Μαρξισμός και Ιστορία (προδημοσίευση)

του Χαράλαμπου Κουρουνδή

Το εγχείρημα να γραφεί και να ερμηνευθεί η πορεία του ανθρώπου στη γη με βάση κάποιο ενιαίο σχήμα δεν είναι πρόσφατο, από τον Γκεοργκ Χέγκελ μέχρι τον Όσβαλντ Σπέγκλερ και τον Άρνολντ Τόυνμπη, για να θυμηθούμε μόνο τρεις από όσους ανέλαβαν αυτό το εγχείρημα στη νεωτερική εποχή. Στην εποχή μας, ακόμα και εκλαϊκευμένες ή λιγότερο φιλόδοξες επιστημονικά απόπειρες έχουν καταφέρει να αναδειχθούν σε best-seller, αποδεικνύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το αυξημένο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για την Ιστορία. Η κυκλοφορία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τόπος της «Λαϊκής Ιστορίας του κόσμου» του Κρις Χάρμαν αποτελεί μία σπουδαία συμβολή σ’ αυτή την αναζήτηση από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού.
Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 1999, σ’ ένα ιδεολογικό κλίμα το οποίο καθοριζόταν ασφυκτικά τόσο από τη νεοφιλελεύθερη αλαζονεία που διακήρυσσε διά στόματος του Φράνσις Φουκουγιάμα το «τέλος της Ιστορίας», όσο και από τη μεταμοντέρνα ρητορική για το «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων». Αξίζει λοιπόν να εξεταστεί η έννοια του ιστορικού υλισμού και η συγκεκριμένη χρήση του ως μεθόδου από τον συγγραφέα.
 Η έννοια του ιστορικού υλισμού
Ο ιστορικός υλισμός βασίζεται στην αντίληψη ότι όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί μπορούν να κατανοηθούν ως προϊόντα της υλικής πραγματικότητας, μέσα βέβαια από μια μακρά και αντιφατική διαδρομή[1]. Στην ιστορία υπάρχει ενότητα, στο πλαίσιο της οποίας η σημασία του οικονομικού παράγοντα θεωρείται καίρια, χρειάζεται όμως να προσδιοριστεί η έννοια και η σημασία του, να οριοθετηθούν δηλαδή οι έννοιες της οικονομικής και κοινωνικής υποδομής («βάση») και η πολιτικο-ιδεολογική υπερδομή («εποικοδόμημα»). Η διάκριση μεταξύ «υποδομής» και «υπερδομής» ή «βάσης» και «εποικοδομήματος» δεν συνιστά μια διάκριση ανάμεσα σε δύο κατηγορίες θεσμών με τους οικονομικούς θεσμούς από τη μία πλευρά και τους πολιτικούς, νομικούς και ιδεολογικούς από την άλλη, αλλά μεταξύ σχέσεων που είναι άμεσα συνδεδεμένες με την παραγωγή και άλλων που δεν είναι[2]. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια διάκριση ανάμεσα σε κοινωνικές σχέσεις που υπόκεινται σε άμεσες αλλαγές καθώς αλλάζουν οι παραγωγικές δυνάμεις, και σε κοινωνικές σχέσεις που είναι σχετικά στατικές και μη επιδεχόμενες αλλαγές. Αυτή η φαινομενικά αυτονόητη θέση έχει ως συνέπεια την απόρριψη της άποψης ότι ένας κοινωνικός σχηματισμός συνιστά μια αδιαφοροποίητη ολότητα όπου τα πάντα αλληλοκαθορίζονται[3]. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Μαρξ, η επιστημονική ιστορία πρέπει να ξεκινά «από την υλική παραγωγή της άμεσης ζωής και να καταλαβαίνουμε τη μορφή επικοινωνίας, που συνδέεται μ’ αυτή και δημιουργείται απ’ αυτό τον τρόπο παραγωγής … σαν βάση όλης της ιστορίας και να τη δείξουμε στη δράση της σαν κράτος, να εξηγήσουμε μέσω αυτής όλα τα διαφορετικά θεωρητικά προϊόντα και μορφές συνείδησης … και να παρακολουθήσουμε τη γέννησή τους και την ανάπτυξή τους απ’ αυτή τη βάση, πράγμα ασφαλώς που θα επιτρέψουμε να παρουσιάσουμε το θέμα στην ολότητά του (και επομένως την αμοιβαία επίσης δράση αυτών των πλευρών ανάμεσά τους)»[4].
Κατά συνέπεια, οι αλλαγές στην παραγωγή παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορική διαδικασία μακροπρόθεσμα, καθώς θέτουν όρια στις εξελίξεις που προκύπτουν στο εποικοδόμημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το τελευταίο καθρεφτίζει παθητικά τις εξελίξεις στην οικονομική βάση, αφού υπάρχει μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης πολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων με τους δικούς τους ρυθμούς οι οποίοι επηρεάζουν με τη σειρά τους την οικονομία.
Όπως τόνισε ο Έγκελς, «σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία, σε τελευταία ανάλυση, είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής… Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος, οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τα αποτελέσματά της (δηλαδή τα Συντάγματα που διαμορφώνει μια νικηφόρα τάξη μετά από μια επιτυχημένη μάχη κλπ., οι νομικές μορφές και ακόμα οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών συγκρούσεων στα μυαλά αυτών που συμμετέχουν, οι πολιτικές, δικαστικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η περαιτέρω εξέλιξή τους σε θεωρητικά συστήματα), επίσης εξασκούν την επιρροή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών συγκρούσεων και σε πολλές περιπτώσεις κυριαρχούν στον καθορισμό της μορφής τους»[5]. Επομένως, ο καθορισμός των παραγωγικών σχέσεων που επικρατούν σε έναν ορισμένο κοινωνικό σχηματισμό δεν είναι παρά το σημείο εκκίνησης για την προσπάθεια κατανόησής της. Η συνολική κατανόηση κάθε κοινωνικού σχηματισμού προκύπτει από τη γνώση του τρόπου αλληλεπίδρασης μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος. Με τα λόγια του Γκράμσι «η βάση και το εποικοδόμημα σχηματίζουν ένα ‘ιστορικό μπλοκ’ δηλαδή το πολύπλοκο, αντιφατικό και ασύμφωνο σύνολο των δομών του εποικοδομήματος είναι η αντανάκλαση του συνόλου των σχέσεων παραγωγής»[6].
Η εφαρμογή του ιστορικού υλισμού στην πράξη από τον Κρις Χάρμαν
Ο Χάρμαν δεν αντιλαμβάνεται τον ιστορικό υλισμό ως ένα είδος «πασπαρτού», που είναι δυνατό να προσφέρει όλες τις απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα χωρίς τον κάματο της συγκεκριμένης ιστορικής έρευνας. Το κόκκινο νήμα που διατρέχει το έργο του είναι ακριβώς η αντίληψη του Μαρξ ότι «οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία τους, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν»[7]. Στο σημείο αυτό έχει σημασία να υπενθυμιστεί η επαναδιατύπωση αυτής της φράσης από τον Λεβί Στρως, κατά τον οποίο «οι άνθρωποι φτιάχνουν τη δική τους ιστορία, αλλά δεν γνωρίζουν ότι την φτιάχνουν»[8]. Ο Χάρμαν κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση: επιμένει διαρκώς ότι η ανθρωπότητα διαμορφώθηκε με βάση τη δράση και τις επιλογές ζωντανών ανθρώπων, «με σάρκα και οστά». Με τα λό
για του ίδιου, «το άτομο ή η ιδέα μπορούν να παίξουν έναν ορισμένο ρόλο λόγω της προγενέστερης υλικής εξέλιξης της κοινωνίας, του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι εξασφαλίζουν τα προς το ζην, και της δομής των τάξεων και των κρατών. Ο σκελετός δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον ζωντανό οργανισμό. Όμως χωρίς τον σκελετό το σώμα δε θα είχε καμιά στερεότητα και δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Η κατανόηση της υλικής «βάσης» της Ιστορίας είναι ουσιώδης, αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για να κατανοήσουμε όλα τα άλλα»[9]. Έτσι, κρατάει αποστάσεις τόσο από τον ιδεαλισμό, όσο και από τον «μηχανιστικό» υλισμό, αναδεικνύοντας με την ιστορική του έρευνα την ύπαρξη ή μη εναλλακτικών λύσεων σε κρίσιμες περιόδους της ιστορίας.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο εξετάζει την εποχή της πρώτης εμφάνισης «σύγχρονων» ανθρώπων. Οι άνθρωποι των «πρωτόγονων κομμουνιστικών κοινωνιών» ζούσαν βέβαια σε σπηλιές, διέφεραν όμως από τα ζώα στο ότι χρησιμοποιούσαν εργαλεία για να διαμορφώσουν το περιβάλλον τους με βάση τις ανάγκες τους[10]. Το μεγάλο άλμα έγινε με τη «νεολιθική επανάσταση», που σηματοδοτεί την ανακάλυψη της καλλιέργειας της γης και την εξημέρωση κάποιων ζώων, η οποία με τη σειρά της οδήγησε στη δημιουργία των πρώτων πόλεων.
Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για τεράστιες κοινωνικές αλλαγές. Δημιουργήθηκε πλεόνασμα τροφής, το οποίο ήταν δυνατό να αποθηκευθεί και έδωσε με τη σειρά του κίνητρα για τη διεξαγωγή πολέμων, ενώ ταυτόχρονα κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να ξεχωρίζουν από τους άλλους, ασχολούμενοι με τη «διοίκηση» της κοινότητας στο σύνολό της. Αυτές οι διαδικασίες σηματοδότησαν τη μεγαλύτερη τομή στην ιστορία του ανθρώπινου είδους.
Το 3.000 π.Χ. περίπου εμφανίζονται τα πρώτα κράτη και οι ταξικές διαιρέσεις στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, που συνοδεύονται από την τάση να θεωρούνται πλέον οι γυναίκες ως κατώτερες από τους άνδρες, την περίφημη «ιστορική ήττα του γυναικείου φύλου» σύμφωνα με τον Ένγκελς. Αυτές οι κοσμοϊστορικές αλλαγές  εξηγούνται από τον Χάρμαν ακριβώς ως προϊόντα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που οδήγησαν σε αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις μεταβάλλοντας την κοινωνική διάρθρωση στο σύνολό της.
Η ενδεχομενικότητα της ταξικής πάλης
             Μία από τις πιο διάσημες φράσεις του Μαρξ βρίσκεται στην αρχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: «μέχρι τώρα η ιστορία όλης της κοινωνίας είναι ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με δύο λόγια καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε συνεχή αντίθεση μεταξύ τους, σ’ έναν αδιάκοπο πόλεμο, άλλοτε κρυφό, άλλοτε φανερό, που κάθε φορά τέλειωνε ή με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την κοινή καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων»[11]. Ωστόσο, πολύ συχνά, τόσο στην ιστορία, όσο και στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες, η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει υποτιμηθεί ή έχει καταγραφεί ως ένα ρητορικό σχήμα.
Ο Χάρμαν τοποθετείται στον αντίποδα αυτών των αντιλήψεων. Ερμηνεύει με γλαφυρό τρόπο την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με βάση την παρακμή του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής. Αυτό το αρχετυπικό παράδειγμα «καταστροφής των αντιμαχόμενων τάξεων» περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα, καθώς τη διάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ακολούθησε ο Μεσαίωνας που σήμαινε αιώνες χάους και βαρβαρότητας στην Ευρώπη, με κατάρρευση του πολιτισμού, καταστροφή των πόλεων και επιστροφή της κοινωνίας σε καθυστερημένες μορφές αγροτικής παραγωγής.
Αντίθετα, το πιο κλασσικό παράδειγμα επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας ως καρπού της πάλης των τάξεων συνιστά η μετάβαση από το φεουδαρχικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτή η αλλαγή δεν πραγματοποιήθηκε από τον ισλαμικό πολιτισμό που άνθησε από το 750 μέχρι το 1250 μ.Χ. περίπου διότι η κρατική μηχανή απορροφούσε το πλεόνασμα που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας, πιέζοντας αφόρητα τους αγρότες και περιορίζοντας έτσι την αγορά για τους εμπόρους και τους βιοτέχνες.
Το καθοριστικό βήμα προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν έγινε ούτε στην Κίνα, όπου το κράτος του ασιατικού τρόπου παραγωγής, το οποίο έλεγχε τη γη, τα κανάλια και τους υδατοφράχτες, εμπόδισε βίαια την ανάπτυξη των νέων τρόπων παραγωγής που προωθούσαν οι έμποροι και οι βιοτέχνες. Όπως εύστοχα έγραψε στην παρουσίαση του βιβλίου του Χάρμαν ο Γιάννης Ασδραχάς, «Τα γνωστά στερεότυπα για τη φεουδαρχία, το Βυζάντιο, το Ισλάμ, τους λαούς και τους πολιτισμούς στην Αφρική –και φυσικά για την αποικιοκρατία– ανατρέπονται με λογικές διαδικασίες…  Στο ταξίδι του  στον χρόνο και την ανθρωπότητα σταθμεύει σε όλες τις μορφές εξουσίας  χωρίς να ακολουθεί το μονοπάτι του δυτικού πολιτισμού που αφήνει στο περιθώριο τις μεγάλες εξελίξεις που πραγματοποιήθηκαν παράλληλα σε άλλα σημεία της υφηλίου»[12].
Η μετάβαση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής πραγματοποιήθηκε τελικά στην Ευρώπη και μόνο ύστερα από σειρά επαναστατικών αγώνων. Στον πρώτο γύρο των αστικών επαναστάσεων, η αστική τάξη κατάφερε να επικρατήσει στην Αγγλία και στην Ολλανδία, όχι όμως και στη Γαλλία και τη Γερμανία. Η μάχη ανάμεσα στους φεουδάρχες και την αστική τάξη κρίθηκε σ’ ένα δεύτερο και καθοριστικό γύρο επαναστάσεων, που ξεκίνησε με την αμερικανική επανάσταση του 1776 και κλιμακώθηκε με τη γαλλική επανάσταση. Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτήν την εξέλιξη έπαιξαν οι γιακωβίνοι και βέβαια οι λαϊκές μάζες του Παρισιού.
Όπως όμως υπογραμμίζει ο Χάρμαν, η ανατροπή των γιακωβίνων το 1794 δεν έσβησε τις κατακτήσεις της επανάστασης, αφού το Θερμιδώρ ήταν εσωτερική αντίδραση στη βάση της ίδιας της αστικής επανάστασης και όχι επιστροφή στο Παλαιό Καθεστώς. Η «Παλινόρθωση» του 1815 δεν ήταν πια εφικτό να εμποδίσει την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Ο ρόλος του «υποκειμενικού παράγοντα»
 Πώς όμως αναλαμβάνονται οι πρωτοβουλίες που ξεκινούν τα άλματα στην Ιστορία; Ένας διάσημος μοναχικός ταξιδιώτης του 19ου αιώνα σημείωνε μελαγχολικά: «Τελικά η Δημοκρατία μου φαίνεται γερασμένη. Ποιος ξέρει; Ίσως η Πρόοδος δεν κατορθώνεται παρά μόνο από μια αριστοκρατία ή ένα άτομο. Η πρωτοβουλία έρχεται πάντοτε από τα πάνω! Ο λαός είναι ανήλικος, ό,τι κι αν λένε»[13].
Στον αντίποδα αυτής της άποψης, η μαρξιστική θεωρία, χωρίς βέβαια να αρνείται το ρόλο του ατόμου και της προσωπικότητας στην Ιστορία, εστιάζει περισσότερο το ενδιαφέρον της στην ύπαρξη και τη δράση των πολιτικών κομμάτων. Ο Α. Γκράμσι αποδίδει τη σπουδαιότητα και τη σημασία τους τονίζοντας ότι «τα κόμματα είναι αυτά που επεξεργάζονται τις νέες ολοκληρωμένες αντιλήψεις, δηλαδή ενοποιούν θεωρία και πρακτική μέσα από μια πραγματική ιστορική διαδικασία»[14].
Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό από την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. Εκεί, η ανατροπή του Τσάρου το Φλεβάρη δεν σήμανε το τέλος αλλά την αρχή μιας επαναστατικής διαδικασίας η οποία κορυφώθηκε τον Οκτώβρη όταν η εργατική τάξη, με την πολύτιμη συνεισφορά του Λένιν και των μπολσεβίκων, κατάφερε να ανατρέψει και την ίδια την αστική κυβέρνηση. Βέβαια, σε μεγάλο βαθμό ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης αυτού του «υποκειμενικού παράγοντα», σε καμία άλλη χώρα εκτός από τη Ρωσία η έφοδος της εργατικής τάξης στον ουρανό δεν στέφθηκε από επιτυχία, με τίμημα την απομόνωση του εργατικού κράτους και την επικράτηση του σταλινισμού.
Ωστόσο, η ρωσική επανάσταση αποτέλεσε μοναδικό πρότυπο της διαλεκτικής αλληλεξάρτησης ανάμεσα στους τρεις βασικούς παράγοντες: την ηγεσία του Λένιν, το επαναστατικό κόμμα που συσπείρωνε την εργατική πρωτοπορία και το σύνολο της εργατικής τάξης[15].
Ο Χάρμαν επιμένει ιδιαίτερα ότι η ανθρώπινη ιστορία και ιδιαίτερα ο 20ος αιώνας αποδεικνύει ότι η έκβαση των κοινωνικών συγκρούσεων στο μέλλον θα εξαρτηθεί κυρίως από την έκταση στην οποία θα αναδυθεί στο πλαίσιο της διευρυμένης πλέον εργατικής τάξης, ένας πυρήνας ανθρώπων που κατανοούν πώς πρέπει να δώσουν αυτή τη μάχη και γνωρίζουν πώς να συσπειρώσουν ευρύτερες δυνάμεις στην κατεύθυνση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής.
Άλλωστε, η ζωή του ίδιου του συγγραφέα αφιερώθηκε συνειδητά σ’ αυτήν την προσπάθεια, καθώς από τα φοιτητικά του χρόνια στο London School of Economics υπήρξε επαναστάτης σοσιαλιστής, μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SWP) στη Βρετανία. Γι’ αυτό και στο τέλος του βιβλίου παραθέτει τη φράση του ιρλανδού επαναστάτη σοσιαλιστή Τζέιμς Κόνολι «οι μόνοι αληθινοί προφήτες είναι εκείνοι που πλάθουν το μέλλον».
Είναι σαφές ότι το έργο του Χάρμαν δεν αξιώνει τα εύσημα κάποιας ούτως ή άλλως ανέφικτης και γι’ αυτό επίπλαστης και απατηλής «αντικειμενικότητας». Εξάλλου, τα γεγονότα «δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρχουν σε καθαρή μορφή, αφού πάντα διαθλώνται στο μυαλό εκείνου που τα καταγράφει»[16]. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια άρνηση της θεμελιώδους για να υπάρξει η ιστορική επιστήμη διάκρισης μεταξύ «αυτού που είναι» και «αυτού που δεν είναι»[17]. Αντίθετα, ο Χάρμαν καταβάλλει συνειδητή προσπάθεια ώστε τα γεγονότα και η ερμηνεία τους να αλληλοδιαπλέκονται σ’ ένα διαρκή και γόνιμο διάλογο, ώστε να αποφεύγεται τόσο η Σκύλλα του υποκειμενισμού, όσο και η Χάρυβδη του αντικειμενισμού. Έτσι, πετυχαίνει να αποτυπώσει και να ερμηνεύσει την αλληλουχία των γεγονότων που διαμόρφωσαν το σύγχρονο κόσμο και μ’ αυτόν τον τρόπο να συμβάλει στην κατανόηση του γιατί και του πώς μπορεί αυτός να αλλάξει. Παρά τη μελωδική διαμαρτυρία του Sting: «history will teach us nothing»…


[1] Με τα λόγια του Γκ. Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Οδυσσέας, Αθήνα 2001, σελ. 329, «η Ιστορία είναι ακριβώς ιστορία της αδιάκοπης ανατροπής των μορφών αντικειμενικότητας που πλάθουν την ύπαρξη του ανθρώπου».

[2] Βλ. Κ. Χάρμαν, Μαρξισμός και ιστορία. Βάση και εποικοδόμημα, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2009, σελ. 34-35.

[3] Βλ. Κ.Θ. Δημαρά και Ν. Σβορώνου, Η μέθοδος της ιστορίας. Ιστορικά και αυτοβιογραφικά σχόλια, Συνεντεύξεις με τους Στ. Πεσμαζόγλου και Ν. Αλιβιζάτο, Άγρα, Αθήνα 1995, σελ. 145-146, όπου ο Ν. Σβορώνος τονίζει ότι «η ιστορία είναι να ιεραρχήσεις και να μπορέσεις να καταλάβεις ποιός είναι ο πρωταρχικός [παράγοντας], ποιός είναι ο δευτερογενής και, κυρίως, πώς αρθρώνονται μεταξύ τους».

[4] Βλ. Κ. Μαρξ, Η Γερμανική ιδεολογία, τ. Α΄, Gutenberg, Αθήνα 1997, σελ. 87.

[5] Βλ. το περίφημο γράμμα του Έγκελς στον Μπλοχ στις 21/9/1890 σε Α. Καλλίνικος, Οι επαναστατικές ιδέες του Μαρξ, Εργατική δημοκρατία, Αθήνα 1998, σελ. 113.

[6] Α. Γκράμσι, Ιστορικός υλισμός, μτφρ Τ. Μυλωνόπουλου, Οδυσσέας, Αθήνα 2008, σελ. 62.

[7] Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, Αθήνα 1986, σελ. 15.

[8] C. Levi-Strauss, Anthropologie structurale, Agora, Librairie Plon, Paris 1974, σελ. 37.

[9] Κ. Χάρμαν, Λαϊκή ιστορία του κόσμου. Από την εποχή του λίθου έως και τη νέα χιλιετία, μτφρ. Ε. Αστερίου, Τόπος, Αθήνα 2012, σελ. XIV.

[10] Βλ. και την κλασσική μελέτη της Ρ. Λούξεμπουργκ, Η πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία, Κοροντζή, Αθήνα 2007.

[11] Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ. 45-46.

[12] Γ. Ασδραχάς, «Η Λαϊκή ιστορία του κόσμου. Από την εποχή του λίθου έως και τη νέα χιλιετία», Εξπρές, 11 Μαρτίου 2012.

[13] Γκ. Φλωμπέρ, Η αισθηματική αγωγή, μτφρ. Π. Μουλλά, Οδυσσέας, Αθήνα 1981, σελ. 404.

[14] Α. Γκράμσι, ό.π., σελ. 27.

[15] Όπως επισήμανε ο Λ. Τρόσκι, Ιστορία της ρώσικης επανάστασης, α΄ τόμος, Αλλαγή, Αθήνα 1984, σελ. 10, «μονάχα με τη μελέτη των πολιτικών προτσέσων μέσα στις μάζες μπορεί να κατανοήσει κανείς το ρόλο των κομμάτων και των ηγετών».

[16] Ε. Καρ, Τι είναι ιστορία;, Σκέψεις για τη θεωρία της ιστορίας και το ρόλο του ιστορικού, Γνώση, Αθήνα 1999, σελ. 35.

[17] Βλ. Ε. Hobsbawm, Για την ιστορία, Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ. 10-11.

 

ΥΓ. Το άρθρο πρόκειται να δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος του περιοδικού «ΕΝΕΚΕΝ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s