Αν ζούσε ο μπαρμπα-Μήτσος, θα ήταν 82 και θα χαιρόταν που η Αθήνα είναι δικιά μας

του Νίκου Λούντου

Όταν την άκουσε να φωνάζει «παρούσα» μ’εκείνη τη φωνή που δεν θα την μπέρδευε με τίποτα, γέλασε κι είπε ένα σιγανό «παρών» κι αυτός κάτω απ’τα μουστάκια του. Ήταν αυτή η φωνή που παρέκαμπτε τις χορδές λες και τις υποτιμούσε, έβγαινε κατευθείαν μέσ’απ΄τό κορμί της και πλανιόταν στον αέρα. Μια φορά, παλιά, τον είχε αποπάρει που την ώρα που μιλούσε, αντί να την κοιτάζει στα μάτια, είχε ρίξει το βλέμμα του στο στήθος της. «Την πηγή αυτής της θύελλας ψάχνω», της είπε για να εισπράξει μια μεγάλη δόση καπνού ως τιμωρία. Τώρα δεν γύρισε να δει από πού ερχόταν η φωνή της. Μπορεί και να μην ήθελε να τη δει με το μαυροκόκκινο της πολιτοφυλακής. Όπως και να το κάνεις, χακί και γαλανόλευκο δεν ήτανε, αλλά η ομοιομορφία ομοιομορφία. Ας βάδιζε πίσω του ή εμπρός του -αυτός θα τη σκεφτόταν ακόμα με κείνα τα χρώματα που τον έκαναν να νομίζει ότι έχει καλειδοσκόπιο αντί για μάτια. Όχι μόνο τα ρούχα της, αλλά και οι ίδιες οι δικές της αποχρώσεις. Όποτε έκανε το γύρο του κορμιού της, σημείωνε στο μυαλό του μια ανταύγεια της επιδερμίδας της για να την έχει μαζί, και την επόμενη φορά την έψαχνε πάντα σα χαμένος για να ανακαλύψει δέκα ομορφότερες κάπου αλλού.


«Εεεε συντροφάκο, πού ταξιδεύεις; Ξεκινάμε είπαμε.» Πήγε να ξαναπεί «παρών» αλλά μάλλον το είχε πει πολλές φορές μέχρι την ώρα που τον σκούντηξε ο καθοδηγητής του. Είχε ξεμείνει καμιά κατοστή μέτρα πίσω κι έτρεξε να προλάβει τους υπόλοιπους. Πάλι για κάποιο λόγο δεν εστίασε το βλέμμα να την βρει. Ξανααντήχησε το «παρούσα» μέσα του και μ’ένα χαμόγελό μέχρι τ’ αφτιά, τους έφτασε στο δίλεπτο. Το χαμόγελο δεν έφυγε ακόμα κι όταν του’ρθε ένα παλιό παράπονο, από αυτά που όσο και να σκουριάζουν, σε κάνουν να ιδρώνεις όχι όποτε τα θυμάσαι, αλλά όποτε σε θυμούνται.
Είχε στεναχωρηθεί που δεν την γνώρισε στον μπαρμπα-Μήτσο το Χριστούλα, που’ρχόταν στη συνέλευση της γειτονιάς. Μια τρελή ιδέα πήγαινε κι ερχόταν στο μυαλό του ότι ο μπαρμπα-Μήτσος ακόμα θα ζούσε. Σκεφτόταν να του λέει: «Έλα ρε Μπαρμπα-Μήτσο, σταμάτα να αμφιβάλλεις και να μας ρωτάς πολλά για την κοινωνία που θέλουμε και για το αν μπορούμε. Κοίταξέ την λίγο. Έτσι θά’ναι. Μ’ανθρώπους λαμπερούς σαν τα μάτια της, που θα καταλαβαίνονται χωρίς πολλές λέξεις και με τη ζωή να περισσεύει τόσο που τη νιώθεις κάτω από τα ακροδάχτυλα να πάλλεται.» Ναι, αν ζούσε ο μπαρμπα-Μήτσος, θα ήταν στα 82 σήμερα και θα χαιρόταν που η Αθήνα είναι δικιά μας, και θα του τη γνώριζε έστω και τώρα.


«Εεεε συντροφάκο, πού θα φτάσεις; Ανάπαυση είπαμε», άκουσε καμιά διακοσαριά μέτρα πίσω του απ’τη ντουντούκα. Κοκκίνισε και άρχισε να επιστρέφει αργά αργά, ξέροντας σίγουρα ότι θα είναι η πρώτη που θα δει μόλις σηκώσει τα μάτια του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s