Ασθενής κρίκος και Μέτωπο ζωής η θανάτου του λαού. Θεωρητικές και πρακτικές πτυχές.

Του Δημήτρη Πατέλη*

Είναι γνωστή η προβληματική του Λένιν περί του “ασθενούς κρίκου” με δύο έννοιες: 1) αναφορικά με το παγκόσμιο σύστημα και 2) με τη διάγνωση της πολιτικής συγκυρίας. Με την πρώτη έννοια αναδεικνύεται η ανισομερής ανάπτυξη του χωροδικτυώματος του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος και των πλέον ευάλωτων σε ανεξέλεγκτες-δυσλειτουργικές για το σύστημα τροπές χωρών και ομάδων χωρών, όπου διαπλέκονται και συμπυκνώνονται εκρηκτικά οι παγκόσμιες, περιφερειακές και τοπικές-εθνικές αντιφάσεις του. Την έννοια αυτή, σπεύδουν σήμερα να την υπενθυμίζουν ακόμα και σ’ όσους την ξέχασαν οι ιθύνοντες του παγκόσμιου κεφαλαίου. Εδώ χρησιμοποιώ την έννοια του ασθενούς κρίκου κυρίως με τη δεύτερη (συνδεδεμένη με την πρώτη και απορρέουσα από αυτήν) έννοιά της, που είναι επιτακτικότατη σε συνθήκες γενικευμένης κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης: αυτή που αφορά την έγκαιρη διάγνωση, ανάδειξη και επικέντρωση των δυνάμεων και της προσοχής σε εκείνο το πρόβλημα, σε εκείνες τις επιτακτικές ζωτικές ανάγκες του λαού (αιτήματα, διεκδικήσεις) που θα επιτρέψουν να ξετυλίξει το κουβάρι του πλέγματος των εσωτερικών και εξωτερικών συστημικών αντιφάσεων, αλλάζοντας άρδην το συσχετισμό υπέρ της διεξόδου από την κρίση με προοπτική προς όφελος του λαού. Ο κρίκος αυτός επιτρέπει στις δυνάμεις που θα τον αδράξουν, να κατακτήσουν ακλόνητα την χειραφετική για το λαό πρωτοβουλία των κινήσεων, να κλιμακώνουν και να κατευθύνουν δημιουργικά και συσπειρωτικά την αγανάκτηση και την ανυπακοή, να προσδώσουν όλο και πιο συνειδητό, συντεταγμένο, αποτελεσματικό και τελικά νικηφόρο προσανατολισμό στη λαϊκή αυτενέργεια. Ο κρίκος αυτός συμπυκνώνεται σήμερα στη δέσμη προταγμάτων με αφετηρία την άρνηση του επαχθούς και απεχθούς δημόσιου εξωτερικού χρέους και των αποικιοκρατικών δανειακών συμβάσεων.

Όπως έδειξαν και οι εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, η κρίση ιδεολογικοπολιτικής εκπροσώπησης οδηγεί σε πρωτοφανή για τη νεώτερη ιστορία της χώρας δρομολόγηση μιας απεμπλοκής συνειδήσεων και ανθρώπων από τη “σιωπηλά πλειοψηφία”, από την κυρίαρχη ιδεολογία και τα καθεστωτικά κόμματα, από την υπακοή, την ηττοπάθεια, τη μοιρολατρία και την υποταγή.  Αυτή η ρευστή και μη μορφοποιημένη ριζοσπαστικοποίηση, με όλες τις αντιφάσεις, τη μερικότητα και τους περιορισμούς της, δέσμια ακόμα της λογικής της ανάθεσης, βρίσκει εν μέρει εκπροσώπηση, ή μάλλον – επενδύει επί του παρόντος εκλογικά- στο ΣΥΡΙΖΑ, σε σχετική εναρμόνιση με την υπόσχεση άμεσης κυβερνητικής λύσης, χωρίς ριζικές ρήξεις με τις κυρίαρχες στρατηγικές επιλογές της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. Οι διαθέσεις αυτές των ανθρώπων, με όλες τις ανασφάλειες, φοβίες και αβεβαιότητές τους, με σαφή τη συνδρομή μιας πρωτοφανούς τρομοκρατικής προπαγάνδας του καθεστώτος υπέρ των στρατηγικών επιλογών του, βρήκαν συγκυριακά εκλογική έκφραση σε ορισμένου τύπου ριζοσπαστισμό του πολυσυλλεκτικού  ΣΥΡΙΖΑ, που συνυπάρχει εκλεκτικά με τη μακροχρόνια δογματική αγκύλωση της ηγετικής ομάδας του σε κάποιες “ιερές αγελάδες” (π.χ. Ευρώ και Ε.Ε.).

Παρατηρείται λοιπόν μια εκδοχή αναβίωσης του προυντονισμού. Ο Π. Ζ. Προυντόν, ένας τυπικός εκπρόσωπος του μικροαστικού σοσιαλισμού-αναρχισμού του 19ου αι., έβλεπε την κοινωνία και τις κυρίαρχες σε αυτήν σχέσεις ως ενσαρκώσεις αρχών, ιδεών και κατηγοριών του πνεύματος, η κάθε μια απ’ τις οποίες έχει “καλές”, θετικές και  “κακές”, αρνητικές πλευρές. Η όλη σωτήριος ανάπλαση της κοινωνίας, η “Λύση του κοινωνικού ζητήματος”, φάνταζε ως μεταφυσικό καθήκον απαλλαγής από τις “κακές” και διατήρησης των “καλών” πλευρών. Έτσι και τώρα, μεσούσης της κρίσης και του κοινωνικού πολέμου, υπάρχει ένα ρεύμα ριζοσπαστικοποίησης, που αγνοώντας τη διαλεκτική ουσία π.χ. της κυρίαρχης και σχεδιοποιημένης από το χρηματοπιστωτικό δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο σχέσης παραγωγής που λέγεται “ευρώ”, αγνοώντας τη λειτουργία της ως μηχανισμού διεθνικής εκμετάλλευσης στη βάση της αύξουσας ανισομέρειας και της αντίστοιχης ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης, φαντασιώνεται μεταφυσικά απαλλαγή απ’ τα “κακά” του ευρώ εντός της ευρωζώνης και νομιμοφρόνως προσδοκά μετουσίωση της χρηματοπιστωτικής φυλακής των λαών που λέγεται Ε.Ε. σε “κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη των Λαών”… Κάποιοι προτάσσουν τη σωτηρία του ευρώ και τη διαιώνιση της πρόσδεσής μας σε αυτό έναντι της σωτηρίας του λαού, επιτείνοντας τη σύγχυση μεταξύ γεωγραφικών οριοθετήσεων, πολιτισμικών ταυτοτήτων, κυρίαρχων σχέσεων παράγωγης, και στρατηγικών ολοκλήρωσης-διακρατικής ρύθμισης του καθεστώτος. Και όλα αυτά εκτυλίσσονται τη στιγμή που η κρίση χρέους αγκαλιάζει όλο και πιο πολλές και πιο μεγάλες χώρες της ευρωζώνης, τη στιγμή που εκ των πραγμάτων τίθεται εν αμφιβόλω διεθνώς η ίδια η ύπαρξη του ευρώ και της Ε.Ε., στη δίνη των παγκόσμιων ανακατατάξεων. Στο βαθμό που η ριζοσπαστικοποίηση αυτή θα παραμένει ρευστή και άμορφη, εκ των πραγμάτων θα μορφοποιείται βάσει των κυρίαρχων στρατηγικών, προταγμάτων και διλημμάτων. Υπάρχουν λοιπόν σ’ αυτή τη συγκυρία κάποιες νομοτελείς αυταπάτες, η μη έγκαιρη άρση των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε απογοήτευση και σε αντιδραστική στροφή, με ή χωρίς κυβερνητική εμπλοκή αυτών των δυνάμεων που τις πρεσβεύουν, ανεξαρτήτως προθέσεων.

 Η μεταφυσική προσέγγιση αδυνατεί να συλλάβει το γεγονός, ότι το κίνημα δεν γίνεται από υλικά και υποκείμενα βάσει δογματικών προδιαγραφών από αυτόκλητα ιερατεία, αλλά από τις βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων, από τις ζωντανές δυνάμεις που εμπλέκονται στην ιδιότυπη ιστορική συγκυρία, που είναι γέννημα της αντιφατικότητάς της και φέρουν το στίγμα της. Ένα εν τω γεννάσθαι κίνημα συγκροτείται από εν τω γεννάσθαι ατομικά και συλλογικά υποκείμενα, με όλη την αντιφατικότητα του αυθόρμητου και (έστω ψηγμάτων) συνειδητού που τα χαρακτηρίζει, με όλα τα παράδοξα της -εκ πρώτης όψεως- «απολίτικης» πολιτικής που πρεσβεύουν.

Εγείρεται λοιπόν όλο και πιο επιτακτικά το ζήτημα του υποκειμένου που θα επιληφθεί του αδύναμου κρίκου της συγκυρίας. Μπορεί κάποιος από τους υφιστάμενους πολιτικούς φορείς να διαδραματίσει άμεσα το ρόλο αυτού του κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου; Κατά τα φαινόμενα, δεν υπάρχει τέτοιος φορέας. Οι υφιστάμενοι πολιτικοί φορείς έχουν εν πολλοίς διαμορφωθεί και παγιωθεί σε άλλες ιστορικές συνθήκες, ρόλους και λειτουργίες. Ο φορέας αυτός, λόγω συγκυρίας θα είναι μεταβατικός και οφείλει να συγκροτηθεί επιτακτικά. Η συγκυρία με την κλιμάκωση της πόλωσης, από πλευράς επιλογών θα παίρνει όλο και πιο πολύ το χαρακτήρα μιας αποκλειστικής διάζευξης ζωής ή θανάτου: Είτε τάχιστη συγκρότηση και νίκη του αναγκαίου λαϊκού, δημοκρατικού μετώπου, είτε νίκη του μαύρου μετώπου με καταστροφική κλιμάκωση της αποικιοποίησης και συνολικό εκφασισμό εξουσίας και κοινωνίας. Δεν έχει και τόση σημασία το πως θα το αποκαλούμε (Κοινωνικό, Ενιαίο, Παλλαϊκό, Μέτωπο αλληλεγγύης, ρήξης, ανατροπής, αντεπίθεσης για κοινωνική και πολιτική δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία, αντιιμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό, αντιαποικιοκρατικό, αντιφασιστικό κ.ο.κ.), όσο η τάχιστη και βέλτιστη συγκρότησή του, το πως θα σφυρηλατεί αποτελεσματικά την ενότητα δράσης των εργαζομένων στη βάση, την κοινωικοπολιτική συμμαχία του λαού (πολιτών, συλλογικοτήτων,  λαϊκών συνελεύσεων, πρωτοβουλιών αλληλεγγύης και αγώνα, συνδικαλιστικών και πολιτικών φορέων) για αγώνα σε όλα τα επίπεδα εναντίον του Μαύρου Μετώπου.

Απαιτείται Μέτωπο με άμεσους στόχους σωτηρίας του λαού που θα κτυπούν αποφασιστικά, αταλάντευτα και ανυποχώρητα στον ασθενή κρίκο της τρέχουσας συγκυρίας (με πυρήνα την όλο και πιο σαφή και ευρείας αποδοχής δέσμη μεταβατικών μέτρων με αιχμή την άρνηση δανειακών-μνημονίων, έξοδο από ευρώ – ΕΕ, εθνικοποιήσεις κ.ο.κ.), χωρίς άλλα προαπαιτούμενα και διχαστικούς όρους, ώστε να αναβαθμίζει την εμπιστοσύνη στη δύναμη του λαϊκού αγώνα και να κλιμακώνει τη ριζοσπαστικοποίηση. Ή θα το συγκροτήσουμε άμεσα και επιτακτικά, ή θα μας αφανίσει η αντίδραση για δεκαετίες.

Το βαμπίρ της αντίδρασης, ο Κ. Μητσοτάκης, στην τελευταία εμφυλιοπολεμική συνέντευξη (http://www.tromaktiko.net/2012/06/13), άφησε να καταλάβουν πολλά και οι πιο αφελείς: «Παίζουν καμιά φορά με την τύχη του τόπου και δεν επιτρέπεται… οδεύουμε προς εμφύλιο…» πρόσθεσε και καταλήγοντας σημείωσε: «Όσο ζούσαν οι γενιές του πολέμου και του εμφυλίου πολέμου ήσουν ήσυχος. Από το Φλωράκη δεν κινδύνευες. Δε θέλω να πω ότι κινδυνεύουμε από τους επιγόνους. Αλλά τόσο σίγουρος δεν μπορώ να είμαι. Και ο κίνδυνος δεν είναι το ΚΚΕ. Ο κίνδυνος είναι η θολή ανέλεγκτη Αριστερά που δεν ξέρεις από πού ξεκινάει, πού φτάνει και τι σκοπούς υπηρετεί».

Δεν φοβούνται λοιπόν την “ιδεολογικά καθαρή περιχαράκωση” οι δυνάμεις του καθεστώτος. Εκείνο που τρέμουν, είναι η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της (αρκετά θολής επί του παρόντος και απροσδιόριστης) ριζοσπαστικοποίησης του λαού, η σύμπηξη ενός νικηφόρου λαϊκού μετώπου, που θα αδράξει τον ασθενή κρίκο των διακυβευμάτων και την ηθικοπολιτική ηγεμονία στη συγκυρία και θα ανατρέψει στο πεδίο των συσχετισμών δυνάμεων το δικό τους Μαύρο Μέτωπο του κοινωνικού πολέμου εναντίον του λαού. Ας κάνουμε τους φόβους τους εφιάλτες.

Εξυπακούεται ότι ο χαρακτήρας αυτού του αγώνα επικεντρώνεται μεν σε βραχυ-μεσοπρόθεσμους στόχους, αλλά οι στόχοι αυτοί είναι εξαιρετικής υπαρξιακής στρατηγικής σπουδαιότητας για τους κομμουνιστές. Ας αναστοχαστούμε και ας επανεπικειροποιήσουμε την προβληματική της 3ης Διεθνούς και του Γκ. Δημητρόφ στη σημερινή συγκυρία, χαρακτηριστικό της οποίας είναι το νέο στάδιο της κεφαλαιοκρατίας, του παγκοσμιοποιημένου ιμπεριαλισμού (Δ. Πατέλης. Επισημάνσεις για το χαρακτήρα της εν εξελίξει κρίσης και της εποχής. http://www.ilhs.tuc.gr/gr/dim_diaplus_29.htm, Για τη σημασία της πολιτικής οικονομίας της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Μεθοδολογικές και θεωρητικές επισημάνσεις. http://www.ilhs.tuc.gr/gr/dim_diaplus_30.htm), μια διαπλοκή αντιφάσεων και παραγόντων που της προσδίδουν εξαιρετική αμφιρέπεια και απροσδιοριστία. Η κυριολεκτικά ζωτική σημασία του μετώπου αυτού, απαιτεί σήμερα τιτάνιες και πρωτόγνωρες προσπάθειες, απαιτεί τη μέγιστη δυνατή ικανότητα να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες του λαού, το βηματισμό του και τις καμπές στις διαθέσεις και στη συνείδησή του, τη μέγιστη δυνατή ευπροσηγορία, πέρα κι έξω από ελιτίστικες νοοτροπίες διδακτικού αφ’ υψηλού τόνου και επιτιμητικής χλεύης των ταλαντεύσεων και της απουσίας «ωριμότητας» και «ιδεολογικής καθαρότητας» των μαζών.

Ο Λένιν στηλίτευσε αμείλικτα τις “φαιδρές σχολαστικές” σχηματοποιήσεις κάποιων που φαντασιώνονται το κίνημα και την επαναστατική διαδικασία κατά τον εξής τρόπο: «… θα παραταχθεί σ’ ένα μέρος ένα στράτευμα και θα πει: “εμείς είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού”, ενώ σ’ ένα άλλο μέρος [θα παραταχθεί] ένα άλλο, και θα πεί: “εμείς είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού” και αυτή θα είναι η κοινωνική επανάσταση!… Όποιος αναμένει την “καθαρή” κοινωνική επανάσταση, ποτέ δεν θα ζήσει να τη δει. Αυτός είναι ένας επαναστάτης στα λόγια, που δεν κατανοεί την πραγματική επανάσταση». Και διευκρίνιζε: «Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, εκτός από έκρηξη της μαζικής πάλης όλων και όλων των ειδών των καταπιεσμένων και ανικανοποίητων. Μέρους της μικρής αστικής τάξης και των καθυστερημένων εργατών αναπόφευκτα θα συμμετάσχει σ’ αυτήν -χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι εφικτός ο μαζικός αγώνας, δεν είναι εφικτή καμία επανάσταση…» (Άπαντα, τ. 30, σ.54).

Δεν είναι η πάλαι ποτέ ιστορική ή/και αυτόκλητη πρωτοπορία της τάξης και του κόμματος που θα αποφανθεί δίκην ασκήσεων επί χάρτου περί του «πολιτικώς και ιδεολογικώς ορθού»  αγώνα, αλλά, τουναντίον, ο μετωπικός αγώνας στην κλιμάκωσή του είναι που θα αναδείξει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και την προοπτική: «το προλεταριάτο συνιστά μια πραγματικά επαναστατική, μια πραγματικά σοσιαλιστικά δρώσα τάξη μόνον υπό τον όρο ότι διεκδικεί και δρα ως πρωτοπορία όλων των εργαζομένων και όσων υφίστανται την εκμετάλλευση, ως ηγέτης τους στον αγώνα για την ανατροπή των εκμεταλλευτών…»(Λένιν, Άπαντα, τ.41, σ.169-170).

Ο μετωπικός αγώνας σήμερα προσκρούει σε κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού. Ενός εχθρού που διατηρεί τη στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων, έχει ήδη εν πολλοίς συμπήξει σε διεθνές και εθνικό επίπεδο το δικό του Μαύρο Μέτωπο και εξαπολύει απροκάλυπτα κοινωνικό πόλεμο, με αιχμή την επιβολή διακρατικομονοπωλιακης ρύθμισης υπέρ της περιφερειακής και παγκόσμιας αντεπανάστασης-αντίδρασης και των συμφερόντων των πλέον επιθετικών κύκλων της νυν χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας. Ο πόλεμος που ασκεί περικλείει σε αύξοντα βαθμό προληπτικά πλήγματα, με στόχο την αποτροπή της κλιμάκωσης της ριζοσπαστικοποίησης με το μέτωπο των από κάτω.

Ωστόσο, το δικό μας Μέτωπο, μπορεί να αξιοποιήσει και τις όλο και πιο έντονες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, τη σύγκρουση μεταξύ παλαιών και νέων αναδυόμενων πόλων, την (έκδηλη στην κλιμακούμενη κρίση) όλο και πιο ελκτική δύναμη εκδοχών «Κρατικού Καπιταλισμού» και συνδεόμενων με αυτές εναλλακτικών περιφερειακών ολοκληρώσεων.

Το Μέτωπο αυτό, δεν έχει ακόμα την ορμή – αισιοδοξία που χαρακτήριζε την πρώτη νικηφόρο πρώιμη σοσιαλιστική επανάσταση (ούτε την ισχύ ενός Κόκκινου Στρατού στις επικείμενες μάχες), δεν έχει τις επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις στην ανοδική τους πορεία (μ’ όλα τα νεανικά τους σφάλματα, αλλά με πίστη στη νίκη). Δεν έχει εκείνη την επάρκεια (ή έστω αίσθηση επάρκειας) θεωρητικής θεμελίωσης της στρατηγικής, ελκτικού θετικού κομμουνιστικού προγραμματικού λόγου.

Τουναντίον, έχει σχετικά νωπή την αίσθηση της ήττας του πρώιμου σοσιαλισμού, των αντιδραστικών-αντικομμουνιστικών προπαγανδιστικών δογμάτων της νικηφόρου αντεπανάστασης και την (όχι τόσο άσχετη με τα προπαγανδιστικά δόγματα) σύγχυση ποικίλων “αριστερών” δογμάτων αγιογραφικής απολογητικής και δαιμονολογικού αναθέματος του πρώιμου σοσιαλισμού, διανθισμένων με κάθε πιθανό και απίθανο αμοιβαίο ετεροπροσδιορισμό (περί τέως “υπαρκτού” και “ανύπαρκτου” σοσιαλισμού). Έχει τα οργανωτικά μορφώματα της αριστεράς, μέρος των οποίων, σε πλήρη αναντιστοιχία με τις επιταγές της συγκυρίας, εμμένει ακόμα και τώρα σε διχαστικές ιδεοληψίες και αυτοαναφορικές περιχαρακώσεις, υπονομεύοντας τη μετωπική συγκρότηση του αγώνα με καπελώματα, με αυτοαναφορικές παρωδίες κομματικών “μετώπων”, που ενίοτε επενδύονται και με ρητορική υπέρ του μετώπου.

Ωστόσο, όλο και πιο ρωμαλέα γίνεται η συνειδητοποίηση της ζωτικής και επιτακτικής ανάγκης του Μετώπου από όλο και πιο πολλές οργανωμένες δυνάμεις και ανέντακτους αγωνιστές/-ίστριες. Το διαπιστώσαμε και στην πρόσφατη σχετική Ημερίδα στα Χανιά (βλ. http://politicosdialogos.org/wp/).

Μια αναγκαία διευκρίνιση. Πολλοί θεωρούν ότι μέτωπο γίνεται μόνο με εκπτώσεις και παραίτηση από την επαναστατική θεωρία και τη στρατηγική προοπτική, με ανερμάτιστους συμβιβασμούς χωρίς αρχές, με αποστασία. Κάποιοι συνδέουν το “μέτωπο” με τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα περί «τέλους των ιδεολογιών και ιδεολογικοπολιτικών διαχωριστικών γραμμών», και των «μεγάλων αφηγήσεων», περί δήθεν εξάλειψης της αντίθεσης «δεξιά – αριστερά» και περί «αποϊδεολογικοποίησης» (βλ π.χ. R. Aron, D. Bell κ.ά.), κατά τα κελεύσματα της Νέας Τάξης και της επιδίωξης του σημερινού Χρηματοπιστωτικού Άξονα για «Παγκόσμια Διακυβέρνηση» μέσω της αποπολιτικοποίησης-παθητικοποίησης των λαών. Κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, δεν σημαίνει εξάλειψη του διπόλου «δεξιά – αριστερά», αλλά μετατόπιση όλου του φάσματος επί τα δεξιά, λόγω μακροχρόνιας ειρηνικής ενσωμάτωσης, εμπέδωσης του κοινοβουλευτικού κρετινισμού, κ.ο.κ. Το δίπολο «δεξιά – αριστερά» θα εξαλειφθεί μόνο με την άρση της αντίφασης κεφαλαίου εργασίας. Απαιτείται σαφής, ειλικρινής και απροκατάληπτη αναζήτηση-αποκατάσταση της αλήθειας, μέχρι να αποκτήσουν οι έννοιες το πραγματικό τους νόημα στην εποχή μας, με τις ριζικές μεταβολές του κοινωνικού υποκειμένου, και να ωριμάσουν οι νέες, οι αντίστοιχες της εποχής έννοιες και αντιλήψεις, οι αντίστοιχοι πολιτικοί φορείς της επαναστατικής πρωτοπορίας, πέρα από δογματικές αγκυλώσεις και καιροσκοπικές ιδεολογικές κωλοτούμπες, σε συνθήκες πολιτισμένης συναγωνιστικής-συντροφικής ανεξιγνωμίας.

Δυστυχώς, συχνά στα πλαίσια του κινήματος, το γόνιμο δίπολο «αλήθεια – πλάνη» υποκαθίσταται από το άκρως άγονο δίπολο «αλήθεια – προδοσία», «δικός μας – εχθρός μας, αποστάτης» και άλλα παρόμοια, γεγονός, που ανεξαρτήτως προθέσεων, υπονομεύει τόσο την ορθολογική αναζήτηση της αλήθειας, όσο και κάθε υγιή συλλογικότητα, μεταθέτοντας τις εμφάσεις και αναλίσκοντας τις δυνάμεις σε ανούσιες δίκες προθέσεων και «σκοτεινών» καταβολών… Σε αυτές τις συνθήκες, αναπτύσσεται γονιμότατο έδαφος για κάθε (βαλτό ή ακούσιο) προβοκάτορα και προβοκάτσια…

Η μετατόπιση αυτού του φάσματος που γίνεται όλο και πιο έκδηλη στην κρίση, επιτάσσει τον επαναπροσδιορισμό αυτής της εκπροσώπησης, με ανάδειξη του νέου ριζοσπαστισμού που θα δοκιμάζεται στην ιδιοτυπία της νέας συγκυρίας και των καθηκόντων που αυτή επιτάσσει για το κίνημα. Ο επαναπροσδιορισμός αυτός δεν γίνεται με λεκτικές ακροβασίες και κορώνες, αλλά στη βάση της μορφοποίησης του νέου υποκειμένου των από κάτω, με πρώτο βήμα τη συγκρότηση του κινήματος σε μετωπική κοινωνικοπολιτική συμμαχία. Σε αυτό το πεδίο θα επαναπροσδιοριστεί το δίπολο “δεξιά – αριστερά”. Η εμπειρία δείχνει οικτρά, ότι όποιοι επιχειρούν να στήσουν “αποϊδεολογικοποιημένα μέτωπα” χωρίς την αριστερά και εναντίον της αριστεράς (κάθε αριστεράς), ή ακόμα χειρότερα, στη βάση του αντικομμουνισμού, οδηγούνται σε φαιδρά και επικίνδυνα προσωποπαγή αρχηγικά γκρουπούσκουλα με χειραγωγικούς μηχανισμούς παλαιοκομματικής κοπής, που ανοίγουν δρόμο για κάθε καιροσκοπισμό και για ακροδεξιούς τυχοδιωκτισμούς. Δεν κτίζεται Μέτωπο βάσει προσωπικών ιδιοτελών στρατηγικών, με αυτόκλητους “προφήτες” και “σωτήρες”, με χειραγωγικές απάτες και “κινήσεις κορυφών”.

Δεν υπάρχει πιο βλακώδης και καταστροφική για το κίνημα αντιδιαλεκτική προκατάληψη, από αυτή που συνδέει τη μετωπική πολιτική με παραίτηση και αποστασία από την επαναστατική θεωρία και στρατηγική. Η προκατάληψη αυτή εκδηλώνεται τραγελαφικά, με μιαν εμμονή κάποιων στη στρατηγική “ορθοδοξία” ως προαπαιτούμενο για την παραμικρή επιμέρους τακτική κίνηση, σε βαθμό αντιστρόφως ανάλογο της πραγματικής θεμελίωσης και του συγκεκριμένου ιστορικού χαρακτήρα αυτής της “στρατηγικής”. Μ’ άλλα λόγια, πολύ συχνά, αν όχι κατά κανόνα, θέτουν φραγμό σε κάθε μετωπική πρωτοβουλία και αγώνα άνθρωποι και συλλογικότητες, η θεωρητική συγκρότηση και η σαφήνεια των στρατηγικών προταγμάτων των οποίων είναι επιεικώς φαιδρά. Αυτή η θεωρητική ανεπάρκεια είναι οργανικά συνδεδεμένη με την αδυναμία διαλεκτικής και ιστορικά συγκεκριμένης αντίληψης της σχέσης μεταξύ στρατηγικής και τακτικής, που έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη σύγχυση και παράλυση-παραίτηση: κάθε επιμέρους τακτικό βήμα εκλαμβάνεται ως ατόφια στρατηγικό και αντιστρόφως, η στρατηγική εκλαμβάνεται αδιαμεσολάβητα ως τακτική.

Όταν οι επαναστάτες, οι κομμουνιστές καλούν σε μέτωπο, δεν αποποιούνται την κομμουνιστική θεωρία και προοπτική. Μέτωπο με κρυψίνοιες, κρυφές ατζέντες και καπελώματα, δεν γίνεται. Δεν τίθεται ως προαπαιτούμενο για τη “μαζικότητα” του μετώπου η άρνηση είτε η συγκάλυψη της κομμουνιστικής προοπτικής από τους κομμουνιστές που συστρατεύονται και πρωτοστατούν σε αυτό. Απλώς αυτή η προοπτική (όπως την εννοεί ο καθ’ εις) δεν μπορεί να τίθεται ως προαπαιτούμενο για τη σύμπηξη του Μετώπου και την προώθηση των διεκδικήσεών του, δεν μπορεί να τίθεται ως κραυγαλέα προμετωπίδα αριστερής, αντικαπιταλιστικής, σοσιαλιστικής, κομμουνιστικής κ.ο.κ. “καθαρότητας”. Μιας “καθαρότητας”, που θα δρα αποτρεπτικά για τη συστράτευση ανθρώπων, οι οποίοι προσφάτως κάνουν τα πρώτα βήματα της ριζοσπαστικοποίησής τους και είναι άκρως επιφυλακτικοί σε κάθε ακατάληπτη διακήρυξη.

Δεν μας χρειάζεται λοιπόν ούτε “αριστερό” μέτωπο, ούτε μέτωπο “της αριστεράς”, της “παναριστεράς” κ.ο.κ. Το πρόσημο και η κοινωνική σημασία του μετώπου θα τίθενται από τα προτάγματα, από την πρακτική του στην κοινωνία, από το περιεχόμενο και τις μορφές του αγώνα, ενός αγώνα που δεν θα αναπαράγει αγκυλώσεις και προκαταλήψεις, αλλά θα ενοποιεί χειραφετικά το συλλογικό του υποκείμενο. Εάν π.χ. κάποιος άνθρωπος στη φάση της ριζοσπαστικοποίησής του συστρατεύεται με το πρόταγμα της εθνικοποίησης των τραπεζών και κομβικών κλάδων υποδομών με εργατικό έλεγχο, αλλά δεν αυτοπροσδιορίζεται σήμερα ως αριστερός, κομμουνιστής κ.ο.κ., θα πρέπει να τίθεται εκτός Μετώπου; Το ίδιο το περιεχόμενο παρόμοιων αιτημάτων τι είναι άραγε, δεξιό; Για ποιο λόγο λοιπόν σε αυτή τη συγκυρία να κραυγάζει το Μέτωπο περί της αριστεροσύνης ή περί του ανικαπιταλισμού του; Ο βέβαιος δρόμος για την απώθηση και την αποστράτευση τέτοιων ανθρώπων από το Μέτωπο, είναι ο βομβαρδισμός τους με ποικίλες εκδοχές ακατάληπτων ακόμα και για τους ίδιους τους φορείς τους στερεότυπων, προταγμάτων, “στρατηγικών διακηρύξεων”, παγιωμένων εν πολλοίς με τα χρόνια σε αυτοαναφορικές ιδιολέκτους μικροομάδων, ως απόηχος άλλων εποχών, που εκλαμβάνονται (και συχνά είναι) ως ξύλινη, αδιέξοδη και χρεοκοπημένη γλώσσα. Η θεωρία γίνεται υλική δύναμη, μόνο στο βαθμό που συνδέεται οργανικά με τη ζωή και τα βιώματα των ανθρώπων, μόνον όταν η εμπειρία του αγώνα αλλάζει τη ζωή τους και τους πείθει για τη ζωτική σημασία της αληθινής θεωρίας – οδηγού για δράση, μιας θεωρίας που γίνεται κτήμα τους και διέπει στον ένα ή στον άλλο βαθμό τη ζωή και τη δράση τους. Κάθε άλλη “θεωρία” είναι χειραγωγικό καπέλωμα με διαλυτικές επιπτώσεις.

Ο αγώνας για το Μέτωπο, δεν συνιστά και δεν μπορεί να συνιστά λοιπόν αποστασία από τον κομμουνισμό. Τουναντίον μάλιστα. Ο ορισμός της αποστασίας από την υπόθεση της στράτευσης για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, είναι σήμερα η αδράνεια και η παθητικότητα, είναι η παραίτηση από τη βέλτιστη για τη συγκυρία (θεωρητική και πρακτική) συμβολή στην κλιμάκωση της ριζοσπαστικοποίησης του λαού. Είναι η πόζα της κομματικής είτε/και ακαδημαϊκής “καθαρότητας” και μια εκδοχή στωικής “αταραξίας”, αποστασιοποίησης από τις ζωτικές ανάγκες του αγώνα, χαρακτηριστική για ότι ο Μαρξ αποκαλούσε “καθηγητική επιστήμη”. Είναι η επίκληση της θεωρητικής ανεπάρκειας του κινήματος για την “αφοσίωση αποκλειστικά στη θεωρία”, ώστε “όταν αυτή αναπτυχθεί σε επαρκή βαθμό” (πότε άραγε, μετά τη δευτέρα παρουσία;) να δούμε τι θα κάνουμε και στην πράξη…

Αν η αριστερίστικη απόρριψη του Μετώπου από τριτοδιεθνιστικά κόμματα του μεσοπολέμου ήταν ένα σύμπτωμα παιδικής νόσου του κομμουνισμού (που εν μέρει βρήκε θεραπεία με τις τελευταίες παρεμβάσεις της Διεθνούς, και οδήγησε στο έπος της αντίστασης, βλ. Γκ. Ντιμιτρόφ. Ο φασισμός, και Σάρλη Δ. Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού. http://vivlio2ebook.blogspot.gr/), η τωρινή απόρριψη, όσο κι αν επενδύεται με αριστερίστικη φρασεολογία, είναι γεροντική νόσος θνησκόντων μορφωμάτων, που επενδύουν έτσι τις ανασφάλειες της αυτοαναπαραγωγής των μηχανισμών τους, εξορκίζοντας φοβικά ότι ότι δεν ελέγχει η γραφειοκρατεία τους. Μηχανισμών εν πολλοίς ενσωματωμένων στο σύστημα, με λίγο – πολύ διακριτούς και παγιωμένους επί μακρό ρόλους λίγο πολύ ριζοσπαστικής διαχείρισης της δυσαρέσκειας και της διαμαρτυρίας εντός του συστήματος. Η νιρβάνα της “ιδεολογικής καθαρότητας”, στην κομματική-γραφειοκρατική και στην ακαδημαϊκή εκδοχή της, είναι το σημερινό πρόσωπο της αποστασίας από την υπόθεση της κομμουνιστικής προοπτικής. Είναι η επίκληση της θεωρητικής, στρατηγικής και τακτικής “καθαρότητας” ως άλλοθι για την αδράνεια και την παραίτηση από μια συγκυρία μοναδική στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος της χώρας μας και του κόσμου.

Ουδέποτε οι επαναστάτες κομμουνιστές δεν φοβούνταν την ώσμωση με εν τω γεννάσθαι λαϊκά, ριζοσπαστικά κινήματα. Είναι επιταγή από τον καιρό του κομμουνιστικού μανιφέστου των Μαρξ και Ένγκελς: “Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν κανένα ιδιαίτερο κόμμα απέναντι στ’ άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολο του. Δεν διακηρύσσουν κάποιες ιδιαίτερες αρχές, που σύμφωνα μ’ αυτές θα ήθελαν να πλάσουν το προλεταριακό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του”.

Ας θυμηθούμε τη θέση και το ρόλο των επαναστατών σε κάθε κρισιακή συγκυρία ασθενών κρίκων, από την εποχή του Μαρξ μέχρι σήμερα. Ουδέποτε οι κομμουνιστές δεν υπήρξαν θεατές ή τζογαδόροι, που περίμεναν στη γωνία που θα κάτσει η μπίλια της ιστορικής συγκυρίας. Κρισιακές συγκυρίες με όλο και πιο έντονα χαρακτηριστικά προεξεγερσιακής – προεπαναστατικής κατάστασης σε «ασθενή κρίκο» του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, δεν εμφανίζονται συχνά στην ιστορία, αλλά με συχνότητα δεκαετιών (εάν όχι και αιώνων). Είναι λοιπόν ιστορική η ευθύνη μας έναντι του λαού μας και της παγκόσμιας προοπτικής του κινήματος.

Η Αριστερά φέρει το φορτίο αιώνων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Η κομμουνιστική αριστερά στην Ελλάδα, παρ’ όλες τις αδυναμίες της, σε πολύ αντίξοες συνθήκες ήττας και αντεπανάστασης, κατόρθωσε σε σημαντικό βαθμό (ανώτερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης) να διασώσει τις επαναστατικές παραδόσεις. Τώρα, έρχεται αντιμέτωπη με νέα καθήκοντα και πρωτόγνωρες δοκιμασίες. Χωρίς να θεωρώ το Μέτωπο εσωτερική ή αποκλειστική υπόθεση της Αριστεράς, συμφωνώ με τον προβληματισμό του Π. Παπακωνσταντίνου: “Απομένει να δούμε αν, σ’ αυτή την περίπτωση, η Αριστερά στο σύνολό της βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα, υπερβεί αυταπάτες και διασπάσεις, ώστε να σχηματίσει το αναγκαίο λαϊκό, δημοκρατικό μέτωπο, από τις γειτονιές μέχρι το κεντρικό πολιτικό επίπεδο, που θα της επιτρέψει να νικήσει στον επόμενο γύρο, που δεν θα αργήσει. Εάν τα καταφέρει, θα μετατρέψει μια πρόσκαιρη εκλογική αποτυχία σε στρατηγική νίκη για την Ελλάδα και το λαό της. Αν όχι, θα προδώσει τις ελπίδες αυτού του λαού σε χρονικό ορίζοντα μιας ολόκληρης γενιάς” (http://www.thepressproject.gr/theme.php?id=22441).

Χωρίς σαφή προσδιορισμό των στρατηγικών διακυβευμάτων στη συγκυρία εμπλοκής στην πολιτική με όρους κοινωνικού πολέμου, χωρίς σαφή προσδιορισμό των κριτηρίων διάκρισης και της εκάστοτε διάταξης φίλιων και εχθρικών δυνάμεων (των λανθανουσών και εφεδρικών συμπεριλαμβανομένων) όχι βάσει στερεοτύπων του παρελθόντος, αλλά βάσει του τι πρακτικά πρεσβεύουν στην αναδιάταξη των συσχετισμών δυνάμεων και της δυναμικής τους, χωρίς προσδιορισμό και επιλογή βάσει στρατηγικής του πότε, σε τι έκταση, με τι εμπλεκόμενες δυνάμεις, μέσα και τρόπους, με τι επιμέρους τακτικές κινήσεις κ.ο.κ. θα δώσει το ανερχόμενο μετωπικόκίνημα τις (επί του παρόντος κατ’ εξοχήν ιδεολογικοπολιτικές, ηθικές κ.ο.κ.) μάχες για να κατατροπώσει το εχθρικό καθεστώς, αλλάζοντας άρδην το συσχετισμό δυνάμεων σε όλα τα μέτωπα, ο αγώνας δεν θα είναι απλώς χαμένος, αλλά και επικίνδυνος.

Σε συνθήκες οξύτατου ανοικτού κοινωνικού πολέμου, δεν υπάρχουν ουδέτεροι, δεν υπάρχει αταραξία της βολής, δεν υπάρχουν περιθώρια για χρυσελεφάντινους πύργους διανοουμενίστικης εστέτ νιρβάνα, για μεσοβέζικες θέσεις και υπεκφυγές: το κάθε επιμέρους, τοπικό, τακτικό και ελάσσον, συνάπτεται αναγκαστικά με το γενικό, το κοινωνικό, το στρατηγικό και το μείζων. Ότι αφορά έστω και μικρά διακυβεύματα μετατοπίσεων συσχετισμών δυνάμεων, η κάθε θέση υπέρ ή κατά θεσμών, επιλογών και προσώπων, εξακοντίζεται σήμερα στο επίκεντρο του αδυσώπητου κοινωνικού και πολιτικού αγώνα. Έτσι, η ιδιοτυπία της συγκυρίας και του μετώπου, σε κάθε βήμα του αγώνα θα θέτει εκ των πραγμάτων στο επίκεντρο προς διερεύνηση τα κομβικά, τα θεμελιώδη προβλήματα της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας, την αναζήτηση και την επικαιροποίηση της προοπτικής του ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού, τη στρατηγική της κομμουνιστικής ενοποίησης της ανθρωπότητας, πιο επίκαιρη από ποτέ. Χωρίς αυτή τη διερεύνηση, χωρίς επιστημονική προτρέχουσα σύλληψη της προοπτικής της κοινωνίας, η όποια ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να αποβεί τυφλή, ανεπιτυχής ή και θνησιγενής. Τα νικηφόρα Τ-34 των μαχών που έρχονται, θα έλθουν ως αποτέλεσμα της επιτυχίας μας στη δημιουργική ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας της εποχής μας, στη θεωρητική θεμελίωση της νομοτελούς προοπτικής της ενοποιημένης ανθρωπότητας, στην ευρύτερη δυνατή μετατροπή του κομμουνιστικού ιδεώδους σε νόημα της ζωής των παραδοσιακών και των νέων στρατιών της εργατικής τάξης, των λαών, σε ιδανικό για την επίτευξη του οποίο οι άνθρωποι που ορθώνουν το ανάστημα τους θα είναι έτοιμοι να ζήσουν ή να πεθάνουν.

Όσο θα κλιμακώνεται ο ριζοσπαστικός πατριωτικός και διεθνιστικός αγώνας σε συντονισμό με αδελφά κινήματα στην περιφέρεια της Ε.Ε., στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και σ’ όλο τον κόσμο, εκ των πραγμάτων θα αντλεί δύναμη από την επιτακτικότητα της κομμουνιστικής προοπτικής. Ο κόσμος του κεφαλαίου αποκαλύπτεται στην κρίση ως κόσμος χωρίς προοπτική για τη νεολαία, για την κοινωνία. Η μόνη προοπτική που μπορεί να προτείνει, είναι αυτή του αργού ή γρήγορου θανάτου, της φρίκης χωρίς τέλος για να αποτραπεί κάθε σκέψη και πράξη για το τέλος της φρίκης. Είμαστε καταδικασμένοι να πολεμήσουμε για τη νίκη.

Η κλιμάκωση και εμβάθυνση της συστημικής κρίσης, αναδεικνύει μέσω των αντιφάσεων τις κοινωνικές και πολιτικές συγκλίσεις που θεμελιώνουν την επιτακτικότητα του Μετώπου. Απαιτείται λοιπόν ένας μετωπικός πόλος έλξης, που θα αναβαθμίσει ριζικά την αυτοοργάνωση και την περιφρούρηση όλου του κινήματος, που θα γιγαντώνεται αν ξεπεράσει τα σύνδρομα της ήττας και της αναποτελεσματικότητας. Το διακύβευμα είναι μεγάλο, η ιστορική ευθύνη -ακόμα μεγαλύτερη. Η επιτυχία του εγχειρήματος δεν είναι προδιαγεγραμμένη, αλλά σε αποφασιστικό βαθμό θα εξαρτηθεί από τους παγκόσμιους και εγχώριους συσχετισμούς, από τη γνώση, από τη συνειδητότητα των σκοπών, των τρόπων και των μέσων του αγώνα και από τη μαχητική αποφασιστικότητα των ανθρώπων.

Πάμε στον πόλεμο για να νικήσουμε. Αν είναι να ηττηθούμε, ας πέσουμε μαχόμενοι και όχι ως υποτακτικοί σε εθελόδουλη παραίτηση με διάφορα προσχήματα. Μετωπικός αγώνας λοιπόν μέχρι την νίκη, σ’ αυτόν τον δίκαιο για τους από κάτω κοινωνικό πόλεμο.

Χανιά 15.6.2012


*   Ο Δ. Πατέλης είναι μέλος της Διεθνούς Ερευνητικής Ομάδας “Η Λογική της Ιστορίας”. Το παρόν κείμενο εκφράζει προσωπικό προβληματισμό του.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s