Τα διλήμματα της οικονομικής θεωρίας για την κρίση

του Μάνου Σκούφογλου 


Κυρίαρχες αφηγήσεις

H παγκόσμια οικονομική κρίση δεν μπορούσε παρά να πυροδοτήσει κάθε είδους σκεπτικισμό για το modus operandi του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κατά τα τελευταία χρόνια ή δεκαετίες, δηλαδή για αυτό που αποκαλείται, ανάλογα με την προσέγγιση, μοντέλο ανάπτυξης, σύστημα διακυβέρνησης, τρόπος διαχείρισης, καθεστώς ή κοινωνική δομή συσσώρευσης κλπ. Η ταχύτητα με την οποία η φούσκα των στεγαστικών ακινήτων στις ΗΠΑ συμπαρέσυρε όλα τα χρηματιστήρια στον κόσμο και οδήγησε την παραγωγή σε βαθύτατη ύφεση παντού, δεν αφήνει περιθώρια για ερμηνείες που ρίχνουν το βάρος σε ένα μεμονωμένο προβληματικό κλάδο, λανθασμένο χειρισμό ή κερδοσκοπικό κύκλωμα. Η ιδέα ότι η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών δεν ήταν κάτι περισσότερο από μια γενικευμένη περίπτωση “αυτοτροφοδοτούμενου πανικού” των επενδυτών, η οποία, παρότι δυσάρεστη, θα μπορούσε να αποκατασταθεί χωρίς να επηρεάσει ιδιαίτερα την “πραγματική” οικονομία, εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Ακόμα και οι φανατικότεροι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού είναι υποχρεωμένοι να παραδεχτούν ότι η κρίση αποκαλύπτει κάποιου είδους βαθύτερη παθογένεια της οικονομίας και της κυρίαρχης πολιτικής που τη διαμορφώνει. Ο Άλαν Γκρήνσπαν, πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) και ένας από τους πιο διάσημους «μαέστρους» της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, δήλωσε μπροστά στην αμερικανική εξεταστική επιτροπή για την κρίση ότι βρίσκεται σε «κατάσταση συνταρακτικής δυσπιστίας» για την ικανότητα των αγορών να ρυθμίζουν αλάνθαστα την οικονομία. Ο ΟΟΣΑ μιλάει ανοιχτά για την “πρώτη κρίση της παγκοσμιοποίησης”[1].

Ο ΟΟΣΑ και οι σύνοδοι των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου (G8 και G20) αποτελούν κατά κάποιο τρόπο το ανώτερο επιτελείο των αστικών τάξεων παγκοσμίως, τους επίσημους εκπροσώπους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν είναι τα κατ’ εξοχήν κέντρα λήψης αποφάσεων – αυτός ο ρόλος εξακολουθεί να επιτελείται βασικά από τα εθνικά κράτη – ούτε οι ισχυρότεροι θεσμικά διεθνείς φορείς, ωστόσο παρέχουν το έδαφος στο οποίο συνομολογούνται οι στρατηγικές του παγκόσμιου κεφαλαίου και των κρατών για την οικονομία και, βέβαια, για την υπέρβαση των κρίσεων. Από αυτή την άποψη, οι διακηρύξεις τους έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η ερμηνεία τους για την κρίση είναι αυτομάτως η επίσημη εκδοχή για τα πράγματα, κάτι σαν τη δημόσια (και αναγκαστικά υποκριτική) αυτοκριτική του ίδιου του καπιταλισμού. Και επίσημη εκδοχή είναι, όπως φαίνεται, η ανεπάρκεια του ρυθμιστικού πλαισίου των αγορών και η υποτίμηση της πιθανότητας επανεμφάνισης των κρίσεων. Με αυτό το σκεπτικό, οι G20 διακήρυξαν την ανάγκη αύξησης του πλαφόν των αποθεματικών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, ιδίως όσων δεν υπόκεινται στους περιορισμούς των εμπορικών τραπεζών. Τα hedge funds τα προηγούμενα χρόνια έφτασαν να ελέγχουν χρηματικές υποχρεώσεις έως και εκατονταπλάσιες των ίδιων κεφαλαίων τους, οι επενδυτικές τράπεζες προέβαιναν σε ανεξέλεγκτες συναλλαγές τιτλοποιημένων δανείων κάθε τύπου κλπ, έτσι ώστε μια απότομη ζήτηση για ρευστοποιήσεις δεν μπορούσε παρά να έχει άμεσα καταστροφικά αποτελέσματα. Ο λεγόμενος “ηθικός κίνδυνος” (moral hazard) ήταν πολύ ψηλός και αγνοήθηκε. Με αυτή την, καθαρά οικονομική, έννοια της ηθικής θα πρέπει να δει κανείς τις δηλώσεις του Σαρκοζί στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός τον Ιανουάριο του 2010 για την ανάγκη επανίδρυσης του καπιταλισμού “σε ένα πλαίσιο ηθικών αρχών”[2].

Σύμφωνα με την κυρίαρχη αυτή προσέγγιση, λοιπόν, το πρόβλημα ήταν ότι αγνοήθηκαν οι κίνδυνοι, παραμελήθηκε ο έλεγχος κλπ, δηλαδή μια σειρά λανθασμένων χειρισμών που εξέτρεψαν και στρέβλωσαν το σύστημα, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτουν κάποιο δομικά λάθος χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ή έστω της νεοφιλελεύθερης συνθήκης. Αυτό που αγνοήθηκε ήταν η ανάγκη να οχυρωθεί καλύτερα το σύστημα απέναντι στους κερδοσκόπους, τα golden boys, τη διαφθορά και τις ανορθολογικές επενδύσεις. Για μήνες μετά το ξέσπασμα της κρίσης τα ΜΜΕ παγκοσμίως υποδείκνυαν με ένα στόμα ως υπεύθυνους για την κρίση τέτοιους λίγο – πολύ αστάθμητους και παρασιτικούς παράγοντες. Στη συνέχεια, βέβαια, η οργή του κυρίαρχου λόγου στράφηκε εναντίον των υψηλών μισθών που υποτίθεται ότι καθηλώνουν την οικονομία, δηλαδή στον πιο δημοφιλή φιλελεύθερο μύθο.

Η “επανίδρυση του καπιταλισμού” και η “πρώτη κρίση της παγκοσμιοποίησης” (πρώτη, επομένως θα υπάρξουν κι άλλες) δεν είναι τυχαίες εκφράσεις. Δηλώνουν καθαρά τη στρατηγική πυξίδα της διεθνούς πολιτικής των αστικών κρατών για την κρίση: αποκατάσταση της λειτουργίας του καπιταλισμού και μάλιστα οπωσδήποτε στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Το πόσο αυτό είναι εφικτό ή όχι, και κυρίως με τι κόστος, είναι μια άλλη ιστορία. Ο προσανατολισμός πάντως είναι σαφής.

Παρόλα αυτά, η αυτοκριτική, όσο καλυμμένη και αν είναι, δεν είναι εντελώς ασήμαντη. Αποκαλύπτει κάποιες, έστω υπόρρητες, παραδοχές που δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες:

  1. Τα κράτη και οι κυβερνήσεις καλούνται να παρέμβουν, όπως και πράγματι έκαναν χρηματοδοτώντας το τραπεζικό σύστημα αφειδώς, εξαγοράζοντας τράπεζες, εγγυώμενοι χρέη, παρέχοντας ρευστότητα κλπ, σε μια επιχείρηση που εγκαινιάστηκε από το αμερικάνικο σχέδιο Πόλσον στο τέλος του 2008 και χαρακτηρίστηκε από ορισμένους και ως “σοσιαλισμός για τους πλούσιους” και από άλλους “σοσιαλισμός για τις ζημιές, καπιταλισμός για τα κέρδη”. Αυτό σημαίνει ότι οι αγορές δεν έχουν (τουλάχιστον όχι πάντα) εκείνη τη μαγική αυτορρυθμιστική ιδιότητα που υποτίθεται ότι θα σταθεροποιούσε οριστικά την οικονομία. Το κράτος πρέπει ορισμένες φορές να παρεμβαίνει. Ο νεοφιλελευθερισμός υποχρεώθηκε να ζητήσει την αρωγή του υποτιθέμενου μισητού αντίπαλου, του “κρατισμού”. Με αυτή την έννοια έχει ειπωθεί ότι “το κράτος και η πολιτική επιστρέφουν”[3] (αν και στην πραγματικότητα βέβαια ήταν πάντα εδώ – αρκεί να θυμηθεί κανείς πόσο έντονη και πολλές βίαιη κρατική παρέμβαση χρειάστηκε για να επιβληθεί ο φιλελευθερισμός).
  2. Πιο σημαντικό, οι αστικές τάξεις, τα κράτη και τα διεθνή μεγάλα στελέχη της οικονομίας και της οικονομικής και πολιτικής σκέψεις αναγκάζονται να παραιτηθούν στην πράξη από το διακηρυγμένο “τέλος της ιστορίας”[4]. Αποδείχτηκε ότι οι κρίσεις δεν ξεπεράστηκαν διαπαντός, το σύστημα δεν έχει σταθεροποιηθεί στο ανώτατο ιστορικό στάδιο, η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορεί να εξασφαλίσει αυτά που θεωρητικά υποσχόταν (παρότι την ίδια στιγμή καταδίκαζε στη φτώχεια την πλειοψηφία του πλανήτη) ούτε καν στην εμπροσθοφυλακή της, τα ανεπτυγμένα κράτη της Δύσης. Η καθολική αισιοδοξία που κυριαρχούσε πριν 20 χρόνια τώρα φαίνεται σε όλους αλαζονική αφέλεια.

Συμβολικό αποκορύφωμα της αυτοκριτικής στην οποία υποχρεώθηκε η κυρίαρχη πολιτική σκέψη (και ταυτόχρονα των στενών ορίων της) είναι η δημόσια παραδοχή του Φράνσις Φουκουγιάμα, ίσως του γνωστότερου ιδεολογικού προπαγανδιστή της κυβέρνησης Ρήγκαν, ότι η εποχή του Ρήγκαν και της Θάτσερ τελείωσε, και θα έπρεπε να έχει τελειώσει εδώ και καιρό, αφότου η ιδέα ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να αυτορυθμίζονται έγινε «αδιαφιλονίκητη ιδεολογία»[5].

Οι πολιτικές εξαγγελίες και τα οικονομικά ρεπορτάζ, βέβαια, έχουν πολύ περισσότερο πρακτικές παρά θεωρητικές αξιώσεις. Η κρίση, ωστόσο, δε θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει τριγμούς και στην οικονομική θεωρία. Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε για λίγο στη συζήτηση που αναπτύσσεται σήμερα μεταξύ των οικονομολόγων.

Πιθανώς για πρώτη φορά στην ιστορία, η αγορά έχει πλημμυρίσει με τόσο πολλά εκλαϊκευμένα κείμενα σχετικά με την οικονομική κρίση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κείμενα για την κρίση, οποιουδήποτε τύπου και είδους, έχουν κατά κανόνα τη δομή μιας ιστορικής αναδρομής που στέκεται στα υφέρποντα προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας, στις επιμέρους κρίσεις, στις προειδοποιήσεις για ένα παγκόσμιο κραχ που αγνοήθηκαν κλπ. Ο κυρίαρχος λόγος για την οικονομία, επιστημονικός, πολιτικός ή δημοσιογραφικός, δεν εστιάζει πια στον υποτιθέμενα φυσικό και υπεριστορικό χαρακτήρα των νόμων της αγοράς, στον αυτονόητο ρυθμιστικό κανόνα του αμοιβαίου οφέλους και στο φιλοσοφικο-οικονομικό τοτέμ της “ελευθερίας του ατόμου”. Το ύφος δεν προσιδιάζει πλέον τόσο σε φυσικά εγχειρίδια αντικειμενικών οικονομικών φαινομένων, όσο σε άτεχνα μυθιστορήματα για την προϊστορία της καταστροφής. Κατά ειρωνικό τρόπο, σχεδόν όλες οι νέες αφηγήσεις ξεκινούν από εκεί περίπου όπου η ιστορία υποτίθεται ότι είχε τελειώσει: από την γέννηση ή από την παγκόσμια επικράτηση του νεοφιλελευφερισμού, με, περισσότερο ή λιγότερο, συμβολικά ιδρυτικά γεγονότα την κατάργηση της συμφωνίας του Breton-Woods το 1971, τη σύνοδο των G5 το 1979 στο Τόκυο ή τη “συναίνεση της Ουάσινγκτον” το 1989.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η νεοφιλελεύθερη και νεοκλασική ορθοδοξία έχει χάσει την κυρίαρχη θέση της. Είναι ακόμα αυτή που σε γενικές γραμμές καθορίζει το πλαίσιο της αντιπαράθεσης. Το γεγονός αυτό δεν προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς εδώ και 40 περίπου χρόνια έχει διαμορφωθεί και επικρατήσει σχεδόν απόλυτα στην οικονομική θεωρία ένα είδος “μονόδρομης σκέψης”, βασισμένο στην αυθεντία των νεοφιλελεύθερων ειδημόνων της οικονομίας που έχουν βραβευτεί κατά καιρούς με Νόμπελ: Μίλτον Φρήντμαν, Φρίντριχ Φον Χάγιεκ, Ρόμπερτ Λούκας κλπ. Κεντρικό ρόλο όχι μόνο στη διαμόρφωση αυτής της σκέψης, αλλά και στις πρακτικές της εφαρμογές, έχει παίξει η μονεταριστική σχολή του πανεπιστημίου του Σικάγο, οι ειδικοί του οποίου στελέχωσαν με συμβούλους και αξιωματούχους τα πρώτα γενικευμένα νεοφιλελεύθερα προγράμματα, όπως του Πινοσέτ στη Χιλή και του Σουχάρτο στην Ινδονησία (είναι αξιοπρόσεκτο το πόσο πρόθυμα ο οικονομικός φιλελευθερισμός συμβιώνει με τις πολιτικές δικτατορίες, όπως άλλωστε δείχνουν τα επίκαιρα παραδείγματα του Μπεν Αλί στην Τυνησία και του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο), και ανέλαβαν να “εκσυγχρονίσουν”, συχνά μαζί με το ΔΝΤ, την οικονομική πολιτική πολυάριθμων χωρών που παρουσίασαν κρίσεις τις προηγούμενες δεκαετίες, όπως ήταν πχ το Μεξικό και η Αργεντινή τη δεκαετία του 1990. Από ορισμένους τέτοιους κύκλους οικονομολόγων υπήρξαν φανατικές αντιδράσεις στα κρατικά προγράμματα διάσωσης των κυβερνήσεων Μπους και Ομπάμα, που φαίνονταν στα μάτια τους απαράδεκτα κρατιστικά ή ακόμα και “σοσιαλιστικά”.

Ένα κάποιο νεοκεϋνσιανό ρεύμα σκέψης, επροσωπούμενο στις ΗΠΑ από τους λεγόμενους οικονομολόγους του “αλμυρού νερού”, δηλαδή των πανεπιστημίων των ακτών (Χάρβαρντ, ΜΙΤ, Μπέρκλεϋ κ.ά.), τελούσε υπό την ηγεμονία, επισκιαζόταν και σε μεγάλο βαθμό υποχρεωνόταν να δεχτεί τις βασικές αρχές των νεοκλασικών οικονομολόγων του “γλυκού νερού”, δηλαδή των πανεπιστημίων της ενδοχώρας των ΗΠΑ (Σικάγο, Μινεσότα κ.ά)[6]. Αρκούνταν, έτσι, να καλούν τις κεντρικές τράπεζες σε μια πιο ενεργή οικονομική παρέμβαση, κατά βάση μονεταριστικού τύπου κατά τα πρότυπα του Φρίντμαν, και δεν έθεταν σε σοβαρή αμφισβήτηση τις βασικές παραδοχές περί της τελειότητας των αγορών και περί της βασικά ορθολογικής ατομικής συμπεριφοράς που διαμορφώνει την προσφορά και τη ζήτηση, όπως και την κατανομή των επενδύσεων και της απασχόλησης. Η “μονόδρομη σκέψη” έδειχνε απόλυτα ικανή να ενσωματώσει την ίδια της την κριτική, να συγχωνευτεί μαζί της[7]. Ο Κρούγκμαν σχολιάζει ότι υπήρχαν βασικά δύο κατηγορίες οικονομολόγων: από τη μια εκείνοι που ήταν εχθρικοί σε κάθε ιδέα παρέμβασης στη λειτουργία της αγοράς, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε δυσλειτουργίες και ανισορροπίες σε έναν τέλειο και ορθολογικό μηχανισμό, και από την άλλη εκείνοι που πίστευαν σε κάποιου είδους ρύθμιση, αλλά θεωρούσαν τους περιοδικούς μονεταριστικούς χειρισμούς των κεντρικών τραπεζών, που συνίσταντο κατά κύριο λόγο στην αγορά ομολόγων του δημοσίου με σκοπό τη μείωση των επιτοκίων, επαρκείς, αγνοώντας την προειδοποίηση του Κέυνς ότι η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων σε περιπτώσεις υφέσεων έχει ένα όριο, και συγκεκριμένα το μηδέν.

Υπήρξαν ορισμένοι γνωστοί οικονομολόγοι, βέβαια, που υπενθύμιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, ότι η οικονομία δεν είχε γίνει άτρωτη στις υφέσεις και τις κρίσεις, παρά τη μαζική ψυχολογία του θριάμβου του καπιταλισμού. Ο Τζώρτζ Σόρος το έδειξε δημιουργώντας ο ίδιος μια κρίση, με την κερδοσκοπική επίθεση που οργάνωσε ενάντια στην αγγλική στερλίνα και που κατέληξε στην οριστική απομάκρυνση της Μεγάλης Βρετανίας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών και από το όλο σχέδιο της νομισματικής ενοποίησης. Εκτός από το μυθικό οικονομικό όφελος, ο Σόρος έκανε εμφανές εξαρχής ότι είχε και φιλοσοφικό-θεωρητικές αξιώσεις από εκείνη την υπόθεση. Άλλοι, όπως ο Νούριελ Ρουμπίνι, ο Ρόμπερτ Σίλερ και ο Πωλ Κρούγκμαν, οι οποίοι χρησιμοποίησαν σε γενικές γραμμές πιο συμβατικές μεθόδους κριτικής από αυτή του Σόρος, μπορούν να διεκδικήσουν την τιμή ότι προέβλεψαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την κρίση του 2008.

Ορισμένοι πλέον αμφισβητούν ριζικά τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η λεγόμενη οικονομία του καζίνο. Ο Κρούγκμαν και ο Γιόζεφ Στίγκλιτς προτείνουν ευθέως μια επιστροφή στον Κέυνς. Υποστηρίζουν ότι κρατικές παρεμβάσεις πολύ ευρύτερες και συνολικότερες από τη μονεταριστική πολιτική των κεντρικών τραπεζών είναι απαραίτητες: κανονιστικές ρυθμίσεις για τις συναλλαγές, προγράμματα δημοσίων επενδύσεων, μέτρα για την τόνωση της ζήτησης κλπ. Ο Κρούγκμαν αποδίδει το πρόβλημα στην κυριαρχία ενός οικονομικού δόγματος και δανείζεται για το κλείσιμο του βιβλίου του για την κρίση τα λόγια με τα οποία ο Κέυνς τελειώνει τη “Γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος”: αργά η γρήγορα, οι ιδέες, και όχι τα συμφέροντα, είναι τα επικίνδυνα πράγματα, καλώς ή κακώς[8]. Τονίζει ότι, κατά τη γνώμη του, ο Κέυνς δεν ήταν αντίπαλος της ελεύθερης οικονομίας, όπως δεν είναι και ο ίδιος. Το πρόβλημα είναι οι φανατικές ιδέες που κυριάρχησαν στις τάξεις των οικονομολόγων και των πολιτικών, με αποτέλεσμα να αγνοηθεί ο κίνδυνος της επιστροφής των “οικονομικών της ύφεσης”. Ο Στίγκλιτς πηγαίνει πιο μακριά, περιλαμβάνοντας στα κριτήριά του το αίτημα μιας ορισμένης αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των φτωχότερων στρωμάτων[9]. Εκτός της τόνωσης της κατανάλωσης για την επανεκκίνηση της παραγωγής, η πρότασή του λογοδοτεί σε μια εκδοχή αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό που ενοποιεί αυτές τις κριτικές, ωστόσο, είναι το κεντρικό πρόβλημα που θέτουν στον εαυτό τους: η αποκατάσταση των οικονομικών επιδόσεων, η έξοδος από την κρίση και η επιστροφή σε μια ανθηρή παραγωγική και οικονομική οργάνωση λίγο – πολύ όμοια με την προηγούμενη, μόνο απαλλαγμένη από τα νοσηρά της χαρακτηριστικά. Ή, όπως δικαιούμαστε να το πούμε απλούστερα, η διάσωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Μαρξιστικές προσεγγίσεις

Μαζί με τις επιστροφές των κρίσεων, του κράτους και της πολιτικής, άλλη μια επιστροφή συζητιέται ευρέως: η επιστροφή του Μαρξ.

Θεωρητικά τουλάχιστον, οι μαρξιστικές προσεγγίσεις της κρίσης αποβλέπουν ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτές της κυρίαρχης (αστικής) οικονομικής θεωρίας: να πλήξουν τη σταθερότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και να υπονομεύσουν την αναπαραγωγή του. Ακόμα και αν ορισμένα συγκεκριμένα συμπεράσματα συμπίπτουν, η μεθοδολογία είναι (ή οφείλει να είναι) ριζικά διαφορετική. Εκκινεί από τη βαθύτατη και ασυμφιλίωτη διαίρεση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις, σε εκμεταλλευτές και υφιστάμενους εκμετάλλευση, και όχι από την οικονομία ή την αγορά ως ολότητα. Η οικονομία, η παραγωγή και η κυκλοφορία δεν υπάρχουν ως μεγέθη ή ως διαδικασίες ανεξάρτητα από τις κεφαλαιοκρατικές παραγωγικές σχέσεις και την πάλη των τάξεων. Πίσω από την κρίση, επομένως, θα πρέπει να υπάρχει μια βαθύτερη αιτία από τις ατέλειες της αγοράς, τις πλανημένες δογματικές ιδέες ή τις μη παραγωγικές κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Και πράγματι, το γεγονός ότι οι κρίσεις εμφανίζονται σε τόσο διαφορετικές ιστορικά περιόδους, υπό εμφανώς αναντίστοιχες συνθήκες και με εντελώς αλλαγμένους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς κάνει μια τέτοια υπόθεση εντελώς εύλογη, για όσους δεν έχουν κανέναν ιδιαίτερο λόγο ή συμφέρον να την αρνηθούν. Τι συνδέει τις κρίσεις του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, το κραχ του 1929, τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και τη σημερινή παγκόσμια κρίση; Τι κάνει χώρες φαινομενικά τόσο διαφορετικές, όπως η Αργεντινή, το Μεξικό, η Ινδονησία, η Ταϋλάνδη, η Ιαπωνία, η Ρωσία, η Ελλάδα, η Ισλανδία και η Ιρλανδία να γίνονται μάρτυρες τόσο συγγενών οικονομικών και δημοσιονομικών καταρρεύσεων;

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι περίπου όλοι οι σύγχρονοι μαρξιστές παραδέχονται ως άμεσο πυροδότη της κρίσης την υπερτροφική διόγκωση των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων σε σχέση με τις παραγωγικές και του πλασματικού κεφαλαίου σε σχέση με το πραγματικό, δηλαδή του συνόλου των απαιτήσεων σε σχέση με τη συνολική κοινωνικά παραγμένη αξία. Το πρώτο διάστημα γράφτηκε ορισμένες φορές ότι η κρίση δεν είναι παρά ένα κατασκευασμένο ή σκηνοθετημένο πρόσχημα για την επίθεση των εργοδοτών και των κυβερνήσεων στους μισθούς και τα δικαιώματα των εργαζομένων, ωστόσο αυτή η άποψη δεν μπορούσε να υποστηριχθεί θεωρητικά. Οι μαρξιστικές αναλύσεις, χωρίς να αρνούνται την οργανική σύνδεση της κρίσης με αυτή την επίθεση, δεν παρέβλεψαν τη σημασία του τεράστιου οικοδομήματος από κερδοσκοπικές φούσκες ως παράγοντα που πυροδότησε την κρίση. Από αυτή την άποψη, η περιγραφή τους για την εκδίπλωση της κρίσης και την επέκτασή της στη λεγόμενη πραγματική οικονομία δεν διαφέρει δραματικά από τις αναλύσεις των πιο τίμιων αστών οικονομολόγων.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι ποια αναγκαιότητα κυοφόρησε τη συγκεκριμένη κρίση, άρα και τι αυτή αποκαλύπτει για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και για τις προοπτικές του στην ιστορική περίοδο που διανύουμε. Τι ώθησε όλα αυτά τα κεφάλαια να αναζητήσουν όλο και πιο επισφαλείς περιοχές για την αξιοποίησή τους; Οι απαντήσεις σε αυτό ποικίλουν αρκετά και συμπλέκονται όχι μόνο με την ανάγνωση των σημερινών στοιχείων και φαινομένων, αλλά και με τις διενέξεις στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων, που έχουν μια αρκετά μακρά ιστορία. Δεν είναι εύκολο, ούτε χρήσιμο να κάνουμε εδώ μια ιστορική αναδρομή αυτής της διαμάχης. Αυτό που έχει κάποια σημασία για την περαιτέρω επεξεργασία του θέματος, όμως, είναι να σημειωθούν ορισμένα βασικά διλήμματα που απασχολούν τις τρέχουσες μαρξιστικές αναλύσεις για την, επίσης τρέχουσα, κρίση:

  • Είναι παραδεκτό από τους περισσότερους ότι η κρίση αποκαλύπτει μια γενική αναντιστοιχία μεταξύ της συνολικής κοινωνικής κατανάλωσης (καταναλωτικών προϊόντων και μέσων παραγωγής) και της κοινωνικής παραγωγής. Η ζήτηση για καταναλωτικά προϊόντα και μέσα παραγωγής υπολείπεται της διατιθέμενης παραγωγικής ικανότητας (προσφορά), γεγονός που ισοδυναμεί με πλεόνασμα προϊόντων που δεν μπορούν να πωληθούν ή κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν. Το ερώτημα είναι ποια από τις δύο όψεις του φαινομένου είναι κυρίαρχη και προκαλεί την άλλη: υποκατανάλωση ή υπερσυσσώρευση κεφαλαίου; Πρόκειται για μια διαμάχη με ιστορία ενός και πλέον αιώνα, η οποία ανανεώνεται στο φως των πρόσφατων εξελίξεων. Θεωρητικοί όπως ο Σμιτ, ο Ντάνιελσον, ο Κάουτσκυ, η Λούξεμπουργκ, η Μοσκόβσκα, ο Στέρνμπεργκ, ο Μπάουερ στο τελευταίο του έργο, ο Σουήζυ κλπ υποστήριξαν, σε σημαντικά διαφορετικές εκδοχές, ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι αναπόφευκτη η διαρκής συρρίκνωση των πραγματικών μισθών σε σχέση με την παραγωγικότητα εργασίας, πράγμα που σημαίνει περιστολή της καταναλωτικής ικανότητας της εργατικής τάξης, αν όχι απόλυτη τότε σίγουρα σχετική. Έτσι, η απορρόφηση του συνόλου του παραγόμενου προϊόντος και η πραγματοποίηση του συνόλου της κοινωνικής υπεραξίας που θα αντιστοιχούσε σε αυτό καθίστανται αδύνατες. Στον αντίποδα, μαρξιστές όπως οι Λένιν, Μπουλγκάκοφ, Τουγκάν-Μπαρανόβσκι, Μπάουερ (στα πρώτα του έργα), Χίλφερντινγκ, Μπουχάριν[10] κλπ θεώρησαν ότι η αποφασιστική πλευρά είναι η υπερβολική συσσώρευση κεφαλαίου που οδηγεί σε πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα[11]. Ανάλογα με την προσέγγιση, αυτό μπορεί να εμφανίζεται είτε στο σύνολο της παραγωγής, είτε σε ορισμένους μόνο κλάδους, διαταράσσοντας την ισορροπία της παραγωγής, ιδιαίτερα δε την αναλογία μεταξύ του τμήματος Ι (παραγωγή μέσων παραγωγής) και του τμήματος ΙΙ (παραγωγή μέσων κατανάλωσης). Με συναίσθηση ότι αυτή η ταξινόμηση εμπεριέχει τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης, μπορούμε να πούμε ότι σε γενικές γραμμές η δεύτερη άποψη είναι η επικρατέστερη.

Έχει, βέβαια, υποστηριχθεί επίσης ότι το δίλημμα δεν είναι απόλυτο. Ο Μπουχάριν έκανε λόγο για την αναγωγή των κρίσεων στις συνολικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής[12], διαπίστωση που φαίνεται να είναι πολύ κοντά στην προσέγγιση του ίδιου του Μαρξ στο Κεφάλαιο. Ο Ερνέστ Μαντέλ προτείνει μια πολυπαραγοντική προσέγγιση του φαινομένου των κρίσεων, οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν σε μια μοναδική αιτία:

Οι δύο σχολές προσκομίζουν πολύτιμα στοιχεία για μια βαθύτερη κατανόηση των κρίσεων. Αλλά κάνουν και οι δύο το ίδιο λάθος, χωρίζοντας αυθαίρετα αυτό που είναι οργανικά δεμένο, στην καρδιά ακριβώς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι ανίκανες να πάρουν τα ελάχιστα αποσπάσματα που μας άφησε ο Μαρξ στα κυριότερα έργα του και, με βάση αυτά, να επεξεργαστούν μια συνολική και ικανοποιητική μαρξιστική θεωρία των κρίσεων[13].

Ο Μωρίς Ντομπ παραδέχεται ότι μια κρίση μπορεί να προέλθει από διάφορες αιτίες, παρότι η δική του ανάλυση δίνει προτεραιότητα στην πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους.

Ακόμα κι αν κάτι ή και όλα από αυτά ισχύουν, πάντως, παραμένει το θεωρητικό πρόβλημα του τι πυροδότησε τη συγκεκριμένη κρίση που διανύουμε. Από ο,τι φαίνεται, οι περισσότεροι θεωρούν ότι ήταν η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, τα οποία δεν μπορούσαν να επενδυθούν πλέον στην παραγωγή (δηλαδή, για να το πούμε λιγότερο δόκιμα αλλά πιο απλά, η υπερβολική προσφορά), που οδήγησε ένα συνεχώς μεγαλύτερο τμήμα τους σε μη παραγωγικές ριψοκίνδυνες δραστηριότητες. Παρόλα αυτά, ορισμένοι αναλυτές (πχ Υσσόν, Τομπάζος κ.ά.) υποδεικνύουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ως βασική όψη αυτής της διαδικασίας τη συρρίκνωση της καταναλωτικής ζήτησης λόγω της μείωσης των μισθών την οποία επέφερε η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της εργασίας, δεδομένου μάλιστα ότι το ποσοστό συσσώρευσης τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε σχετικά χαμηλό. Έτσι, η έκρηξη της πίστωσης ήταν πριν από όλα ένας τρόπος να τονωθεί τεχνητά η ζήτηση.

  • Διαφιλονικούμενος επίσης είναι ο ρόλος του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, που διατυπώθηκε από τον Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου. Το ποσοστό κέρδους προκύπτει από το λόγο της αντλούμενης υπεραξίας προς το σύνολο του χρησιμοποιηθέντος κεφαλαίου, το οποίο ισοδυναμεί με το άθροισμα του σταθερού (μέσα παραγωγής, δηλαδή μηχανήματα και πρώτες ύλες) και του μεταβλητού κεφαλαίου (μισθοί). Ισχύει επομένως η σχέση:

πκ=υ/(σ+μ)

όπου πκ είναι το ποσοστό κέρδους, υ η υπεραξία, σ το σταθερό και μ το μεταβλητό κεφάλαιο. Όμως, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή η αναλογία του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο τείνει να αυξάνει συνεχώς, στο βαθμό που η παραγωγή εκμηχανίζεται και εν μέρει αυτοματοποιείται. Αν διαιρέσουμε τους δύο όρους της παραπάνω σχέσης με μ έχουμε: πκ=(υ/μ)/οσ(σ/μ+1). Η σχέση υ/μ δίνει το ποσοστό της υπεραξίας (πυ) και η σ/μ την οργανική σύνθεση (οσ), επομένως προκύπτει:

πκ=πυ/(οσ+1)

Η σχέση δείχνει ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, που κινητοποιείται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, πιέζει το ποσοστό κέρδους προς τα κάτω, αφού αυξάνει τον παρονομαστή. Ταυτόχρονα, βέβαια, αυξάνει και τον αριθμητή, δηλαδή το ποσοστό υπεραξίας, αφού η εκμηχάνιση αποσκοπεί εξ’ ορισμού στην αύξηση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, κατά τον Μαρξ, στο σύνολο της παραγωγής η αύξηση αυτή δεν αρκεί μακροπρόθεσμα για να αντισταθμίσει την αύξηση της οργανικής σύνθεσης.

Παρά την ποικιλία των ερμηνειών, η μεγάλη πλειοψηφία των μαρξιστών αποδέχεται την ισχύ αυτού του νόμου, που βέβαια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως τάση που αντικατοπτρίζει μια αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής παρά ως νόμος με απόλυτη μαθηματική ισχύ. Υπάρχουν, ωστόσο, και προσεγγίσεις, όπως αυτή του Ιάπωνα μαρξιστή Οκίσιο, που αρνούνται την εγκυρότητα του νόμου[14], θεωρώντας ότι οι διακυμάνσεις του μέσου ποσοστού κέρδους δεν συνδέονται κατά βάση με την οργανική σύνθεση.

Ακόμα και αν αφήσουμε αυτή την αντίρρηση κατά μέρος, ωστόσο, παραμένουν σημαντικά ανοιχτά ερωτήματα. Το πρώτο είναι σχετικό με το ρόλο που διαδραματίζει τη πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους στη δημιουργία των καπιταλιστικών κρίσεων γενικά. Παρεμβαίνοντας στη διαμάχη μεταξύ των θεωρητικών της υποκατανάλωσης και αυτών της υπερσυσσώρευσης, ο Γκρόσμαν πρότεινε μια εξήγηση των κρίσεων βασισμένη αποκλειστικά στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους συνεπεία της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Μεταγενέστεροι θεωρητικοί, όπως ο Ντομπ, ο Ροσντόλσκι, ο Μαντέλ, ο Φάιν και ο Χάρις, έδωσαν επίσης ιδιαίτερη έμφαση στη συσχέτιση του νόμου με τις κρίσεις, χωρίς να τον αντιπαραθέτουν απαραίτητα ή απόλυτα στη σημασία της υπερσυσσώρευσης ή και της υποκατανάλωσης.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τα πραγματολογικά δεδομένα σχετικά με την πραγματική πορεία του ποσοστού κέρδους από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα[15]. Μια πληθώρα σύγχρονων μαρξιστών αναλυτών, μεταξύ των οποίων ο Μπρένερ, ο Χάρμαν, ο Μάρρευ, ο Φρίμαν, ο Κλίμαν και ο Ντουμενίλ[16], παρέχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία από την περίοδο των πετρελαϊκών κρίσεων και μετά παρατηρείται μια μόνιμη τάση του ποσοστού κέρδους να συρρικνώνεται, παρά τις διακυμάνσεις και τις πρόσκαιρες τονώσεις που έγιναν δυνατές από τη συμπίεση του εργατικού εισοδήματος και την επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας στις λεγόμενες πρώην ανατολικές χώρες. Η κυριότερη πηγή τους είναι τα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικών Υποθέσεων των ΗΠΑ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική αυτή πτωτική τάση δεν αποδίδεται από όλους στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, αλλά και σε άλλους παράγοντες, όπως η όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού στη βιομηχανία (Μπρένερ), οι υψηλοί ρυθμοί συσσώρευσης και αύξησης της ζωντανής εργασίας που οδήγησαν σε αυξητική τάση των μισθών (Κλίμαν), η υπερδιόγκωση των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, η πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή της αναλογίας της υπεραξίας προς την τιμή της εργασιακής δύναμης[17] κλπ. Βασιζόμενοι σε άλλα επίσημα στοιχεία, όπως αυτά του ΟΟΣΑ, άλλοι μαρξιστές οικονομολόγοι (πχ Υσσόν, Τομπάζος, Μηλιός, Οναράν, ΜακΝάλλυ) ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα τα ποσοστά κέρδους είχαν ανακάμψει από τη δεκαετία του 1980 και μέχρι πρόσφατα, λόγω της επιτυχούς για το κεφάλαιο νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της εργασίας ή/και λόγω της διόγκωσης του δανεισμού (Τομπάζος, Σαίκ). Ο Τομπάζος αναφέρει ότι εκείνος που ήταν γενικά χαμηλός όλη αυτή την περίοδο, αντιθέτως, ήταν ο ρυθμός κεφαλαιακής συσσώρευσης[18]. Οι αναλυτές της πρώτης κατηγορίας αντιτείνουν ότι αυτοί οι υπολογισμοί έχουν σημαντικές ανακρίβειες, που θα πρέπει να διορθωθούν λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως τα πλασματικά κέρδη που εμφανίζουν οι εταιρίες προκειμένου να αυξήσουν τις τιμές των μετοχών τους στο χρηματιστήριο, το γεγονός ότι το ποσοστό κέρδους υπολογίζεται με βάση τις τρέχουσες τιμές των μέσων παραγωγής, οι οποίες εξαιτίας της ανόδου της παραγωγικότητας μπορεί να είναι αρκετά χαμηλότερες από αυτές στις οποίες πραγματικά αγοράστηκε κάποια χρόνια νωρίτερα ο εξοπλισμός των επιχειρήσεων, ο συνυπολογισμός πλασματικού κεφαλαίου στα περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων κλπ.

  • Ένα ζήτημα που σχετίζεται άμεσα όχι μόνο με την ανάλυση της κρίσης, αλλά και με τις πολιτικές εκτιμήσεις για τις προοπτικές της ταξικής πάλης στις σημερινές συνθήκες, είναι το αν πρόκειται απλώς για μια ιδιαίτερα βίαιη εκδοχή του κλασικού μαρξιστικού βιομηχανικού ή οικονομικού κύκλου (άνθηση-ύφεση-κρίση) ή αν, αντιθέτως, η τρέχουσα κρίση αποκαλύπτει κάποια διεργασία μεγαλύτερης ιστορικής σημασίας. Είναι κοινός τόπος ότι η κατάρρευση του 2008 μπορεί να συγκριθεί μόνο με το κραχ του 1929. Αυτό που δεν είναι πάντα σαφές, όμως, είναι το πως συσχετίζονται αυτές οι δύο κρίσεις μεταξύ τους, καθώς και με τις κυκλικές κρίσεις που εμφανίζονται στην καπιταλιστική οικονομίας κάθε 7-10 χρόνια.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η παγκόσμια κρίση οφείλεται σε μια ιδιαίτερη οικονομική συγκυρία που δε σχετίζεται με το βιομηχανικό κύκλο, αλλά μόνο με αστάθμητα περιστατικά, όπως ήταν πρώτα από όλα η έκρηξη της φούσκας των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (sub-primes). Η εξήγηση αυτή απλοποιεί πολύ τα πράγματα, προφανώς όμως δεν είναι ιδιαίτερα μαρξιστική, παρότι αρκετές από τις αναλύσεις που αναφέρονται στο μαρξισμό ενίοτε υποπίπτουν πράγματι στον πειρασμό μιας τέτοιας παραπλανητικής αφαίρεσης. Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση πυροδότησε ή συνέπεσε (ας αφήσουμε προς το παρόν την αιτιακή σειρά ανοιχτή) με μια κρίση στην παραγωγή, η οποία σηματοδοτεί το εντυπωσιακά βίαιο τέλος του βιομηχανικού κύκλου που εγκαινιάστηκε στην αρχή της προηγούμενης δεκαετίας. Η μαρξιστική ανάλυση δεν μπορεί να παρακάμψει αυτό το γεγονός. Άλλωστε, η διαπίστωση ότι οι κυκλικές κρίσεις μπορούν να εμφανιστούν αρχικά με πολλές διαφορετικές μορφές, μεταξύ των οποίων και ένας χρηματοπιστωτικός πανικός, δεν είναι κάτι καινούριο. Το συγκεκριμένο πρόβλημα με το οποίο καλείται να αναμετρηθεί κανείς εδώ είναι, ωστόσο, τι έκανε αυτή την κρίση να διαφέρει τόσο πολύ σε ένταση και βάθος από τις κυκλικές κρίσεις των προηγούμενων δεκαετιών.

Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι ο βιομηχανικός κύκλος που μόλις ολοκληρώθηκε οξύνθηκε σε τεράστιο βαθμό λόγω ειδικών οικονομικο-κοινωνικών συγκυριών ή/και πολιτικών επιλογών. Σε αυτή την περίπτωση, η κρίση δε συνδέεται με τους προηγούμενους οικονομικούς κύκλους παρά μόνο στο πλαίσιο των ευρύτερων συνθηκών ή της συνέχειας των ταξικών συσχετισμών και πολιτικών (πχ διόγκωση του τομέα παροχής υπηρεσιών, νεοφιλελευθερισμός, διεύρυνση της τραπεζικής πίστης). Μια τέτοια προσέγγιση εμπεριέχει ένα βαθμό αισιοδοξίας σε σχέση με τις προοπτικές του καπιταλισμού να εισέλθει με μια νέα φάση ανθηρής ανάπτυξης, αν αλλάξει το καθεστώς διαχείρισης. Μια άλλη λύση στο πρόβλημα θα ήταν η υπόθεση ότι η παρούσα κρίση σηματοδοτεί μια δομική μετάλλαξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που διαφοροποιεί ριζικά τη μέχρι τώρα λειτουργία του. Ωστόσο, ελάχιστες τέτοιες ερμηνείες έχουν προταθεί μέχρι σήμερα, και αυτό κατά βάση από μη μαρξιστές θεωρητικούς. Σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο, ο Κώστας Λαπαβίτσας έχει υποστηρίξει ότι η τεράστια διόγκωση του δανεισμού και του χρηματοπιστωτικού τομέα αντιστοιχεί σε μια νέα μορφή τοκογλυφικής εκμετάλλευσης (direct exploitation ή expropriation), δίπλα στην παραδοσιακή καπιταλιστική εκμετάλλευση (exploitation) της μισθωτής εργασίας[19].

Μπορεί κανείς, πάντως, να θεωρήσει ότι ο λόγος για τον οποίο ο τελευταίος βιομηχανικός κύκλος προκάλεσε τόσο έντονους κραδασμούς θα πρέπει να αναζητηθεί στην αλληλουχία των προηγούμενων κύκλων, ότι δηλαδή εγγράφεται σε πιο μακροχρόνιες τάσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πολύ συχνά, πράγματι, οι μαρξιστικές αφηγήσεις για τη σημερινή κρίση ξεκινούν από τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 και τις πετρελαϊκές κρίσεις. Σε μια από τις πιο συζητημένες σύγχρονες θεωρητικές συνεισφορές, ο Ρόμπερτ Μπρένερ προτείνει μια ερμηνεία βασισμένη στην αδυναμία του ποσοστού κέρδους να ανακάμψει ουσιαστικά, παρά τις περιοδικές διακυμάνσεις, από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση και μετά[20]. Το σχήμα αυτό βασίζεται εμφανώς στη θεωρητική παράδοση των μακρών κυμάτων, την οποία επεξεργάστηκαν ο Κοντράτιεφ, ο Πάρβους και, σε τροποποιημένη και πιο επεξεργασμένη μορφή, ο Ερνέστ Μαντέλ[21]. Σύμφωνα με τη θεωρία του Μαντέλ, οι κλασικοί βιομηχανικοί κύκλοι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εγγράφονται σε πιο μακροπερίοδες ταλαντώσεις, πεντηκονταετούς κατά προσέγγιση διάρκειας. Μετά από κάποιο σημείο καμπής, η ανοδική φάση του κύματος, κατά την οποία οι βιομηχανικοί κύκλοι εμφανίζουν σύντομες και ρηχές υφέσεις, δίνει τη θέση της σε μια καθοδική φάση, που χαρακτηρίζεται από όλο και βαθύτερες κρίσεις και συντομότερες ανακάμψεις, καθώς και από μια διαρκή τάση του ποσοστού κέρδους να φθίνει. Για την έξοδο από το καθοδικό κύμα δεν αρκεί ένα απλό σημείο καμπής, αλλά απαιτούνται ιστορικά γεγονότα πολύ μεγαλύτερης κλίμακας και ριζική τροποποίηση των ταξικών συσχετισμών (τελευταίο τέτοιο γεγονός υπήρξε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος). Η αρχή της δεκαετίας του 1970 εγκαινίασε μια τέτοια καθοδική φάση. Είναι γεγονός ότι το βάθος της σημερινής κρίσης κάνει αυτή την προσέγγιση ελκυστική. Η εκδοχή του Μπρένερ για το τρέχον καθοδικό κύμα, ωστόσο, διαφέρει από την περιγραφή του Μαντέλ κατά το ότι αποδίδει τη μακροχρόνια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στην αυξημένη έκθεση της καπιταλιστικής παραγωγής στο διεθνή ανταγωνισμό, μια ιδέα που δεν συναντάται στο έργο του Μαντέλ.

Ορισμένοι σύγχρονοι μαρξιστές γύρω από το Monthly Review (Φόστερ, Μάγκντοφ[22]), συνεχίζοντας τη θεωρητική παράδοση των Σουήζυ και Μπαράν[23], αποδίδουν την παρατεταμένη γενικά πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στο «πλεόνασμα» που προκάλεσε ο αυθαίρετος μονοπωλιακός ορισμός των τιμών μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και που δεν μπορεί να απορροφηθεί από τη συνολική ζήτηση. Παρότι αυτή η προσέγγιση έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι αναζητά τις ρίζες της σημερινής κρίσης βαθύτερα στις συνθήκες του μεταπολεμικού καπιταλισμού, η υπόθεση ότι περίπου το σύνολο των τιμών καθορίζεται πλέον αυθαίρετα θέτει σοβαρές θεωρητικές δυσκολίες, καθώς είναι ουσιαστικά ασύμβατη με την ισχύ του νόμου της αξίας. Τέλος, η θεωρία των κοινωνικών δομών συσσώρευσης, που θα αναφερθεί λίγο αργότερα, παρέχει μια προσέγγιση της ιδιαιτερότητας της παρούσας δομικής κρίσης ως κρίσης μιας συγκεκριμένης θεσμικής μορφής του καπιταλισμού.

  • Σύμφωνα με την προηγούμενη προσέγγιση, μια ουσιαστική μακροπρόθεσμη ανάκαμψη της οικονομίας προϋποθέτει ένα σημείο ριζικής ασυνέχειας με όχι αποκλειστικά οικονομικό χαρακτήρα. Αυτή η υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια ένα ακόμα κρίσιμο ερώτημα, στενά συνυφασμένο με τα προηγούμενα: ποιες είναι οι προοπτικές για την υπέρβαση της κρίσης από την πλευρά του κεφαλαίου;

Η αντικειμενική λειτουργία της κρίσης είναι η καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποκατασταθεί η ανισορροπία μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας και της συνολικής ζήτησης για προϊόντα. Στο βαθμό που η παρούσα κρίση έχει πλήξει τον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής είναι εύλογο να περιμένει κανείς ότι μια ενδεχόμενη υπέρβασή της περνά και μέσα από μια τέτοια διαδικασία “δημιουργικής καταστροφής”, κατά την έκφραση του Σούμπετερ. Σε αυτό θα συμφωνούσαν λίγο πολύ όλοι οι μαρξιστές – άλλωστε τα στοιχεία πραγματικά δείχνουν μειωμένο ποσοστό χρησιμοποίησης της υφιστάμενης παραγωγικής ικανότητας, πράγμα που σημαίνει ότι ένα τμήμα του επενδεδυμένου κεφαλαίου δεν μπορεί να αξιοποιηθεί.

Αυτό όμως δεν εξαντλεί τη συζήτηση. Ορισμένοι από τους θεωρητικούς της υποκατανάλωσης θα υποστήριζαν ότι είναι αναγκαία μια επέκταση της καπιταλιστικής αγοράς σε μια μη καπιταλιστική σφαίρα (αν και αυτό έγινε πρόσφατα, μετά την πτώση των λαϊκών δημοκρατιών στις αρχές της δεκαετίας του 1990, χωρίς να αποτρέψει, παρά μόνο προσωρινά, την πορεία προς την κρίση). Ο Χάρβεϋ δίνει έμφαση στη διαδικασία της λεγόμενης “συσσώρευσης μέσω αποστέρησης” (accumulation through dispossession), η οποία αντιστοιχεί σε ένα είδος διαρκούς πρωτογενούς συσσώρευσης μέσω του αυθαίρετου προσπορισμού αξιών χρήσης που δεν είχαν προηγουμένως τη μορφή εμπορευμάτων και της υπαγωγής των αντίστοιχων διαδικασιών παραγωγής και διανομής τους στην καπιταλιστική οικονομία[24]. Αντιθέτως, οι προσεγγίσεις της υπερσυσσώρευσης θα έδιναν βάρος στην αναδιάρθρωση της παραγωγής για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των κλάδων και των τμημάτων. Παρεμφερές είναι το δίλημμα αν η στρατηγική των αστικών τάξεων για την υπέρβαση της κρίσης περνάει από τη συμπίεση του μοναδιαίου κόστους της εργασιακής δύναμης για την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας (και επομένως του ποσοστού κέρδους), ή αν, αντιθέτως, είναι υποχρεωμένες, λόγω της γενικευμένης υποκατανάλωσης, να τονώσουν τη ζήτηση αυξάνοντας κάπως τους πραγματικούς μισθούς.

Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι οι προβλέψεις για την έκβαση της κρίσης δεν μπορούν να βασιστούν μόνο στις υποθέσεις για τις αντικειμενικές οικονομικές τάσεις ή/και αναγκαιότητες. Τα διαφορετικά σενάρια αντιστοιχούν σε ένα βαθμό σε εναλλακτικές ταξικές στρατηγικές. Εξάλλου, μέχρι τώρα έχει γίνει αφαίρεση του πιο σημαντικού παράγοντα: του επιπέδου της αγωνιστικότητας της εργατικής τάξης, που δεν έχει κανένα συμφέρον να εξασφαλίσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και τη διαιώνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σε τελική ανάλυση η έκβαση της κρίσης θα κριθεί από την ταξική πάλη.

Προς ένα συνεκτικό θεωρητικό πλαίσιο

Δεν φιλοδοξώ να επιχειρήσω εδώ μια σοβαρή και αναλυτική τοποθέτηση σε αυτή τη θεωρητική αντιπαράθεση. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν υπάρχει τίποτα πιο κουραστικό και, ενδεχομένως, πιο άχρηστο από τις επισκοπήσεις της θεωρητικής βιβλιογραφίας που παρατάσσονται αμυντικά απέναντι στο αντικείμενο της μελέτης τους και αποφεύγουν να πάρουν θέση για οτιδήποτε. Προσπαθώντας να αποσοβήσω κάπως τον κίνδυνο ενός τέτοιου εκλεκτικισμού νιώθω υποχρεωμένος να καταθέσω ένα συμπέρασμα, έστω με τον κίνδυνο να το διακηρύξω παρά να το τεκμηριώσω[25]. Θεωρώ, λοιπόν, ότι μια μαρξιστική τοποθέτηση για την παρούσα κρίση πρέπει να στηριχθεί στις εξής προκείμενες:

  • Η έννοια της υπερσυσσώρευσης βρίσκεται πιο κοντά στον δομικό πυρήνα των καπιταλιστικών κρίσεων από ό,τι η υποκατανάλωση. Καλύπτει και μια κατηγορία κρισιακών φαινομένων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με μια γενική υποβάθμιση της καταναλωτικής ικανότητας των μαζών, τουλάχιστον σε πρώτη φάση. Άλλωστε δεν απευθύνονται όλα τα προϊόντα της παραγωγής στην κατανάλωση των μαζών, αλλά επίσης στην κατανάλωση της αστικής τάξης (προϊόντα πολυτελείας) και στην ίδια την παραγωγή (μέσα παραγωγής). Το δίλημμα υπερσυσσώρευση ή υποκατανάλωση, ωστόσο, δεν είναι καθόλου απόλυτο. Η υπερσυσσώρευση ισοδυναμεί με μια πραγματική η δυνητική υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, η οποία είναι υπερπαραγωγή στο βαθμό που υπερβαίνει το σύνολο της κοινωνικής ζήτησης. Η άλλη όψη της υπερσυσσώρευσης είναι πάντα μια υστέρηση της γενικής καταναλωτικής ικανότητας (μέσων κατανάλωσης και μέσων παραγωγής) σε σχέση με το σύνολο του διατιθέμενου κεφαλαίου, άρα και την υπάρχουσα ή λανθάνουσα παραγωγική ικανότητα. Είναι, δηλαδή, μια σχετική υποκατανάλωση. Η υπερσυσσώρευση, επομένως, αντιπροσωπεύει απλώς την πιο ευρεία διατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων.
  • Η πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι μια υπαρκτή τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν είναι νόμος με τη μαθηματική έννοια, ούτε εμφανίζεται διαρκώς ως εμπειρικό δεδομένο. Προκύπτει όμως από μια σχέση που εκφράζει μια από τις βαθιές αντιφάσεις του καπιταλισμού. Φαίνεται ότι κατά την προηγούμενη τριαντακονταετία υπήρξε πράγματι μια μόνιμη πίεση του ποσοστού κέδρους προς τα κάτω, ακόμα κι αν κατά καιρούς παρέμεινε σε λανθάνουσα μορφή λόγω της αδρανοποίησης κεφαλαίων[26]. Από τη στιγμή που δεν αμφισβητείται η καταγραφή μειωμένων ρυθμών συσσώρευσης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, δεν είναι απαραίτητο για το σκοπό που μας απασχολεί να πάρει κανείς θέση για το αν πράγματι υπήρξε ή όχι μια περίοδος ανάκαμψης των υλοποιημένων ποσοστών κέρδους. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η πολυετής πίεση του μέσου ποσοστού κέρδους προς τα κάτω είναι συνυφασμένη με τις συνθήκες που προετοίμασαν τη σημερινή κρίση.
  • Η κρίση, επομένως, αποτελεί κορύφωση μιας μακροπερίοδης καθοδικής πορείας των καπιταλιστικών οικονομικών επιδόσεων, παρά τις διακυμάνσεις. Ούτε ο νεοφιλελευθερισμός ούτε η βραχεία φάση άνθισης μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και των λαϊκών δημοκρατιών μπόρεσαν να αναστρέψουν μόνιμα αυτή την ευρύτερη τάση, αντιθέτως μακροπρόθεσμα την όξυναν στο βαθμό που διεύρυναν τις εισοδηματικές και κοινωνικές ανισότητες. Με αυτή την έννοια η σημερινή κρίση είναι ταυτόχρονα μια βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης και μια κρίση στρατηγικής της αστικής τάξης.
  • Για την υπέρβαση της κρίσης από την σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου δεν αρκεί ούτε ένα πρόγραμμα τόνωσης της κοινωνικής ζήτησης, ούτε μια περαιτέρω συμπίεση των μισθών. Για αυτόν και μόνο το λόγο δεν υπάρχει μια ενιαία αστική στρατηγική προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Μια ανάκαμψη θα απαιτούσε ταυτόχρονη αύξηση της ζήτησης και των ποσοστών κέρδους. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει μια εκτεταμένη καταστροφή πλεοναζόντων κεφαλαίων και μια νέα αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

 Υπολογισμοί του μέσου ποσοστού κέρδους κατά Brenner, Husson και Goldman Sachs (πηγή: Harman, 2009)


[1] Strengthening governance, restoring trust, http://www.oecd.org

[2] Πρόκειται για μια πραγματικά παράδοξη μορφή ηθικής, που δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνδυάσει τις αρχές της με τη δραματική μείωση του εισοδήματος και των συνθηκών ύπαρξης της πλειοψηφίας του πληθυσμού

[3] Ραμονέ Ι., Το απόλυτο κραχ, η κρίση του αιώνα και η ανασυγκρότηση του μέλλοντος, 2009, σελ. 15

[4] Fukuyama Fr., The end of history and the last man, 1992

[5] Fukuyama Fr., The Fall of America, Inc., Newsweek, 10/4/2008

[6]   Κρούγκμαν Π., Πώς τα πήγαν τόσο χάλια οι οικονομολόγοι;, περιοδικό Θέσεις τ.109, 2009, σελ. 61

[7]    Herrera R., Υπάρχει μοναδική σκέψη στην πολιτική οικονομία; Νεοκλασική οικονομική επιστημονική φαντασία και νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα, περιοδικό Ουτοπία τ.62, 2004, σελ. 45

[8]    Κρούγκμαν Π., Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης, 2009, σελ. 226

[9] Βλ. πχ Stiglitz J., Alternatives to Austerity, Project Syndicate, 2010

[10]  Για μια ενδιαφέρουσα και σχετικά άγνωστη στην Ελλάδα κριτική ανασκόπηση αυτής της συζήτησης βλ. Rosdolsky R., The making of Marx’s Capital, 1977

[11]  Ο Τουγκάν – Μπαρανόφσκι, μάλιστα, έφτασε να υποστηρίξει ανοιχτά την ισχύ του νόμου του Σέυ, που με απλά λόγια λέει ότι η συνολική προσφορά αντιστοιχεί υποχρεωτικά στη συνολική ζήτηση, έτσι ώστε μια πραγματική υπερπαραγωγή προϊόντων να είναι θεωρητικά αδύνατη.

[12]  Σχολιάζοντας την προσέγγιση του Μπουχάριν, ο Μηλιός χρησιμοποιεί την αλτουσεριανή έννοια της “απούσας αιτίας” – Μηλιός Γ., Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική ανάλυση, 1997, σελ. 164

[13]  Μαντέλ Ε., Η μαρξιστική θεωρία των κρίσεων υπερπαραγωγής γενικά, http://www.okde.org, απόσπασμα από το Μαντέλ Ε., Η τελευταία οικονομική κρίση, 1980

[14]  Μεταξάς Γ., Προς τα πού τείνει το ποσοστό κέρδους;, περιοδικό Θέσεις τ. 110, 2010. Ο συγγραφέας του άρθρου βασίζει την κριτική του στο ότι η μαθηματική σχέση καθ’ αυτή δεν καθιστά την οργανική σύνθεση και το ποσοστό κέρδους αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη, καθώς ο παρονομαστής της διαίρεσης δεν μπορεί να μεταβληθεί χωρίς να μεταβληθεί και ο αριθμητής, πρόκειται δηλαδή για μια μη γραμμική σχέση, από την οποία μπορεί κανείς μόνο να συνάγει περιοχές τιμών (ο ίδιος τις παρουσιάζει σε δισδιάστατα η τρισδιάστατα διαγράμματα) ανάλογα με τη μεταβολή των διαφόρων όρων. Θα μπορούσε κανείς, βέβαια, να αντιτείνει ότι πρόκειται για μια αρκετά θετικιστική κριτική σε μια σχέση που επιδιώκει να εικονογραφήσει μια εμπειρικά διαπιστωμένη τάση και όχι να μετρήσει συγκεκριμένα μεγέθη.

[15]  Για μια ενδιαφέρουσα συνοπτική παρουσίαση των σύγχρονων αγγλοσαξωνικών μαρξιστικών προσεγγίσεων για την κρίση βλ. Choonara J., Marxists accounts of the current crisis, περιοδικό international Socialism, τ. 123, 6/2009, http://www.isj.org.uk

[16]  Harman C., Not all Marxism is dogmatism, http://www.isj.org.uk, 2009

[17]  Οικονομάκης Γ., Μαρκάκη Μ., Αναστασιάδης Α., Παπαλεξίου Γ., ΗΠΑ-Ελλάδα: Όψεις της καπιταλιστικής κρίσης, περιοδικό Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, 11/2010

[18]  Τομπάζος Στ., Φυγόκεντροι καιροί, η παγκόσμια οικονομική κρίση 2007, 2008, 2009…, 2010, σελ. 83-91

[19] Lapavitsas K., Financialised Capitalism: Crisis and Financial Expropriation, περιοδικό Historical Materialism, τ.17, Νο2, 2009, σελ. 114-148. Ο Choonara παρατηρεί πειστικά ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια νέα μορφή εκμετάλλευσης με την ακριβή μαρξιστική έννοια, καθώς ο τόκος αντιστοιχεί σε ένα τμήμα της ήδη παραγμένης κοινωνικής υπεραξίας που αναδιανέμεται υπέρ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και όχι στην απόσπαση νέας. Το τοκοφόρο κεφάλαιο δεν συμμετέχει στην παραγωγή αξίας, και αυτό το γεγονός δεν αλλάζει επειδή ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα των τόκων πληρώνεται από τους μισθωτούς. Σε τελική ανάλυση πρόκειται και πάλι για ένα τμήμα της κοινωνικής υπεραξίας που μεταφέρεται από το βιομηχανικό στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο – Choonara J., Marxists accounts of the current crisis, περιοδικό international Socialism, τ. 123, 6/2009, http://www.isj.org.uk

[20] Μπρένερ Ρ., Ό,τι είναι καλό για τη Goldman Sachs είναι καλό για τις ΗΠΑ, 2010

[21]  Μαντέλ Ε., Τα μακρά κύματα της καπιταλιστικής εξέλιξης, 2003

[22]  Foster J.B, Magdoff F., The great financial crisis: Causes and consequences, 2009

[23]  Μπαράν Π. Α., Σουήζυ Π., Μονοπωλιακός Καπιταλισμός, 1980

[24]  Χάρβεϊ Ντ., Ο νέος ιμπεριαλισμός, 2006

[25] Άλλωστε σήμερα δεν υπάρχει έλλειμμα από ακαδημαϊκές αναλύσεις, αλλά από μανιφέστα, που συνδυάζουν την ανάλυση με τη διακήρυξη, την επιστημονική μεθοδολογία με τη στράτευση ενάντια στο αντικείμενο μελέτης τους, τον καπιταλισμό.

[26] Αυτό θέλει να πει ότι, αν όλα τα διαθέσιμα κεφάλαια έπρεπε να τοποθετηθούν στην παραγωγή και όχι, πχ, να μετατραπούν σε εισόδημα προς κατανάλωση, τότε θα είχαμε μια σημαντική πραγματική πτώση του ποσοστού κέρδους.

Ένα Σχόλιο to “Τα διλήμματα της οικονομικής θεωρίας για την κρίση”

  1. είναι πάντως ενδιαφέρον ότι ενώ στις «κλασικές» θεωρίες η κρίση είναι αποτέλεσμα υπερανάπτυξης σε σχέση με τον προηγούμενο οικονομικό κύκλο στις σύγχρονες -τουλάχιστον στην πλειοψηφία- εμφανίζεται ως αποτέλεσμα υποανάπτυξης. Το πρόβλημα δηλαδή εμφανίζεται να είναι ότι ο καπιταλισμός δεν μπόρεσε να επιστρέψει, όσο κι αν προσπάθησε, στην προ του 70 κατάσταση. Έτσι, σύμφωνα μ’ αυτές, οι ρυθμοί συσσώρευσης έπεφταν, οι μισθοί μειώνονταν και το ποσοστό του κέρδους υπολειπόταν σταθερά της προ του 70 περιόδου. Νομίζω πως αυτή η αντιστροφή προοπτικής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε θεωρητικά ούτε εμπειρικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s