Η ιμπεριαλιστική πολιτική της Entente στη Μικρά Ασία και θέση της Ελλάδας (1919- 1922)

του Θοδωρή Πελεκανίδη

Τα έτη 1919-1922 αποτέλεσαν χρόνια σημαντικότατων αλλαγών για την ιστορία της Ελλάδος και των Ελλήνων. Και αυτό θα συνέβαινε ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της εκστρατείας που εξαπέλυσε το ελληνικό κράτος ενάντια στο τουρκικό του Κεμάλ, δηλαδή  ανεξάρτητα από το αν η έκβαση των επιχειρήσεων ήταν νικηφόρα ή αν κατέληγε σε ήττα, όπως κι έγινε. Διότι για πρώτη ουσιαστικά φορά στην ιστορία της χώρας η Ελλάδα βρέθηκε σε πλεονεκτική θέση ενάντια στην «αιώνια αντίπαλό της», αντίπαλο τουλάχιστον ως προς το ιδεολογικό πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας και του ελληνικού ρεβανσισμού. Ήταν εκείνη η φορά που οι Έλληνες πίστεψαν ότι τα αλυτρωτικά τους όνειρα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.

Πέραν όμως αυτών των επιθυμιών του ελληνικού λαού, επιθυμιών που καλλιεργήθηκαν από μια χρόνια εθνικιστική ρητορική ενάντια στην προαιώνια εχθρό Οθωμανική Αυτοκρατορία, σημαντικό ζήτημα παραμένει το ποιοι ήταν οι πραγματικοί πολιτικοί λόγοι που οδήγησαν στην διεξαγωγή της όλης επιχείρησης στη Μικρά Ασία αλλά και τα αίτια της αποτυχίας της.

Ουσιαστικά η πρώτη εντύπωση που προκαλεί το φαινόμενο «Μικρασιατική Καταστροφή» έχει εν πολλοίς να κάνει με την τραγωδία που βίωσε το ελληνικό στοιχείο της Ανατολής μετά την καταστροφή της Σμύρνης από τον τουρκικό στρατό τον Σεπτέμβριο του 1922, αφού είχε προηγηθεί η ολοκληρωτική ήττα του αντίστοιχου ελληνικού στο μικρασιατικό μέτωπο. Αυτή όμως η αντιμετώπιση του θέματος εξετάζει μόνο την μία όψη του νομίσματος, αυτή της ελληνικής πλευράς. Ο πόλεμος που διεξήχθη στην περιοχή της σημερινής Τουρκίας από το 1919 μέχρι το 1922 παρουσιάζεται έτσι ως ένας αμιγώς ελληνοτουρκικός πόλεμος, στον οποίο οι δύο λαοί ήταν ξεκάθαρα αντιμέτωποι. Αυτό μάλιστα δικαιολογείται και με το γεγονός ότι υπάρχει μια τάχα «φυσική» έχθρα μεταξύ των δύο κρατών και των κατοίκων τους. Αυτή όμως η εξήγηση δε λαμβάνει υπόψη της το ποια ήταν η κατάσταση στην περιοχή της Μικράς Ασίας αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της υπό διάλυση την περίοδο εκείνη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1919 ήταν μια πολύ ιδιάζουσα περίπτωση κράτους. Από την μία πλευρά υπήρχε η επίσημη κυβέρνηση του Σουλτάνου Μεχμέτ Στ΄, ο οποίος είχε υπογράψει τη Συνθήκη του Μούδρου τον Οκτώβριο του 1918 και η οποία ήταν η συμφωνία ανακωχής μεταξύ της Αυτοκρατορίας και των Δυνάμεων της Entente. Από την άλλη υπήρχαν οι ηγέτες της εθνικής τουρκικής επανάστασης. Η επίσημη κυβέρνηση, με έδρα την Κων/πολη δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογών. Μετά την ήττα στον πόλεμο οι περιοχές που εποφθαλμιούσαν για χρόνια οι Δυτικοί θα περνούσαν υπό αυτούς και επίσημα. Οι όροι της ανακωχής ήταν μια παράδοση των συμφερόντων του λαού της Αυτοκρατορίας στα χέρια των δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων.[1] Πριν ακόμα υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών (η οριστική συνθήκη ειρήνης δηλαδή) το 1920, οι Δυτικές Δυνάμεις φρόντισαν να περάσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία σχεδόν εξ ολοκλήρου υπό τον οικονομικό τους έλεγχο.[2] Εκτός αυτού η πάλαι ποτέ αχανής αυτοκρατορία θα καταντούσε μια μικρή χώρα ελάχιστης σημασίας στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή των βιλαετιών της Κασταμόνης, της Άγκυρας και του Ικονίου.[3]

Ήταν απόλυτα αναμενόμενο ότι μια τέτοιου είδους πολιτική εκ μέρους της Entente ήταν απαράδεκτη για τους Τούρκους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, των οποίων το κράτος κινδύνευε να συρρικνωθεί και να απολέσει ουσιαστικά την ανεξαρτησία του. Αυτό πυροδότησε τον εθνικό τουρκικό φανατισμό και άρχισαν να λαμβάνουν χώρα κινήσεις από τον στρατό για να ανατραπεί η κατάσταση αυτή.[4] Ο Winston Churchill έγραφε χαρακτηριστικά: «Εντούτοις, η όλη στάση της συνδιάσκεψης της ειρήνης απέναντι στην Τουρκία ήταν τόσο σκληρή, ώστε το Δίκαιο είχε τώρα αλλάξει παράταξη. Η Δικαιοσύνη, ο αιώνιος δραπέτης από τα συμβούλια των κατακτητών, είχε περάσει στο αντίθετο στρατόπεδο… Στις αίθουσες του Παρισιού με τους τοιχοτάπητες και τα χρυσάφια είχαν συγκεντρωθεί οι νομοθέτες του κόσμου. Στην Κωνσταντινούπολη, κάτω από τα κανόνια των συμμαχικών στόλων, λειτουργούσε μια τουρκική κυβέρνηση ανδρείκελων. Αλλά ανάμεσα στους αφιλόξενους λόγους και τις κοιλάδες τις «Τουρκικής Πατρίδας», στη Μικρά Ασία, κατοικούσε εκείνη η ομάδα των φτωχών… που δεν παραδέχονταν έτσι τα πράγματα· και δίπλα στις φωτιές των καταυλισμών τους θρόνιαζε, εκείνη τη στιγμή, μες στα κουρέλια του πρόσφυγα, το σεπτό πνεύμα της ισονομίας».[5]

Δημιουργήθηκε λοιπόν ένας δεύτερος πόλος εξουσίας, εθνικός- επαναστατικός. Με αρχηγό έναν από τους πιο αξιόλογους Τούρκους αξιωματούχους, τον Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) οργανώθηκε η τουρκική αντίσταση ενάντια στο καθεστώς αυτό που οι Δυτικοί Σύμμαχοι επιθυμούσαν να επιβάλουν στον τουρκικό λαό. Σχηματίστηκε μάλιστα προσωρινή κυβέρνηση, με την οποία πλέον η Οθωμανική Αυτοκρατορία- Τουρκία απέκτησε και de jure δύο επίσημες κυβερνήσεις, μία υπό τον Κεμάλ και μία υπό τον Σουλτάνο και τον έλεγχο των Δυτικών.[6]

Η δεύτερη, αν και η μόνη που αναγνωριζόταν επίσημα από την Entente, δεν είχε ουσιαστικά κανένα λαϊκό έρεισμα. Η πρώτη όμως ήταν αυτή που έδωσε τη λύση στη διαφαινόμενη καταστροφή των Τούρκων. Αν και φυσικά αυτή ήταν αποδεκτή από την τουρκική κοινωνία (όχι βέβαια από το σύνολο της κοινωνίας, στο οποίο υπήρχαν και αλλόθρησκοι αλλοεθνείς- Έλληνες, Κούρδοι, Αρμένιοι, Πόντιοι κ.α.), είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και έτσι δεν είχε κατ’ αρχήν λαϊκή βάση. Οι ηγέτες της ήταν στρατιωτικοί ή διανοούμενοι, απομακρυσμένοι δηλαδή από τα απτά προβλήματα του ίδιου του τουρκικού λαού.[7] Κι αυτό ίσχυε παρά τις προσπάθειες του Κεμάλ και των λοιπών ηγετών να πείσουν περί του αντιθέτου, παρουσιάζοντας το τουρκικό έθνος ως κάτι ξεχωριστό και μοναδικό, όπου οι αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων οικονομικών συμφερόντων και του λαού ήταν ανύπαρκτες. Το επαναστατικό καθεστώς του Κεμάλ πέτυχε- ως προς το εσωτερικό μέρος- επειδή μπορούσε και επιθυμούσε να δώσει λύση τουλάχιστον στο ένα από τα δύο βασικά προβλήματα της Τουρκίας που αδυνατούσε να επιλύσει ο Σουλτάνος, το εθνικό (το άλλο ήταν το αγροτικό). Διακηρύσσοντας την αποτίναξη των αποικιακών σχέσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις και την ανεξαρτητοποίηση του τουρκικού λαού και κινούμενοι με όρους επιτυχίας, οι Κεμαλικοί είχαν την αμέριστη υποστήριξη του τουρκικού λαού ακριβώς για αυτό, ο τελευταίος όμως «υπέγραψε λευκή επιταγή» ως προς τις μελλοντικές πράξεις της τουρκικής κυβέρνησης.[8]

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα η κατάσταση δεν ήταν και τόσο διαφορετική. Βέβαια η χώρα είχε βγει από τον πόλεμο όντας με την πλευρά των νικητών και προσδοκούσε σημαντικά οφέλη από τη νίκη της αυτή. Όμως τα πάθη της δεκαετίας που τελείωνε δεν είχαν σε καμία περίπτωση σβήσει και το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό σκηνικό ήταν ακόμα ιδιαίτερα ταραγμένο. Τα τεράστια εσωτερικά προβλήματα που προέκυψαν από τον «εθνικό διχασμό», η διαίρεση του κράτους σε βορά και νότο, η προκλητική ανάμειξη των δυνάμεων της Entente, η οποία πήρε τον χαρακτήρα ανοιχτής εισβολής και κατοχής εδαφών ουδέτερης χώρας (κάτι που πεισματικά αρνείται να αναφέρει η επίσημη ελληνική ιστοριογραφία) και ο ίδιος ο πόλεμος σε καμία περίπτωση δεν άφηναν στη χώρα περιθώρια για περαιτέρω «ανοίγματα» στην εξωτερική της πολιτική.

Για ποιον λόγο λοιπόν να εμπλακεί η Ελλάδα σε έναν πόλεμο που δεν την συνέφερε; Η αιτία ήταν ή λεγόταν πως ήταν η προστασία του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας από τις αυθαιρεσίες της τουρκικής εθνικιστικής πολιτικής.[9] Ήταν όμως όντως έτσι;

Από την μία η εμπλοκή και ο πόλεμος εξυπηρετούσαν όντως την Μεγάλη Ιδέα, η οποία σαφώς υπήρχε στο μυαλό των περισσότερων Ελλήνων ως ιδανικό. Από την άλλη όμως υπήρχαν τα άλυτα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργούνταν από τον πόλεμο και οδηγούσανε την πλειοψηφία να υποβάλλεται σε δοκιμασίες λόγω των δυσκολιών και των αναταραχών τη στιγμή που μια ισχυρή μειοψηφική ελίτ απολάμβανε υψηλά προνόμια. Φαινομενικά, από τη στιγμή που ο πόλεμος δεν τερματίστηκε παρά μόνο μετά την ήττα, ο λαός προέκρινε την Μεγάλη Ιδέα και προτίμησε να θυσιάσει μέρος της ευζωίας του για την επίτευξή της. Αν αναλογιστούμε όμως την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου τότε το ζήτημα φωτίζεται διαφορετικά.

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εργατικός Αγών» στις 20 Σεπτεμβρίου 1920 επισημαίνεται το εξής: (μιλώντας για την αστική τάξη) «Δεν μπορείτε να χετε σεις πατρίδα ούτε ιδανικά. Τα ιδανικά σας και η πατρίδα σας είναι κλεισμένα μέσα στο σιχαμερό σας συμφεροντολογικό σας εγώ που την κτηνώδη απληστία του χορταίνει η θυσία του ανθρώπινου αίματος. Η πατρίδα αυτή που την περιτριγυρίζετε μ’ έναν γελοίο πλασματικό φωτοστέφανο είναι η δική μας η πατρίδα. Και οι αληθινοί πατριώτες είμαστε εμείς».[10] Στην ίδια εφημερίδα στις 11 Οκτωβρίου γράφεται το εξής: «Σύντροφοι στρατιώται! Σύντροφοι εργάται και χωρικοί του μετώπου! Εκείνοι που σας έστειλαν στο μέτωπο να σκοτωθείτε, εκείνοι που στην ειρήνη εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα σας και το αίμα σας στον πόλεμο για να πλουτίζουν, αποφάσισαν τώρα να εκμεταλλευθούν και την ψήφο σας και τη συνείδησή σας για να διατηρήσουν την εξουσία. (…) Είναι οκτώ τώρα χρόνια που σας σέρνουν από ράχη σε ράχη κι από ρεματιά σε ρεματιά. Είναι οκτώ τώρα χρόνια που δε γνωρίσατε στέγη, που δε γνωρίσατε ησυχία, που δε γνωρίσατε ανάπαυση. Είναι οκτώ τώρα χρόνια που σκοτώνεστε για να πλουτίζουν λίγοι αχρείοι. Είναι οκτώ τώρα χρόνια που δυστυχείτε. Καθημερινώς σας υπόσχονται την ειρήνη, αλλά η ειρήνη που τόσον ποθείτε δεν θα έρθει ποτέ, ενόσω τον τόπο τον κυβερνούν εκείνοι που έχουν συμφέρον να μην πάψουν ποτέ οι πόλεμοι για να πλουτίζουν».[11] Τέλος, στης 29 Νοεμβρίου η εφημερίδα δημοσίευσε: «Τι θέλησε να χτυπήσει στο πρόσωπο του Βενιζέλου ο λαός με την ψήφο της 1ης Νοεμβρίου; Κατά πρώτο λόγο απαλλάχτηκε από έναν απαίσιο πολεμικό εφιάλτη του. (…) Στην Ελλάδα ο Βενιζέλος είχε τον κυνισμό να διακηρύξει απερίφραστα ότι θα έπρεπε να θυσιαστούμε για τα συμφέροντα της αγγλογαλικής κεφαλαιοκρατίας». Στη συνέχεια στο ίδιο κείμενο αναδεικνύεται αυτό που αποδείχτηκε αληθές στη συνέχεια, ότι ο πόλεμος δε θα σταματούσε απλά επειδή ο Βενιζέλος έφυγε από την εξουσία.[12]

Αν λοιπόν τυπικά ο λαός προτίμησε τον πόλεμο, ουσιαστικά τον επιθυμούσε κυρίως μέσα στα πλαίσια που αυτό του υποβάλλονταν από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Και όσο ο καιρός περνούσε και ο λαός κατανοούσε ότι ο πόλεμος δε θα μπορούσε να του προσφέρει αυτά που αποζητούσε, άρχισε να κλίνει προς την πλευρά της ειρήνης. Ο Βενιζέλος ωφέλησε τις ξένες δυνάμεις (οι οποίες άλλωστε τον βοήθησαν να επανέλθει στην εξουσία το 1917) και τα οικονομικά τους συμφέροντα καθώς και τις ελληνικές ηγετικές ομάδες, κι αυτό ήταν κάτι που ο λαός δεν ξέχασε. Στη 1 Νοεμβρίου τον καταψήφισε όχι επειδή δεν αναγνώριζε την συνεισφορά του σε αυτό που θεωρούσαν ως εθνικό άθλο, αλλά επειδή κατανόησε ότι αυτό ήταν ασήμαντο μπροστά στα σημαίνοντα προβλήματα της χώρας, που άμεσα μάστιζαν την κοινωνική της ζωή.[13]

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές καμία από τις δύο χώρες δε θα μπορούσε να οδηγηθεί αφ’ εαυτού της σε μια πολεμική σύρραξη. Εδώ όμως είναι που εμπλέκονται τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Μικρά Ασία και γενικά αυτός ο χώρος της Ανατολής ελεγχόμενος από την Υψηλή Πύλη ήταν πολύ σημαντικός για τις Δυνάμεις. Μια ματιά στον χάρτη αρκεί για να καταλάβουμε την στρατηγική σημασία της Αυτοκρατορίας. Από την άλλη, η κατοχή περιοχών πλούσιων σε αρκετά μέταλλα και πρώτες ύλες δε φαινόταν καθόλου άσχημος στόχος για την επερχόμενη ιμπεριαλιστική ληστεία. Για παράδειγμα, η ίδια η Μικρά Ασία διέθετε σίδηρο, χρυσό, χαλκό, μάρμαρο κτλ,[14] ενώ είναι φυσικά γνωστή η σημασία του καπνού (κυρίως στον Πόντο) και των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής στην περιοχή του σημερινού Ιράκ, Κουβέιτ κτλ., από τα οποία είχαν τεράστια ανάγκη όλες οι χώρες της Ευρώπης, αλλά και οι ΗΠΑ.[15]

Η χώρα που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως βέβαια μετά την ενοποίησή της το 1871, ήταν η Γερμανία. Με το σύνθημα «δρόμος προς την Ανατολή» οι Γερμανοί άσκησαν μια παγκόσμια πολιτική από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και φυσικά ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτή που βρίσκονταν στον δρόμο τους. Το 1914 το γερμανικό κεφάλαιο αποτελούσε το 32,77% των ξένων επενδύσεων στην Αυτοκρατορία και το 21,31% του δημοσίου της χρέους. Η διείσδυση αυτή των Γερμανών κάλυπτε ένα ευρύτατο φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων και, σε αντίθεση με τη Ρωσία για παράδειγμα, ακολούθησε το δόγμα του Bismarck και των υπόλοιπων ιμπεριαλιστών πολιτικών, σύμφωνα με το οποία της στρατιωτικής κατοχής προηγείται η οικονομική.[16] Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης, τον οποίο ανέλαβαν κατά τη δεκαετία του 1870 γερμανικά κεφάλαια, ενώ το 1888 η λειτουργία μέρους της γραμμής, αλλά και η μελλοντική επέκτασή της ανατέθηκαν στη σε γερμανική τράπεζα. Γενικά η Γερμανία έπαιξε μεγάλο ρόλο ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου σε αυτό το τεράστιο έργο,[17] που είχε ως απώτερο σκοπό τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου- Βαγδάτης, που φυσικά θα εξυπηρετούσε άψογα τα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου.[18] Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά και ο Lenin, «η Γερμανία έχει ήδη μετατρέψει την Τουρκία σε οικονομικό και στρατιωτικό προτεκτοράτο της».[19] Όμως αν και η περίπτωση της Γερμανίας είναι ενδεικτική για το είδος των συμφερόντων που υπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εκμετάλλευσή τους από τους Δυτικούς (εμπόριο, κεφάλαιο, πετρέλαιο κτλ.), ωστόσο είναι προφανές (και χαρακτηριστικό του είδους των συμφερόντων πίσω από τον Α’ Παγκ. Πόλεμο) ότι μετά το 1918 ο ρόλος της Γερμανίας εξαλείφθηκε εντελώς.[20]

Οι δύο κύριες πλευρές με άμεσα συμφέροντα στην περιοχή ήταν οι νικήτριες χώρες στην Ευρώπη το 1918, δηλαδή η Μ. Βρετανία και η Γαλλία. Μια σύντομη απλά ματιά στις κινήσεις της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην αντίστοιχη Οθωμανική αρκεί για να κατανοηθεί η σημασία της δεύτερης για την πρώτη. Πέραν των σιδηροδρόμων, η Βρετανία κατείχε από το 1878 την Κύπρο και από το 1882 την Αίγυπτο, με τη δεύτερη ειδικά, λόγω του Σουέζ, να είναι εξαιρετικά σημαντικό σημείο για την ενότητα της μητρόπολης με τις βρετανικές αποικίες και κυρίως την Ινδία. Το αγγλικό κεφάλαιο είχε αρκετά μεγάλο μέρος των ξένων επενδύσεων στην χώρα του Σουλτάνου (αν και αισθητά μικρότερο από το γερμανικό το 1914), σημαντικό ποσοστό του δημόσιου χρέους και ήλεγχε ισχυρές επιχειρήσεις και οικονομικές δυνάμεις στην οθωμανική επικράτεια.[21] Στην ίδια λογική κινούνταν και η γαλλική πολιτική. Αν και είχε εκτοπιστεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό από τη Γερμανία, ωστόσο η Γαλλία εξακολουθούσε να έχει πολύ ισχυρά ερείσματα ως προς το επενδυμένο ξένο κεφάλαιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και ορυχεία, μετοχικό κεφάλαιο σε τράπεζες κτλ. Σίγουρα μετά την αναγκαστική αποχώρηση της Γερμανίας μετά το 1918 η Γαλλία ήθελε να ενισχύσει τη θέση της ακόμα περισσότερο.[22]

Ήδη μάλιστα από το 1915, έτος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, η Γαλλία η Μ. Βρετανία και η Ρωσία υπέγραφαν συμφωνίες σχετικές με τα Στενά. Να τι αναφέρει και πάλι ο Lenin τον Αύγουστο του 1915 σχετικά με το θέμα: «Η Βρετανία και η Γαλλία ψεύδονται όταν ισχυρίζονται ότι ανησυχούν για την ελευθερία του Βελγίου. Στην πραγματικότητα προετοιμάζονταν εδώ και καιρό για πόλεμο και τον διεξάγουν με σκοπό να ληστέψουν την Γερμανία και να την απογυμνώσουν από τις αποικίες της· έχουν υπογράψει συνθήκη με την Ιταλία και τη Ρωσία σχετικά με τη σύληση και τον διαμελισμό της Τουρκίας και της Αυστρίας. Η τσαρική μοναρχία στη Ρωσία διεξάγει έναν κυριαρχικό πόλεμο σκοπεύοντας να αποκτήσει την Γαλικία, να πάρει εδάφη από την Τουρκία, να σκλαβώσει την Περσία, την Μογγολία κτλ.».[23].

Το τι θα ακολουθούσε την ήττα της Τουρκίας στον Μεγάλο Πόλεμο ήταν όπως φάνηκε πλήρως αναμενόμενο. Με μια Γερμανία πλήρως αποδυναμωμένη και μια Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ρόλο διεθνούς προτεκτοράτου, το μέλλον διαγραφόταν τουλάχιστον μελανό για τις Κεντρικές Δυνάμεις και τις συμμάχους τους. Το ερώτημα όμως είναι πώς ενεπλάκη η Ελλάδα σε όλη αυτή την περιπέτεια. Και για να κατανοηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει ούτως ή άλλως να λάβουμε υπόψη μας τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, διότι η πολιτική της Ελλάδας, όπως ήδη έχει τονισθεί, κάθε άλλο παρά ανεξάρτητη μπορούσε να είναι.

Αρχικά να επισημανθεί ότι η περιοχή της Σμύρνης δεν ήταν, τουλάχιστον μέχρι το 1913, μέσα στους πρωταρχικούς στόχους της ελληνικής σοβινιστικής Μεγάλης Ιδέας. Προείχαν άλλοι στόχοι όπως η Μακεδονία, η Κρήτη, φυσικά η Κωνσταντινούπολη, κι ως εκ τούτου η περιοχή της Μικράς Ασίας ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Αυτό άλλαξε πρώτον, επειδή η πλειοψηφία αυτών των περιοχών (Μακεδονία, Κρήτη, Θράκη) ενσωματώθηκε στην ελληνική επικράτεια και δεύτερον επειδή δόθηκε μέσω του Μεγάλου Πολέμου η ευκαιρία στην Ελλάδα να αξιώσει διεκδικήσεις και εκεί.[24] Μπορούσε λοιπόν πλέον το ενδιαφέρον της Ελλάδας να στραφεί σε αυτή την περιοχή της Ανατολής με τους συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μάλιστα ήδη υπέφεραν λόγω της έντονης εθνικιστικής τουρκικής κίνησης που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται και τους απειλούσε. Ο Βενιζέλος με βάση αυτό είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τους Συμμάχους την στρατιωτική παρουσία του ελληνικού στρατού στην περιοχή, ώστε να μπορέσει να προστατέψει τους εκεί ελληνικούς πληθυσμούς.[25] Η πρότασή του όμως δε θα γινόταν δεκτή σε καμία περίπτωση αν δεν συνέπιπτε με τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και συγκεκριμένα στη Δυτική Μικρά Ασία. Και ακόμα περισσότερο, η Ελλάδα, ζητώντας να επιβιβάσει στρατό στην Σμύρνη εξυπηρετούσε, κι όχι αθέλητα, τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των Δυνάμεων αυτών έναντι της Τουρκίας. Ήταν άλλωστε εμφανές. Η Συνθήκη των Σεβρών μείωνε δραματικά την οθωμανική επικράτεια και την τουρκική κυριαρχία στην περιοχή και η τουρκική αντίσταση έπρεπε να καμφθεί. «Η Τουρκία έπρεπε να υποχρεωθεί να αφοπλιστεί. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά έπρεπε να περάσουν στον έλεγχο των Συμμάχων. Όσες επαρχίες της αυτοκρατορίες ήταν κατοικημένες από πλειονότητες μη τουρκικές έπρεπε να τεθούν κάτω από τον άμεσο έλεγχο των ενδιαφερόμενων δυνάμεων. (…) [Η Ελλάδα] εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης διέθετε δυνάμεις που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αμέσως. Έτσι ήταν σε θέση να φανεί ιδιαίτερα αποτελεσματική, σε περίπτωση που οι Τούρκοι, πράγμα το οποίο είχε κανείς κάθε λόγο να πιστεύει, θα αποδεικνύονταν ελάχιστα διατεθειμένοι να υποκύψουν στη θέληση των νικητών».[26]

Ουσιαστικά λοιπόν στην περίπτωση αυτή έχουμε μια διαπλοκή συμφερόντων δύο πλευρών, τα οποία συμφέροντα όμως έχουν έναν κοινό στόχο. Κατά τη διαδικασία αυτή είναι δεδομένο ότι είναι το συμφέρον του ισχυρότερου αυτό που υπερτερεί και κατατάσσει σε δεύτερη θέση τις επιδιώξεις του ασθενέστερου μέρους. Και φυσικά το ασθενές μέρος εδώ ήταν η Ελλάδα. Συγκεκριμένα ως προς το ζήτημά μας «οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αντιλαμβανόμενες ότι ο σουλτάνος δεν ήταν σε θέση να τσακίσει την επανάσταση, έβαλαν μπρος το στρατιωτικό σχέδιο, με κύρια δύναμη τον ελληνικό στρατό, αλλά και τα δικά τους στρατεύματα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Κεμάλ δεν έφεραν αποτέλεσμα. Έτσι στις 10 Αυγούστου 1920, υπογράφτηκε στις Σέβρες της Γαλλίας η Συνθήκη των Σεβρών, που ουσιαστικά ενίσχυε την αποικιακή υποδούλωση της Τουρκίας. Η κυβέρνηση Βενιζέλου ανέλαβε την επιβολή της συγκεκριμένης Συνθήκης, η οποία απορρίφτηκε από την κυβέρνηση Κεμάλ. Έτσι, γενικεύτηκε, ουσιαστικά, ο πόλεμος στο μέτωπο της Μικράς Ασίας ο οποίος τυπικά ξεκίνησε το Μάη του 1919».[27]

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν απολύτως κοινά συμφέροντα. Το Ην. Βασίλειο και η Γαλλία, αλλά και οι ΗΠΑ και η Ιταλία είχαν έντονες ενδοϊμπεριαλιστικές διενέξεις. Η εμπλοκή της Ελλάδας δεν μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί αν δεν ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο αυτών των σχέσεων.

Έτσι στο Διεθνές Συνέδριο στο Παρίσι που πραγματοποιήθηκε από τον Ιανουάριο του 1919 ως τον Ιανουάριο του 1920 συντελέσθηκε η «πρώτη πράξη του έργου που θα παιζόταν» στη συνέχεια. Αν και ήταν γνωστό ότι οι Τούρκοι δε θα δέχονταν ελληνικά στρατεύματα στην Μικρά Ασία, ωστόσο η ιταλική επιθετικότητα στην περιοχή (η οποία τυπικά έπρεπε να βρεθεί υπό τον δικό τους έλεγχο με βάση υποσχέσεις που είχαν δοθεί τον Απρίλιο του 1917[28]) που με μεγάλη ένταση εκδηλώθηκε από τον Απρίλιο, ανησύχησε τις υπόλοιπες δυνάμεις.[29] Οι Ιταλοί, πέραν των επιχειρήσεών τους στην Μικρά Ασία, με στρατό και ναυτικό,[30] οι οποίες ενίσχυαν επικίνδυνα την ιταλική επιρροή, είχαν αρχίσει να επιδεικνύουν και ανθελληνικό χαρακτήρα με την καταστολή ενεργειών κατοίκων των Δωδεκανήσων που ζητούσαν ένωση με την Ελλάδα,[31] αλλά και με τις ενέργειές τους στο ζήτημα της Ηπείρου.[32] Η κατάσταση εδώ έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Από την μία οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετωπίζουν προβλήματα στην ιμπεριαλιστική τους επέκταση με το κεμαλικό κίνημα και από την άλλη αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προβλήματα μεταξύ τους συνεννόησης. Σε αυτά τα επικίνδυνα διπλωματικά νερά καλούνταν να πλεύσει η ελληνική πολιτική, η οποία στο πρόσωπό της συγκέντρωνε ελπίδες, αλλά και έχθρες. Ο στρατηγός Μαζαράκης αναφέρει ότι η Γαλλία, η Αγγλία και οι ΗΠΑ ήταν στο στάδιο αυτό υπέρμαχοι της Ελλάδας και θεωρούσαν την Ελλάδα ως πολύ καλύτερη λύση για τα συμφέροντά τους ως προς την διευθέτηση του ζητήματος του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος,[33] αλλά, όπως επισημαίνει ο Π. Καρολίδης, αν και υπήρχε συμφωνία μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων ως προς αυτή την γενική αρχή, ήταν οι προσωπικές τους διαμάχες για τις ιδιοτελείς λεπτομέρειες που τους έφερναν σε διαφωνία.[34]

Πάντως τελικά ο λόγος της προστασίας των ελληνικών πληθυσμών στην Μικρά Ασία φαίνεται ότι ήταν απλά προσχηματικός· στην πραγματικότητα η παρουσία των ελληνικών στρατευμάτων καλούνταν να παίξουν έναν ρόλο «αστυνόμευσης» ενάντια στο τουρκικό εθνικιστικό κίνημα και ενάντια στην ιταλική επεκτατική πολιτική. Στον ιμπεριαλισμό της Ιταλίας (ο οποίος βεβαίως στρεφόταν κατά του τουρκικού εθνικισμού) ήρθε να απαντήσει ο αντίστοιχος της Βρετανίας και των ΗΠΑ (με το ίδιο θύμα). Η Μ. Βρετανία όμως, όντας απασχολημένη με τα αποικιακά της ζητήματα, προτίμησε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα για να ικανοποιήσει τους στόχους της.[35]

Παρ’ όλα αυτά όπως ήδη αναφέραμε, η επίρριψη ευθυνών αποκλειστικά στους «ξένους» αποτελεί ατόπημα. Η ελληνική άρχουσα τάξη είχε επίσης συμφέροντα από την κατοχή των εδαφών αυτών, συμφέροντα που έχουν προφανώς να κάνουν με την επέκταση της εσωτερικής ελληνικής αγοράς.[36] Μάλιστα αυτός ο ρόλος του «χωροφύλακα του αγγλικού ιμπεριαλισμού» που ο ελληνικός καπιταλισμός έπαιξε τον ενίσχυσε σημαντικά, πράγμα που φαίνεται από τους αριθμούς και τα στοιχεία και μετά τη σταδιακή παρακμή του, από το 1922 και μετά.[37] Ακόμα κι ο ίδιος ο Βενιζέλος μίλησε για τον ρόλο της αστικής τάξης στην περιοχή της Σμύρνης, τονίζοντας ότι, ενώ θα προκαλούσε προβλήματα σε ένα τουρκικό εθνικό κράτος, θα ήταν ευεργετική για το ελληνικό και για την επίλυση της ανατολικής κρίσης.[38] Με αυτόν τον τρόπο αποδείκνυε αφενός την διορατικότητά του και την κατανόηση των πολιτικών συσχετισμών, είναι αδιανόητο από την άλλη να μη γνώριζε τον «ιδιαίτερο» τρόπο με τον οποίο η αστική τάξη συνηθίζει να «ωφελεί» τα κράτη και τις διεθνείς συνθήκες προς ίδιον καλό. Ή πιο απλά, ο Βενιζέλος αδυνατούσε να κρύψει τα συμφέροντα της αστικής τάξης που εξυπηρετούνταν πλήρως από αυτή την εξέλιξη και προσπάθησε να τα δικαιολογήσει με βερμπαλισμούς περί συνολικής ευεργεσίας. Άλλωστε, η αστική τάξη και οι πολιτικοί φορείς της ποτέ δεν αποκαλύπτουν το γεγονός της ταξικότητάς τους, αλλά αντιθέτως αυτοπροβάλλονται ως φορείς ενότητας. Το κράτος της σύγχρονης άρχουσας τάξης, το κεφαλαιοκρατικό κράτος, «παρουσιάζεται να ενσαρκώνει το γενικό συμφέρον όλης της κοινωνίας, να ουσιοποιεί τη θέληση αυτού του «πολιτικού σώματος» που υποτίθεται ότι είναι το «έθνος».[39]

Διαφαίνεται από τα παραπάνω το εξής σχήμα: Από την μία υπάρχει το πρόσχημα της εμπλοκής της Ελλάδας στην περιοχή, ώστε να σωθούν οι ελληνικοί πληθυσμοί. Οι Σύμμαχοι και οι πολιτικοοικονομικές τους ελίτ χρησιμοποιούν μέσω αυτού την Ελλάδα, ώστε να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους άμεσους στόχους. Και τέλος οι ελληνικές άρχουσες τάξεις εκμεταλλεύονται την εύνοια των Συμμάχων, ώστε να εξυπηρετήσουν με τη σειρά τους τα δικά τους συμφέροντα. Ένας κύκλος ο οποίος ανοίγει και κλείνει με την ελληνική πλευρά, αλλά δε θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρωθεί αν δεν υπήρχε ο δάχτυλος (για να μην πούμε η χείρα ολόκληρη) των Μεγάλων Δυνάμεων. «Η μικρασιατική εκστρατεία, παρά τις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να παρουσιαστεί σαν προσπάθεια πραγματοποίησης των ονείρων του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, που άρχιζαν από την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών και έφταναν μέχρι το φρούδο όνειρο της ανασύστασης της βυζαντινής αυτοκρατορίας και στη δημιουργία της «Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», στην πραγματικότητα ήταν μια υπερπόντια κατακτητική πολεμική επιχείρηση, πριν απ’ όλα του αγγλικού, αλλά και του γαλλικού και του ιταλικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή και τα πετρέλαιά της».[40] Αν δούμε μάλιστα την κατάσταση από τα μάτια των Άγγλων, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο διαφωτιστική. Σε ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων ο Lloyd George ανέφερε ότι «Οι Έλληνες είναι ένας λαός του μέλλοντος στην Μεσογειακή Ανατολή. Γόνιμοι και πλήρεις δράσεων αντιπροσωπεύουν τον χριστιανικό πολιτισμό έναντι της βαρβαρότητας των Τούρκων. Είναι τώρα 5 έως 6 εκατομμύρια. Εάν επεκταθούν όπως υπολογίζουμε, θα γίνουν 20 εκατομμύρια εντός 50 ετών. Άριστοι ναύτες, θα καταστούν ναυτική δύναμη. Θα γίνουν οι πρώτοι φύλακες της μεγάλης οδού ήτις εξασφαλίζει την ενότητα της Συμπολιτείας».[41]

Στις 15 Μαΐού 1919 λοιπόν αποβιβάστηκε στην πόλη της Σμύρνης η πρώτη μεραρχία του ελληνικού στρατού.[42] Από κει και πέρα ο ελληνικός λαός ήταν έρμαιο ενός διεθνούς πολιτικού παιχνιδιού που ουδέποτε μπορούσε να ελέγξει. Το όλο ζήτημα διευθετήθηκε μεταξύ της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, πρώτα με τη συνθήκη του San Remo τον Απρίλιο του 1920 μεταξύ τους και κατόπιν λίγων μηνών με τη Συνθήκη των Σεβρών.[43]

Η Τουρκία με βάση αυτές τις συμφωνίες έχανε τα 4/5 των εδαφών που άλλοτε αποτελούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι περισσότερες περιοχές περνούσαν de iure ή de facto κάτω από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Ανατολική Θράκη περιερχόταν στην Ελλάδα και η περιοχή της Σμύρνης απέκτησε ειδικό καθεστώς, κάτω από ελληνική διοίκηση. Τα Στενά απέκτησαν επίσης διεθνές ειδικό καθεστώς, προς το συμφέρον των υπογραφόμενων Δυνάμεων, και φυσικά επίσημη κυβέρνηση αναγνωριζόταν αυτή του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη.[44] Βέβαια δεν λήφθηκε υπόψη η πραγματική κυβέρνηση της Τουρκίας, αυτή του Κεμάλ, αλλά η άλλη του Σουλτάνου, της οποίας η υπακοή ήταν δεδομένη. Έτσι η συνθήκη αυτή «δεν έλυσε κανένα από τα στρατιωτικά προβλήματα. Αντίθετα συνέβαλε στην πιστοποίησή τους. Για το κεμαλικό κίνημα, η απειλή γινόταν τώρα πολύ πιο συγκεκριμένη απ’ ότι πριν και η συσπείρωση γύρω από αυτό έπαιρνε χαρακτήρα επανάστασης. Η δύναμη που θα ήθελε να επιβάλει τα υπό της συνθήκης προβλεπόμενα θα έπρεπε να αναλάβει το βάρος ενός ολοκληρωτικού πολέμου με στόχο τον αφανισμό του Κεμάλ. Στην ουσία το καθήκον αυτό έπεφτε στην Ελλάδα».[45]

Εκμεταλλευόμενο τις καταστάσεις που περιγράφηκαν παραπάνω το εθνικιστικό κίνημα των Τούρκων είχε όλο τον χρόνο να ισχυροποιηθεί.[46] Σε αυτό σημαντικό ρόλο έπαιξε και η στρατηγική ολιγωρία των Άγγλων διοικητών. Πολύ πιο χαρακτηριστικές όμως ήταν οι κινήσεις της γαλλικής πλευράς. Οι Γάλλοι κατά βάση θεωρούσαν την συνθήκη των Σεβρών έναν αγγλοελληνικό θρίαμβο, που τους έδινε δευτερεύοντα ρόλο στη Μέση Ανατολή.[47] Ουσιαστικά οι αγγλογαλλικές διενέξεις στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής και ιδιαίτερα στο ζήτημα της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης οδήγησαν την Γαλλία στην «αγκαλιά» των Κεμαλικών και τους απομάκρυναν από την Μ. Βρετανία.[48] Αυτό μεταφράστηκε βέβαια ως εχθρότητα ενάντια στα ελληνικά στρατεύματα και τους ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι υπέστησαν και τις μεγαλύτερες καταστροφές από αυτή την αλλαγή στάσης.

Η τελική μεταστροφή όμως των  Συμμάχων θα γινόταν αργότερα, μετά τη συνθήκη των Σεβρών. Για να μπορέσουν να απεμπλακούν εντελώς από ένα μέτωπο που πλέον είχε αρχίσει να μην ανταποκρίνεται στα σχέδιά τους (οι Γάλλοι μάλιστα είχαν υποστεί μεγάλες ήττες στην Κιλικία από τον κεμαλικό στρατό) χρειαζόταν μια αφορμή. Αυτή η αφορμή (η πλέον σημαντική) για την αλλαγή στάσης της Γαλλίας (αλλά και της Αγγλίας τελικά) ήταν η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 και η επιστροφή του Κωνσταντίνου[49]. Όσον αφορά τους Γάλλους πλέον έγινε σαφής η διαφοροποίησή τους από τους Βρετανούς. Ο γαλλικός τύπος εκκίνησε εκστρατεία για αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, καθώς ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν το «κόκκινο πανί» ήδη από το 1916, έτσι χρησιμοποιήθηκε κάλλιστα ως πρόφαση, για να βελτιωθούν οι σχέσεις της Γαλλίας με τον Κεμάλ.[50]

Οι εκλογές αυτές άλλαξαν τον συσχετισμό και όσον αφορά την αγγλική πολιτική, αν και όχι στον ίδιο βαθμό που επηρέασαν τη Γαλλία.[51] Η πτώση του Βενιζέλου, το διαφαινόμενο αδιέξοδο στη Μικρά Ασία και η διαρκής προσέγγιση της Τουρκίας με την ΕΣΣΔ έκαναν πολλούς να αρχίσουν να στρέφονται προς το πλευρό του Κεμάλ.[52] Η αλλαγή αυτή της αγγλικής πολιτικής, αλλά και η επισημοποίηση της γαλλικής εχθρότητας διαφάνηκαν στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου, η οποία συγκλήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1921[53] και στην οποία κλήθηκαν να συμμετάσχουν και κεμαλικοί εκπρόσωποι[54] (πράγμα χαρακτηριστικό της αλλαγής στάσης σε σχέση με μόλις λίγους μήνες νωρίτερα). Ουσιαστικά οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν κάπου, πέρα από το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν εξόφθαλμες γαλλοτουρκικές διαπραγματεύσεις και η ελληνική πλευρά αναγκάστηκε να προβεί σε νέες επιθετικές ενέργειες, χωρίς να λάβει ουσιαστικά καμιά επίσημη διαβεβαίωση από την αγγλική κυβέρνηση.[55] Στα τέλη του Απριλίου του 1921 μάλιστα ο Lloyd George δήλωνε ότι «οι Σύμμαχοι είναι σύμφωνοι να τηρήσουν αυστηρή ουδετερότητα [στην Μικρά Ασία].[56] Τα πράγματα ήταν πλέον εμφανές προς τα πού οδηγούνταν.

Η τελευταία πράξη της «αλλαγής συμμαχιών» από πλευράς των Μεγάλων Δυνάμεων φάνηκε με την αποστολή Franklin- Bouillon και τη συμφωνία της Άγκυρας μεταξύ γαλλικής κυβέρνησης και Κεμάλ. Πρόκειται για επαφές σε μια περίοδο εκπληκτικής ρευστότητας ως προς τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Ελλάδος και Κεμάλ.[57] Ακόμα και στις 23 Αυγούστου ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας είχε δηλώσει ότι «μου είναι ακόμη αδύνατο να αποφασίσω ποια θα είναι η πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουμε απέναντι στους κεμαλικούς». Η έκβαση των επιχειρήσεων των ελληνικών δυνάμεων στον Σαγγάριο ουσιαστικά ήταν κι αυτή που οριστικοποίησε την γαλλοκεμαλική προσέγγιση. Η τελική συμφωνία υπογράφτηκε στην Άγκυρα στις 20 Οκτωβρίου 1921 και περιείχαν τόσο στρατιωτικοπολιτικές όσο και οικονομικές διατάξεις.[58] Από κει και πέρα ήταν σαφές, όπως σαφές είχε γίνει και για την Ιταλία ενάμιση χρόνο νωρίτερα, ότι η Γαλλία είχε αλλάξει οριστικά στρατόπεδο. Τουρκικά ντοκουμέντα του 1922 αποδεικνύουν πολλάκις τη συνεργασία σε όλα τα επίπεδα (συμπεριλαμβανομένης και της διαρκούς αποστολής πολεμοφοδίων) μεταξύ των Γάλλων και των Κεμαλικών.[59] Έτσι, οι Μεγάλες Δυνάμεις με καταπληκτικά «συντεταγμένο» τρόπο, με τη σειρά, θα έλεγε κανείς, διαχώρισαν τα συμφέροντά τους στην Εγγύς Ανατολή από την Ελλάδα και στράφηκαν προς την κεμαλική Τουρκία. Κάθε «αποχώρηση» από το στρατόπεδο «των κοινών συμφερόντων» είχε μια αιτία σχετική με τις δύο εμπλεκόμενες χώρες (Ελλάδα ή Τουρκία), μια αιτία σχετικά με τις εσωτερικές σχέσεις (αντικρουόμενα συμφέροντα) των Μεγάλων Δυνάμεων και μία αφορμή. Αυτό φυσικά και δεν ήταν τυχαίο.

Μπορούμε να πούμε ότι στην περίπτωση αυτή διακρίνουμε ένα φαινόμενο «ιμπεριαλιστικής ευελιξίας». Οι Σύμμαχοι σχεδίασαν σταδιακά την απεμπλοκή τους από το ζήτημα της Τουρκίας, κι ενώ στην αρχή ήταν οι ίδιοι που έστειλαν την Ελλάδα και τα στρατεύματά της εκεί, ήταν οι ίδιοι που είχαν και διεκδικούσαν συμφέροντα, ήταν οι ίδιοι που προωθούσαν τον διαμελισμό της Τουρκίας, στο τέλος άφησαν να εννοηθεί ότι ο πόλεμος ήταν καθαρά ελληνοτουρκική υπόθεση και αυτοί κλήθηκαν σε ρόλο ειρηνοποιού. Κατ’ ουσίαν οι Σύμμαχοι άλλαξαν στρατόπεδο, επειδή συνειδητοποίησαν ότι οι αρχικοί τους σχεδιασμοί δεν ταίριαζαν με τις εξελίξεις και έτσι απροκάλυπτα «φόρτωσαν» στην Ελλάδα τις ευθύνες και τις συνέπειες της εμπλοκής, καταστρατηγώντας μάλιστα όχι μόνο τα συμφέροντα του λαού- τα οποία ουδέποτε τις ενδιέφεραν- αλλά και αυτά της υποτιθέμενα κοινών συμφερόντων ελληνικής αστικής τάξης

Κλείνοντας την αναδρομή μας αυτή οφείλουμε να τονίσουμε για μια ακόμα φορά το εξής. Η ελληνική εμπλοκή και η αποτυχία στην Μικρά Ασία είναι ανέφικτο να εξεταστούν και να γίνουν αντιληπτές έξω από το πεδίο της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής σκηνής. Το να μεταφράζεται ο πόλεμος και η καταστροφή της Σμύρνης ως μια διαμάχη μεταξύ προαιώνιων εχθρών ή ως μια διμερής διαφωνία της Ελλάδος και της Τουρκίας δεν μπορεί να καλύψει ολόκληρο το φάσμα των γεγονότων.

Από τα παραπάνω βγαίνει το παρακάτω συμπέρασμα. Αν θέλουμε να βρούμε ποιες ήταν οι πραγματικά αντίπαλες πλευρές στον μικρασιατικό πόλεμο, τότε δεν πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση με αμιγώς εθνικά κριτήρια. Αν και τα εθνικά πάθη σίγουρα υπάρχουν και βγαίνουν στην επιφάνεια πολύ εύκολα και γρήγορα, ωστόσο αυτό αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος του ζητήματος. Αν η μαρξιστική θέση υποστηρίζει ότι «οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα» στην προκείμενη περίπτωση διακρίνεται ξεκάθαρα το γεγονός ότι ούτε «οι καπιταλιστές έχουνε πατρίδα», καθώς ήταν τα συμφέροντα όλων αυτών των εκπροσώπων των αρχουσών τάξεων, είτε σύμμαχα είτε συγκρουόμενα, που έπαιξαν ρόλο στην καταπάτηση των δικαιωμάτων απλών ανθρώπων που κατοικούσαν στις περιοχές της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (και της Ελλάδας) και προκάλεσαν την καταστροφή τους.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν αφορμή για ηθικολογίες. Θεωρείται όμως απαραίτητο να αναδειχθεί ότι στην πραγματικότητα τα απλά θέλω των λαών (ακόμα και τα αλληλοσυγκρουόμενα θέλω) χρησιμοποιήθηκαν προς εξυπηρέτηση στόχων συγκεκριμένων ομάδων, με αποτέλεσμα οι επιθυμίες της πλειονότητας του λαού να μην ληφθούν διόλου υπόψη στο τέλος των διαδραματιζόμενων γεγονότων (Συνθήκη της Λοζάνης) κι αυτό αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όχι μόνο αυτού αλλά κι όλων των βίαιων συγκρούσεων μεταξύ λαών. Η μελέτη των γεγονότων της εκστρατείας στην Μικρά Ασία ήταν από αυτή την άποψη μια πολύ καλή αφορμή προς επίρρωση αυτής ακριβώς της παρατήρησης.


[1] Ν. Ψυρούκης, Η Μικρασιατική Καταστροφή. Η Εγγύς Ανατολή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1918-1923), Αθήνα 1977, σελ. 33.

[2] πρβλ. http://www.patridamou.gr/?p=410, Συνθήκη του Μούδρου.

[3] M. L. Smith, Το Όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία 1919-1922 (μετ. Λίνα Κασδάγλη), Αθήνα 2002, σελ. 153.

[4] E. Nicol, Οι Σύμμαχοι και η Κρίση στην Ανατολή. (Ο Ρόλος των Συμμάχων έξι μήνες πριν από την Καταστροφή ή Γιατί πρέπει να καταστραφεί ο Μικρασιατικός Ελληνισμός) (μετ. Άννα Κατρά), Αθήνα 1990, σελ. 14.

[5] M. L. Smith, ο.π., σελ. 199.

[6] E. Nicol, ο., σελ. 15-16.

[7] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 95-97.

[8] στο ίδιο, σελ. 100-104.

[9] Κ. Δ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2009, σελ. 13-15.

[10] Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας. Επίσημα Κείμενα, τόμος πρώτος 1918-1924, Αθήνα 1974, σελ. 114-116.

[11] στο ίδιο, σελ. 151-153.

[12] στο ίδιο, σελ. 170-173.

[13] Ξ. Στρατηγός, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Ιστορική Επισκόπηση. Με Βάση επίσημες Πηγές και Έγγραφα, Αθήνα 1986, σελ. 45-47.

[14] Π. Μ. Κοντογιάννης, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας. Φυσική Σύστασις της Χώρας. Πολιτική Γεωγραφία. Φυσικός Πλούτος, Αθήνα 1995, σελ. 418-425.

[15] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 35, H. E. Bierstadt, ο.π., σελ, 184-185.

[16] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 35-37.

[17] Π. Μ. Κοντογιάννης, ο.π., σελ. 427-428.

[18] R. Henig, The Origins of the First World War, Λονδίνο 1993, σελ. 15.

[19] Ah. Erdogan, Lenin and the Historical Importance of the National Liberation War in Turkey, http://www.halkcephesi.net/Yazarlarold/Erdogan%20Ahmet/lenin%20National%20liberation%20war%20turkish.htm.

[20] βλ. επίσης, Π. Β. Χαραλαμπίδου, Η Πολιτική της Γερμανίας στη Μ. Ασία (1878-1923), Μεταπτυχιακή Εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 23-29.

[21] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 45-47.

[22] στο ίδιο, σελ. 47-48.

[23] Ah. Erdogan, ο.π..

[24] Γ. Μαργαρίτης, «Ο Πόλεμος στη Μικρά Ασία (1919-1922)», στο: Μανιατέας Ηλίας, Τεγόπουλος Ιωάννης (εκδ.), Ιστορία των Ελλήνων, Νεότερος Ελληνισμός 1910-1940, τόμος 12, Αθήνα, ο.π , σελ 146-149.

[25] E. Nicol, ο., σελ. 15.

[26] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 47-48.

[27] Ι. Κορδάτος, Η Δράση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), οι ελληνικές αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα ιμπεριαλιστικά κράτη, http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5794495.

[28] Δ. Σωτηρίου, Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Στρατηγική του Ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, Αθήνα 2001, σελ. 20-21.

[29] D. N. Petsalis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 200-201.

[30] Α. Σφήκα- Θεοδοσίου, Η Ιταλία στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Σχέσεις της με τις Μεγάλες Δυνάμεις και την Ελλάδα, Αθήνα 2004, σελ. 285.

[31] στο ίδιο, σελ. 201-202, πρβλ. Α. Σφήκα- Θεοδοσίου, ο.π. σελ. 344-474,.

[32] στο ίδιο, σελ. 152-153, πρβλ επίσης, M. L. Smith, ο.π., σελ. 146-147, Α. Σφήκα- Θεοδοσίου, ο.π., σελ. 298-343..

[33] Δ. Σωτηρίου, ο.π., σελ. 22-23.

[34] στο ίδιο, σελ. 35.

[35] Κ. Δ. Σβολόπουλος, ο.π., σελ. 24-25.

[36] Ι. Κορδάτος, ο.π..

[37] Γ. Κορδάτος, Εισαγωγή εις την Ιστορίαν της Ελληνικής Κεφαλαιοκρατίας, Αθήνα 1977, σελ. 72-73.

[38] Κ. Δ. Σβολόπουλος, ο.π., σελ. 31

[39] Ν. Α. Πουλαντζάς, Πολιτική Εξουσία και κοινωνικές Τάξεις, τ. Α΄ (μετ. Κώστας Φιλίνης), Αθήνα 1982, σελ. 169-170.

[40] Χ. Τσιντζιλώνης, Μικρασιατική Καταστροφή. 80 Χρόνια από τη Συνθήκη των Σεβρών, http://users.sch.gr/mikrasia/kkemikra.htm.

[41] στο ίδιο.

[42] Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 1994, σελ. 124.

[43] Γ. Ν. Γιανουλόπουλος, Η ευγενής μας Τύφλωσις… Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την Ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα 2003, σελ. 257-260.

[44] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 128-129.

[45] Γ. Μαργαρίτης, «Από τον Πόλεμο του 1897 στη Μικρασιατική Εκστρατεία», στο: Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου Αιώνα. Όψεις πολιτικής και οικονομικής Ιστορίας 1900-1940, Αθήνα 2009, σελ. 165-195 (σελ. 187).

[46] E. Nicol, ο.π., σελ. 85.

[47] D. Dakin, Η Ενοποίηση της Ελλάδας. 1770-1923 (μετ. Α. Ξανθόπουλος), Αθήνα 2009, σελ. 342.

[48] Γ. Γ. Μουρέλος, «Η Γαλλοτουρκική Προσέγγιση του 1921. Το Σύμφωνο Franklin- Bouillon και η Εκκένωση της Κιλικίας», στο: Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος τέταρτος, Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα 1983, σελ. 212-216.

[49] Ν. Σβορώνος, ο.π., σελ. 123.

[50] M. L. Smith, ο., σελ. 296.

[51] Σε τέτοιο βαθμό, ώστε να λέγεται ακόμα κι ότι ο λόγος της μεταστροφής των Γάλλων ήταν ένα βαθύ μίσος για τον Κωνσταντίνο (G. Horton, ο.π., σελ. 127), αιτιολόγηση υπερβολική, που δείχνει όμως ως έναν βαθμό το κλίμα που επικρατούσε.

[52] M. L. Smith, ο., σελ. 296.

[53] στο ίδιο, σελ. 339.

[54] στο ίδιο, σελ. 329.

[55] πρβλ.  στο ίδιο, σελ. 339-353, και Γ. Γ. Μουρέλος, ο.π., σελ. 222-227, για λεπτομέρειες.

[56] Ν. Ψυρούκης, ο.π., σελ. 166.

[57] πρβλ Γ. Γ. Μουρέλος, ο.π., σελ. 227-237.

[58] στο ίδιο, σελ. 240-242.

[59] Ν. Παπαδόπουλος (Μεστούσης), ο.π., σελ. 60-61, 70-71, 85-86, 87, 88-89, 89-92. Ενδιαφέρουσες είναι και οι λεπτομέρειες που παρατίθενται για το θέμα στο: Γ. Γ. Μουρέλος, ο.π., σελ. 257-266.

Ο Θόδωρος Πελεκανίδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας στο ΑΠΘ

Ένα Σχόλιο to “Η ιμπεριαλιστική πολιτική της Entente στη Μικρά Ασία και θέση της Ελλάδας (1919- 1922)”

  1. Γράφεις: «Ουσιαστικά η πρώτη εντύπωση που προκαλεί το φαινόμενο «Μικρασιατική Καταστροφή» έχει εν πολλοίς να κάνει με την τραγωδία που βίωσε το ελληνικό στοιχείο της Ανατολής μετά την καταστροφή της Σμύρνης από τον τουρκικό στρατό τον Σεπτέμβριο του 1922…»

    Αυτό είναι αλήθεια μέν, όμως δεν περιγράφει το τί είχε συμβεί με τις μη μουσουλμανικές κοινότητες από το 1914 και τι αποφάσεις είχε λάβει το νεοτουρκικό κίνημα (ακροδεξιό, ρατσιστικό, μιλιταριστικό) που είχε αποφασίσει από το 1911 να «ξεμπερδεύψει» με την ύπαρξη μειονοτήτων, που αποτελούσαν το 40% του οθωμανικού πληθυσμού.

    Οι Γενοκτονίες κατά Αρμενιων, Ελλήνων και Ασσυρίων άρχισαν από το 1914…

    Δηλαδή, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε εκείνη την ιστορική στιγμή χωρίς να λάβουμε υπόψη την ιστορική φάση που βρέθηκε μαι πολυεθνική ισλαμική αυτοκρατορία, της οποίας την εξουσία είχαν καταλάβει πραξικοπηματικά οι νεότουρκοι, στρατιωτικοί και εθνικιστές.. Μια πρόταση από ένα αφιέρωμα που έγινε με τη συμμετοχή Τούρκων αντιεθνικιστών ιστορκών: https://kars1918.wordpress.com/2013/07/04/1908-1923-2/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s