπαστικοποίησης του εργατικού κινήματος. Γι’αυτό άλλωστε, επείγει και η διαχείριση της κρίσης, στοχεύοντας κύρια στην ανασύσταση του πολιτικού συστήματος.

    Το πολιτικό σύστημα υποχρεώνεται, σε μια αλλαγή, όχι επί της ουσίας, δηλαδή της ταξικής του κατεύθυνσης, αλλά σε ένα ανούσιο ανακάτωμα βιτρίνας, αποσκοπώντας σε εκτόνωση και άμβλυνση της κρίσης και ταυτόχρονα, προσαρμογή στα νέα δεδομένα της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας. Οι αυξημένες ανάγκες του ελληνικού καπιταλισμού, απαιτούν ένα αποτελεσματικό και όχι παρωχημένο πολιτικό σύστημα, ικανό να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως βασικός άξονας της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Και μάλλον, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, αλλά της μορφής του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος.

    Όταν λοιπόν συντελούνται τεράστιες ανατροπές τόσο στην οικονομική –πολιτική και άρα στην κοινωνική βάση, είναι απαραίτητο το εποικοδόμημα να συντονίζεται με αυτές και να τις αβαντζάρει. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να συμβεί εύκολα τουλάχιστον ομαλά, έχοντας μια διαρκή κρίση αξιοπιστίας και αντιπροσώπευσης, ένα μεγάλο πολιτικό κενό, μια υπαρκτή αναντιστοιχία λαϊκής θέλησης και ασκούμενης πολιτικής. Ιδιαίτερα, όταν καταγράφεται αμφισβήτηση και ρήξη του εργαζόμενου λαού, με την υποδιαμόρφωση οικονομική και κοινωνική βάση, που καθορίζεται από τις ανάγκες του Ελληνικού καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού. Ας σημειώσουμε εδώ, ότι και η αντικειμενική αδυναμία, λόγω οικονομικής κρίσης, του όποιου αστικού πολιτικού σχήματος να δημιουργήσει κοινωνική βάση, στηριγμένο σε «παροχές» του παρελθόντος (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, προσφέροντας θέση στο δημόσιο), ενισχύει την πολιτική κρίση και παράλληλα δυσκολεύει την ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος.

    Πάντως, επειδή η αλλαγή του θα επιχειρηθεί με κάθε τρόπο και «θυσία» δεν θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο βίαιας μετάλλαξής του. Οι πρόσφατες διαγραφές, βασικών στελεχών των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων και το όλο «κλίμα» προϊδεάζουν ως προς αυτό. Μια τέτοια πιθανή εξέλιξη, κάθε άλλο παρά θα άμβλυνε την πολιτική κρίση.

    Αν ανατρέξουμε σε παρόμοιες επιλογές της ιστορίας του κοινοβουλευτισμού (εξαγορές βουλευτών, αποστασίες, κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα, φασιστικοποίηση), θα διαπιστώσουμε ότι έφεραν αντίθετα αποτελέσματα.

    Είναι αυτονόητο, ότι αποφασιστικός παράγοντας των όποιων εξελίξεων, είναι ο εργαζόμενος λαός και η ταξική του πάλη. Σήμερα, καλείται από το σύνολο των
    αστικών δυνάμεων, να συμμετέχει στην διαχείριση και την λύση αυτής της κρίσης. Καλείται όμως, ως μέρος αυτής της κρίσης, όπου δεν θα αμφισβητεί το πολιτικό σύστημα, παρά μόνο τις «λαθεμένες» επιλογές και την «ανικανότητα» αυτών που το εκπροσωπούν.

    Αλλά μια διέξοδος από την σημερινή κρίση, προς όφελος των κοινωνικών δυνάμεων, δεν μπορεί να ταυτιστεί με μία επιδερμική κριτική στους πολιτικούς και τους πολιτικούς σχηματισμούς της αστικής τάξης. Χρειάζεται κάτι παραπάνω. Συνολική κριτική του πολιτικού συστήματος, της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Χρειάζεται βέβαια και κάτι ακόμα. Να αποσύρει η κοινωνία, την όποια εμπιστοσύνη της έναντι των αστικών πολιτικών δυνάμεων,
    συνασπισμένων ή δήθεν ανανεωμένων.

    Γιατί αν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ως εχθρό της ένα μόνο τμήμα και όχι το σύνολο της αστικής τάξης, τότε ενσωματώνεται και εγκλωβίζεται στην λογική του πολιτικού συστήματος, αποτελώντας την βάση στήριξης, πότε του ενός και πότε του άλλου αστικού πολιτικού σχηματισμού.

    Αυτή η κυκλική κίνηση που κρατά χρόνια, πρέπει να εγκαταλειφτεί, πρέπει να σπάσει, αποσυνδέοντας τις κοινωνικές δυνάμεις και τις κοινωνικές εξελίξεις, από την σημερινή κρίση του συστήματος.

    Και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από μια γενικότερη νέα πολιτική επιλογή, όπου η ύπαρξή της, η κίνησή της, αλλά και η περίοδος ωρίμανσή της, εντοπίζονται σε μια κοινωνική πολιτική συμπόρευση από λαϊκές δυνάμεις, δημιουργώντας κινηματικούς όρους και μετωπική πολιτική.

    Είναι καιρός ο εργαζόμενος λαός να πάρει διαζύγιο από τις ιδεοληψίες της καπιταλιστικής «ευημερίας». Γιατί σήμερα και στην πράξη αποδεικνύονται σκουπίδια. Και μάλιστα σκουπίδια μη ανακυκλώσιμα.

    Στην εργαζόμενη κοινωνία εναπόκειται το ιστορικό καθήκον του τρόπου, του χρόνου και του τόπου της ταφής τους.

    Καρατζάς

    18/02/2012

    http://www.e-gnomi.com/home/archives/7906

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s