Ποίηση και Χάος

Έκτωρ Κακναβάτος 

Aν είναι ανάγκη να προβώ στην αποκάλυψη του στόχου της ομιλίας μου από την αρ­χή (μιας και δεν είμαι σίγουρος αν θα καταφέρω να τον καταστήσω εναργή καθ’ οδόν), θα ‘λεγα ότι είναι να υποδείξω σημεία της διαδικασίας που έχει να κάνει με την παραγωγή ποιητικού λόγου ως φαινομένου που προσιδιάζει σε χαοτική συμπεριφορά. Επωμίζομαι, βέβαια, έτσι το ανήκουστο: να ξεσέρνω ή να παραδίδω την άσπιλη Ποίηση στις ασεβείς «χειρονομίες» της επιστήμης. Ωστόσο, αυτές οι τελευταίες είναι για καλό.

* * *

O φοβερός αιώνας μας, που στη διάρκειά του ο άνθρωπος ωθήθηκε στην πιο προχωρη­μένη γραμμή επαφής με το συμπαντικό μυστήριο, έχοντας μπει στην τελική ευθεία προς το τέρμα, καταθέτει τις κατακτήσεις του ως κληρονομιά για τον επόμενο. Φεύγοντας αφήνει ανοιχτή την πόρτα για επιδιορθώσεις και αναθεωρήσεις των αντιλήψεων και πεποιθήσεων μας ενόψει της πρόκλησης του χάους, όπως το συλλαμβάνει —πέρα από την ησιόδεια έννοιά του— το περισκόπιο της σύγχρονης επιστήμης, στον ορίζοντα των γνωσιακών μας συστημάτων, με στόχο τους μια «τελική» απάντηση. «Η σύγχρονη κοινωνία», επισημαίνει οξυδερκής κριτικός της λογοτεχνίας μας, «είναι χαοτική και περίπλοκη». Χαοτική, λοιπόν, και περίπλοκη οφείλει να είναι (δεν μπορεί πα­ρά να είναι, συμπληρώνω εγώ) και η σύγχρονη τέχνη για να εκφράσει το ακατάργητο χαο­τικό της σφρίγος.

* * *

Σκέφτομαι ότι ίσως να μην ήταν άδικο να χαρακτηρίσει κανείς το θέμα μου παρείσακτο σ’ αυτό το συμπόσιο. Τι λόγο μπορεί να αρθρώσει η Ποίηση σε ένα επιστημονικό συμπό­σιο με περιεχόμενο αναφορές στη θεωρία του χάους, η οποία φέρνει επί σκηνής την επιστή­μη της πολυπλοκότητας. θα προσπαθήσω, αν και δεν μου ζητήθηκε, να υπερασπίσω τη σκέψη που οδήγησε να βρίσκομαι στο βήμα για μια αναφορά με θέμα «Ποίηση και Χάος». Πρέπει όμως να ξεκα­θαρίσω ότι θα παραμείνω μακριά από τους συνήθεις φιλολογικούς όρους προσέγγισης στο πραγματοποιημένο σώμα του ποιητικού λόγου (εννοώ το ποίημα). Εξάλλου δεν θα τα κα­τάφερνα παρά κάκιστα. Δεν είμαι φιλόλογος. Μα κι απ’ όσο ξέρω δεν είναι, προς το πα­ρόν, στον ορίζοντα της φιλολογικής επιστήμης και της γλωσσολογίας η Ποίηση ως πολυ­πλοκότητα, στο σύμπαν των εκφραστικών εγχειρημάτων. θα αναφερθώ, θα υπαινιχθώ μάλλον, τις συνθήκες σύλληψης και, ας μου επιτραπεί να πω, κύησης μιας σπερματικής αφορμής, δηλαδή, την εξέλιξη της εμβρυακής φάσης του ποιητικού γίγνεσθαι, κάτι που, όσο είναι γνωστό, δεν έγινε ή δεν έγινε, στην κλίμακα που υπαινίσσομαι. Και κάτι ακόμα: Υπο­θέτοντας πως είναι αναντίρρητη, θεωρώ πως είναι περιττή η αναφορά στην αξιολόγηση του ποιητικού εγχειρήματος ως πολυπλοκότητας στο στάδιο που αναφέρθηκε πιο πάνω, μιας και διαχρονικά παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει αδιακύβευτη η σημασία και ο βαρύς ρόλος της Ποίησης στην πολιτισμική συνεκτικότητα κάθε κοινωνίας, σε όλα τα γε­ωγραφικά μήκη και πλάτη του πλανήτη μας. Για τα καθ’ ημάς, ας ανακαλέσουμε σχετικώς τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τους τραγικούς, τους λυρικούς μας κ.λπ. Εξάλλου η Ποίηση [και εννοώ όχι μόνο τη γλωσσική αλλά και την Ποίηση στην επιστήμη (ναι έτσι, κι ας ακούγεται από κάποια ώτα παράξενο), διότι πιστεύω πως η καταγωγή, η σύλληψη και η κύηση επιστη­μονικών θεωριών, που ας μην ξεχνάμε ότι κάποτε διατυπώθηκαν σε έμμετρο λόγο, φέρνει έκδηλα τα χαρακτηριστικά της ποιητικής τόλμης], έλεγα, λοιπόν, ότι η Ποίηση, είτε ως ανεύρυσμα του πόρου όπου συνωθούνται οι πολλαπλότητες και οι πολυπλοκότητες του εμπράγματου κόσμου και εκείνου των ιδεών είτε ως ιδιόγλωσσα είτε ως επιφώνημα πέραν γλώσσας θεωρηθεί, δεν χρωστά την υπόστασή της και την εξέλιξή της σε κανένα θεσμοθετικό μηχανισμό που να τη νομιμοποιεί και να την επικυρώνει υπό τον όρο να τίθεται στην υπηρεσία αλλότριων σκοπιμοτήτων. Και είναι γνωστή η βροντώδης αποτυχία κάθε προ­σπάθειας να θεσμοποιηθεί (διάβαζε: να παγιδευτεί) το ποιητικό εγχείρημα στην υπηρεσία σκοπιμοτήτων που τις εξυπηρετεί να αγνοούν ή να παραγράφουν τη φυσιολογία της και τους σφυγμούς της. Ή, όπου επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, δεν παρήχθη Ποίηση. Η Ποίηση ή θα είναι πέρα από κάθε αλλοτρίωση, σε ό,τι αφορά στη φύση και στη λειτουργία της, όπως εί­ναι η αναπνοή, ή δεν θα υπάρχει.

* * *

Το κενό που κάποτε συνειδητοποίησε ο άνθρωπος ανάμεσα στον εαυτό του και το πράγμα, το κάλυπτε, υποθέτω, σε πρώτο στάδιο, συμβολοποιώντας το αντικείμενο με την άρθρωση ενός φωνήματος και, σε απώτατη φάση, με το λόγο, κωδικοποιώντας έτσι τη σχέ­ση του μ’ αυτό. O λόγος (parlar), χαρακτηριστικό στοιχείο του ανθρώπου, είναι εγγεγραμ­μένος σίγουρα στο γονίδιο του είδους. θα δεχτώ, δηλαδή, ως χαρακτηριστικό του homo sapiens (που ο αιώνας του διαρκεί) το ότι ελόγου του λειτουργεί κάτω από το κράτος μιας ενόρμησης που ωθεί το κάθε αποταμιευμένο αισθητηριακό μήνυμα της εμπειρίας του να εκβάλλει σε λόγο. Σε μια φάση της εξέλιξης των διάφορων χαρακτηριστικών του είδους εντοπίζεται εκείνη η τροπή του λόγου που απηχεί την έξοδο του ατόμου από μια συγκινη­σιακή κατάσταση, σύνδρομο κάποιων περιστατικών που δόνησαν τις ψυχονοητικές χορδές του. Είμαστε τότε στο σημείο/πύλη της ποιητικής έκφρασης.

* * *

Η Ποίηση, στη θεματολογική (και όχι μόνο) συνιστώσα της, αναπτύχθηκε γαλουχούμενη από τη φαντασιακή ύλη του μύθου, ο οποίος μύθος —γεννημένος στα ρηχά τενάγη μιας πρωτόγονης ψηλάφισης του κοσμικού σκηνικού, αναρριχημένος σήμερα σε απίθανου ύψους ερωτήματα και επιστημονικές κλιμακώσεις— αναπαράγεται μεστός από ρωμαλέα φαντασία και τόλμη και αποπειράται, σύγχρονος πια, να προτείνει, όπως και παλαιότερα, μοντέλα κοσμοαντίληψης, αναγομώνοντας με αγωνία και εκστατικό δέος την ασίγαστη περιέργειά μας, που εκβάλλει, όπως πάντα, σε ένα εμβρόντητο γιατί και στο μόχθο για την εφεύρεση, την οικοδόμηση ενός όλο έπαρση διότι, με σύγχρονο οικοδομικό υλικό από το ορυχείο του χάους. Έτσι, θα ήταν παράδοξο να μείνει η Ποίηση μακριά από τη γενικότερη εποποιία των καταστάσεων που διαμορφώνονται στο χώρο των ιδεών από τους διάφο­ρους κλάδους και κατευθύνσεις της γνωσιακής μας δραστηριότητας, σε όλο το φάσμα των εκφάνσεων της φύσης. Από τον Όμηρο έως τις μέρες μας, η ελληνική ποίηση κρατά —και είναι ομολογημένο— την πρώτη ή μια από τις πρώτες θέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Κατό­πιν τούτου δεν είναι επιτρεπτό να μένει έξω και μακριά από τις συνθήκες του καιρού μας. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να την κρατάμε αδιάφορη και σε απόσταση ενόψει της χαοτικής πραγματικότητας του κόσμου, όπως την αποκαλύπτει σήμερα η σύγχρονη επιστήμη, την οποία κάποιοι πανικόβλητοι θέλουν να τη βλέπουν ως ρήξη ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Και αυτή η απόσταση δεν καλύπτεται μόνο με ένα απλό θεματολογικό δάνειο από την επιστημονική φιλολογία και από την απλή μεταγραφή όρων από το επιστημονικό λεξι­λόγιο στον ποιητικό λόγο.

Πέρα απ’ αυτό θα πρέπει το ποιητικό εγχείρημα να αναγνωστεί και να αντιμετωπιστεί ως φαινόμενο λεξιακών πυκνώσεων που δομούνται με κάποια διαδικασία, η οποία δεν πε­ριγράφεται επαρκώς με τους όρους της κλασικής γλωσσολογίας αλλά με τους όρους μιας υπό κατασκευή χαοτικής συνειρμολογίας, που η «γλώσσα» της πρέπει να αναζητηθεί και να καμινευτεί στα επέκεινα του ορίζοντα της φιλολογίας, ίσως ως ένας κλάδος χαοτικής γλωσσολογίας· και δεν ξοφλάμε λέγοντας πως η Ποίηση είναι μια «γλώσσα» μέσα στη γλώσσα, μια μεταγλώσσα και τίποτα πιο πέρα. θα χρειαστεί να σχεδιαστεί μια προβλημα­τική στο πλαίσιο της ιδέας ότι το φαινόμενο μπορεί να πιλοτάρεται από μια νομοτέλεια που διέπει την ποιητική δημιουργία.

Ποιου τύπου ερωτήματα μπορούν να διατυπωθούν για τη χάραξη ενός σχεδίου προσέγ­γισης ενός φαινομένου, που στην προκείμενη περίπτωση είναι η εμφάνιση ενός λεξιακού μορφώματος μέσα στο χαοτικό σύμπαν των σημαινουσών οντοτήτων, όπως είναι οι λέξεις, με αφορμή ένα «σπέρμα» που εισέδυσε σ’ αυτό το σύμπαν, προερχόμενο από ένα άλλο εξωλεξιακό σύμπαν; Παραμένουμε στο πρόβλημα της προσέγγισης του ποιητικού γεγονότος από τη σκοπιά της κύησής του πριν από την οριστική μορφή του μέσω των παραμέτρων μιας ποιητικής μορφολογίας. Το ποίημα είναι μια γλωσσική δομή, προϊόν ενός παιχνιδιού στο οποίο συνεισφέρουν πολλοί παράγοντες, κινημένοι από μια τυχαία αφορμή (άκουσμα, εικόνα, λέξη, είδηση, περιστατικό), μια στιγμιαία, τελοσπάντων αισθητηριακή εμπειρία που κλιμακώνονται αυτόματα και συσσωρευτικά, χωρίς να επιλέγονται με αξιολογήσεις που τις επιτάσσει ένα στημένο σχέδιο σύνταξης, μια άσχετη με την Ποίηση βούληση με σκοπό την υποκλοπή προσχεδιασμένης για κατανάλωση, συγκίνησης. Είναι η φάση που δείχνει το χάρτη μιας χαοτικής συμπεριφοράς των παραγόντων που, ενεργοποιημένοι από μια απλή πρωτογενή αισθητηριακή (και όχι μόνο) εμπειρία, μεγιστοποιούνται αναπαραγόμενοι ως δεύτερη, τρίτη και καθεξής γενιά παραγόντων, καθ’ οδόν προς ένα αποτέλεσμα πολύ μεγα­λύτερης κλίμακας σε σχέση με την αρχική αφορμή, αποκαλύπτοντας έτσι τη μη γραμμικότητα του ποιητικού φαινομένου στο στάδιο της κύησής του. Μιλάμε για την Ποίηση/Ποίη­ση και όχι για την Ποίηση/στιχουργία, που πολλές φορές υποκαθιστά την πρώτη, φορτωμέ­νη με ψιμύθια μαυλισμού, που ο Κάλβος δεν δίστασε να τα αποκαλέσει βαρβαρότητας.

* * *

Δεν είμαι βέβαιος αν η Ποίηση, στο εισέτι αγεώργητο επίπεδο της φυσιολογίας της, πα­ράγει λόγο συνεκτικό ή παραληρηματικό ή, να το πω αλλιώς, αν η Ποίηση λειτουργεί σε επίπεδο μη γραμμικών εξαλλαγών μέσα στο σύμπαν της λεξιακής ύλης, παράγωγο χαοτι­κής συμπεριφοράς του εκφραστικού δυναμισμού μας στην περιοχή των φωνημάτων. Σχετι­κά με μια διήγηση που να αφορά σ’ αυτές τις μη γραμμικές εξαλλαγές στην περιοχή της Ποίησης, δεν ξέρω αν θα μπορούσε να γραφτεί ποτέ μια γλώσσα με σύνταξη ανάλογη μ’ εκείνη των μη γραμμικών συστημάτων και εξισώσεων. θα είχε, πιστεύω, τεράστιο ενδιαφέ­ρον να συνδράμουν κλάδοι όπως η μοριακή βιολογία, η βιοχημεία, η γενετική κ.λπ., με προ­σανατολισμό στο λόγο ή, ακριβέστερα, στη λογόγλωσσα, σε συνεργασία με μια μοντέρνα γλωσσολογία. Όσο θα παραμένουμε μακριά από το εισέτι αναψηλάφητο ζέον πλάσμα της Ποίησης, και γι’ αυτό με άγνωστες και απερίγραφτες τις πρωτογενείς συνθήκες παραγωγής του ποιητικού λόγου, το ποιητικό φαινόμενο, που δεν είναι βέβαια καθόλου μόνο γλωσσι­κό φαινόμενο, θα περιφέρεται έξω από το εργαστήριο που, παρά το ρίσκο των μη επαλη­θεύσεων, θα εμπιστεύεται το πείραμα και την εις βάθος έρευνα.

* * *

Το χάος (που σαν λέξημα ακούγεται για πρώτη φορά σε ποιητόμορφη διήγηση κοσμο­γονίας) μέσα στη σύγχρονη Ποίηση δεν είναι εκείνο το ησιόδειο που, όπως αναφέραμε πιο πάνω, είναι ένα λεξιακό εύρημα/απάντηση στην αγωνιώδη αναζήτηση μιας μυθικής αφετη­ρίας που να χρεώνεται τη σειρά καταγωγής και εμφάνισης μορφών στο διατακτικής μορ­φής βιωμένο μοντέλο, όπως το παρέχει ο βιολογικός χρόνος. θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε πάρα πολλά παραδείγματα από τον Όμηρο ίσαμε τη σύγχρονη Ποίηση που, με αδίσταχτη οπτική και τολμηρές προσβάσεις στο επίπεδο σύλλη­ψης και κύησης των αφορμών τους, προχωρημένες πέρα από τα αντίστοιχα γνωστά μοντέ­λα της κλασικής φιλολογίας, θα έδειχναν ίσως ότι το ποιητικό φαινόμενο μπορεί να θεω­ρηθεί ανάλογο των μη γραμμικών φαινομένων, παίρνοντας έτσι θέση κάτω από τους προ­βολείς της θεωρίας του χάους. Είναι μια πρόταση. Το χάος και τη θεωρία του υποχρεωνό­μαστε πια, ενώπιοι ενωπίω, να το συμπεριλάβουμε στις ενατενίσεις μας, όχι μόνο ξεπερ­νώντας τη μυθολογία του που το ήθελε γεννήτορα του Σύμπαντος, αλλά και αγνοώντας τη vulgata σημασία του, που στους καιρούς μας το θέλει δαίμονα/ζιζάνιο, να συμβολίζει την ανεξέλεγκτη κατάσταση σύγχυσης στους διάφορους άτυχους σχεδιασμούς μας. Τώρα κατα­πιανόμαστε να αναζητήσουμε μια γλώσσα για να μεταφέρουμε σε λόγο την ανορθόδοξη νο­μοτέλεια του που, επειδή μας διαφεύγουν οι «νόμοι» της αταξίας, τη θέλουμε να επιτρέπει και να διέπει τη δημιουργία εδώ και εκεί εντός του, αρχιπελαγών τάξης, σαν τόπων όπου μπορούν να λειτουργούν άνετα οι μηχανισμοί της νοημοσύνης μας, παγιδευμένης σ’ έναν ορθολογισμό που καταγίνεται να στήνει εδώ κι εκεί πραγματικότητες, όχι όμως, ή όχι ακό­μα, και την πραγματικότητα που φλεγμαίνει το από καταβολής μας υπαρξιακό άγχος —αυ­τό που πολλοί το τοποθετούν πέρα από την εμβέλειά του.

* * *

θα κλείσω με μια αποστροφή για τη σχέση Ποίησης και Επιστήμης. Δεν έπαψε, αιώνες τώρα, να λυμαίνεται το φιλοσοφικό στοχασμό ένα στοίχημα· εκείνο της ενότητας, σαν μια μανιακή ιδεοληψία. Λέξη βραχνάς, που σε έσχατη ανάλυση σημαίνει να αναγάγουμε τις απαντήσεις μας στο ελάχιστο της φιλοσοφικής άρθρωσης. H εγκυρότητα αυτής της αγκύλωσής μας ελέγχεται με κριτήριο το τι αντανακλά αυτό το ζητούμενο. Μήπως μια, εντροπική θα έλεγα, τάση της αντίληψής μας; Ή το άγχος έναντι της βουερής πολλαπλότητας, το άγ­χος έναντι του αστάθμητου που παραπέμπει στο άρρητο, αν και αυτό το δεύτερο δεν είναι άσχετο με την οριακή εμβέλεια του πρώτου; Στην πορεία για την ενότητα συνοδοιπορεί ο διχασμός του εγώ από το υπόλοιπο Σύμπαν· αυτή η αξεπέραστη νεύρωση. H Ποίηση κινεί­ται μέσα σ’ αυτή τη νεύρωση, γαλουχείται απ’ αυτή, ζει μέσα της. H Επιστήμη αναζητά τρόπους να την προσπελάσει. Το πνεύμα πολωμένο ανάμεσα στην Ποίηση και την Επιστή­μη μαυλίζεται από το αδιέξοδο που ονομάζουμε θαύμα. H Ποίηση είναι κληρούχος του θαύματος. H Επιστήμη έχει επωμιστεί την ανατομία του. H Ποίηση, όχημα εκ βαθέων των χαοτικών διαστρώσεων, παραβιάζοντας αδίστακτα τα όρια του ελεγχόμενου λόγου, εξαγγέλει τον παφλασμό του θαύματος. Όσες φορές η επιστημονική γνώση γιγναντώθηκε πέρα από κάποιες κεκορεσμένες και ατελέσφορες συμβάσεις της, ήταν που μέσα από την Ποίηση άγγισε το θαύμα. Κάθε που η Επιστήμη αναδιπλώνεται και αυτοξεπερνιέται είναι γιατί ανοίγεται προς την Ποίηση: Να πω, με την ευκαιρία, τι ποίηση ενέχει ο στίχος που σελαγί­ζει στο αέτωμα του θνήσκοντος αιώνα μας, διαβασμένος σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο Ε = mc2; H Ποίηση αντανακλά την πάλη ανάμεσα στο πάθος και το λόγο. Το πάθος πιέζει το λόγο που βγαίνει παθιασμένος και χαοτικός. O λόγος πιέζει τα πάθη που εκβάλλουν σε λεξιακά νεφελώματα. H διαλεκτική αυτή τριβή δίνει διέξοδο προς το σπινθήρα ποίημα, απε­λευθερώνοντας μια μη νομισματοποιήσιμη στις αγορές των ανταλλάξιμων αξιών ενέργεια.

Πηγή: περιοδικό Ουτοπία, τεύχος 33, σελίδα 75

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: