Μαρξισμός γυναικείο ζήτημα

των Ana Munoz & Alan Woods

Ο Μαρξισμός πάντα βρισκόταν στην πρωτοπορία του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση. Η 8η Μάρτη (Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας) είναι μια κόκκινη επέτειος για εμάς, καθώς συμβολίζει τον αγώνα της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό, την καταπίεση και τις διακρίσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Δημοσιεύουμε σε τέσσερα μέρη ένα εκτεταμένο άρθρο στο οποίο υπογραμμίζονται τα πρώτα βήματα που ακολούθησε ο Μαρξισμός στον αγώνα του για τα γυναικεία δικαιώματα, τι σήμαινε η πρώτη επιτυχημένη επανάσταση για τη χειραφέτηση των γυναικών, ποιες είναι οι συνθήκες των γυναικών στον καπιταλισμό τόσο στις αναπτυγμένες χώρες, όσο και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και τέλος τίθεται το ερώτημα για το πώς θα καταργήσουμε οριστικά την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών….

«Το να αλλάξουμε ολοκληρωτικά την θέση των γυναικών είναι δυνατόν να γίνει μόνο όταν μεταβληθούν όλες οι συνθήκες της κοινωνικής, οικογενειακής και κυρίαρχης ζωής». Λ. Τρότσκι, Γυναίκες και Οικογένεια

Ο καπιταλισμός βρίσκεται σε ολοκληρωτικό αδιέξοδο. Η κρίση του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο πέφτει με μεγαλύτερη ένταση στους ώμους των γυναικών και της νεολαίας. Ήδη από τον περασμένο αιώνα, ο Μαρξ τόνιζε την τάση του καπιταλισμού να δημιουργεί υπερκέρδη από την εκμετάλλευση των γυναικών και των παιδιών. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ γράφει:

«Η εργασία συνεπώς των γυναικών και των παιδιών ήταν το πρώτο πράγμα που αγοράστηκε από τους καπιταλιστές που χρησιμοποιούσαν μηχανές. Αυτή η μεγάλη δεξαμενή εργατικής δύναμης μεταβλήθηκε αμέσως σε ένα μέσο για την αύξηση του αριθμού των μισθωτών εργατών, δίνοντας ρόλο, κάτω από την άμεση κυριαρχία του κεφαλαίου, σε κάθε μέλος της εργατικής οικογένειας, χωρίς καμιά διάκριση φύλου ή ηλικίας. Η αναγκαστική εργασία ιδιοποίησε προς όφελος των καπιταλιστών όχι μόνο τους χώρους που έπαιζαν τα παιδιά, αλλά επίσης και τους χώρους ελεύθερης εργασίας στο σπίτι μέσα σε υποφερτά όρια, για την υποστήριξη της οικογένειας». (Μαρξ, Κεφάλαιο, Τομ. 1)

Στις ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού η μεταβαλλόμενη μορφή παραγωγής και η συνεχής προσπάθεια των καπιταλιστών να αυξήσουν τα ποσοστά κέρδους, οδήγησαν στη μέγιστη απασχόληση των γυναικών και των νέων, οι οποίοι υποβάλλονταν στη χειρότερη μορφή εκμετάλλευσης, δουλεύοντας για χαμηλούς μισθούς κάτω από άθλιες συνθήκες με ελάχιστα ή καθόλου δικαιώματα. Στην Αμερική τα τελευταία 50 χρόνια προστέθηκαν κάπου 40 εκατομμύρια άνθρωποι στη συνολική εργατική μάζα. Στην Ευρώπη περίπου 30 εκατομμύρια. Το 1950, μόνο το ένα τρίτο του συνόλου των Αμερικανίδων που βρισκόταν σε εργάσιμη ηλικία είχαν κάποια θέση εργασίας. Τον περασμένο χρόνο, το ποσοστό αυτό ήταν σχεδόν τρεις στις τέσσερις. Σύμφωνα με τις στατιστικές, σε κάποιο σημείο της ζωής τους, το 99% των Αμερικανίδων θα εργαστούν σε κάποια μισθωτή θέση. Η εργασία των γυναικών είναι από μόνη της ένα προοδευτικό γεγονός. Αποτελεί την προϋπόθεση για την απελευθέρωση των γυναικών από τα στενά όρια του σπιτιού και της αστικής οικογένειας και για την πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξή τους ως ανθρώπινα όντα και μέλη της κοινωνίας.

Το καπιταλιστικό σύστημα όμως θεωρεί απλά τις γυναίκες σαν μια εύκολη πηγή φθηνής εργασίας και τμήμα του «εφεδρικού στρατού εργατών», που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όταν υπάρχει έλλειψη εργατικής δύναμης σε συγκεκριμένους τομείς της παραγωγής και να εγκαταλειφθεί ξανά όταν η ανάγκη αυτή εκλείψει. Αυτό το είδαμε να συμβαίνει και στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όταν οι γυναίκες σύρθηκαν στα εργοστάσια για να αντικαταστήσουν τους άντρες που είχαν κληθεί στον στρατό και στάλθηκαν πίσω στα σπίτια τους όταν ο πόλεμος τελείωσε. Οι γυναίκες ενθαρρύνθηκαν να μπουν στους χώρους εργασίας ξανά την περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όπου ο ρόλος τους ήταν ανάλογος εκείνου των μεταναστριών γυναικών σαν εφεδρικός στρατός φτηνών χεριών. Την τελευταία περίοδο, ο αριθμός των εργαζόμενων γυναικών έχει αυξηθεί για να γεμίσει τα κενά της παραγωγικής διαδικασίας. Από μόνο του κάτι τέτοιο αποτελεί μια προοδευτική εξέλιξη. Αλλά, παρά τα μεγάλα λόγια για «τον κόσμο των ανερχόμενων γυναικών» και τη «γυναικεία εξουσία», και παρά τους νόμους που υποτίθεται πως εγγυώνται την «ισότητα», οι γυναίκες εργαζόμενες παραμένουν το περισσότερο εκμεταλλευόμενο και καταπιεσμένο κομμάτι του προλεταριάτου.

Στο παρελθόν, η μάζα των πολιτικά αδιάφορων, ανοργάνωτων και παθητικών γυναικών πρόσφερε μια κοινωνική βάση για την αντίδραση. Οι αστοί, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες της Εκκλησίας και του τύπου (τα «γυναικεία» περιοδικά κ.λπ.) βασίζονταν σ΄ αυτό το στρώμα για να κρατηθούν στην εξουσία. Αλλά οι γυναίκες, κυρίως στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, δεν είναι πλέον διατεθειμένες να παραμείνουν αδιάφορες και να αποδεχθούν παθητικά τον παραδοσιακό ρόλο της «οικογένειας, της εκκλησίας και των παιδιών». Αυτό είναι ένα πολύ προοδευτικό βήμα, που εγκυμονεί μεγάλες εξελίξεις για το μέλλον. Με τον ίδιο τρόπο που οι αστοί έχουν σε μεγάλο βαθμό απολέσει τα μαζικά κοινωνικά αποθέματα αντίδρασης των αγροτών στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη δυτική Ευρώπη, έτσι και οι γυναίκες δεν αποτελούν πλέον ένα απόθεμα οπισθοδρόμησης και αντίδρασης όπως στο παρελθόν. Η κρίση του καπιταλισμού, με τις συνεχείς επιθέσεις στις γυναίκες και την οικογένεια, θα αυξήσει την ριζοσπαστικοποίηση ακόμα μεγαλύτερων στρωμάτων γυναικών και θα τις ωθήσει σε επαναστατική κατεύθυνση. Είναι πολύ σημαντικό οι Μαρξιστές να αντιληφθούν το τεράστιο επαναστατικό δυναμικό των γυναικών και να κάνουν τα απαραίτητα βήματα ώστε να το προσεγγίσουν.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ

Το ζήτημα των γυναικών κατελάμβανε πάντα κυρίαρχη θέση στη θεωρία και την πρακτική του Μαρξισμού. Η Πρώτη Διεθνής αντιμετώπισε τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις πολύ σοβαρά. Παρακάτω παραθέτουμε ένα ερωτηματολόγιο για τις συνθήκες εργασίας, γραμμένο από τον Μαρξ τον Αύγουστο του 1866, που στάλθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Α΄ Διεθνούς σε όλα τα τμήματα:

Όνομα βιομηχανίας:

Ηλικία και φύλο εργαζομένου:

Αριθμός εργαζομένων:

Μισθοί και μεροκάματα:

Α. Μαθητευόμενοι:

Β. Αμοιβή με την ημέρα ή με το κομμάτι:

Γ. Κλιμάκωση αμοιβής μεσαζόντων. Μέσος όρος εβδομαδιαία και ετήσια:

Α. Ώρες δουλειάς στα εργοστάσια:

Β. Ώρες δουλειάς στους μικρούς εργαζόμενους και στο σπίτι, αν η δουλειά γίνεται με τέτοιους διαφορετικούς τρόπους:

Γ. Νυκτερινή εργασία και εργασία την ημέρα:

Διαλείμματα φαγητού και συμπεριφορά:

Είδος εργαστηρίων και υπερπληθυσμός στους χώρους εργασίας, ελαττωματικός αερισμός, ύπαρξη φυσικού φωτός ή φωτός υγραερίου, καθαριότητα κ.λπ.:

Φύση εργασίας:

Επιπτώσεις της εργασίας στις φυσικές συνθήκες:

Ηθική κατάσταση και Εκπαίδευση:

Κατάσταση εμπορίου: αν είναι εποχιακό ή σχεδόν ομοιόμορφα κατανεμημένο σε ολόκληρο το χρόνο, αν παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις, αν αντιμετωπίζει ανταγωνισμό από το εξωτερικό, αν προορίζεται κυρίως για τις αγορές του εσωτερικού ή του εξωτερικού κ.λπ.:

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΜΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Μια προϋπόθεση, χωρίς την οποία όλες οι προσπάθειες για βελτίωση και χειραφέτηση θα αποδειχθούν άκαρπες, είναι ο περιορισμός της εργάσιμης ημέρας.

«Χρειάζεται να επανακτήσουμε την υγεία και την φυσική ενέργεια της εργατικής τάξης, δηλαδή, του βασικού σώματος κάθε έθνους, όπως επίσης και να τους εγγυηθούμε την δυνατότητα πνευματικής ανάπτυξης, κοινωνικής συναναστροφής, κοινωνικής και πολιτικής δράσης.» (Πρακτικά του Γενικού Συμβουλίου της Πρώτης Διεθνούς, 1864 – 1866, σ. 342-3)

Πρότειναν οκτώ ώρες εργασίας σαν το νόμιμο όριο της εργάσιμης μέρας. Η νυκτερινή εργασία θα έπρεπε να επιτρεπόταν κατ’ εξαίρεση μόνο σε επαγγελματικές δραστηριότητες ή σε επαγγελματικούς τομείς που θα καθορίζονταν συγκεκριμένα από το νόμο. Η γενική τάση θα έπρεπε να ήταν η απαγόρευση όλων των νυκτερινών εργασιών. Παρόλα αυτά το κείμενο συνεχίζει:

«Η παράγραφος αυτή αναφέρεται μόνο σε ενήλικα άτομα, άντρες και γυναίκες, όπου οι τελευταίες παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να εξαιρεθούν αυστηρά από κάθε είδους βραδινή εργασία και κάθε είδους εργασία που βλάπτει την λεπτότητα του φύλου ή εκθέτει τα σώματά τους σε δηλητηριώδη και κάθε είδους επιβλαβή περιβάλλοντα. Σαν ενήλικα άτομα αντιλαμβανόμαστε όλα τα άτομα που έχουν φτάσει ή ξεπεράσει το 18ο έτος της ηλικίας τους» (ίδιο σ. 343)

Δεν είναι γενικά γνωστό ότι η κόρη του Μαρξ, η Ελεονόρα, έπαιξε ενεργό ρόλο στις εργαζόμενες γυναίκες στα «σκυλίσια επαγγέλματα», στο Εast End του Λονδίνου. Σε ένα άρθρο στην εφημερίδα Sweating, σχετικά με τα γραφεία δακτυλογράφησης, για τα οποία πρότεινε την δημιουργία ενός συνδικάτου που θα έπρεπε να περιλαμβάνει τόσο εκείνους που δακτυλογραφούν σπίτι όσο και εκείνους που το κάνουν σε επαγγελματικούς χώρους, γράφει: «εάν θέλεις να ζήσεις από την εργασία σου θα πρέπει να εργάζεσαι υπό μεγάλη πίεση και πολύ περισσότερες από 8 ώρες την ημέρα» (Yvonne Kapp, Eleanor Marx, The Crowded Years, 1884-98, σ. 364). Πόσο αληθινές ακούγονται αλήθεια αυτές οι λέξεις σήμερα, εκατό χρόνια μετά!

Ένα σημαντικό σημείο καμπής ήταν η απεργία στο Λονδίνο των «κοριτσιών με τα σπίρτα» το 1888, όταν αυτό το τρομακτικά καταπιεσμένο και εξαθλιωμένο τμήμα των εργατριών εξεγέρθηκε ενάντια στους καταπιεστές του. Στο εργοστάσιο του Bow, στην φτωχική συνοικία του East End, η εργατική δύναμη αποτελούνταν αποκλειστικά από γυναίκες, από δεκατριάχρονα κορίτσια ως μητέρες με μεγάλες οικογένειες. Οι βάρβαρες συνθήκες εκεί ήταν παρόμοιες με εκείνες που ζουν σήμερα οι εργάτριες στον τρίτο κόσμο. Η χρήση του λευκού φωσφόρου για την κατασκευή των σπίρτων προκαλούσε μια θανατηφόρα αρρώστια που κατέτρωγε τα κόκαλα των σιαγώνων, αφού οι εργάτες έπρεπε να τρώνε στην ολοκληρωτικά μολυσμένη ατμόσφαιρα των εργοστασιακών χώρων. Οι άθλιοι μισθοί γίνονταν ακόμα χειρότεροι μέσα από το άδικο σύστημα των προστίμων, που επιβάλλονταν συχνά για τα πιο μηδαμινά λάθη που γίνονταν λόγω της σωματικής εξάντλησης. Σαν αποτέλεσμα, το μέρισμα που έπαιρναν οι μέτοχοι από τα πρόστιμα έφτανε το 22% των συνολικών τους εσόδων.

Τον Ιούλιο του 1888, 672 από τις εργαζόμενες, υπερνικώντας τον φόβο τους, κατέβηκαν σε απεργία. Μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο, εξ’ αιτίας της συμπαράστασης των εργατικών συνδικάτων και μιας δημόσιας εκστρατείας που μάζεψε το σημαντικό για την εποχή εκείνη ποσό των 400 λιρών, οι γυναίκες κέρδισαν σημαντικές παραχωρήσεις. Έτσι, αυτές οι ανειδίκευτες εργάτριες οργάνωσαν το Συνδικάτων Κατασκευαστών Σπίρτων – το μεγαλύτερο συνδικάτο που αποτελούνταν από γυναίκες και κορίτσια στην Αγγλία. Αυτό ήταν ένα γιγάντιο βήμα μπροστά, προς την έκρηξη του «Νέου Συνδικαλισμού» στη Βρετανία όπου, για πρώτη φορά, το ανειδίκευτο προλεταριάτο οργανώθηκε σε συνδικάτα. Η διαδικασία αυτή εμπεριέχει σπουδαία διδάγματα για την σημερινή περίοδο όπου, όπως 100 χρόνια πριν, ένας μεγάλος αριθμός ανειδίκευτων ή μισο-ειδικευμένων εργατών είναι ανοργάνωτος και ένα μεγάλο ποσοστό του είναι γυναίκες.

ΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Οι Μπολσεβίκοι αντιμετώπιζαν πάντα με μεγάλη σοβαρότητα την επαναστατική δουλειά στις εργαζόμενες γυναίκες. Ο Λένιν, μάλιστα, έδωσε μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτό, ειδικά την περίοδο της επαναστατικής ανόδου του 1912 – 14 και στη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν εκείνη τη περίοδο που άρχισε να γιορτάζεται η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας (8 Μάρτη) με μαζικές εργατικές διαδηλώσεις. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Φεβρουαριανή Επανάσταση (που έγινε Μάρτη σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο) ξεκίνησε ενάντια στον πόλεμο και το υψηλό κόστος ζωής.

Οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αρχίσει συστηματική δουλειά στις γυναίκες εργαζόμενες την περίοδο της ανόδου του 1912-14. Οι Μπολσεβίκοι οργάνωσαν την πρώτη Διεθνή Συνάντηση για την Ημέρα της Γυναίκας το 1913. Την ίδια χρονιά, η Πράβδα άρχισε να δημοσιεύει τακτικά μια σελίδα αφιερωμένη στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες. Οι μπολσεβίκοι κυκλοφόρησαν μια γυναικεία εφημερίδα την «Ρομπότνιτσα» (Γυναίκα Εργαζόμενη) το 1914, που το πρώτο της τεύχος κυκλοφόρησε την Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας, όταν το κόμμα οργάνωσε ξανά διαδηλώσεις. Η εφημερίδα απαγορεύτηκε τον Ιούλιο μαζί με τον υπόλοιπο εργατικό τύπο. Η μπολσεβίκικη εφημερίδα στηρίχθηκε οικονομικά από εργαζόμενες γυναίκες σε εργοστάσια και μοιραζόταν από αυτές στους εργατικούς χώρους. Είχε αναφορές στις συνθήκες ζωής και στους αγώνες των εργαζομένων γυναικών στην Ρωσία και το εξωτερικό και ενθάρρυνε τις γυναίκες να συμμετέχουν στον αγώνα με τους άντρες συναδέλφους τους. Τις προέτρεπε να απορρίψουν το γυναικείο κίνημα, που προερχόταν από τις αστές γυναίκες, μετά την επανάσταση του 1905.

Η επαναστατική δουλειά των σοσιαλδημοκρατών στην Ρωσία, κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αντιμετώπισε τρομερές δυσκολίες, Το κόμμα και τα συνδικάτα ήταν παράνομα. Αλλά, από το 1915 το κίνημα άρχισε να ανακάμπτει από τα κτυπήματα που δέχθηκε τους πρώτους μήνες του πολέμου. Εκεί που άρχισε να πετυχαίνει σημαντικά κέρδη ήταν στις γυναίκες που μπήκαν μαζικά στο βιομηχανικό εργατικό δυναμικό. Με το ξέσπασμα του πολέμου, οι γυναίκες αποτελούσαν σχεδόν το ένα – τρίτο των βιομηχανικών εργατών και ένα μεγαλύτερο ποσοστό ήταν στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία. Αυτό αυξήθηκε ακόμα περισσότερο στην διάρκεια του πολέμου, καθώς οι άντρες πήγαιναν στον στρατό. Η κατάσταση των γυναικών χειροτέρεψε στην διάρκεια του πολέμου καθώς πολλές από αυτές έγιναν η μοναδική πηγή στήριξης των οικογενειών τους και τα βασικά αγαθά γίνονταν ακριβότερα και σπανιότερα. Γυναίκες εργαζόμενες συμμετείχαν σε πολλές απεργίες και διαδηλώσεις ενάντια στις οικονομικές κακουχίες που δημιουργούνταν εξ’ αιτίας της συμμετοχής της Ρωσίας στον πόλεμο.

Αν και το μπολσεβίκικο κόμμα παρέμενε στην σύνθεσή του κόμμα κυρίως αντρών (στο 6° συνέδριο των Μπολσεβίκων, τον Αύγουστο του 1917, οι γυναίκες αποτελούσαν μόνο το 6% των αντιπροσώπων), η στρατολόγηση εργαζομένων γυναικών σε σημαντικούς αριθμούς άρχισε την περίοδο ανάκαμψης του 1912 – 14. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από μια προκήρυξη με τίτλο «Προς την Εργαζόμενη Γυναίκα του Κίεβου» και μοιράστηκε από τους Μπολσεβίκους στο Κίεβο της Ουκρανίας στις 8 Μάρτη 1915 (Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας). Η προκήρυξη αυτή μας δίνει μια ιδέα για το τρόπο με τον οποίο οι Μπολσεβίκοι προσέγγιζαν το ζήτημα στη δημόσια προπαγάνδα τους. Έκαναν έκκληση για τη σύνδεση της καταπίεσης των γυναικών με αυτήν της καταδυνάστευσης των αντρών εργατών και για ένα πρόγραμμα απελευθέρωσης όλων των εργαζομένων ανθρώπων:

«Αν και οι περισσότεροι εργάτες περνούν αξιοθρήνητα, η κατάσταση των γυναικών είναι πολύ χειρότερη. Στα εργοστάσια και στους χώρους εργασίας δουλεύουν για κάποιο καπιταλιστή, στο σπίτι δουλεύουν για την οικογένεια.

«Χιλιάδες γυναίκες πουλούν την εργασία τους στο κεφάλαιο. Χιλιάδες εργάζονται σα σκλάβες σε κάποια μισθωτή θέση. Χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες υποφέρουν κάτω από το ζυγό της οικογένειας και της κοινωνικής καταπίεσης. Και για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων γυναικών φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος ζωής που πρέπει να έχουν. Αλλά είναι πράγματι αλήθεια ότι η εργαζόμενη γυναίκα δεν μπορεί να ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον και ότι η μοίρα την έχει καταδικάσει σε μια ζωή δουλειάς και μόνο δουλειάς, χωρίς ανάπαυση ούτε μέρα ούτε νύχτα;

«Συντρόφισσες, γυναίκες εργαζόμενες. Οι άντρες σύντροφοι συμπαρατάσσονται μαζί μας. Η δική τους και η δική μας μοίρα είναι κοινή. Αλλά αυτοί πέρασαν πολλά μέχρι να μάθουν το μόνο δρόμο για μια καλύτερη ζωή – το δρόμο του οργανωμένου αγώνα της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο, το δρόμο του αγώνα ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, κακού και βίας.

Γυναίκες εργαζόμενες, δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μας. Τα συμφέροντα των εργαζομένων αντρών και των γυναικών είναι ίδια, είναι ταυτόσημα. Μόνο με ένα ενωμένο αγώνα μαζί με τους άντρες εργαζόμενους, σε κοινές εργατικές οργανώσεις -στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, στα συνδικάτα, στα εργατικά κέντρα και στους συνεταιρισμούς- θα διεκδικήσουμε τα δικαιώματα μας και θα κερδίσουμε μια καλύτερη ζωή». (Ο αγώνας του Λένιν για μια Επαναστατική Διεθνή, σ.268).

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ

Στην τσαρική Ρωσία οι γυναίκες σύμφωνα με το νόμο ήταν σκλάβες στους συζύγους τους. Σύμφωνα με την Τσαρική νομοθεσία:

«Η γυναίκα πρέπει να υπακούει στο σύζυγό της, σαν αρχηγό της οικογένειας, να παραμένει μαζί του με αγάπη, σεβασμό, απεριόριστη υπακοή, να του κάνει κάθε χατίρι και να του δείχνει κάθε δυνατή στοργή σα σύζυγος».

Το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος του 1917 δήλωνε: «Σκοποί του κόμματος την παρούσα στιγμή είναι η βασική δουλειά στο βασίλειο των ιδεών και της εκπαίδευσης, έτσι ώστε να καταστραφούν ολοσχερώς όλα τα ίχνη των προηγούμενων αδικιών ή προκαταλήψεων, ειδικά ανάμεσα στα καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου και των αγροτών. Χωρίς να περιορίζεται στην τυπική ισότητα των γυναικών, το κόμμα αγωνίζεται να τις απελευθερώσει από τα υλικά βάρη της απόλυτης σπιτικής δουλείας αντικαθιστώντας την από κοινωνικά σπίτια, δημόσια εστιατόρια, καθαριστήρια και πλυντήρια, παιδικούς σταθμούς κ.λπ.»

Παρόλα αυτά η δυνατότητα να εφαρμοστεί ένα τέτοιο πρόγραμμα βασιζόταν στο γενικότερο βιοτικό επίπεδο και την κουλτούρα της κοινωνίας, όπως εξήγησε ο Τρότσκι στο άρθρο του «Από την Παλιά Οικογένεια στη Νέα», που δημοσιεύτηκε στην Πράβδα στις 13 Ιουλίου 1923:

«Οι φυσικές προετοιμασίες για τις συνθήκες της νέας ζωής και της νέας οικογένειας, δεν μπορούν επίσης να διαχωριστούν από τη γενικότερη δουλειά της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Το εργατικό κράτος πρέπει να γίνει πιο εύρωστο με σκοπό να μπορέσει με σοβαρότητα να αναλάβει τη δημόσια εκπαίδευση των παιδιών και να απελευθερώσει την οικογένεια από το βάρος της κουζίνας και της φασίνας. Η κοινωνικοποίηση της οικογενειακής φροντίδας και η δημόσια εκπαίδευση των παιδιών είναι αδύνατη χωρίς μια σημαντική βελτίωση των οικονομικών μας σα σύνολο. Χρειαζόμαστε περισσότερο σοσιαλιστικές οικονομικές μορφές. Μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες μπορούμε να απελευθερώσουμε την οικογένεια από τις λειτουργίες και τις σκοτούρες που τώρα την καταπιέζουν και την αποσαθρώνουν. Το πλύσιμο πρέπει να γίνεται σε δημόσια πλυντήρια, η διατροφή από δημόσια εστιατόρια, το ράψιμο από δημόσια εργαστήρια. Τα παιδιά θα πρέπει να εκπαιδεύονται από κατάλληλους δημόσιους εκπαιδευτικούς, που έχουν πράγματι επαγγελματική κατάρτιση για αυτή τη δουλειά. Τότε οι δεσμοί μεταξύ των συζύγων θα απελευθερωθούν από κάθε εξωτερικό και τυχαίο παράγοντα και ο ένας θα σταματήσει να απορροφά την ζωή του άλλου. Τουλάχιστον θα υπάρξει γνήσια ισότητα. Ο δεσμός θα βασίζεται στην αμοιβαία εκτίμηση. Και ειδικά, σε αυτή τη βάση, θα αποκτήσει εσωτερική σταθερότητα, όχι την ίδια βέβαια για τον καθένα, αλλά υποχρεωτικά για όλους».

Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων έβαλε τα θεμέλια για την κοινωνική χειραφέτηση των γυναικών και παρά το ότι η Σταλινική αντεπανάσταση αποτέλεσε μια σχετική οπισθοχώρηση, είναι αναντίρρητο ότι οι γυναίκες στη Σοβιετική Ένωση έκαναν τεράστια άλματα μπροστά στον αγώνα για ισότητα. Οι γυναίκες δεν ήταν πλέον υποχρεωμένες να ζουν με τους συζύγους τους ή να τους ακολουθούν, όταν μια αλλαγή εργασίας σήμαινε και αλλαγή του τόπου κατοικίας. Τους δόθηκαν ίσα δικαιώματα, ώστε να είναι αρχηγοί οικογενειών και έπαιρναν ίδιους μισθούς. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο των γυναικών ως μητέρες και θεσπίστηκαν ειδικοί νόμοι για την μητρότητα που απαγόρευαν την εργασία για πολλές ώρες ή την νύχτα και καθιέρωναν άδειες μετ’ αποδοχών την περίοδο της γέννας, οικογενειακά επιδόματα και κέντρα φύλαξης παιδιών. Οι εκτρώσεις νομιμοποιήθηκαν και καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος. Η έννοια των νόθων και εξώγαμων παιδιών εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά. Με τα λόγια του Λένιν: «Στην κυριολεξία, δεν αφήσαμε στην θέση του ούτε το παραμικρό ίχνος από τους απαράδεκτους εκείνους νόμους που τοποθετούσαν τις γυναίκες σε κατώτερη θέση σε σχέση με τους άντρες».

Έγιναν πολλές υλικές πρόοδοι για να διευκολύνουν την πλήρη εμπλοκή των γυναικών σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής – «δωρεάν γεύματα στα σχολεία, γάλα για τα παιδιά, ειδικά επιδόματα τροφής και ενδυμάτων για τα παιδιά με ανάγκη, κέντρα συμβουλών για εγκύους, κέντρα μητρότητας, κρατικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και πολλές άλλες διευκολύνσεις».

Στην Προδομένη Επανάσταση ο Τρότσκι γράφει:

«Η Οκτωβριανή Επανάσταση εκπλήρωσε ειλικρινά τις υποχρεώσεις της απέναντι στην γυναίκα. Η νεαρή κυβέρνηση όχι μόνο της έδωσε όλα τα πολιτικά και νομικά δικαιώματα για ισότητα με τον άντρα, αλλά, πράγμα που είναι πολύ σημαντικότερο, έκανε ότι μπορούσε, που σε κάθε περίπτωση ήταν ασύγκριτα περισσότερο απ’ ότι είχε κάνει ποτέ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, για να της εξασφαλίσει την πρόσβαση σε όλες τις μορφές οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Παρόλα αυτά, ακόμα και η τολμηρότερη επανάσταση, όπως το παντοδύναμο Βρετανικό Κοινοβούλιο, δεν μπορεί να μετατρέψει μια γυναίκα σε άντρα – ή μάλλον δεν μπορεί να τους κατανείμει ισότιμα το βάρος της εγκυμοσύνης, της γέννας, του νταντέματος και της ανατροφής των παιδιών.

«Η επανάσταση έκανε μια ειλικρινή προσπάθεια να καταστρέψει την λεγόμενη καρδιά της οικογένειας – εκείνο τον πανάρχαιο, πνιγηρό και βαλτωμένο θεσμό, στον οποίο η γυναίκα των εκμεταλλευομένων τάξεων είναι καταδικασμένη σε καταναγκαστικά έργα από παιδί ως το θάνατό της. Η θέση της οικογένειας σαν μια κλειστή μικρή επιχείρηση, επρόκειτο να αντικατασταθεί σύμφωνα με τον σχεδιασμό, από ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής μέριμνας και εξυπηρέτησης: κέντρα μητρότητας, βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, σχολεία και νηπιαγωγεία, κοινωνικά εστιατόρια και πλυντήρια, σταθμούς πρώτων βοηθειών, νοσοκομεία, θεραπευτήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, κινηματογράφους, θέατρα κ.λπ. Η πλήρης απορρόφηση των λειτουργιών του νοικοκυριού της οικογένειας από τους θεσμούς της σοσιαλιστικής βοήθειας, θα έδινε στην γυναίκα, και στη συνέχεια και στο ερωτευμένο ζευγάρι, την πραγματική απελευθέρωση από τα βάρη χιλιάδων χρόνων». (Τρότσκι, Η Προδομένη Επανάσταση σ. 144)

Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ

Η Κομμουνιστική Διεθνής (Κ.Δ.), ακολουθώντας τις παραδόσεις του Μπολσεβίκικου κόμματος, έδωσε μεγάλη σημασία στην δουλειά στις γυναίκες και έδωσε οδηγίες προς τα κομμουνιστικά κόμματα να

«επεκτείνουν την επιρροή τους στα πλατιά στρώματα του γυναικείου πληθυσμού με την οργάνωση ειδικών επαγγελματικών μηχανισμών μέσα στο κόμμα και με την καθιέρωση ειδικών μεθόδων προσέγγισης των γυναικών, με σκοπό την απελευθέρωση τους από την επιρροή της αστικής κοσμοθεωρίας ή την επιρροή των συμβιβαστικών κομμάτων και να τις εκπαιδεύσουν ώστε να είναι αποφασισμένες αγωνίστριες του Κομμουνισμού και επακόλουθα να πετύχουν την τελική απελευθέρωσή τους σαν γυναίκες».

Μιλώντας για την καθιέρωση «ειδικού επαγγελματικού μηχανισμού» με σκοπό την δουλειά στις γυναίκες, η Κ.Δ. δεν εννοούσε βέβαια σε καμιά περίπτωση ξεχωριστές οργανώσεις γυναικών. Μια τέτοια ιδέα θα ήταν τόσο απεχθής όσο και η ιδέα ξεχωριστών επαναστατικών οργανώσεων για τις καταπιεσμένες εθνότητες, τους Εβραίους, τους μαύρους κ.λπ. – αντιλήψεις που ο Λένιν και ο Τρότσκι πάντα θεωρούσαν εντελώς λαθεμένες. Στην πραγματικότητα οι θέσεις δηλώνουν ξεκάθαρα πως «Το 3° Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι σταθερά ενάντια σε κάθε είδος ξεχωριστών γυναικείων οργανισμών στα Κόμματα και τα Συνδικάτα ή σε ξεχωριστές γυναικείες οργανώσεις». (το ίδιο, σ. 217).

Εκείνο το οποίο είχαν στο μυαλό τους ήταν η ανάγκη για ειδικές ομάδες συντρόφων, ειδικευμένων και έμπειρων σ’ αυτό το είδος δουλειάς, με σκοπό τη παραγωγή προκηρύξεων, τη διεξαγωγή προπαγάνδας κ.λπ., και γενικά για την οργάνωση αυτής της δουλειάς. Έγινε επίσης ξεκάθαρο, πως τέτοιες ομάδες δεν θα πρέπει να δουλεύουν ξεχωριστά, αλλά να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των κανονικά εκλεγμένων οργάνων του Κόμματος. Οι κύριοι στόχοι της δουλειάς αυτής καθορίστηκαν ως εξής:

«1) Να εκπαιδεύσουν τις γυναίκες στις ιδέες του Κομμουνισμού και να τις κερδίσουν στις γραμμές του Κόμματος.

«2) Να καταπολεμήσουν τις προκαταλήψεις ενάντια στις γυναίκες, που έχουν οι μάζες του αντρικού προλεταριάτου και να αυξήσουν την επίγνωση των εργαζομένων αντρών και γυναικών πως έχουν κοινά συμφέροντα.

«3) Να δυναμώσουν την θέληση των εργαζομένων γυναικών με το να τις εμπλέξουν σε όλες τις μορφές και τους τύπους του κοινωνικού αγώνα, ενθαρρύνοντας τις γυναίκες στις αστικές χώρες να συμμετέχουν στον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, στις μαζικές δραστηριότητες ενάντια στο υψηλό κόστος διαβίωσης, ενάντια στην μείωση των σπιτιών, την ανεργία και σε άλλα κοινωνικά προβλήματα και τις γυναίκες στις Σοβιετικές Δημοκρατίες να συμμετάσχουν στην δημιουργία της Κομμουνιστικής προσωπικότητας και του Κομμουνιστικού τρόπου ζωής.

«4) Να θέσουν στην ημερήσια διάταξη του κόμματος και να συμπεριλάβουν στις νομοθετικές τους διεκδικήσεις, ζητήματα που συνδέονται άμεσα με την χειραφέτηση των γυναικών, που θα επιβεβαιώνουν την απελευθέρωσή τους και θα υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους ως ανατροφείς των παιδιών τους.

«5) Να διεξάγουν έναν καλά οργανωμένο αγώνα ενάντια στην δύναμη της παράδοσης, τα αστικά έθιμα και τις θρησκόληπτες ιδέες, προετοιμάζοντας τον δρόμο για περισσότερο εύρωστες και αρμονικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων και εξασφαλίζοντας την ηθική και φυσική ζωτικότητα του εργαζόμενου λαού.» (Ίδιο, σ. 218)

Βέβαια σήμερα, σ΄ αυτό το στάδιο της ανάπτυξής μας, τα περισσότερα από τα τμήματά μας δεν είναι αρκετά ισχυρά ώστε να κάνουν κάτι τέτοιο (Η Κ.Δ. αποτελούνταν κυρίως από μαζικά κόμματα). Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει απλά να αδιαφορήσουμε για το ζήτημα της δουλειάς στις γυναίκες. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι θεμελιώδες κάθε σύντροφος – και όχι μόνο οι γυναίκες σύντροφοι, αλλά και οι άντρες – να ενημερωθεί για το ζήτημα αυτό και να ενθαρρυνθεί να ασχοληθεί με αυτό. Η Κ.Δ., υπό την καθοδήγηση του Λένιν και του Τρότσκι, δεν θα είχε ποτέ αποδεχθεί μια αδιάφορη ή απορριπτική στάση απέναντι σ’ αυτό τον σημαντικό τομέα της δουλειάς μας. Το Τρίτο Συνέδριο της Κ.Δ. δήλωσε πως:

«Χωρίς την ενεργή συμμετοχή των πλατιών μαζών του γυναικείου προλεταριάτου και των ημι – προλετάριων γυναικών, το προλεταριάτο δεν μπορεί ούτε να πάρει την εξουσία, ούτε να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό.

«Την ίδια στιγμή, το Συνέδριο για μια ακόμα φορά επισύρει την προσοχή όλων των γυναικών στο γεγονός πως χωρίς την υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, όλα τα σχέδια που οδηγούν στην απελευθέρωση των γυναικών, στην αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών ως ισότιμες ανθρώπινες υπάρξεις και στην πραγματική τους χειραφέτηση, δεν μπορούν να κατακτηθούν στην πράξη». (Θέσεις, Αποφάσεις και Διακηρύξεις των Πρώτων Τεσσάρων Συνεδρίων της Τρίτης Διεθνούς. σ. 213 – 214).

Έτσι, από την ίδρυσή της, η Κ.Δ. υπό τον Λένιν και τον Τρότσκι, αφενός εξήγησε τον βασικό ρόλο του ζητήματος των γυναικών, αλλά από την άλλη: α) το προσέγγισαν από μια επαναστατική και ταξική σκοπιά, και β) εξήγησαν πως η πραγματική χειραφέτηση των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί μόνο στον σοσιαλισμό. Η Κ.Δ. τόνισε την ανάγκη να ενσωματωθεί η δουλειά στις γυναίκες στην γενική δουλειά του κόμματος και να μην διαχωρίζεται σαν κάτι ξεχωριστό:

«Για να ενισχύσουμε την συντροφικότητα μεταξύ των εργαζομένων αντρών και των εργαζομένων γυναικών, είναι επιθυμητό να μην οργανώνουμε ειδικά σεμινάρια και σχολεία για τις κομμουνίστριες γυναίκες, αλλά τα σχολεία γενικά του κόμματος θα πρέπει, χωρίς εξαιρέσεις, να περιλαμβάνουν σεμινάρια για τις μεθόδους δουλειάς στις γυναίκες». (Ίδιο, σ. 227).

Στο Τέταρτο Συνέδριο – το τελευταίο γνήσιο Λενινιστικό Συνέδριο της Κ.Δ. – παρουσιάστηκε ένας σύντομος απολογισμός που υπογράμμιζε την τεράστια σημασία της δουλειάς αυτής για μια επαναστατική Διεθνή (και κάνει ειδική αναφορά στο πρόβλημα των γυναικών στις οπισθοδρομικές, αποικιακές χώρες στην Ανατολή), αλλά ξεκαθαρίζει επίσης πως η δουλειά αυτή δεν είχε διεξαχθεί με επαρκή ενεργητικότητα από κάποια τμήματα:

«Η αναγκαιότητα και η αξία ειδικών οργανώσεων για την κομμουνιστική δουλειά στις γυναίκες αποδείχθηκε επίσης από την δραστηριότητα της Γραμματείας Γυναικών στην Ανατολή, που διεξήγαγε σημαντική και επιτυχή δουλειά κάτω από νέες και ασυνήθιστες συνθήκες. Δυστυχώς, το Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς πρέπει να παραδεχθεί πως κάποια τμήματα είτε έχουν ολοκληρωτικά αποτύχει να ανταποκριθούν, είτε έχουν μερικά ανταποκριθεί στο καθήκον τους να δώσουν συστηματική υποστήριξη στην κομμουνιστική δουλειά στις γυναίκες. Μέχρι σήμερα, είτε έχουν αποτύχει να πάρουν μέτρα για να οργανώσουν τις γυναίκες κομουνίστριες στο Κόμμα, είτε απέτυχαν να στήσουν τα όργανα του κόμματος που είναι απόλυτα αναγκαία για την δουλειά στις μάζες των γυναικών και για την καθιέρωση δεσμών με αυτές.

«Το Τέταρτο Συνέδριο κάνει επείγουσα έκκληση στα κόμματα στα οποία αναφερόμαστε να καλύψουν όλες αυτές τις ελλείψεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Κάθε τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς πρέπει να κάνει ότι είναι δυνατόν για να προωθήσει την κομμουνιστική δουλειά στις γυναίκες, αναγνωρίζοντας την τεράστια σημασία της δουλειάς αυτής. Το ενωμένο προλεταριακό μέτωπο δεν μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς την ενεργή και συνειδητή συμμετοχή των γυναικών. Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, οι γυναίκες μπορούν να γίνουν οι πρωτοπόροι του ενωμένου προλεταριακού μετώπου και των μαζικών επαναστατικών κινημάτων». (Ίδιο, σ. 326).

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΥ

Ο μεγάλος Γάλλος Ουτοπιστής Φουριέ είπε σοφά πως η θέση των γυναικών αποτελεί την καθαρότερη έκφραση της αληθινής φύσης ενός κοινωνικού καθεστώτος. Αν η Μπολσεβίκικη Επανάσταση απελευθέρωσε τις γυναίκες, η Σταλινική αντεπανάσταση οδήγησε σε δραστική αναστροφή της πολιτικής απέναντι στις γυναίκες και την οικογένεια. Πολλές από τις κατακτήσεις της επανάστασης καταργήθηκαν. Οι αμβλώσεις έγιναν παράνομες και τα διαζύγια γίνονταν όλο και πιο δύσκολα, μέχρι που κατέληξαν μια δαπανηρή δικαστική διαδικασία. Οι πόρνες συλλαμβάνονταν, ενώ η προηγούμενη Μπολσεβίκικη πολιτική ήταν να συλλαμβάνονται μόνο οι ιδιοκτήτες των οίκων ανοχής, να αποκαλύπτονται οι άντρες που αγόραζαν τις πόρνες και να παρέχεται εθελοντική εργασία εκπαίδευσης και υποστήριξης στις πόρνες. Μειώθηκαν οι ώρες λειτουργίας των ημερήσιων κέντρων φύλαξης, έτσι ώστε να συμπίπτουν με τις εργάσιμες ώρες και τα κορίτσια διδάσκονταν ειδικά θέματα στα σχολεία, για να προετοιμάζονται να παίξουν τον ρόλο τους σαν μητέρες και σύζυγοι νοικοκυρές.

Το 1938, ο Τρότσκι χαρακτήριζε την κατάσταση με τα παρακάτω λόγια:

«Η θέση της γυναίκας είναι ο πιο γραφικός και αποκαλυπτικός δείκτης για να αξιολογηθεί ένα κοινωνικό καθεστώς και η κρατική πολιτική. Η Οκτωβριανή Επανάσταση χάραξε στη σημαία της την χειραφέτηση των γυναικών και έφτιαξε την πιο προοδευτική νομολογία στην ιστορία του γάμου και της οικογένειας.

«Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δημιουργήθηκε αμέσως μια «ευτυχισμένη ζωή» για την Σοβιετική γυναίκα. Η γνήσια χειραφέτηση των γυναικών είναι αδιανόητη χωρίς μια γενική άνοδο της οικονομίας και της κουλτούρας, χωρίς την καταστροφή της μικροαστικής οικογενειακής οικονομικής μονάδας, χωρίς την εισαγωγή της κοινωνικοποιημένης διατροφής και εκπαίδευσης. Εν τω μεταξύ, με οδηγό το συντηρητικό της ένστικτο, η γραφειοκρατία θορυβήθηκε από την «αποσάθρωση» της οικογένειας. Άρχισε να εξυμνεί το οικογενειακό τραπέζι και το οικογενειακό πλύσιμο, δηλαδή τη σκλαβιά των γυναικών στο νοικοκυριό. Και για να καλύψει τα πάντα επανέφερε τη δικαστική τιμωρία για τις αμβλώσεις, γυρνώντας και επίσημα τις γυναίκες σε κατάσταση υποζυγίου. Σε πλήρη αντίθεση με το αλφάβητο του κομμουνισμού, η άρχουσα κάστα επανέφερε με τον τρόπο αυτό τον πιο αντιδραστικό και καθυστερημένο πυρήνα του ταξικού συστήματος, δηλαδή τη μικροαστική οικογένεια.» (Τρότσκι, Γραπτά 1937 – 38, σ. 170).

Αν και μετά το θάνατο του Στάλιν, το 1955, επανήλθαν κάποιες μεταρρυθμίσεις, όπως η νομιμοποίηση των αμβλώσεων, η θέση των γυναικών στην Σοβιετική Ένωση δεν επανήλθε ποτέ εκεί που ήταν την εποχή του Λένιν και του Τρότσκι. Παρόλα αυτά, είχαν ακόμα πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις γυναίκες στη Δύση. Η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη έδωσε την δυνατότητα στην εθνικά σχεδιασμένη οικονομία να επιτρέψει μια γενικά σταθερή βελτίωση: σύνταξη στα 55 χρόνια, όχι διακρίσεις στους μισθούς και στους όρους απασχόλησης και το δικαίωμα των εγκύων γυναικών να μετατίθενται σε λιγότερο βαριές δουλειές και να πληρώνονται πλήρως άδεια εγκυμοσύνης 56 ημερών πριν και 56 ημερών μετά την γέννα. Νεότερη νομοθεσία του 1970, απαγόρευσε την νυκτερινή εργασία και την δουλειά σε υπόγειους χώρους για τις γυναίκες. Ο αριθμός των γυναικών με ανώτατη εκπαίδευση, σαν ποσοστό επί του συνόλου, αυξήθηκε από το 28% το 1927, στο 43% το 1960 και στο 49% το 1970. Οι μόνες χώρες του κόσμου, όπου οι γυναίκες αποτελούσαν πάνω από το 40% του συνολικού πληθυσμού με ανώτατη εκπαίδευση ήταν η Φιλανδία, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπήρξαν βελτιώσεις στην προσχολική φροντίδα των παιδιών. Το 1960 υπήρχαν 500.000 τέτοιοι χώροι φροντίδας, αλλά μέχρι το 1971 είχαν αυξηθεί σε πάνω από 5 εκατομμύρια. Τα τρομερά πλεονεκτήματα της σχεδιασμένης οικονομίας, με τις επακόλουθες βελτιώσεις στις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας, αντανακλάστηκαν στον υπερδιπλασιασμό του μέσου όρου ζωής των γυναικών από 30 σε 74 χρόνια, και τη μείωση της παιδικής θνησιμότητας κατά 90%. Το 1975 οι γυναίκες που δούλευαν στο εκπαιδευτικό σύστημα έφτασαν στο 73%. Το 1959 το 30% των γυναικών βρίσκονταν σε χώρους εργασίας όπου το 70% της εργατικής δύναμης ήταν γυναίκες, αλλά το 1970 αυτό το νούμερο αυξήθηκε σε πάνω από 50%. Μέχρι εκείνη την στιγμή, το 98% των νοσοκόμων ήταν γυναίκες, όπως επίσης και το 75% των δασκάλων, το 95% των βιβλιοθηκονόμων και το 75% των γιατρών. Το 1950 υπήρχαν 600 γυναίκες κάτοχοι διδακτορικού τίτλου, αλλά το 1984 είχαν φτάσει στις 56.000.

Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Η κίνηση προς τον καπιταλισμό αντέστρεψε γρήγορα τις κατακτήσεις του παρελθόντος, σπρώχνοντας τις γυναίκες πίσω σε μια κατάσταση απόλυτης σκλαβιάς, με την υποκριτική μάσκα της «οικογένειας». Το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της κρίσης πέφτει στις πλάτες των γυναικών. Οι γυναίκες είναι οι πρώτες που απολύονται, για να μην χρειαστεί να πληρωθούν τα κοινωνικά επιδόματα, όπως τα επιδόματα παιδιών και εγκυμοσύνης. Με δεδομένο το γεγονός πως οι γυναίκες αποτελούσαν το 51% της Ρωσικής εργατικής δύναμης πριν μερικά χρόνια και το 90% των γυναικών εργαζόταν, η αύξηση της ανεργίας σήμαινε πως πάνω από το 70% των ανέργων εργατών της Ρωσίας είναι σήμερα γυναίκες. Σε κάποιες περιοχές το νούμερο αυτό φτάνει το 90%.

Η κατάρρευση των κοινωνικών υπηρεσιών και η αύξηση της ανεργίας σήμανε πως όλες οι παροχές της σχεδιασμένης οικονομίας προς τις γυναίκες συστηματικά καταργούνται. Η ανάπτυξη της ανεργίας θα καταδικάσει σε φτώχια πολύ περισσότερους ανθρώπους στη Ρωσία απ’ ότι στη Δύση, επειδή πολλές παροχές δίνονταν απ’ ευθείας από τους χώρους εργασίας:

«Η ανεργία φέρει ακόμα βαρύ στίγμα στη Ρωσία. Μόλις το 1991 σταμάτησε να αποτελεί έγκλημα. Εκείνοι χωρίς δουλειά απειλούνται από απόλυτη φτώχια. Τα επιδόματα ανεργίας είναι συνδεδεμένα με τον ελάχιστο μισθό των 14.620 ρουβλίων το μήνα, το ένα τρίτο του επίσημου επιπέδου διαβίωσης και σχεδόν το ένα έβδομο του μέσου μισθού. Όσοι έχουν δουλειά βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη θέση απ’ ότι δείχνουν τα νούμερα, αφού οι περισσότερες από τις βασικές υπηρεσίες – όπως υγεία, σχολεία και μεταφορές – παρέχονταν περισσότερο από εταιρείες, παρά από τις τοπικές κυβερνήσεις και συνεπώς παρέχονταν μόνο σε εκείνους που εργάζονται» αναφέρει ο Economist (11/12/93).

Κάτω από το προηγούμενο καθεστώς, οι γυναίκες έπαιρναν το 70% των μισθών των αντρών. Σήμερα παίρνουν το 40%. Το να κρατήσεις μια οικογένεια, με ένα μισθό, ήταν αρκετά δύσκολο ακόμα και στην παλιά ΕΣΣΔ. Σήμερα, με την δραματική αύξηση της φτώχιας, είναι πραγματικά αδύνατο. Συνεπώς, οι γυναίκες είναι τα κυριότερα θύματα αυτού του αντιδραστικού καθεστώτος. Η πορνεία αυξήθηκε με τεράστιους ρυθμούς, καθώς οι γυναίκες προσπαθούν να επιβιώσουν πουλώντας τα σώματά τους σε εκείνους που διαθέτουν χρήματα για να το αγοράσουν – κυρίως στους αχαρακτήριστους «νεόπλουτους» και τους ξένους. Ακόμα και εδώ πέφτουν θύματα της Μαφίας που απαιτεί το 20% όλων των συναλλαγών. Στα περιοδικά της Δύσης, οι Ρωσίδες γυναίκες διαφημίζονται δίπλα-δίπλα με τις γυναίκες από τις χώρες του τρίτου κόσμου σαν υποψήφιες σύζυγοι για άντρες που, για λόγους που όλοι μπορούν να μαντέψουν, δεν είναι ικανοί να βρουν σύντροφο από την δική τους χώρα. Στην εξευτελιστική σκλαβιά των γυναικών, που υποβιβάζονται σε εμπορεύματα, προστίθεται ο εξευτελισμός ενός τόπου που εξαναγκάζεται να υποταχθεί στο ζυγό της εκμετάλλευσης με το πιο καθαρή και αισχρή μορφή.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1993, ο τότε υπουργός Εργασίας Ι. Μέλιγκαν, ανακοίνωσε την λύση της κυβέρνησης για την ανεργία. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που θα ταίριαζε σε κάθε δεξιό αστό πολιτικό της Δύσης, είπε πως δεν έβλεπε καμιά ανάγκη για ειδικά προγράμματα που θα βοηθούσαν τις γυναίκες να επιστρέψουν στην εργασία. «Γιατί να προσπαθήσουμε να βρούμε εργασία στις γυναίκες, όταν οι άντρες είναι αδρανείς και με επιδόματα ανεργίας;» αναρωτήθηκε. «Αφήστε τους άντρες να εργάζονται και τις γυναίκες να φροντίζουν το σπίτι τους και τα παιδιά τους».

Αυτή η γλώσσα, που θα ήταν αδιανόητη στο παρελθόν, τώρα θεωρείται προφανής, σαν κάτι φυσιολογικό και αποδεκτό. Εδώ, ακόμα πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού, βλέπουμε το πραγματικό πρόσωπο της καπιταλιστικής αντεπανάστασης – απάνθρωπη, κτηνώδης, παραπλανητική – μια τερατώδης οπισθοχώρηση στις μέρες της Τσαρικής δουλείας, στην οποία κάθε δούλος είχε το δικαίωμα να εξουσιάζει σαν άρχοντας την γυναίκα και τα παιδιά του σε αντιστάθμισμα για την δική του οδυνηρή κατάσταση.

Αυτή η κατάσταση δεν υπάρχει μόνο στην Ρωσία. Στην πρώην Ανατολική Γερμανία οι εννιά στις δέκα γυναίκες είχαν εργασία πλήρους απασχόλησης. Η εργασία των γυναικών ήταν δικαίωμα. Για να γίνει εφικτός ο συνδυασμός εργασίας και οικογένειας, το κράτος παρείχε μεγάλης έκτασης υπηρεσίες φροντίδας για τα παιδιά και ένα χρόνο άδεια μετ’ αποδοχών για κάθε μωρό. Τώρα όλες αυτές οι κατακτήσεις της εθνικοποιημένης σχεδιασμένης οικονομίας έχουν καταργηθεί. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, το ένα τρίτο όλων των γυναικείων θέσεων εργασίας χάθηκαν, μέσα από την μαζική ανεργία στον δημόσιο τομέα, την κλωστοϋφαντουργία και την γεωργία. Ο Economist (18/7/98) ανέφερε πως:

«Τα τελευταία λίγα χρόνια, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών στην Ανατολική Γερμανία κυμαινόταν συνεχώς γύρω στο 20%, σχεδόν πέντε ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το ποσοστό των αντρών και σε ποσοστό διπλάσιο από εκείνο των αντρών και των γυναικών στην Δυτική Γερμανία. Οι γυναίκες της Ανατολικής Γερμανίας, στερημένες από τις εισοδηματικές τους δυνατότητες (καθώς και από το σύστημα φροντίδας των παιδιών), άρχισαν αμέσως να αποφεύγουν τις γεννήσεις. Ο ρυθμός γεννήσεων στην ανατολή υποδιπλασιάστηκε, πέφτοντας από το ήδη χαμηλό 1,56 παιδιά ανά γυναίκα το 1989, σε σχεδόν το μισό από αυτό και παραμένει σταθερά κάτω από το 1 παιδί ανά γυναίκα. Αλλά, οι γυναίκες της Ανατολικής Γερμανίας δεν εγκαταλείπουν τις δουλειές τους ή την προσπάθεια αναζήτησης εργασίας. Παίρνουν τα επιδόματα ανεργίας και συνεχίζουν να κάνουν αιτήσεις πρόσληψης».

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Στις ανεπτυγμένες χώρες, τον τελευταίο μισό αιώνα η κατάσταση των γυναικών έχει βελτιωθεί σημαντικά. Τουλάχιστον, στο νομικό μέρος οι γυναίκες έχουν τα ίδια νομικά δικαιώματα με τους άντρες. Έχουν την δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση και σε κάποιο βαθμό, έχουν βελτιώσει την πρόσβασή τους στην απασχόληση. Παρόλα αυτά, στις πρώην αποικιακές χώρες του κόσμου, που περιλαμβάνουν τα δύο τρίτα του ανθρώπινου πληθυσμού, αυτό δεν ισχύει. Η σκλαβιά των γυναικών είναι σήμερα χειρότερη από ότι ήταν σε κάθε άλλη στιγμή της ιστορίας. Κάθε χρόνο, 500.000 γυναίκες πεθαίνουν από προβλήματα στην διάρκεια της εγκυμοσύνης και σχεδόν άλλες 200.000 πεθαίνουν σε επεμβάσεις αμβλώσεων. Οι πρώην αποικιακές χώρες δαπανούν μόλις το 4% του ΑΕΠ τους για την υγεία, δηλαδή σχεδόν ένα κατά κεφαλήν μέσο όρο 41 δολ., σε σύγκριση με τα 1.900 δολ. που δαπανώνται αντίστοιχα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Υπολογίζεται πως 100 εκ. παιδιά ηλικίας ως 11 ετών δεν πηγαίνουν σχολείο. Τα δύο τρίτα από αυτά είναι κορίτσια. Ο κύριος λόγος για την εκτεταμένη φτώχια του τρίτου κόσμου είναι η διπλή λεηλασία των πόρων τους μέσω των όρων εμπορίου, και τα δύο τρις δολάρια του χρέους, που ο τρίτος κόσμος οφείλει στις τράπεζες της Δύσης.

Η απόλυτη κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και των γιγάντιων πολυεθνικών εγγυάται ότι και η τελευταία σταγόνα της υπεραξίας θα ξεζουμιστεί ανελέητα από τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, χωρίς καμιά διάκριση. Στην πραγματικότητα η παιδική εργασία υπάρχει ακόμα και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αλλά στην Ασία, την Αφρική και την Λατινική Αμερική αποτελεί τον κανόνα. Οι γονείς, που ζουν στα όρια της πείνας, δεν έχουν καμιά εναλλακτική λύση από το να πουλήσουν τα παιδιά τους στην απόλυτη σκλαβιά, που περιλαμβάνει το πιο κυνικό είδος δουλείας, την πορνεία. Η υπεραξία που απομυζάτε από τους εκπροσώπους του «ανθρωπιστικού» Χριστιανικού Δυτικού Πολιτισμού περιέχει το αίμα, τον ιδρώτα και τα δάκρυα εκατομμυρίων εκμεταλλευόμενων γυναικών και παιδιών, όπως ακριβώς και στις μέρες του Μαρξ. Οι αστοί προσποιούνται ότι είναι τρομοκρατημένοι από αυτή την κατάσταση, αλλά σε κάθε περίπτωση βάζουν τα χρήματα στην τσέπη τους.

Τεράστια μονοπώλια, όπως η Ντίσνεϋ και η Nike, βγάζουν τεράστια κέρδη από την εργασία των δούλων σε χώρες όπως η Αϊτή. Η διείσδυση του μεγάλου κεφαλαίου έχει ανατρέψει αλύπητα τις παλιές πατριαρχικές σχέσεις που υπήρχαν στο παρελθόν, όπως εξήγησαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στις σελίδες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Αυτό έχει δώσει ένα ιδιαίτερα θηριώδη χαρακτήρα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση στον τρίτο κόσμο. Η προστασία που προσφερόταν στις γυναίκες και τα παιδιά στο παρελθόν από τη μεγάλη οικογένεια και από τους κανόνες της κοινωνίας των φυλών και των γενών, έχει ολοκληρωτικά καταστραφεί και τίποτα δεν την έχει αντικαταστήσει. Έτσι, στην Ινδική χερσόνησο οι γυναίκες υποφέρουν ακόμα από τα παλιά μαρτύρια, που επιβλήθηκαν από την βάρβαρη οικονομική εκμετάλλευση του καπιταλιστικού συστήματος. Η αστική τάξη της Ινδίας, μισό αιώνα μετά την επονομαζόμενη «ανεξαρτησία», δεν έχει καταφέρει ακόμα ούτε καν να καταργήσει το σύστημα των καστών. Η βάρβαρη πρακτική του «sutee», όπου οι γυναίκες εξαναγκάζονται να ριχτούν στην νεκρική πυρά του νεκρού τους συζύγου, υπάρχει ακόμα. Εκατοντάδες τέτοια περιστατικά αναφέρονται κάθε χρόνο. Και εκείνες οι χήρες που διαφεύγουν από αυτή την μοίρα αντιμετωπίζονται σαν κοινωνικά αποβράσματα και παρίες που δεν έχουν κανένα δικαίωμα να ζουν. Ξυλοκοπούνται, εξωθούνται στην πείνα και εξευτελίζονται από τους συγγενείς τους, μέχρι να οδηγηθούν στην αυτοκτονία.

Σε ολόκληρη την Ασία, η γέννηση ενός κοριτσιού θεωρείται κακοτυχία στις αγροτικές κοινότητες. Η βρεφοκτονία των θηλυκών βρεφών είναι πολύ διαδομένη. Στην Κίνα, τα κρατικά ορφανοτροφεία είναι γεμάτα κυρίως από κορίτσια που έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Η αιτία είναι το ότι οι φτωχοί αγρότες χρειάζονται μεγάλες οικογένειες για να τους προσέχουν στην γεροντική τους ηλικία, σε κοινωνίες όπου δεν υπάρχει καμιά κοινωνική ασφάλιση ή υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας για τους ηλικιωμένους. Τα αγόρια σαν παιδιά είναι πιο γερά και μπορούν να κάνουν πολλών ειδών δουλειές, ενώ τα κορίτσια θέλουν προίκα για να παντρευτούν. Στην Ινδία, εάν η προίκα θεωρηθεί ελλιπής και μη ικανοποιητική, η νύφη μπορεί να δολοφονηθεί από την οικογένεια του γαμπρού. Αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί στην Ινδία στην αυγή του 21ου αιώνα. Τα πράγματα δεν είναι και πολύ καλύτερα στο Πακιστάν, όπου η Ισλαμική Σαρία είναι ο νόμος. Οι γυναίκες δεν έχουν σχεδόν κανένα δικαίωμα και μπορούν να διατεθούν όπως οι γονείς τους ή οι σύζυγοί τους θεωρούν πως τους αξίζει. Αλλά το Πακιστάν είναι ένας φιλελεύθερος παράδεισος σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατεί στο Αφγανιστάν υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν.

Πριν την επανάσταση του 1979, η κύρια οικονομική δραστηριότητα σο Αφγανιστάν ήταν η πώληση των γυναικών ως νύφες. Οι Αφγανοί Σταλινικοί επέβαλαν νόμους που έδιναν στις γυναίκες δικαιώματα. Τώρα όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί. Τα δικαιώματα καταργήθηκαν και οι γυναίκες περιορίστηκαν στο σπίτι τους. Από τη στιγμή που δεν επιτρέπεται να εργάζονται, είναι καταδικασμένες σε πείνα. Αυτός ο βάρβαρος νόμος εφαρμόζεται απαρέγκλιτα παρά το γεγονός ότι υπάρχει πολύ περιορισμένη εργατική δύναμη, σαν αποτέλεσμα των πάρα πολλών νεκρών αντρών από τον μακρόχρονο εμφύλιο πόλεμο. Δεν έχει καμία σημασία το ότι πολλές από αυτές τις γυναίκες έχουν τα προσόντα και τις ικανότητες να είναι δασκάλες και νοσοκόμες. Αν και χρειάζονται, αυτές δεν πρέπει να εργάζονται. Αυτό είναι το πραγματικό βάρβαρο πρόσωπο της Ισλαμικής αντίδρασης. Αλλά, εκείνοι που είναι πραγματικά υπεύθυνοι, είναι οι ιμπεριαλιστές της Ουάσιγκτον και οι πράκτορές τους στο Πακιστάν, που όπλισαν και χρηματοδότησαν αυτά τα τέρατα στον αγώνα τους ενάντια στον «Κομμουνισμό».

Στο Αφγανιστάν, ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών είναι άρρηκτα δεμένος με τον επαναστατικό αγώνα για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και την εκθρόνιση του τρομακτικού καθεστώτος της θρησκευτικής αντίδρασης. Οι γυναίκες στο Αφγανιστάν αποτελούν μια πανίσχυρη εφεδρεία για την επανάσταση. Το γεγονός αυτό γεννήθηκε από την εμπειρία του Ιράν. Μετά από είκοσι χρόνια Ισλαμικής αντίδρασης, οι μάζες έχουν κουραστεί από την αγριότητα των μουλάδων. Το βάρος του φανταμενταλισμού είναι ιδιαίτερα βαρύ για τις γυναίκες, που αρχίζουν ήδη να δείχνουν την ανυπακοή τους, όπως είδαμε και στον πρόσφατο ποδοσφαιρικό αγώνα (Σ. Μετ.: του αγώνα μεταξύ των εθνικών ομάδων Ιράν – ΗΠΑ για το μουντιάλ του 1998, που έληξε με νίκη των Ιρανών), όπου οι γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, παρά και ενάντια στους νόμους, τραγουδώντας και χορεύοντας μαζί με τους άντρες, χωρίς το «τσαντόρ», την ίδια στιγμή που οι μουλάδες ήταν εντελώς αδύναμοι να το αποτρέψουν. Και εδώ επίσης, οι γυναίκες θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην επερχόμενη επανάσταση στο Ιράν.

Ο Λένιν είπε κάποτε πως «ο καπιταλισμός είναι τρόμος χωρίς τέλος». Αυτός ο τρόμος επηρεάζει περισσότερο απ’ όλους τις γυναίκες και πιο κυνικά εκείνες του τρίτου κόσμου. Η αποτυχία του «σοσιαλιστικού» FLN να φέρει σε πέρας την επανάσταση στην Αλγερία έχει οδηγήσει την χώρα αυτή στο σημερινό αιματηρό αδιέξοδο. Οι τρομοκρατικές σφαγές αντρών, γυναικών και παιδιών, όπου ολόκληρα χωριά κυριολεκτικά σφαγιάζονται με μαχαίρια και αξίνες, συμβαίνουν με την σιωπηλή ανοχή της Δύσης. Είναι ξεκάθαρο πως αυτές οι ακρότητες δεν αποτελούν μονοπώλιο των Ισλαμιστών τρομοκρατών, αλλά είναι επίσης, ίσως κυρίως, δουλειά του στρατιωτικού καθεστώτος και των νεκρικών σπασμών του. Ανάμεσα σε όλα τα άλλα δεινά, οι γυναίκες ξεχωρίζουν επίσης και σαν στόχος απαγωγών και βιασμών. Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των γυναικών, λίγο αργότερα, αυτοκτονούν. Την χρήση του βιασμού σαν όπλο της αντίδρασης την είδαμε ξανά στην Ινδονησία, όπου το αντιδραστικό καθεστώς του Σουχάρτο οργάνωσε το πογκρόμ ενάντια στους Κινέζους, ακριβώς όπως έκανε το τσαρικό καθεστώς ενάντια στους Εβραίους. Αυτή η φρίκη μας αποκαλύπτει τι είναι ικανή να κάνει η άρχουσα τάξη. Παρόμοια φαινόμενα αναμένονται και στις ανεπτυγμένες χώρες στο μέλλον, αν οι εργάτες δεν πάρουν την εξουσία την επόμενη περίοδο.

Είναι καθήκον των Μαρξιστών, στις πρώην αποικιακές χώρες, να βάλουν το ζήτημα του αγώνα ενάντια στην σκλαβιά των γυναικών στην κορυφή των διεκδικήσεων τους. Πρέπει να χρησιμοποιηθεί κάθε μέσο για να κινητοποιηθούν οι γυναίκες και να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους. Μπορούμε να αρχίσουμε με την μαθητική νεολαία, που μπορεί να διαβάζει και να γράφει, και μετά να τους στείλουμε να κερδίσουν τις γυναίκες εργαζόμενες στις πόλεις και τα χωριά. Πρέπει να χρησιμοποιηθούν ειδικοί μέθοδοι προπαγάνδας, ώστε να φθάσουν οι ιδέες μας στις γυναίκες, όχι μόνο μέσα από γραπτά κείμενα, αλλά και ειδικές συναντήσεις όπου θα διαβάζονται δυνατά άρθρα και προκηρύξεις, θα παίζονται βιντεοταινίες κ.λπ. Θα πρέπει να οργανωθούν καμπάνιες για ειδικά ζητήματα που ενδιαφέρουν τις γυναίκες, είτε οικονομικού, είτε κοινωνικού, είτε δημοκρατικού χαρακτήρα. Οι εφημερίδες μας θα πρέπει να περιέχουν τακτικά άρθρα, και εάν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν ολόκληρη σελίδα, όπως έκαναν οι Μπολσεβίκοι στην Πράβδα πριν το 1914, που θα ασχολούνται με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες εργαζόμενες και αγρότισσες. Το κύριο βάρος της καταπίεσης πέφτει πάντα στις γυναίκες των φτωχότερων στρωμάτων της κοινωνίας. Όμως, ειδικά στον τρίτο κόσμο, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις σκληρής και απάνθρωπης συμπεριφοράς, ακόμα και σε γυναίκες των υπόλοιπων τάξεων. Οι Μαρξιστές πρέπει να αγωνιστούν ενάντια σε όλες τις κοινωνικές αδικίες, την ίδια στιγμή που θα βασίζονται στην εργατική τάξη που, από μόνη της, μπορεί να οδηγήσει την κοινωνία έξω από το κοινωνικό αδιέξοδο. Κάθε αδικία ενάντια στις γυναίκες πρέπει να καταδικαστεί.

Χωρίς να κτυπάμε τα θρησκευτικά αισθήματα, χρησιμοποιώντας την κατάλληλη γλώσσα, πρέπει να αποκαλύπτουμε τον ρόλο της θρησκείας. Ο αγώνας για την επανάσταση στην Ασία και την Μέση Ανατολή απαιτεί έναν ανελέητο αγώνα ενάντια σε κάθε είδος θρησκευτικού σκοταδισμού και φανταμενταλισμού, ο οποίος, ανεξάρτητα από την «αντι – ιμπεριαλιστική» δημαγωγία του, παίζει πάντα τον πιο αντιδραστικό ρόλο στην κοινωνία. Η χειραφέτηση των γυναικών θα είναι πάντα μια ουτοπία, αν δεν συνδεθεί άρρηκτα με τον αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκεία, που αναπόφευκτα υποθάλπει και διαιωνίζει την σκλαβιά των γυναικών.

Είναι απόλυτα αναγκαίο να κερδίσουμε γυναίκες στην επαναστατική οργάνωση. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο για να το πετύχουμε. Σε κοινωνίες, όπου οι κοινωνικές συνθήκες, η ψυχολογία, οι θρησκευτικές προκαταλήψεις και τα ταμπού, κάνει δύσκολο ή αδύνατο στις γυναίκες να συμμετέχουν στην ίδια οργάνωση με τους άντρες, θα πρέπει, κατ’ εξαίρεση, να σκεφτούμε την δημιουργία ξεχωριστών γυναικείων οργανώσεων, σαν ένα μεταβατικό μέτρο για να ξεπεράσουμε αυτά τα εμπόδια. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να υπάρχουν οι στενότερες δυνατές σχέσεις μεταξύ των γυναικείων οργανώσεων και της τάσης και στο βαθμό που είναι δυνατό, τουλάχιστον οι ηγετικές συντρόφισσες θα πρέπει να είναι μέλη των καθοδηγητικών οργάνων (Ε.Ε και Κ.Ε).

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑ

Η κρίση του καπιταλισμού εκφράζεται στην ύπαρξη υψηλών ποσοστών ανεργίας ακόμα και σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό επηρεάζει τις γυναίκες και τους νέους πιο σοβαρά από ότι άλλα τμήματα της κοινωνίας. Τα ποσοστά ανεργίας στις γυναίκες είναι πολύ υψηλότερα από το μέσο όρο. Και τα στοιχεία αυτά απέχουν συνήθως από την πραγματική κατάσταση αφού δεν υπολογίζουν ένα μεγάλο αριθμό γυναικών που έχουν χάσει κάθε ελπίδα να βρουν δουλειά και δεν μπαίνουν πλέον στον κόπο να παρουσιάζονται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας. Η γενική τάση προς την προσωρινή εργασία (πίσω από το προσωπείο της «ευελιξίας») έχει τα πιο καταστροφικά αποτελέσματα στις γυναίκες. Οι περισσότερες γυναίκες, ακόμα και χωρίς αυτό, ήταν ήδη καταδικασμένες στις πλέον κακοπληρωμένες και φρικτές συνθήκες εργασίας. Τώρα η κατάστασή τους γίνεται ακόμα χειρότερη. Η ανεξέλεγκτη επέκταση της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, που υποτίθεται ότι «ταιριάζει καλύτερα στις γυναίκες», είναι μια τέλεια δικαιολογία για να επιβάλουν τις συνθήκες αυτές στο πλέον ανυπεράσπιστο τμήμα της κοινωνίας, όπως παραδέχεται ο Economist:

«Στην Αμερική, με την επεκτεινόμενη οικονομία και την σφιχτή αγορά εργασίας, οι γυναίκες αποδεικνύονται θεόσταλτη τύχη για πολλούς εργοδότες. Συνήθως κοστίζουν λιγότερο από τους άντρες, είναι πιο καλά προετοιμασμένες στο να είναι «ευέλικτες» και λιγότερο προδιατεθειμένες να σηκωθούν να φύγουν αν οι συνθήκες εργασίας είναι φτωχές. Πολύ λίγες απ’ αυτές είναι μέλη εργατικών συνδικάτων. Η μόνη έκπληξη είναι ότι οι δείκτες ανεργίας των γυναικών στην Αμερική δεν είναι χαμηλότεροι από αυτούς των αντρών.» (The Economist,18/7/98).

Και προσθέτει:

«Πολλές είναι αυτό που οι οικονομολόγοι της αγοράς εργασίας αποκαλούν «μη-τυπικά εργαζόμενος», το είδος που ταιριάζει συνήθως καλύτερα στον τομέα των υπηρεσιών: μερική και προσωρινή απασχόληση, που περιλαμβάνει ακανόνιστες και ασυνήθιστες ώρες ή γίνεται στην βάση κάποιου συμβολαίου. Κάποιες απ’ αυτές είναι ανασφάλιστες και πολλές απ’ αυτές πληρώνονται πολύ άσχημα. Οι γυναίκες, αγχωμένες να βρουν ένα τρόπο ώστε να συνδυάζουν την δουλειά με την οικογένεια, έχουν αποδειχθεί πολύ πιο ευέλικτες και προσαρμοστικές από τους άντρες σ’ αυτό τον νέο τρόπο εργασίας» (Ίδιο).

Οι θέσεις μερικής απασχόλησης αυξάνονται παντού. Για πολλές γυναίκες, αυτός είναι ο μοναδικός τομέας εργασίας που μπορούν να σκεφτούν, για να μπορούν έτσι να συνδυάζουν την δουλειά με την οικογένεια. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με τις επιθυμίες των εργοδοτών, επειδή έτσι μπορούν να χρησιμοποιούν τους υπαλλήλους τους όπως θέλουν, να τους υποβάλουν σε πίεση για καλύτερες αποδόσεις και να τους πληρώνουν με ψίχουλα. Και συνεχώς αναδεικνύονται νέες ποικιλίες του θέματος. Η τελευταία είναι ο «τμηματικός» εργαζόμενος: γενικά, κάποιος που η δουλειά του δεν αναμένεται να κρατήσει. Τέτοιοι άνθρωποι εργάζονται σε ευρεία κλίμακα στις βιομηχανίες, κάνοντας προσωρινές δουλειές ή δουλειές με συμβόλαιο ή εργάζονται όποτε τους ειδοποιήσουν. Στην Αμερική, τελευταίες εκτιμήσεις του Υπουργείου Εργασίας τοποθετούν τον αριθμό τους σε σχεδόν 5,5 εκατομμύρια, όπου πάνω από τους μισούς είναι γυναίκες και οι μισές από αυτές είναι μερικής απασχόλησης. Πληρώνονται λιγότερο από τους μη – τμηματικούς συναδέλφους τους και, συνήθως, δεν έχουν υγειονομική περίθαλψη ή άλλα πρόσθετα επιδόματα και παροχές από τους εργοδότες τους.

Η Γερμανική ποικιλία λέγεται «δευτερεύουσα απασχόληση» και πολλοί οικονομολόγοι υπολογίζουν πως αναπτύσσεται αλματωδώς. Βασίζεται σε μια νομική διάταξη που απαλλάσσει τους εργαζόμενους που κερδίζουν λιγότερα από 620 μάρκα το μήνα από την υποχρέωση να συνεισφέρουν στο πλήρες (και πολύ δαπανηρό) Γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά τους εξαιρεί επίσης και από τα δικαιώματα σύνταξης και επιδομάτων ανεργίας. Μια εκτίμηση τοποθετεί τον συνολικό αριθμό των ανθρώπων που απασχολούνται μόνο σε τέτοιες «δευτερεύουσες» δουλειές σε πάνω από 4 εκατομμύρια και σχεδόν οι μισοί από αυτούς είναι γυναίκες.

«Λόγω των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, οι γυναίκες αφιερώνουν κατά μέσο όρο πολύ λιγότερες ώρες στην μισθωτή εργασία απ’ ότι οι άντρες» λέει σεμνότυφα ο Economist, «έτσι ώστε το μηνιαίο ή το ετήσιο εισόδημά τους να υστερεί ακόμα περισσότερο από εκείνο των αντρών, απ’ ότι οι ίδιοι οι μισθοί. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση σαν σύνολο, σχεδόν το ένα τρίτο όλων των εργαζομένων γυναικών εργάζονται λιγότερο από την κανονική βδομάδα εργασίας των αντρών των 35-40 ωρών (αν και αυτός ο μέσος όρος παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα), η συμμετοχή των μερικώς απασχολούμενων είναι μόλις 5 % περίπου και οι περισσότεροι από αυτούς είναι είτε φοιτητές, είτε ηλικιωμένοι εργαζόμενοι που πλησιάζουν στην σύνταξη. Στην Αμερική, ένα μικρότερο ποσοστό γυναικών εργάζονται σε μερική απασχόληση απ’ ότι στην Ευρώπη, αλλά ένα μεγαλύτερο ποσοστό αντρών. Τα στοιχεία για την Ιαπωνία είναι παρόμοια με εκείνα της Ευρώπης, αλλά πολλές γυναίκες «μερικά απασχολούμενες» εργάζονται σχεδόν σε ωράριο πλήρους απασχόλησης: απλά πληρώνονται λιγότερο από τους επίσημα εργαζόμενους με πλήρες ωράριο. Παντού η «μερική απασχόληση» μεταφράζεται ακόμα συχνά σε «δεύτερης κλάσης»». (The Economist, 18/7/98).

ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μια πρόσφατη έρευνα για τις εργαζόμενες γυναίκες που δημοσιεύτηκε στον Economist, σκιαγραφεί μια φρικιαστική εικόνα του είδους της υπερεργασίας που πλήττει τις σύγχρονες Αμερικανίδες – όχι μόνο τις εργάτριες αλλά και τις υπαλλήλους – και η οποία θα πρέπει να εξασκεί την πιο διαβρωτική επιρροή στην οικογενειακή ζωή και στις προσωπικές σχέσεις:

«Όπου εργάζονται και οι δύο γονείς (κάτι που είναι ο κανόνας εκτός των ανωτέρων στελεχών των εταιρειών) μια τυπική ημέρα θα αρχίζει πριν τα ξημερώματα με την προετοιμασία των παιδιών και την μεταφορά τους στο κέντρο ημερήσιας φροντίδας της εταιρίας (που επιδοτούνται αδρά). Οι γονείς περνούν στην συνέχεια μια μακριά μέρα στην δουλειά, παίρνουν τα παιδιά από το δεκάωρο περιορισμό τους στο παιδικό σταθμό, κάνουν μερικά ψώνια στο δρόμο προς το σπίτι, τρώνε, βάζουν τα άπλυτα στο πλυντήριο, καθαρίζουν τον χώρο, διαβάζουν στα παιδιά μια ιστορία για να κοιμηθούν και πέφτουν και οι ίδιοι για ύπνο, εντελώς εξουθενωμένοι. Και αυτές είναι οι μέρες που τίποτα δεν πάει άσχημα.

«Η κυρία Hochwchild βρήκε πως αυτοί οι εργαζόμενοι σπάνια παίρνουν γονικές άδειες, δουλεύουν σε ευέλικτες ώρες ή είναι διαθέσιμοι για κάθε άλλο είδος εργασίας προσφέρεται, φιλικής προς την οικογένεια. Αντίθετα, ξοδεύουν ακόμα περισσότερες ώρες στην δουλειά, κάνοντας συχνά αρκετές υπερωρίες πέρα από το βασικό τους ωράριο. Μερικές φορές χρειάζονται πραγματικά τα εισοδήματα από τις υπερωρίες. Αλλά πιο συχνά, αντιμέτωποι με το δίλημμα της πίεσης στην δουλειά ή της πίεσης στο σπίτι, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες επιλέγουν την δουλειά, όπου τουλάχιστον χαίρονται την επαφή τους με τους συναδέλφους, που τους συμπεριφέρονται με σοβαρότητα και πληρώνονται για τους κόπους τους, ενώ στο σπίτι αισθάνονται απομονωμένοι, δεδομένοι και συνθλίβονται από τις απαιτήσεις που δεν τελειώνουν ποτέ. Η δουλειά έχει γίνει σπίτι και το σπίτι έχει γίνει δουλειά.

«Βέβαια η πλειοψηφία των Αμερικανικών οικογενειών με παιδιά σχολικής ηλικίας ακολουθούν τώρα τον τρόπο ζωής όπως αυτός περιγράφεται στο βιβλίο της κυρίας Hochwchild» προσθέτει ο Economist (18/7/98).

Παρόλα αυτά, οι εργαζόμενοι αυτοί δεν είναι ικανοποιημένοι με την μοίρα τους. Πολλοί πάνω από τους μισούς θεωρούν την «έλλειψη χρόνου» σαν το μεγαλύτερο πρόβλημά τους. Αυτή είναι μια από τις κτυπητές αντιθέσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Σε μια εποχή, όπου οι πρόοδοι της επιστήμης και της τεχνολογίας μας παρέχουν την αναγκαία βάση για την επαναστατικοποίηση της ζωής των ανθρώπων, για την αποφασιστική βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντας και για μια πολύ μικρότερη βδομάδα εργασίας, εκατομμύρια άνθρωποι είναι καταδικασμένοι στην μιζέρια της αναγκαστικής αργίας και του επιδόματος ανεργίας, ενώ εκατομμύρια άλλοι, αρκετά «τυχεροί» που έχουν δουλειά, είναι εξαναγκασμένοι σε μια ζωή ατελείωτης μονοτονίας, με ατέλειωτες ώρες και τρομακτική πίεση στην δουλειά. Είναι καταδικασμένοι να θυσιάζουν την υγεία και την φυσική τους κατάσταση, όπως επίσης για την οικογενειακή τους ζωή και την επαφή με τα παιδιά τους.

Η ίδια η πρόοδος της τεχνολογίας χρησιμοποιείται για την αύξηση της σκλαβιάς του εργάτη στον εργοδότη, κάνοντας ακόμα και τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης να είναι σκλάβοι στο γραφείο για απεριόριστη εργάσιμη ημέρα. Καινοτομίες και ανακαλύψεις όπως τα θυριακά τηλέφωνα, κατάλληλα software και κυκλώματα με κάμερες, επιτρέπουν ένα εκπληκτικό επίπεδο ελέγχου πάνω στον εργαζόμενο, ακόμα και όταν δεν υπάρχει άμεση επιτήρηση. Η διαφορά μεταξύ εργασιακού χώρου και σπιτιού, μεταξύ των ωρών εργασίας και του ελεύθερου χρόνου, παύουν να έχουν το οποιοδήποτε νόημα. Η τυραννία του κεφαλαίου, η κυριαρχία του πάνω στους εργάτες και τις οικογένειές τους, γίνεται απόλυτη. Συνεπώς η ερώτηση που πρέπει να κάνουμε στους εαυτούς μας στο τέλος του 20ου αιώνα δεν είναι αν «υπάρχει ζωή μετά το θάνατο» αλλά, μάλλον, αν «υπάρχει ζωή πριν το θάνατο».

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΒΑΡΔΙΑ

Για να μπορέσουν να πάνε για δουλειά, οι γυναίκες που έχουν παιδιά θα πρέπει να βρουν κάποιο να τα προσέχει. Σε μια λογική κοινωνία, η αρχή της ελεύθερης παιδείας για όλους θα έπρεπε να επεκταθεί στα παιδιά μικρότερης ηλικίας, σε συνδυασμό με τις πιο ευνοϊκές ρυθμίσεις για γονικές άδειες μετ’ αποδοχών για τα πρώτα χρόνια. Αντί για αυτό, οι εργαζόμενες μητέρες είναι αναγκασμένες να αφήνουν τα παιδιά τους σε μη ικανοποιητικούς σταθμούς, με άτομα χωρίς τα κατάλληλα προσόντα και την απαραίτητη εμπειρία. Από τέτοιες περιπτώσεις έχουν υπάρξει τραγωδίες. Ο κίτρινος τύπος κάνει τις καλύτερες από αυτές τις δυνατότητες να στρέφονται ενάντια στις άτυχες γυναίκες. Αλλά είναι προσεκτικοί, ώστε να μην δείξουν πως φταίει η κοινωνία που δημιουργεί τις συνθήκες για αυτές τις φρικαλεότητες.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του Εθνικού Ινστιτούτου για την Παιδική Υγεία και την Ανθρώπινη Ανάπτυξη, περίπου το 80% των βρεφών στην Αμερική βρίσκονται τακτικά υπό την φροντίδα κάποιου άλλου εκτός της μητέρας τους, τους πρώτους 12 μήνες της ζωής τους. Οι περισσότερες αρχίζουν να φροντίζουν τα παιδιά τους πριν φτάσουν τεσσάρων μηνών. Τυπικά τα φροντίζουν περίπου 30 ώρες τη βδομάδα. Όμως προσθέτει πως:

«Οι περισσότερες από τις καταστάσεις αυτές είναι πολύ κάτω του αναμενόμενου, για οποιοδήποτε στάνταρ θα μπορούσε οποιοσδήποτε από μας να θεωρήσει ικανοποιητικό. Με το «ζόρι κατάλληλα», είναι ο καλλιτεχνικός όρος για να περιγράψει κανείς το τυπικό περιβάλλον παιδικής φροντίδας στην χώρα αυτή: σχεδόν το 15% – 20% είναι στην πραγματικότητα καταθλιπτικά, ακόμα και επικίνδυνα.» (Economist, 18/7/98)

Ακόμα και αυτές οι πρωτόγονες συνθήκες παραμένουν πολύ δαπανηρές για πολλές γυναίκες που είναι υποχρεωμένες να εγκαταλείψουν εντελώς την προσπάθεια να βρουν δουλειά. Παρά τα λόγια για την «χειραφέτηση» των γυναικών και τις «γυναικείες καριέρες» κ.λπ., πολλές παραμένουν παγιδευμένες στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, σχεδόν το ένα τρίτο των γυναικών σε εργάσιμη ηλικία περιγράφουν τους εαυτούς τους σαν «νοικοκυρές», σύμφωνα με την Ομάδα Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Οικογενειακής Φροντίδας, αν και πιθανά συμπεριλαμβάνονται και μερικές με δουλειές μερικής απασχόλησης. Όσο περισσότερα παιδιά έχουν τόσο πιο πιθανό είναι να είναι νοικοκυρές. «Αυτό δεν είναι απαραίτητα συνταγή ευτυχίας» λέει ο Economist.

«Σχεδόν σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι γυναίκες που βγαίνουν έξω και εργάζονται εμφανίζονται να είναι περισσότερο υγιείς και πιο ικανοποιημένες από την ζωή από εκείνες που δεν το κάνουν. Αλλά τουλάχιστον γλυτώνουν από την δεύτερη βάρδια: την εργάσιμη μέρα στο σπίτι, μετά την εργάσιμη μέρα στην δουλειά». (The Economist 18/7/95).

Εκατό χρόνια πριν, στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, είχε γραφτεί:

«Η συμμετοχή των γυναικών στην βιομηχανική δραστηριότητα σημαίνει την ολοκληρωτική καταστροφή της οικογενειακής ζωής των εργατών, χωρίς αυτή να αντικαθίσταται από μια ανώτερη μορφή οικογενειακών σχέσεων. Το καπιταλιστικό σύστημα της παραγωγής στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταστρέφει το απλό νοικοκυριό του εργαζόμενου άντρα, αλλά το στερεί από όλα τα χαρακτηριστικά εκτός από τα δυσάρεστα. Η συμμετοχή της γυναίκας σήμερα στη βιομηχανία δεν σημαίνει γι’ αυτήν ελευθερία από τα καθήκοντα του νοικοκυριού. Σημαίνει την προσαύξηση των προηγούμενων βαρών της από ένα ακόμα. Αλλά δεν μπορεί κάποιος να υπηρετεί δύο αφέντες. Το νοικοκυριό του εργαζόμενου άντρα υποφέρει όποτε η σύζυγός του πρέπει να βοηθήσει στην απόκτηση των αναγκαίων. Η σημερινή κοινωνία, στην θέση του ατομικού νοικοκυριού το οποίο καταστρέφει, προσφέρει μόνο μίζερα υποκατάστατα: συσσίτια με σούπες και ημερήσιες νοσοκόμες, όπου ψίχουλα από την φυσική και πνευματική τροφή των πλουσίων πετιούνται στις χαμηλότερες τάξεις.» (Κ. Κάουτσκυ, Η Ταξική Πάλη, σ. 26)

Αυτό παραμένει αλήθεια σήμερα. Οι γυναίκες υποφέρουν από διπλή σκλαβιά: μετά την σκλαβιά του χώρου εργασίας πηγαίνουν για «δεύτερη βάρδια» στο σπίτι. Για παράδειγμα, οι Γιαπωνέζες εργαζόμενες σύζυγοι, ξοδεύουν σχεδόν τρεισήμισι ώρες την ημέρα σε σπιτικά καθήκοντα – πέρα από την μισθωτή εργασία. Παρόμοια κατάσταση υπάρχει και σε άλλες επονομαζόμενες «πολιτισμένες» Δυτικές κοινωνίες.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα ήταν αδιανόητος χωρίς τον καθημερινό αγώνα για κατακτήσεις στον καπιταλισμό. Συνεπώς δεν είμαστε καθόλου αδιάφοροι για τους αγώνες για μεταρρυθμίσεις. Όμως, για τους Μαρξιστές, το πιο σημαντικό είναι, πως οι εργάτες μαθαίνουν μέσα από τον αγώνα. Ο κύριος σκοπός μας είναι να «εξηγήσουμε υπομονετικά» στις γυναίκες, αρχίζοντας από τις πιο συνειδητές και δραστήριες γυναίκες στα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα, την αναγκαιότητα για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, όχι μόνο εθνικά αλλά διεθνώς. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ανεβάσουμε το επίπεδό τους, να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον τους για τα ευρύτερα ζητήματα, για την θεωρία και τις ιδέες και να τις στρατολογήσουμε στην επαναστατική τάση. Πρέπει πάση θυσία να μην πέσουμε στην παγίδα που χαρακτηρίζει τόσο τους ρεφορμιστές όσο και τους σεχταριστές και τις φεμινίστριες, στην αντίληψη δηλαδή πως οι γυναίκες ενδιαφέρονται μόνο για τα «γυναικεία ζητήματα». Είναι πολύ σοβαρό λάθος να υποτιμήσουμε το ενδιαφέρον των γυναικών για τα ευρύτερα ζητήματα και τις γενικότερες ιδέες. Αντίθετα μάλιστα, οι καλύτερες γυναίκες θα προσελκυσθούν και θα ενθουσιαστούν από τις επαναστατικές θεωρίες του Μαρξισμού και είναι δικό μας καθήκον να ανεβάζουμε σταθερά το επίπεδο των ανθρώπων στην περιφέρειά μας.

Ο αγώνας για τα συμφέροντα των γυναικών πρέπει να αρχίσει στους χώρους εργασίας. Η μάχη για την οργάνωση των γυναικών στα συνδικάτα και ο αγώνας για ικανοποιητικούς μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, όπως επίσης και για πλήρη ισότητα των αντρών και των γυναικών εργαζομένων, αποτελούν τα πρώτα καθήκοντα των Μαρξιστών. Οι γυναίκες εργαζόμενες αποτελούν ένα τεράστιο επαναστατικό δυναμικό για το εργατικό κίνημα, το οποίο η στενοκέφαλη και συντηρητική συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι ικανή να εκμεταλλευτεί. Οι νέες συνθήκες παραγωγής και η τεράστια επέκταση της επονομαζόμενης «βιομηχανίας υπηρεσιών» έχουν οδηγήσει σε τεράστια αύξηση του αριθμού των γυναικών που εργάζονται σε απάνθρωπες συνθήκες, όπου η μεγαλύτερη πλειοψηφία τους δεν είναι οργανωμένη σε συνδικάτα. Οι Μαρξιστές στα συνδικάτα θα πρέπει να πάρουν τις πρωτοβουλίες, όπου αυτό είναι δυνατόν, και να εντείνουν την απαίτηση για μια εξόρμηση με σκοπό την οργάνωση στα συνδικάτα των ανοργάνωτων στρωμάτων και ειδικά των γυναικών και των νεολαίων.

Το βασικό ζήτημα είναι οι απαράδεκτες διακρίσεις ενάντια στις γυναίκες στους χώρους εργασίας. Οι γυναίκες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, πληρώνονται κατά μέσο όρο λιγότερο απ’ ότι οι άντρες – σχεδόν 20 – 30% λιγότερο – για ανάλογες εργασίες. Και χαμηλότεροι μισθοί σημαίνουν συνήθως χαμηλότερα ή και καθόλου επιδόματα και μικρότερη σύνταξη. Αυτό είναι κακό όχι μόνο για τις γυναίκες, αλλά και για τους άντρες. Η αποδοχή των χαμηλών μισθών για οποιαδήποτε ομάδα εργαζομένων έχει σαν αποτέλεσμα την πίεση προς τα κάτω των μισθών και των συνθηκών δουλειάς γενικά. Η αποδοχή πως οι γυναίκες και οι νέοι θα πληρώνονται λιγότερα χρήματα, απ’ ότι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, είναι τελείως αντιδραστική, διασπαστική και αντι – παραγωγική. Εξηγεί επίσης την αδιαφορία πολλών γυναικών για τα εργατικά συνδικάτα, που δεν κάνουν τίποτα για αυτές, Η οργάνωση όσων δεν είναι μέλη αποτελεί θεμελιώδες καθήκον των εργατικών συνδικάτων, ειδικά την σημερινή εποχή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο αγώνας για την κατάκτηση «ίσων αμοιβών για εργασία ίσης αξίας». Η αρχή της «ίσης αμοιβής για την ίδια δουλειά» μπορεί εύκολα να διαστρεβλωθεί και να μην εφαρμοστεί από τους καπιταλιστές, από την στιγμή που είναι συχνά δύσκολο ή αδύνατο να συγκριθούν οι διαφορετικές εργασίες που κάνουν οι άντρες και οι γυναίκες σε διαφορετικά τμήματα παραγωγής.

Όπως το έθεσε η πρόσφατη έρευνα του Economist:

«Αυτή τη φορά, τελείως βολικά, βρήκαν την δουλειά να τους περιμένει. Καθώς οι ανεπτυγμένες οικονομίες αναδιαρθρώνονταν, δημιουργούνταν πολλές δουλειές από τον νέο κλάδο υπηρεσιών, που ήταν τελείως διαφορετικές από τις παραδοσιακά ασφαλείς, πλήρους απασχόλησης, ετήσιας βάσης εργοστασιακές δουλειές που συνήθως τις κάνουν άντρες. Πολλές από αυτές τις νέες θέσεις εργασίας ήταν μερικής απασχόλησης ή περιελάμβαναν ακανόνιστες ώρες, που προσέφεραν και απαιτούσαν κάποιο βαθμό ευελιξίας που συχνά ταίριαζαν σε γυναίκες. Επίσης, πολλές από αυτές τις θέσεις εργασίας ήταν σε χαμηλού επιπέδου και χαμηλών αποδοχών κλάδους, όπως πωλήσεις, catering και καθαριότητας και προσέλκυαν πολύ λίγο τους άντρες μεροκαματιάρηδες». (The Economist, 18/7/98).

Σε χώρους όπου εργάζονται πολλές γυναίκες αλλά λίγοι άντρες, τα επίπεδα των μισθών τείνουν να είναι χαμηλά. Αυτό ισχύει κυρίως στις πωλήσεις, στην καθαριότητα και στο catering και κάπως λιγότερο σε θέσεις εργασίας όπως νοσοκόμες και καθηγητές, όπου ο βασικός εργοδότης είναι ο δημόσιος τομέας. Με τόσες πολλές γυναίκες συγκεντρωμένες σε δουλειές χαμηλών αποδοχών, δεν αποτελεί πλέον έκπληξη πως, παρά την υπερπροσφορά νομοθετημάτων για την ισότητα μισθών, υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα εισοδήματα των αντρών και των γυναικών σε όλες τις χώρες. Σαν αποτέλεσμα της πίεσης από τις γυναίκες εργαζόμενες και τα εργατικά συνδικάτα, το χάσμα μικραίνει: για παράδειγμα, στην Αμερική, τα τελευταία 20 χρόνια η ωριαία αμοιβή των γυναικών έχει αυξηθεί από το 64% στο 80% εκείνης των αντρών. Αλλά η διαφοροποίηση εξακολουθεί να υπάρχει και όσο πιο χαμηλά πηγαίνουμε στην κλίμακα μισθών, τόσο πιο μεγάλη γίνεται η διαφοροποίηση. Αν και οι νέοι, χωρίς παιδιά, ειδικευμένοι εργάτες και των δύο φύλων που εργάζονται με πλήρες ωράριο στις ΗΠΑ συχνά πληρώνονται με παρόμοιους μισθούς, οι χαμηλά αμειβόμενες γυναίκες εργαζόμενες στις κακοπληρωμένες βιομηχανίες, πληρώνονται μόλις τμήμα του μέσου μισθού των αντρών που εργάζονται στην βιομηχανία.

Οι γυναίκες υπόκεινται επίσης σε διακρίσεις και εξ’ αιτίας της φυσικής λειτουργίας της εγκυμοσύνης. Στην σημερινή κοινωνία, το να έχεις παιδί, που θα έπρεπε να είναι λόγος για γιορτή, είναι συχνά δυστυχές πλήγμα, ειδικά για την μητέρα. Συχνά σημαίνει το χάσιμο ολοκληρωτικά της δουλειάς της και τον ξεπεσμό στην απόλυτη φτώχια και στην εξευτελιστική εξάρτηση από άθλια κρατικά επιδόματα. Ο αστικός τύπος, ειδικά στην Βρετανία και στην Αμερική, αποκαλεί κυνικά τις άγαμες μητέρες σαν παράσιτα «που ζουν σε βάρος του κράτους», χωρίς να εξηγούν πως αυτές οι γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας και περιθωριοποιούνται από την κοινωνία με τον πιο άγριο και απάνθρωπο τρόπο. Αλλά ακόμα και αν καταφέρει να κρατήσει κάποια δουλειά, αυτό θα σημαίνει απλά μια σταγόνα επιπλέον εισοδήματος. «Αλλά από την στιγμή που οι γυναίκες αρχίζουν να έχουν παιδιά, η σχετική αμοιβή τους ελαττώνεται, και όσο περισσότερα παιδιά έχουν, τόσο περισσότερο οι αμοιβές τους μειώνονται». (The Economist, 18/7/98)

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ Ή ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ;

Οι μαρξιστές πρέπει να ασχοληθούν πολύ ενεργητικά με τα προβλήματα των γυναικών, αγωνιζόμενοι ενάντια στην ανισότητα και σε κάθε εκδήλωση καταπίεσης, διάκρισης και αδικίας. Αλλά πρέπει πάντα να το κάνουν αυτό από ταξική σκοπιά. Την ίδια στιγμή που θα αγωνίζονται με σθένος για κάθε μεταρρύθμιση που αντιπροσωπεύει μια πραγματική πρόοδο για τις γυναίκες, πρέπει να εξηγούν πως ο μόνος δρόμος για την πραγματική επίτευξη της πλήρους χειραφέτησης των γυναικών – και όλων των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας – είναι μέσω της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό απαιτεί την μέγιστη ενότητα αντρών και γυναικών εργαζόμενων στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Κάθε τάση που στρέφει τις γυναίκες ενάντια στους άντρες, ή διαιρεί και διαχωρίζει τις γυναίκες από το υπόλοιπο εργατικό κίνημα στο όνομα της «γυναικείας απελευθέρωσης» ή για οτιδήποτε άλλο, είναι ολοκληρωτικά αντιδραστική και πρέπει να καταπολεμηθεί ενεργά.

Ο αγώνας είναι για την ιερή ενότητα του προλεταριάτου, ανεξάρτητα φύλου, φυλής, χρώματος, θρησκείας ή εθνικότητας. Συνεπώς, ο αγώνας για την υπόθεση των γυναικών προϋποθέτει απαραίτητα ένα αδιαπραγμάτευτο αγώνα ενάντια σε κάθε είδος αστικού ή μικροαστικού φεμινισμού. Τέτοιες τάσεις, όπου αποκτήσουν επιρροή στο εργατικό κίνημα, καταλήγουν χωρίς εξαίρεση στα χέρια των πιο αντιδραστικών στοιχείων και παίζουν διασπαστικό ρόλο σκορπώντας σύγχυση στις γυναίκες που κινούνται στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Και σ’ αυτό, όπως και σε όλα τα άλλα ζητήματα, πρέπει να έχουμε μια αδιαπραγμάτευτη ταξική θέση. Όπως έχουμε δει, το Μπολσεβίκικο κόμμα και η Κομμουνιστική Διεθνής, στις θέσεις και τις αποφάσεις τους, μιλούν πάντα για τις «εργαζόμενες γυναίκες» και όχι για τις γυναίκες γενικά. Είναι αυτονόητο πως ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες του προλεταριάτου, μαζί με τις νοικοκυρές, τις άνεργες γυναίκες, τις φοιτήτριες κ.λπ. Αλλά το αποφασιστικό στοιχείο είναι οι εργαζόμενες γυναίκες που σήμερα αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο και αναπτυσσόμενο τμήμα της εργατικής τάξης.

Η απλή επίτευξη της νομικής κατοχύρωσης των «ίσων δικαιωμάτων», χωρίς τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, είναι πολύ αναποτελεσματική και αφήνει ανέγγιχτες τις θεμελιώδεις αιτίες της καταπίεσης των γυναικών στην καπιταλιστική κοινωνία. Την τελευταία περίοδο πολλές από τις «υποτιθέμενες βελτιώσεις» που σχετίζονται με τις «θετικές διακρίσεις», στην πραγματικότητα έχουν λειτουργήσει σαν κανάλι για την άνοδο ενός στρώματος μικροαστών καριεριστών. Στην τελευταία δεκαετία, η φωνή του αγωνιστικού μικροαστικού φεμινισμού, που ήταν προηγουμένως τόσο σκληρή στα αιτήματά της για «ισότητα» (το δικαίωμα να υπάρχουν γυναίκες παπάδες, διευθυντές κ.λπ.) γίνεται όλο και πιο χαμηλή. Γιατί; Επειδή, οι μικροαστές φεμινίστριες σε μεγάλο βαθμό έχουν κερδίσει εκείνα τα οποία ζητούσαν.

Οι αστοί δημιούργησαν λίγο χώρο για γυναίκες διευθυντές, δικαστές, τραπεζίτες, γραφειοκράτες και παπάδες. Η προώθηση των γυναικών σε ενδιάμεσες διευθυντικές θέσεις έχει αυξηθεί από σχεδόν 4% στο 40% του συνόλου, τα τελευταία 20 χρόνια στις ΗΠΑ. Σήμερα οι 419 από την λίστα των 500 του fortune (δηλαδή των πλουσιότερων εταιρειών στον κόσμο), έχουν τουλάχιστον μια γυναίκα στο Διοικητικό Συμβούλιο, και το ένα τρίτο από αυτές έχουν δυο ή παραπάνω. Οι μεγαλύτερες εταιρίες είναι μακράν καλύτερες στην προώθηση γυναικών από εκείνες που είναι χαμηλότερα στην λίστα του fortune. Άρα λοιπόν, κάποιες γυναίκες τα πάνε πολύ καλά. Αυτές οι αστές και μικροαστές καριερίστριες ήταν πάντα υπέρ της χειραφέτησης των γυναικών «μιας – μιας, ξεκινώντας από τις ίδιες».

Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε πάντα αδιαπραγμάτευτα αντίθετοι στον αστικό και μικροαστικό φεμινισμό. Δεν έχει τίποτα κοινό με τον πραγματικό αγώνα για την χειραφέτηση των γυναικών που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ανατροπή του καπιταλισμού. Από την στιγμή που αυτές οι γυναίκες «καριέρας» έχουν λύσει τα προσωπικά τους «προβλήματα» μέσα στα όρια του καπιταλισμού, είναι αρκετά ευτυχισμένες ώστε να ξεχνούν σχεδόν το 99% των γυναικών που υποφέρουν την σκληρότερη καταπίεση και εκμετάλλευση, ενώ οι πρώην «φεμινίστριες» στρατεύονται στις γραμμές των εκμεταλλευτών. Ένα παρόμοιο φαινόμενο έχει εμφανιστεί και με τους μαύρους της μεσαίας τάξης που έχουν κάνει περιουσίες από την «βιομηχανία σχέσεων με τους έγχρωμους» τα τελευταία χρόνια. Η άρχουσα τάξη μπορεί πάντα να κάνει αυτού του είδους τις «παραχωρήσεις» σε κάποια στιγμή που με κάποιο τρόπο απειλείται η εξουσία της.

Τασσόμαστε ενάντια στις «θετικές διακρίσεις», είτε για τις γυναίκες, είτε για τους μαύρους, είτε για οποιοδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα. Είναι ένα μικροαστικό αίτημα που λειτουργεί αποπροσανατολιστικά ως προς τις βασικές αιτίες της ανισότητας. Αλλά η ίδια η φύση της, η καθιέρωση ενός αυθαίρετου ποσοστού για γυναίκες, μαύρους κ.λπ. λειτουργεί σαν κανάλι για την ανέλιξη μιας μειοψηφίας καριεριστών που δίνει την εντύπωση πως «κάτι γίνεται» και την ίδια στιγμή αφήνει ανέγγιχτο το βασικό πρόβλημα. Αυτή η μέθοδος δεν δίνει μια γνήσια απάντηση στο πρόβλημα των διακρίσεων, αλλά απλά αποπροσανατολίζει και λειτουργεί συμβολικά. Επιπρόσθετα, είναι συνήθως μια μέθοδος που χρησιμοποιείται από την γραφειοκρατία για να γεμίσει τις αριστερές ηγετικές επιτροπές αγώνα, τα συμβούλια και τα κοινοβούλια με γυναίκες ή μαύρους καριερίστες και ανδρείκελα. Η πιο καθαρή περίπτωση του φαινομένου αυτού είναι οι ΗΠΑ, όπου η μέθοδος αυτή έχει εφαρμοστεί με επιδεξιότητα από τους αστούς για να εξουδετερώσει το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων, δημιουργώντας ένα αρκετά μεγάλο στρώμα μαύρων καριεριστών μέσα από την «φυλετική βιομηχανία».

Παρόλα αυτά, όπου υπάρχει το σύστημα των ποσοστώσεων στις εργατικές οργανώσεις (όπως στην Σουηδία, όπου είναι πολύ εκτεταμένο), μπορεί μερικές φορές να χρησιμοποιηθεί από τους Μαρξιστές και άλλους αριστερούς για να πετύχει εκλογή αντιπροσώπων στις ηγετικές επιτροπές κ.λπ. Θα πρέπει να εκμεταλλευόμαστε τέτοια ανοίγματα ώστε να στρέφουμε τα όπλα της γραφειοκρατίας εναντίον της. Με τον ίδιο τρόπο, ενώ δεν προκαλούμε την δημιουργία ξεχωριστών γυναικείων οργανώσεων στο εργατικό κίνημα, όπου υπάρχουν ήδη γυναικεία τμήματα, είτε στα συνδικάτα είτε στα κόμματα, θα πρέπει να συμμετέχουμε σε αυτά, χρησιμοποιώντας τα σαν πλατφόρμες για τις Μαρξιστικές ιδέες και προσπαθώντας να κερδίσουμε τις καλύτερες από τις γυναίκες στο Μαρξισμό. Τέτοιου είδους δουλειά μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα στην προώθηση της γενικότερης δουλειάς μας στις εργατικές οργανώσεις, εκλέγοντας συνέδρους σε συνδιασκέψεις κ.λπ.

Η ΑΠΕΙΛΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Οι γυναίκες έχουν συγκεκριμένα προβλήματα για τα οποία πρέπει να φροντίσουμε. Δεν είναι μόνο τα ζητήματα των διακρίσεων στους χώρους εργασίας, οι χαμηλότεροι μισθοί στην βάση του φύλου, η απουσία δικαιωμάτων κ.λ.π., αλλά επίσης και ζητήματα που συνδέονται με την μητρότητα, την εγκυμοσύνη κ.λ.π. Ο ρόλος των γυναικών σαν φορείς γέννησης παιδιών δημιουργεί την ανάγκη για ειδικά δικαιώματα προστασίας των εγκύων και των μητέρων. Η εισαγωγή της τυπικής ισότητας, αν και αποτελεί ένα βήμα μπροστά, δεν λύνει το θεμελιώδες πρόβλημα των γυναικών:

«Το πιο ριζοσπαστικό φεμινιστικό αίτημα – η επέκταση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες για την λειτουργία του αστικού κοινοβουλευτισμού – δεν λύνει το ζήτημα της πραγματικής ισότητας για τις γυναίκες, ειδικά εκείνων που ανήκουν στις τάξεις χωρίς περιουσία. Η εμπειρία των εργαζομένων γυναικών σε όλες εκείνες τις καπιταλιστικές χώρες στις οποίες, τα τελευταία χρόνια, η αστική τάξη έχει εισαγάγει νομικά την τυπική ισότητα των φύλων, το κάνει ξεκάθαρο. Η ψήφος δεν καταστρέφει την πρωταρχική αιτία της γυναικείας σκλαβιάς στην οικογένεια και την κοινωνία. Κάποια αστικά κράτη έχουν υποκαταστήσει τους θρησκευτικούς (και αδιάλυτους) γάμους με τον πολιτικό γάμο. Αλλά όσο η προλετάρια γυναίκα παραμένει οικονομικά εξαρτημένη από τον καπιταλιστή – αφεντικό και το σύζυγό της, αυτόν που φέρνει το ψωμί και με την απουσία μαζικών μέτρων προστασίας της μητρότητας και παιδικής φροντίδας, με την παροχή κοινωνικής πρόνοιας και μόρφωσης για τα παιδιά, αυτό δεν μπορεί να εξισώσει την θέση της γυναίκας στο γάμο, ή να λύσει το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ των φύλων» (Θέσεις, Αποφάσεις και Διακηρύξεις των πρώτων τεσσάρων Συνεδρίων της Τρίτης Διεθνής, σ. 215).

Ολόκληρη η ιστορία των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που επηρέασαν τις γυναίκες τον τελευταίο αιώνα έχει αποδείξει την ορθότητα των παραπάνω διαπιστώσεων.

Τα προβλήματα των γυναικών δεν σταματούν στο εργοστάσιο ή στην πόρτα του γραφείου, αλλά επεκτείνονται στο σπίτι και στην οικογένεια. Πρέπει να αγωνιστούμε για την κατάργηση όλης της νομοθεσίας των διακρίσεων, για την πλήρη ισότητα των αντρών και των γυναικών ως προς το νόμο. Για πλήρη δικαιώματα στο διαζύγιο και τις αμβλώσεις. Για πλήρη πρόσβαση στην αντισύλληψη και στα επιδόματα υγείας. Για ολοκληρωτική, ελεύθερη και καλής ποιότητας νοσοκομειακή κάλυψη και παιδική φροντίδα σε όλες τις ηλικίες. Θα πρέπει να επεξεργαστούμε ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, που θα προκύπτουν από τις άμεσες και πιο επείγουσες ανάγκες των γυναικών σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στους χώρους εργασίας, αλλά και στο σπίτι, την παιδική φροντίδα, την εκπαίδευση, την πρόσβαση στην κατοικία, τις δημόσιες μεταφορές, τις συντάξεις, τις άδειες, τα νομικά δικαιώματα κ.λπ.

Ενώ ο αγώνας είναι σωστός και αναγκαίος για κάθε προοδευτικό αίτημα που τείνει να βελτιώσει την θέση των περισσοτέρων γυναικών, είναι επιβεβλημένο να επενδύονται αυτά τα αιτήματα με ένα ταξικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα, θα πρέπει να απαιτείται η καθιέρωση συστήματος νοσοκομειακής περίθαλψης, πλήρους και ελεύθερης καθημερινής πρόσβασης, σε βάρος των εργοδοτών. Εάν θέλουν οι γυναίκες να εργάζονται για αυτούς, ας πληρώσουν γι’ αυτό από τα κέρδη τους. Αν τα αφεντικά δεν αντέχουν να πληρώσουν για αξιοπρεπείς ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, τότε ας πάνε στο διάβολο και αυτοί και το σύστημά τους. Ο καθημερινός αγώνας για τα δικαιώματα των εργαζομένων γυναικών δεν αποτελεί από μόνος του τελικό σκοπό, αλλά είναι ένα μέσο για να αποκτήσουν οι γυναίκες συνείδηση της θέσης τους σαν μέλη της εκμεταλλευόμενης τάξης και της ανάγκης να αγωνιστούν για μια διαφορετική μορφή κοινωνίας όπου θα αναγνωριστούν πλήρως τα δικαιώματά τους σαν ανθρώπινα όντα.

Η παρακμή του σημερινού συστήματος απειλεί ολόκληρη την βάση της πολιτισμένης ζωής. Παράλληλα με τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που προκαλούνται από την φτώχεια, τους χαμηλούς μισθούς και την ανεργία, το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με τα όλο και εντονότερα προβλήματα των ναρκωτικών, της εγκληματικότητας και της κάθε είδους εκμετάλλευσης, που πάνω απ’ όλους απειλεί τις γυναίκες, τα παιδιά και τους νέους. Οι αντιδραστικοί και οι παπάδες παραπονούνται για τα συμπτώματα της «ηθικής παρακμής», αλλά είναι ανίκανοι να την συνδέσουν με την κρίση του συστήματος στο οποίο ζούμε. Είναι καθήκον του εργατικού κινήματος να αγωνιστεί για την υπεράσπιση των στοιχείων του πολιτισμού και της κουλτούρας που υπάρχουν και απειλούνται από την παρακμή του καπιταλισμού. Η παλιά οικογένεια τείνει πλέον να διαλυθεί, αλλά δεν υπάρχει τίποτα να την αντικαταστήσει. Σαν αποτέλεσμα, εκατομμύρια γυναίκες, οι περισσότερες από τις οποίες νέες και ανυπεράσπιστες, βρίσκονται αντιμέτωπες με μια ζωή μιζέριας και εξευτελισμού σε «μονογονεϊκές οικογένειες», εξαρτώμενες από την υποτιμητική ελεημοσύνη της κρατικής γραφειοκρατίας. Και σαν να μην είναι αρκετά αυτά που ήδη υποφέρουν, οι αστοί υποκριτές διεξάγουν ένα ανελέητο αγώνα να τις ενοχοποιήσουν, να τις εξευτελίσουν και να τις κτυπήσουν, περιγράφοντάς τες σαν κοινωνικά αποβράσματα που «ζουν σε βάρος της κοινωνίας» (αυτό ακριβώς που κάνουν οι αστοί).

Στην Βρετανία, μια από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Μπλέρ ήταν να επιτεθεί στα επιδόματα που έπαιρναν οι άγαμες μητέρες. Πιο πρόσφατα, μια γυναίκα πολιτικός της Αυστραλίας, η κα Πωλίν Χάνσον, ηγέτης του κωμικά ονομαζόμενου «Κόμματος του ενός Έθνους», ζήτησε να περικοπούν τα επιδόματα πρόνοιας των άγαμων μητέρων εάν αυτές κάνουν δεύτερο παιδί. «Πρόκειται να απογοητευτώ πραγματικά από εκείνες τις άγαμες μητέρες που συνεχίζουν να κάνουν το ένα παιδί μετά το άλλο με διαφορετικούς πατεράδες σε βάρος των φορολογούμενων» είπε πρόσφατα. Στην Αυστραλία, υπάρχουν 360.000 μονογονεϊκές οικογένειες που επιδοτούνται συνολικά με 2,9 δις δολάρια το χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό πρόνοιας που ανέρχεται συνολικά σε 42 δις δολάρια. Ο μέσος όρος ηλικίας αυτών των γυναικών είναι 33 έτη και επιδοτούνται σχεδόν 170 δολάρια Αυστραλίας (107 δολ. ΗΠΑ) κατά μέσο όρο την εβδομάδα για να ταΐσουν, να ντύσουν και να πληρώσουν τα έξοδα του σπιτιού για τις οικογένειές τους, ωφελώντας στην πραγματικότητα το κράτος, αφού γλυτώνει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό δαπανών που θα χρειαζόταν, αν αυτά τα παιδιά μεγάλωναν σε ορφανοτροφεία. Παρόμοια παραδείγματα επιθέσεων σ’ αυτό το ανυπεράσπιστο τμήμα της κοινωνίας, κάτω από την δικαιολογία της επίθεσης στην δήθεν «αντίληψη της εξάρτησης» μπορούν να παρατεθούν από όλες τις χώρες. Είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα των αρετών της υποκριτικής «Χριστιανικής ηθικής» στην υπηρεσία των απάνθρωπων καπιταλιστικών περικοπών. Μας λέει επίσης πολλά για την στάση της αστικής κοινωνίας ως προς τις γυναίκες και τα παιδιά.

Η θέση των διαζευγμένων γυναικών είναι επίσης ένα ταξικό ζήτημα. Οι επιπτώσεις του διαζυγίου και της «μονογονεϊκής φροντίδας» είναι πολύ διαφορετικές και εξαρτώνται από το σε ποια τάξη ανήκει η γυναίκα. Πρόσφατα ένας Αμερικανός δικαστής παραχώρησε στην διαζευγμένη γυναίκα του εκατομμυριούχου Ρόμπερτ Γκόλντμαν, του επικεφαλής της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων του Κογκρέσου, το 50% της περιουσίας του, που έφτανε τα 100 εκ. δολάρια. «Καλωσορίζουμε τις νέες δικαστικές αποφάσεις για τα διαζύγια», γράφει το περιοδικό Business Week (5/9/98).

«Πανίσχυρες πολιτιστικές, νομικές και οικονομικές δυνάμεις συνδυάζονται ώστε να κάνουν τον τερματισμό ενός γάμου στις ΗΠΑ πιο δαπανηρό από πότε – ειδικά για τους υψηλά ισταμένους και καλά αμειβόμενους επιχειρηματίες. Και αυτό με την σειρά του κάνει ολόκληρη την διαδικασία του διαζυγίου, που ποτέ δεν ήταν ευχάριστη έτσι και αλλιώς, πολύ πιο άσχημη. Οι σύζυγοι επενδύουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, σε μυστικά τραστ της Καραϊβικής, οι γυναίκες κατηγορούν τους πρώην συζύγους τους για κακομεταχείριση και οι δικηγόροι γίνονται όλο και πλουσιότεροι με αμοιβές που φτάνουν σε επταψήφια νούμερα».

Οι αστοί κοινωνιολόγοι παρουσιάζουν την «σύγχρονη» μονογονεϊκή οικογένεια σαν ένα τέλειο παράδειγμα της κοινωνικής προόδου και της χειραφέτησης. Τα τελευταία 20 χρόνια, το Γραφείο Απογραφών των ΗΠΑ αναφέρει πως ο αριθμός των γυναικών που ζουν μόνες έχει διπλασιαστεί φθάνοντας τα 15 εκατ. Ένα πρόσφατο βιβλίο με τίτλο Η Γυναίκα που Αυτενεργεί – Ανακαλύπτοντας ξανά τις γυναίκες σε μια Μοναχική Ζωή, παρουσιάζει μια ιδεατή εικόνα αυτών των γυναικών καριέρας: «Οι ανύπαντρες μητέρες αγοράζουν αυτοκίνητα, γεννούν ή υιοθετούν παιδιά και ανέρχονται σε θέσεις με επιρροή» συμπεραίνει. Όμως οι γενικές στατιστικές αποκαλύπτουν την άβυσσο που χωρίζει την μεγάλη πλειοψηφία των άγαμων μητέρων, πολλές από τις οποίες είναι μαύρες που ζουν σε περιθωριακά γκέτο στις πόλεις της πλουσιότερης χώρας του κόσμου, σε τριτοκοσμικές συνθήκες, υποκείμενες σε εφιαλτική φτώχια, ναρκωτικά, έγκλημα και βία.

Η κρίση του καπιταλισμού αποδεικνύεται από την προσπάθεια να περικοπούν οι κρατικές δαπάνες σε ολόκληρο το κόσμο. Η επίθεση στην απασχόληση, το βιοτικό επίπεδο, την υγεία και την εκπαίδευση επηρεάζει την εργατική τάξη γενικά, αλλά έχει τις πιο τρομακτικές επιπτώσεις στις γυναίκες, που βρίσκονται στην άκρη της αλυσίδας της εκμετάλλευσης, στις χειρότερες θέσεις εργασίας, με την μικρότερη ασφάλεια και προστασία. Επιπρόσθετα οι γυναίκες υπόκεινται σε διπλή καταπίεση. Καταπιέζονται σαν μέλη της εργατικής τάξης και σαν γυναίκες. Η μόνη λύση για τα προβλήματα των γυναικών είναι μέσω του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την αντικατάστασή του από το σοσιαλισμό, ένα σύστημα που μπορεί να εγγυηθεί γνήσια ελευθερία τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες – ελευθερία να αναπτύξουν τους εαυτούς τους προσωπικά και πολιτισμικά.

Ενώ συνειδητοποιούμε το γεγονός πως μόνο μια σοσιαλιστική κοινωνία μπορεί να διώξει τελικά τα σημάδια της σκλαβιάς, που είναι χαραγμένα τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες, θα πρέπει επίσης να αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις ενάντια σε οπισθοδρομικές αντιλήψεις, ειδικά στο εργατικό κίνημα, που κάνουν κακό στην ενότητα των εργαζομένων αντρών και γυναικών και εμποδίζουν την χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Πρέπει να αγωνιστούμε για μια γνήσια προλεταριακή ηθική που αντιμετωπίζει όλους τους εργαζόμενους, άντρες ή γυναίκες, μαύρους ή λευκούς, σαν ίσους και αδελφούς ή αδελφές ενωμένους στον γενικό στόχο του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Είναι αναγκαίο να προσεγγίσουμε τις γυναίκες της εργατικής τάξης εκεί που βρίσκονται. Και δεν βρίσκονται μόνο στους χώρους εργασίας, από τους οποίους πολλές γυναίκες έχουν αποκλειστεί παρά τη θέλησή τους. Πολλές γυναίκες μπορούν να μπουν στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και σε άλλα ζητήματα – στο ζήτημα της κατοικίας, το υψηλό κόστος ζωής, τα πολύ ψηλά ενοίκια κ.λπ. Αυτό φάνηκε από την καμπάνια ενάντια στο κεφαλικό φόρο (τον pall fax) στην Βρετανία. Πάνω απ’ όλα, όπου ξεσπά μια απεργία, είναι πολύ σημαντικό να συμμετέχουν ενεργά και οι σύζυγοι των απεργών. Μπορούν να εμφανιστούν τεράστια αποθέματα δύναμης, αλλά αυτό συχνά υποτιμάται αυτό τους άντρες εργαζόμενους. Η εμπειρία έχει δείξει πως, όπου οι γυναίκες οργανώνονται σε «επιτροπές στήριξης», συνδεδεμένες με τα συνδικάτα και τις απεργιακές επιτροπές, μπορούν να διαδραματίσουν ένα ανεκτίμητο ρόλο σε μια απεργία. Την στιγμή που οι γυναίκες γίνονται ενεργές στον αγώνα, ολόκληρη η αντίληψή τους μετασχηματίζεται πολύ γρήγορα. Ακόμα και οι γυναίκες που ήταν πριν πολιτικά καθυστερημένες, συντηρητικές ή θρησκόληπτες, μπορούν πολύ γρήγορα να αναπτύξουν μια επαναστατική συνείδηση, ειδικά εκεί που είναι παρούσα μια Μαρξιστική τάση για να τις βοηθήσει και να εξηγήσει.

Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει πάντα να είμαστε προετοιμασμένοι να πάρουμε πρωτοβουλίες, βοηθώντας την εμπλοκή των γυναικών. Προφανώς, αυτό θα πρέπει να γίνει σε στενή επαφή με το συνδικάτο και την απεργιακή επιτροπή και όχι σαν κάτι που θα είναι απέναντι στο επίσημο κίνημα, όπως πάντα προσπαθούν να κάνουν οι σέχτες και οι αναρχικοί. Τέτοιες στημένες επιτροπές δεν μπορούν να έχουν μια ανεξάρτητη ύπαρξη και θα τείνουν να διαλυθούν μόλις το κίνημα σταματήσει. Οι προσπάθειες να κρατηθούν τεχνητά στη ζωή, στην πραγματικότητα σημαίνει πως θα τείνουν να γραφειοκρατικοποιηθούν και να μονοπωληθούν από μη αντιπροσωπευτικά στοιχεία, μικροαστούς – έτσι ώστε όταν το κίνημα διογκωθεί ξανά αυτές να αποτελούν εμπόδιο. Ο σκοπός της συμμετοχής σε τέτοιες επιτροπές δεν είναι να τις στρέψουμε ενάντια στα συνδικάτα, αλλά να εξασφαλίσουμε πως οι γυναίκες αρχίζουν να ενεργοποιούνται στις εργατικές οργανώσεις για να τις μεταμορφώσουν. Οι καλύτερες από αυτές θα πρέπει να στρατολογηθούν στη μαρξιστική τάση.

Όπου έχουμε τις δυνάμεις θα πρέπει να οργανώνουμε εξορμήσεις πόρτα-πόρτα σε εργατικές περιοχές. Η εφημερίδα μας θα πρέπει να περιλαμβάνει άρθρα γραμμένα σε λαϊκή και ευκολοδιάβαστη μορφή που θα ασχολούνται ειδικά με τα συγκεκριμένα προβλήματα της περιοχής και θα προσπαθεί να οργανώσει συναντήσεις των συνδρομητών ή ομάδες μαρξιστικών συζητήσεων. Αυτή η δραστηριότητα μπορεί να οργανωθεί μέσω του τοπικού τομέα ή της οργάνωσης νεολαίας. Έχει συγκεκριμένο στόχο, όπου υπάρχει κάποιο καυτό ζήτημα, όπως οι αυξήσεις των ενοικίων, που θα κινητοποιήσει πολλές γυναίκες. Αλλά μπορεί να έχει επιτυχία ακόμα και σε «κανονικές» περιόδους, ειδικά όταν διεξάγεται σε τακτική βάση. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης θα μας δουν με σοβαρότητα στο βαθμό που παρουσιαζόμαστε σαν σταθεροί αγωνιστές των συμφερόντων τους στα συγκεκριμένα ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινή τους ζωή.

Όμως, σε τελική ανάλυση η χειραφέτηση των γυναικών θα επιτευχθεί μόνο με την χειραφέτηση της εργατικής τάξης στο σύνολο.

«Ενώ βελτιώνουμε την δουλειά του κόμματος στο γυναικείο προλεταριάτο, κάτι που αποτελεί άμεσο καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής, το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνής τονίζει την ίδια στιγμή προς τις εργαζόμενες γυναίκες ολόκληρου του κόσμου, πως η απελευθέρωσή τους από αιώνες σκλαβιάς, στέρησης δικαιωμάτων και ανισότητας, είναι δυνατή μόνο μέσα από την νίκη του κομμουνισμού και πως το κίνημα των αστών γυναικών είναι ολοκληρωτικά ανίκανο να εγγυηθεί στις γυναίκες εκείνο που ο κομμουνισμός δίνει. Όσο υπάρχει η εξουσία του κεφαλαίου και η ατομική ιδιοκτησία, η απελευθέρωση της γυναίκας από την εξάρτηση του συζύγου δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα από το δικαίωμα διάθεσης της προσωπικής της περιουσίας και του μισθού της και να αποφασίζει ισότιμα με τον σύζυγό της για το μέλλον των παιδιών της». (Θέσεις Αποφάσεις και Διακηρύξεις των Πρώτων Τεσσάρων Συνεδρίων της Τρίτης Διεθνούς, σ. 214 – 5)

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Από τις πρώτες ημέρες του Μαρξισμού το ζήτημα της χειραφέτησης των γυναικών έχει καταλάβει κεντρική θέση στις αντιλήψεις του. Στις Αρχές του Κομμουνισμού που έγραψε ο Ένγκελς πριν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, διαβάζουμε:

«ΕΡΩΤΗΣΗ 21: Ποια επιρροή θα έχει η κομμουνιστική κοινωνία στην οικογένεια;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θα κάνει τη σχέση μεταξύ των φύλων ένα αυστηρά προσωπικό ζήτημα, που θα αφορά μόνο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και η κοινωνία δεν θα μπορεί να ανακατευτεί καθόλου. Θα μπορεί να το κάνει αυτό επειδή καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και θα εκπαιδεύει κοινωνικά τα παιδιά, καταστρέφοντας συνεπώς τους δύο θεμέλιους λίθους του έως τώρα υπαρκτού γάμου – την εξάρτηση της συζύγου από το σύζυγό της και των παιδιών από τους γονείς υπό τους όρους της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή είναι μια απάντηση στις κραυγές που βγαίνουν από τους ηθικολόγους Φιλισταίους ενάντια στην Κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη των γυναικών. Η κοινοκτημοσύνη των γυναικών είναι μια σχέση που ανήκει ολοκληρωτικά στην αστική κοινωνία και υπάρχει σήμερα, με τέλεια μορφή την πορνεία. Η πορνεία παρόλα αυτά έχει τις ρίζες της στην ατομική ιδιοκτησία και θα καταργηθεί μαζί της. Συνεπώς η κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας, αντί να καθιερώσει την κοινοκτημοσύνη των γυναικών, βάζει τέλος σ’ αυτήν». (Ένγκελς, Αρχές του Κομμουνισμού).

Οι ρίζες της σκλαβιάς των γυναικών, όπως εξήγησε αργότερα ο Ένγκελς, πρέπει να αναζητηθούν στην ατομική ιδιοκτησία και θα υπερκεραστούν τελικά μόνο από τη ριζοσπαστική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας. Στην Καταγωγή της Οικογένειας, ο Ένγκελς γράφει:

«Είδαμε παραπάνω πως το ανθρώπινο εργατικό δυναμικό έγινε ικανό, σε ένα σχετικά πρώιμο στάδιο της εξέλιξης της παραγωγής, να παράγει σημαντικά περισσότερα από ότι χρειαζόταν για τη ζωή του παραγωγού και πως αυτό το στάδιο, στις βασικές του γραμμές, συνέπεσε με εκείνο της πρώτης εμφάνισης του καταμερισμού εργασίας και της ανταλλαγής μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό δεν απείχε πολύ από την ανακάλυψη της μεγάλης αλήθειας: πως και ο άνθρωπος μπορεί επίσης να αποτελεί εμπόρευμα: Πως η ανθρώπινη δύναμη μπορεί να ανταλλαχθεί και να χρησιμοποιηθεί μετατρέποντας τον άνθρωπο σε σκλάβο. Οι άνθρωποι είχαν μόλις αρχίσει να εμπλέκονται σε εμπορικές ανταλλαγές όταν και οι ίδιοι ανταλλάσσονταν. Οι ενεργοί έγιναν παθητικοί, ανεξάρτητα αν ο άνθρωπος το ήθελε ή όχι» (Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους).

Οι σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών κάτω από τον καπιταλισμό είναι διαστρεβλωμένες και απάνθρωπες, επειδή το σύστημα της παγκόσμιας παραγωγής εμπορευμάτων υποβιβάζει τους ανθρώπους στο επίπεδο των αντικειμένων. Όχι μόνο οι σχέσεις μεταξύ των φύλων, αλλά όλες οι κοινωνικές σχέσεις γενικά τείνουν να γίνουν απάνθρωπες και αλλοτριωμένες κάτω από αυτό που ο Μαρξ και ο Ένγκελς περιέγραψαν σαν «cash nexus». Αυτή είναι μία αφύσικη κοινωνία που κυριαρχείται από αφύσικες σχέσεις. Αμφισβητεί κανείς πώς οι άνθρωποι παύουν να συμπεριφέρονται και να σκέφτονται σαν ανθρώπινες υπάρξεις και είναι ικανοί να ενεργούν ακόμα και σαν τέρατα σε κάποιες περιπτώσεις; Οι γονείς αρχίζουν να θεωρούν τα παιδιά τους σαν προσωπική τους περιουσία. Οι άντρες θεωρούν τις γυναίκες τους το ίδιο. Κάτω από τις ανελέητες πιέσεις της ζωής στην «ελεύθερη οικονομία», όπου το χρήμα είναι θεός, οι σχέσεις παραμορφώνονται και διαστρεβλώνονται πέρα από κάθε σεβασμό και αναγνώριση. Όπως εξηγεί ο Ένγκελς:

«Μέχρι σήμερα τα προϊόντα είναι κυρίαρχοι του παραγωγού. Μέχρι σήμερα η συνολική παραγωγή της κοινωνίας προγραμματίζεται, όχι από ένα συλλογικά επεξεργασμένο σχεδιασμό, αλλά από τυφλούς νόμους που λειτουργούν τελικά καταστροφικά στις καταιγίδες των περιοδικών εμπορικών κρίσεων» (Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους).

Αν θέλουμε να ασχοληθούμε σοβαρά με το ζήτημα της σκλαβιάς των γυναικών, δεν αρκεί να ασχολούμαστε απλά με τις πιο προφανείς εκδηλώσεις της. Βέβαια, όπως έχουμε πει, είναι αναγκαίο να αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε είδους διάκριση και ανισότητα. Αλλά εφόσον και μέχρι να ξεριζωθούν όλες οι ρίζες της καταπίεσης των γυναικών, η ουσία του προβλήματος δεν θα ξεπεραστεί. Οι γυναίκες θα ελευθερωθούν μόνο όταν οι άντρες ελευθερωθούν. Και αυτό σημαίνει, όταν η ανθρωπότητα αρχίσει να ζει μια γνήσια ανθρώπινη ζωή. Ο Ένγκελς εξηγεί:

«Εκείνο που οπωσδήποτε θα χάσει η μονογαμία είναι όλα τα χαρακτηριστικά που τη σημάδεψαν επειδή προέκυψε από τη σχέση ιδιοκτησίας. Και αυτά είναι πρώτον, η κυριαρχία του άντρα και δεύτερον το αδιάλυτο του γάμου. Η κυριαρχία του άντρα στο γάμο είναι απλά η συνέπεια της οικονομικής του κυριαρχίας και θα εξαφανιστεί μαζί της αυτόματα. Το αδιάλυτο του γάμου είναι εν μέρη το αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών κάτω από τις οποίες γεννήθηκε η μονογαμία, και εν μέρει μια παράδοση από την εποχή όπου η σύνδεση μεταξύ αυτών των οικονομικών συνθηκών και της μονογαμίας δεν ήταν ακόμα πλήρως κατανοητή και διωκόταν από τη θρησκεία. Σήμερα έχει ήδη διαρραγεί σε χίλιες μεριές. Αν ηθικοί είναι μόνο οι γάμοι που βασίζονται στην αγάπη τότε είναι επίσης ηθικοί μόνο εκείνοι στους οποίους η αγάπη εξακολουθεί να υφίσταται. Η διάρκεια του πόθου του ατομικού έρωτα διαφοροποιείται πολύ έντονα από άτομο σε άτομο, ειδικά στους άντρες. Και ένα οριστικό σταμάτημα της αγάπης ή η αντικατάστασή της από μια νέα παθιασμένη αγάπη, κάνει τον χωρισμό ευχή και για τα δύο μέρη αλλά και για την κοινωνία επίσης». (Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους).

Το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την μετάβαση στο σοσιαλισμό περιέγραφε:

«κοινοτικά εστιατόρια, πλυντήρια, διορθωτήρια, οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας, σπίτια κομμούνες κ.λπ. που μεταμορφώνουν την καθημερινή ζωή σε νέες, κομμουνιστικές κατευθύνσεις και απαλλάσσουν τις γυναίκες από τις δυσκολίες της μεταβατικής περιόδου. Τέτοιοι κοινωνικοί οργανισμοί που βοηθούν στην χειραφέτηση της καθημερινής ζωής των γυναικών, μετατρέπουν τον σκλάβο του νοικοκυριού και της οικογένειας σε ένα ελεύθερο μέλος της εργατικής τάξης – της τάξης που είναι αφεντικό του εαυτού της και δημιουργός νέων μορφών ζωής». (Θέσεις, Διακηρύξεις και Αποφάσεις των Πρώτων Τεσσάρων Συνεδρίων της Τρίτης Διεθνούς).

Αλλά κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες οπισθοδρόμησης και φτώχειας στη Ρωσία οι ιδέες αυτές δεν μπορούσαν να μπουν ικανοποιητικά σε πρακτική εφαρμογή. Όπως εξηγεί ο Τρότσκι:

«Δεν μπορεί να καταργηθεί η οικογένεια. Πρέπει να αντικατασταθεί. Η πραγματική απελευθέρωση των γυναικών είναι απραγματοποίητη στην βάση της γενικευμένης επιθυμίας». (Τρότσκι, Γυναίκες και Οικογένεια).

Η οικογένεια δεν μπορεί να καταργηθεί ευκολότερα από το κράτος. Η βαθμιαία εξαφάνιση και των δύο στην μετάβαση σε μια αταξική κοινωνία εξαρτάται από τον μετασχηματισμό των υλικών συνθηκών της ύπαρξης των μαζών και συνεπώς κάποια στιγμή από τον μετασχηματισμό του τρόπου που οι άνθρωποι σκέφτονται και συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλο. Σε κάποια στιγμή, με την επίτευξη της υπεραφθονίας και ενός υψηλού επιπέδου πολιτισμού, οι παλιές συνθήκες και η ψυχολογία υποταγής θα μεταμορφωθούν, και μαζί τους και οι σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών. Αλλά η προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι ο μετασχηματισμός των συνθηκών της ίδιας της ζωής τους. Η μείωση των ωρών εργασίας στο ελάχιστο δυνατόν όριο είναι το «sine qua non» για την κοινωνική χειραφέτηση. Αλλά πέρα από αυτό, η πρόοδος της τεχνολογίας θα κάνει δυνατή την ολοκληρωτική κατάργηση των «δουλειών του σπιτιού» – τη βάση της σπιτικής σκλαβιάς των γυναικών.

Η ρίζα των αιτιών όλων των μορφών καταπίεσης, είτε γυναικών, είτε μαύρων, είτε άλλων καταπιεσμένων ομάδων, πρέπει σε τελική ανάλυση να αναζητηθεί στην σκλαβιά και την αλλοτρίωση που είναι ριζωμένη στην εμπορευματική παραγωγή. Μόνο όταν αυτή καταργηθεί και μεταμορφωθούν οι συνθήκες ζωής ολόκληρης της κοινωνίας, θα σταματήσει τελικά να υπάρχει η οικογένεια και το κράτος – αυτά τα δυο δίδυμα υπολείμματα της βαρβαρότητας. Όταν η παλιά πρωτόγονη απάνθρωπη ψυχολογία, γέννημα της μιζέριας και της στέρησης, ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν, θα έχουν υπάρξει οι υλικές συνθήκες για μια νέα κοινωνική τάξη, στην οποία θα έχουν εξαφανιστεί τα τελευταία ίχνη εξωτερικού εξαναγκασμού και καταπίεσης και οι άντρες και οι γυναίκες θα είναι τελικά ικανοί να έχουν σχέσεις μεταξύ τους σαν ελεύθεροι άνθρωποι

Πηγή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s