… και γω θα ζω με τ’ όνειρο του Γιάννη του Χαλκίδη

Τιμή και δόξα στο δολοφονημένο από τη χούντα Γιάννη Χαλκίδη

Δεν ξεχνάμε την ιστορία μας και το χρέος μας απέναντι στους αλύγιστους αγωνιστές της ελευθερίας!

Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα ‘χεις δει το πρόσωπό τους
και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι.

Ναζίμ Χικμέτ

ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΛΚΙΔΗ
(Δολοφονήθηκε από όργανα της Χούντας στις 5 Σεπτεμβρίου 1967)

Ακολουθεί σύντομο ιστορικό των γεγονότων από συναγωνιστές/τριες του Γιάννη Χαλκίδη – πολιτικούς κρατούμενους της χούντας, το ντοκιμαντέρ «Δολοφονία» με μαρτυρίες συντρόφων του και μια συγκλονιστική περιγραφή της δολοφονίας από το Νάντη Χαντζηγιάννη από απομαγνητοφώνηση παλιότερης συνέντευξής του στο Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα .

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1967, την ώρα που η χουντική κυβέρνηση εγκαινίαζε τη ΔΕΘ, το «Πατριωτικό Μέτωπο» Θεσσαλονίκης ανατίναξε κολόνα της ΔΕΗ, βυθίζοντας στο σκοτάδι το χώρο της έκθεσης. Τρεις μέρες αργότερα, τα ξημερώματα της 4ης προς 5η Σεπτεμβρίου 1967, η γιάφκα της οργάνωσης, ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Φιλελλήνων 65, δέχτηκε την επιδρομή και τα πυρά πάνοπλων ασφαλιτών.

Οι τρεις αγωνιστές που βρίσκονταν μέσα επιχειρούν να διαφύγουν. Ο αιμόφυρτος Γιάννης Χαλκίδης εκτελείται εν ψυχρώ από τον ασφαλίτη Λεπενιώτη, ενώ τραυματίζεται στο πόδι από σφαίρα ο Γρηγόρης Παντής. Ο τρίτος της ομάδας, ο Νάντης Χατζηγιάννης, θα συλληφθεί στο σημείο όπου έπεσε ο Χαλκίδης και θα βασανιστεί άγρια.
Η Αστυνομία της Χούντας εμφάνισε το στυγερό αυτό πολιτικό έγκλημα ως «ανταλλαγή πυροβολισμών μετά αναρχοκομμουνιστών που αντέταξαν ένοπλον βίαν εις επιχειρήσαντα την σύλληψίν των αστυνομικά όργανα».
Όμως, οι αγωνιστές του ΠΑΜ ήταν άοπλοι. Στις 26 Νοεμβρίου 1967 το έκτακτο στρατοδικείο καταδίκασε τους δύο επιζήσαντες σε κάθειρξη 20 χρόνων. Μαζί τους δικάστηκαν άλλοι 36 αγωνιστές. Από αυτούς, 22 καταδικάστηκαν σε ποινές από ισόβια μέχρι φυλάκιση με αναστολή.
Η Χούντα όχι μόνο παρασημοφόρησε τους δολοφόνους του Γιάννη Χαλκίδη, αλλά το 1968, με απόφαση του τότε διορισμένου Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματός της, άλλαξε ακόμα και το όνομα του δρόμου όπου δολοφονήθηκε, μετονομάζοντας την οδό Φιλελλήνων σε Θ. Νάτσινα (!). Προφανώς γιατί για τους τυράννους της Χούντας οι ξένοι που αγωνίστηκαν για την ελληνική ελευθερία ήταν παράδειγμα προς αποφυγήν!44 χρόνια μετά, το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης μετονομάζει την οδό Νεμέας – παράλληλη προς την οδό Κωνσταντινουπόλεως – σε οδό Γιάννη Χαλκίδη. Η έγκριση της ονοματοδοσίας ακόμη εκκρεμεί στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης.
Ναντής Χατζηγιάννης – ΣυνέντευξηΩραία. Ωραία, θα ήθελα να ξεκινήσουμε. Αν μπορείτε να μου περιγράψετε τη δολοφονία του…

Του Γιάννη Χαλκίδη.

… του Γιάννη Χαλκίδη.

Ναι. Χαράματα της 5 Σεπτέμβρη του 1967, ακούσαμε δυνατούς χτύπους στην πόρτα, απ’ ό,τι έμαθα αργότερα από τις καταθέσεις των αστυνομικών, αυτός που χτύπησε την πόρτα ήταν ο Βασίλειος Καραμήτσος, ανθυπασπιστής και ο αρχηγός της παρακρατικής ομάδας των αξιωματικών, των αξιωματικών και αστυνομικών της Εθνικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ο οποίος χαρακτηριζόταν, απ’ όλους τους αντιστασιακούς και όσους περάσαμε από τα χέρια της Ασφάλειας, σαν ο αρχι-βασανιστής της Θεσσαλονίκης. Αυτός δε χτυπούσε αλλά οι άνδρες που μας χτυπούσανε ήτανε υπό την καθοδήγησή του και κανόνιζε πόσο ξύλο θα φάει ο καθένας. Αυτός έλεγε «σταματήστε», αυτός έλεγε «συνεχίστε», με διάφορα νοήματα στους αστυνομικούς. Χαράματα, λοιπόν, της 5 Σεπτέμβρη του ’67 ακούσαμε τους δυνατούς χτύπους στην πόρτα, σηκώθηκα στο κρεβάτι μου, ήμουνα… το κρεβάτι το δικό μου ήταν απέναντι ακριβώς από το, από την είσοδο του διαμερίσματος και στο διπλανό δωμάτιο κοιμόταν ο Γιάννης Χαλκίδης κι ο Γρηγόρης Παντής. Σηκωθήκαμε αμέσως, αναστατωμένοι από τον θόρυβο, ντυθήκαμε, ο Χαλκίδης, πριν ακόμα σηκωθούμε από τα κρεβάτια μας για να ντυθούμε, για να ντυθούμε, σηκώθηκε πρώτος, άνοιξε την πόρτα, είδε στο βάθος του διαδρόμου τους αστυνομικούς, την έκλεισε και φώναξε «Σηκωθείτε, ήρθε η αστυνομία».Ντυθήκαμε αμέσως, πρώτα εγώ με τον Χαλκίδη και πήγαμε προς το παράθυρο του διαμερίσματος. Ο Παντής κοιμότανε, δεν κατάλαβε όταν τον φωνάξαμε «Σήκω, ξύπνα, ήρθε η αστυνομία», τον σκούντηξα δυνατά να ξυπνήσει κι αυτός, ξύπνησε και ενώ ντυνότανε ο Παντής, εγώ με το Χαλκίδη πήγαμε προς το παράθυρο του διαμερίσματος, το τζαμωτό του παραθύρου ήτανε ανοιχτό, ήταν τραβηγμένα μόνο τα παντζούρια κλειστά, χωρίς, χωρίς το μάνδαλο που κλείνει τα δύο τα παντζούρια, τα δύο παραθυρόφυλλα. Ακούσανε το θόρυβο… Ανταλλάξαμε μόνο τρεις λέξεις με το Γιάννη το Χαλκίδη, «Τι θα κάνουμε». Ακούσανε το θόρυβο οι αστυνομικοί, αντιλήφθηκαν ότι πίσω από τα παντζούρια υπάρχουν άνθρωποι και μας κεραυνοβόλησαν με ριπές των περιστρόφων τους κι έγινε χαμός. ’κουσα ένα «ωχ!» από το Χαλκίδη, γιατί είχαν έρθει διαγώνια οι σφαίρες, από το φωταγωγό που μας πυροβόλησαν προς το παράθυρό μας και χτυπήθηκε από τη δεξιά πλευρά, που ήταν ο Χαλκίδης. Εγώ ήμουν απ’ την αριστερά, αν ήμουν από τη δεξιά, θα ήμουν εγώ ο νεκρός. Ήρθανε… Έτυχε εγώ να είμαι στην αριστερή πλευρά, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο Χαλκίδης στο χέρι, απ’ ότι μάθαμε αργότερα κι από την ιατροδεκτική, ιατροδικαστική έκθεση του Ροβίθη και έκανε ένα «ωχ» και γύρισε πίσω και πήγε προς την κουζίνα κι ακολούθησα κι εγώ τον Χαλκίδη και τον Παντή, γιατί δεν γνώριζα τα κατατόπια αυτού του κρυψώνα, αυτής της γιάφκας. Εν συνεχεία, άνοιξα την πόρτα εγώ, γιατί δεν μπορούσε να την βρει, να βρει το χερούλι ο Χαλκίδης, λόγω του σκότους που επικρατούσε μέσα στο διαμέρισμα. Ανοίγω την πόρτα, βγαίνει στο μπαλκόνι ο Χαλκίδης και πηδάει κάτω στην πρασιά από τον πρώτον όροφο. Ακολουθώ εγώ και τρίτος ο Παντής.

Ο Χαλκίδης πέρασε στην απέναντι πρασιά, στην άλλη πρασιά των άλλων πολυκατοικιών, πολυκατοικιών, που ήταν απέναντί μας, εγώ ακολουθώ τον Χαλκίδη, ο Παντής κάνει το λάθος και πήγε στην πρασιά της δικιάς μας πολυκατοικίας και μόλις βγήκε στο πεδίο βολής από το φωταγωγό και τον είδαν οι αστυνομικοί, τον πυροβολούνε εν ψυχρώ και τον βρίσκει μια σφαίρα στον μηρό του ποδιού του. Γύρισε πίσω και κρύφτηκε και κει τον ανακάλυψαν μετά από κάποιες ώρες οι αστυνομικοί, που αιμορραγούσε μέσα σ’ ένα υπόγειο της δικής μας πολυκατοικίας. Ακολουθώντας εγώ το Χαλκίδη, ε… πηδούσαμε κάποια κιγκλιδώματα, οι σφαίρες πέφτανε σαν το χαλάζι, πυροβολούσαν από παντού, από τους φωταγωγούς, από το, από τα διάφορα πατώματα των φωταγωγών, των παραθύρων, από τις ταράτσες των πολυκατοικιών, όπου είχανε λάβει θέσεις οι αστυνομικοί. Εμείς, πηδούσαμε κάγκελα και τρέχαμε. Ασυναίσθητα, λόγω του συναισθήματος του θανάτου, του τρόμου, του φόβου, έσκυβα κι όταν πηδούσα κάποιο κάγκελο σταματούσα για ένα-δυο, για ένα δευτερόλεπτο. Ο Χαλκίδης έφευγε χωρίς καμιά προφύλαξη. Αργότερα, όταν βγήκαμε από τις φυλακές και πήγαμε στον τόπο του εγκλήματος και του χτυπήματος που μας κάνανε, είδα ότι ήτανε λάθος αυτό, γιατί ήμουνα στο πεδίο βολής από τα παράθυρα των φωταγωγών όπου πυροβολούσαν οι αστυνομικοί. Στο τελευταίο κλά… κάγκελο, κιγκλίδωμα, αφού κάναμε μια στροφή με το Χαλκίδη, έτσι όπως ήταν τα διαζώματα, βλέπω σκαρφαλωμένο στο κάγκελο… ενός τοιχίου, που ήταν περίπου 2 μέτρα, τον Χαλκίδη και αδυνατούσε να το προσπεράσει, να το καβαλικέψει για να φύγει προς την οδό Κωνσταντινουπόλεως.

Τότε, σ’ εκείνο το σημείο δεν υπήρχανε πολυκατοικίες και κτίσματα, ήταν μια αλάνα, ένα ξέφωτο, όπου έφευγες από την πίσω πλευρά προς την οδό Κωνσταντινουπόλεως κι από κει θα τρέχαμε για να φύγουμε για να γλιτώσουμε. Με την αγωνία του Χαλκίδη να περάσει από το κάγκελο, αυτό το κάγκελο το πόδι του και να υπερπηδήσει το κάγκελο… και αδυνατώντας να το προσπεράσει, το σκούντησε, σκούντησε από κάτω το πόδι του και μπόρεσε να το προσπεράσει κι έτσι άρχισε να τρεκλίζει και να πηγαίνει προς την οδό Κωνσταντινουπόλεως. Ταυτόχρονα με το πέρασμα του Χαλκίδη, έδωσα κι εγώ ένα σάλτο, πιάστηκα από τα κάγκελα και ήμουνα έτοιμος να σαλτάρω κι εγώ, να βγω έξω. Εκείνη τη στιγμή, είδα τον Ασφαλίτη, τον Αντώνη τον Λεπενιώτη, να ξεπετιέται δύο μέτρα αριστερά μας  και να κυνηγάει τον Χαλκίδη, ο οποίος αγωνιούσε να σταθεί… όρθιος, επειδή είχε αιμορραγήσει, επειδή ήτανε κουρασμένος από την προσπάθεια για να προσπεράσει τα κάγκελα, αγωνιούσε να σταθεί στα πόδια του κι ο αστυνομικός του άδειαζε το περίστροφο πισώπλατα κι η τελευταία σφαίρα, κοντά στο κράσπεδο της οδού Κωνσταντινουπόλεως, την έριξε από απόσταση ενός μέτρου.Έτσι λοιπόν, είδα τον Χαλκίδη να καταρρέει μπροστά στον Λεπενιώτη, παγωμένος και πιασμένος από τα κάγκελα και βλέπω τον αστυνομικό να εξαφανίζεται και εν συνεχεία, προσπερνώ το κάγκελο κι εγώ και πήγα και έπεσα στο σημείο που βρισκότανε ο αστυνομικός Αντώνης Λεπενιώτης.

Θυμάμαι που είχα κάνει κάποιο θόρυβο, είχα χτυπήσει κάποιο κουτάκι κι επειδή φορούσα ένα άσπρο πουκάμισο και φοβόμουν μη δώσω στόχο, γιατί, συνεχίζουνε να πέφτουνε πυροβολισμοί παντού, λες και γινότανε κάποια μάχη. Έριξα… έκανα ένα σάλτο και χώθηκα μέσα σ’ ένα, σε μια ανωμαλία του εδάφους, σαν μια τρύπα, με τα διάφορα χόρτα και ξαλιά που ήταν εκεί κι έτσι προσπάθησα να προφυλαχτώ. Ταυτόχρονα, σήκωνα το κεφάλι μου κι έβλεπα τον Χαλκίδη να κείτεται κατά γης, μπρούμυτα, στο κράσπεδο της οδού Κωνσταντινουπόλεως και μόλις σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, μετά από 5-6 λεπτά, από κείνη τη στιγμή, σηκώθηκα για να φύγω, να γλιτώσω τη σύλληψη απ’ τους αστυνομικούς. Μόλις προσπέρασα κάποια σύρματα που ήτανε περιφραγμένο αυτό το οικόπεδο, α… βλέπω δύο αστυνομικούς, στα 5-6 μέτρα, να με σημαδεύουνε, ο ένας με ένα αυτόματο και ο, ο αξιωματικός, ο ανθυπασπιστής -εν συνεχεία τον αναγνώρισα- ήτανε ο Μητρομάρας που είχε λάβει και μέρος και  στην αντί-συγκέντρωση του Γρηγόρη του Λαμπράκη το 1963, όταν τον δολοφόνησε το τότε παρακράτος της δεξιάς στην οδό Σπανδονή με Βενιζέλου, στη γωνία, τον ανθυπασπιστή Μητρομάρα. Σήκωσα τα χέρια και προχώρησα προς αυτούς. Με συλλαμβάνουνε, μου στραμπουλάει το χέρι ο Μητρομάρας πίσω στην πλάτη, μου καρφώνει το περίστροφο του στα πλευρά και μου λέει «Μη φύγεις ρε πούστη από δω, μην προσπαθήσεις να φύγεις, γιατί θα σε σκοτώσω».

Ο Νταλαχάνης μου ρίχνει, με το αυτόματο που κρατούσε, μία με το κοντάκι στο στήθος και τον διατάζει ο Μητρομάρης να πάει να φωνάξει τους άλλους. Το φώναγμα των άλλων ήτανε να παρελάσουνε γύρω στα 50 με 60 άτομα από μπροστά μου, να με χτυπούν, να με απειλούν, να με φτύνουν, να με βρίζουν, να βρίζουν εμένα, την οικογένειά μου, τους πάντες. Όταν ήρθε ο Αστέριος Οικονόμου, τον οποίο πριν, σαν Λαμπράκηδες, πριν τη δικτατορία, τον αποκαλούσαμε  Νεκροκεφαλή, γιατί ήτανε φαλακρός, στρογγυλοκέφαλος, ε… κι ένας σπιούνος, που ήτανε, ε… ίσως βασικό στέλεχος της Ασφάλειας, ας ήτανε κι απλός αστυνομικός, παρακολουθούσε συνεχώς τα γραφεία της νεολαίας Λαμπράκη και της ΕΔΑ. Διατάζει, αφού με χτύπησε, γονατιές στα γεννητικά μου όργανα, μπουνιές και φτυσίματα, διατάζει κάποιους άλλους συναδέλφους του, αστυνομικούς, Ασφαλίτες και φέρνουνε ένα καραβόσκοινο από ένα Ι.Χ κι άρχισε κι άρχισε να με δένει, μου έκανε δύο κόμπους στα δύο μπράτσα κι ένα πίσω στην πλάτη κι αφού με έδεσε με τα σκοινιά, γυμνός, αφού είχα βγάλει το πουκάμισο, ε… με χτυπούσανε και με βασάνιζαν μπροστά στο διοικητή της Ασφάλειας της Θεσσαλονίκης, το Δημήτριο Σταματόπουλο, στον ε… στο δεξί χέρι του Καραμπέρη που ήτανε διοικητής της ΚΥΠ μέσα στο τρίτο σώμα στρατού, από τους πρωτεργάτες της χούντας για την επιβολή του πραξικοπήματος στη Θεσσαλονίκη.

Μπροστά στον αξιωματικό Τετραδάκο, στο Δίπλα, στον διοικητή του 1ου αστυνομικού τμήματος, στο Σελίμη, στον Βαλιργάκη. Όλοι αυτοί αξιωματικοί. Και κάθε ασφαλίτης ή Κυπίτης που περνούσε ε… που ζύγωνε στο σημείο που με είχαν συλλάβει, με χτυπούσανε, με ποδοπατούσανε, με βαρούσαν μπουνιές, κλοτσιές, δεμένος με τα καραβόσκοινα του Οικονόμου, της Νεκροκεφαλής, ώσπου κάποια στιγμή, αφού πέρασε κάποια ώρα, διατάζει ο Βαλιγράκης, γιατί φορούσε στρατιωτική στολή, είχε μια χλαίνη θυμάμαι πάνω του, διατάζει τους αστυνομικούς να μεταφέρουνε τον Χαλκίδη από το σημείο που κείτονταν κατά γης, στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, γιατί είχε ξημερώσει για τα καλά κι άρχιζε η κυκλοφορία στη Θεσσαλονίκη, ο κόσμος πήγαινε για τις δουλειές τους, οπότε, δεν ήθελαν να βλέπουνε έναν άνθρωπο δεμένο να τον βασανίζουνε κι έναν δολοφονημένο νέο, μόλις 28 χρονών, να κείτεται πεθαμένος στην οδό Κωνσταντινουπόλεως. Όταν φέρανε τον Γιάννη τον Χαλκίδη κοντά μου, είδα ότι ήτανε ζωντανός. Είχε μια μαύρη τρύπα που αιμορραγούσε πίσω στην πλάτη και… άκουγα τον επιθανάτιο ρόγχο του. Όταν ήρθε ο Λεπενιώτης, αφού τον χτύπησε και άδειασε την τελευταία σφαίρα πισώπλατα, έκανε το γύρο του τετραγώνου και ήρθε στο σημείο που με είχανε συλλάβει εμένα. Όταν ήρθε ο Λεπενιώτης μαζί με τον Σταματελόπουλο τον Βασίλη, ανθυπασπιστής ο Σταματελόπουλος τότε, άρχισαν να με χτυπούνε με τέτοιο βάναυσο και τέτοιο άγριο τρόπο, που δεν μπορώ να τα διηγηθώ.

Χτυπούσανε αδιάκριτα, χωρίς να προσέχουνε που χτυπάνε, αν θα μου σπάζαν χέρια, πόδια, το κεφάλι μου και λοιπά. Με ρίχνανε κάτω στο χώμα και με ποδοπατούσανε, δεμένο. Με πατούσανε με το πρόσωπό τους, ε… το πρόσωπό μου με τα πέλματά τους και αργότερα μέσα στη, στην Ασφάλεια, στο κελί, έβγαζα πέτρες. Σε κάποια στιγμή, ενώ έβλεπα τον Χαλκίδη, άκουγα τον, την αγωνία του Χαλκίδη να αναπνεύσει, τον επιθανάτιο ρόγχο του κι έβλεπα και την κόκκινη εκείνη τρύπα που είχε πίσω στην πλάτη του, ρωτάει, αφού σταμάτησαν το χτύπημα, τα χτυπήματα εναντίον μου… Ξέχασα να σας πω ότι απειλούσανε ότι θα, θα με θάψουνε σ’ αυτό το σημείο, ότι θα φέρουνε τη μάνα μου, τον πατέρα μου, τα αδέρφια μου και θα τους καθαρίζανε μπροστά μου και θα με εξαφανίζανε και λοιπά και λοιπά. Ο Λεπενιώτης, αφού κουράστηκε να με χτυπάει, ρωτάει τον Σταματελόπουλο «Ποιος είναι αυτός;», «Ο Γιαννάκης είναι, ο Χαλκίδης», του λέει ο Σταματελόπουλος. Τον πατάει ο αγριάνθρωπος, ο, το ανθρωποειδές αυτό υποκείμενο, ε… στην πλάτη, όπως ήτανε μπρούμυτα, τον σηκώνει με το πόδι του, τον αναποδογυρίζει, τον πατάει στο στήθος, στο στομάχι, στην κοιλιά με το τακούνι, με το πέλμα του και εν συνεχεία τον ξαναγυρίζει στην ίδια θέση.

Ήταν μια σκηνή, όπως βλέπαμε πιτσιρικάδες τα καουμπόικα έργα στην Αμερική ή τους γκάνγκστερ και λοιπά, τρομακτική και μετά από λίγη ώρα, μετά από κάποια λεπτά απ’ αυτό το ποδοπάτημα, το, του Λεπενιώτη, άκουσα ένα δυνατό… (λυγμοί) ξεφύσημα και τότε πρέπει να του βγήκε η ψυχή. Δεν πέρασαν κάποια λεπτά κι ο Βαλεργάκης, αυτός που ήταν ντυμένος με την, με τα στρατιωτικά, διέταξε και πήραν τον Γιάννη και τον πετάξαν σαν τσουβάλι σ’ ένα Ντόιτς  τριών τετάρτων κι εξαφανίστηκαν. Είχε ξημερώσει για τα καλά, ο κόσμος κυκλοφορούσε… για να πάει στις δουλειές τους και διατάζει ο διοικητής της Ασφάλειας, ο Σταματόπουλος, να με πάρουν. Με βάζουν μέσα σ’ ένα Ι.Χ και δίπλα μου έχω τον Λεπενιώτη και τον Σταματελόπουλο, στο πίσω κάθισμα, μπροστά ο οδηγός και δίπλα ακόμα ένας. Ήμασταν πέντε άτομα. Εγώ και τέσσερις αστυνομικοί και με συνοδεύανε για να με πάνε στην Ασφάλεια, στο Βαρδάρη. Περνώντας, θυμάμαι, από το Λαϊκό νοσοκομείο, τώρα Ιπποκράτειο, από την οδό Κωνσταντινουπόλεως στη Θεσσαλονίκη -ήταν κι η παλιά μου γειτονιά εκεί- έριξα μια ματιά και βλέποντάς με να κοιτάω προς τα έξω ο Λεπενιώτης, μου λέει «Δες ρε πούστη για τελευταία φορά τη Θεσσαλονίκη, γιατί πάμε να σε καθαρίσουμε».

Αντί γι’ αυτό, με πήγανε στην Ασφάλεια, στο Βαρδάρη, πρόλαβα κι έβγαλα, θυμάμαι, από το τσεπάκι μου του παντελονιού ένα χαρτάκι που είχα κάποια τηλέφωνα και το άφησα να πέσει με προσοχή, έτσι όπως ήμουνα δεμένος, στο κράσπεδο, ανάμεσα από το αυτοκίνητο και το πεζοδρόμιο του στενού, όπου θα με ανεβάζανε επάνω στην, στο κτίριο της Ασφάλειας, δεν το βρήκανε κι εκεί άρχισαν τα βασανιστήρια που κράτησαν περίπου 29 μέρες, όσο ήμουν απομονωμένος μέσα στο… κελί μου στο, στην ταράτσα.

Και εσείς… Είπατε πριν ότι τον αναγνωρίσατε τον Λεπενιώτη όταν ήτανε το στρατοδικείο.

Ναι. Τις φάτσες… Στην Ασφάλεια με χτυπούσανε μια ομάδα Ασφαλιτών 10 με 15-20 άτομα. Ήμουνα πάντοτε, πάντα δεμένος με τα καραβόσκοινα, εκεί έκοψα κάποιες φάτσες απ’ αυτούς τους είκοσι, τη φάτσα του Λεπενιώτη που πρωταγωνιστούσε στα χτυπήματα και στα βασανιστήρια, του Σταματέλο… του Σταματελόπουλου, του Τσιραμπίδη, του Δίπλα που ήτανε, έκανε τον ανακριτή, τον Σταματόπουλο, το διοικητή της Ασφάλειας που έκανε τον ανακριτή, τον Τετραδάκο, τον Καραμήτσο που καθότανε σε μια γωνία, σ’ ένα μεταλλικό γραφείο κι έβλεπα τα νοήματα που έκανε στους βασανιστές μου, «συνεχίστε», «σταματήστε», ανάλογα όταν λιγοθυμούσα. Θυμάμαι μια φορά είχα βγάλει ένα πράσινο υγρό από γροθιές που ‘χα φάει στο στομάχι, είχα κάνει εμετό και φύγαν από μπροστά μου κι έτσι αισθάνθηκα ανακούφιση, γιατί δεν έτρωγα άλλο ξύλο.

Όπως και σε κάποια στιγμή, ο Λεπενιώτης, επειδή είχε κουραστεί να με χτυπάει με μπουνιές και με χέρια και με πόδια, έβγαλε το περίστροφο και με χτύπησε στο κεφάλι, με χτυπούσε με το περίστροφο στο κεφάλι, μου άνοιξε κάποια φλέβα ή κάποια αρτηρία του κεφαλιού, στο κεφάλι μου και πετάχτηκε το αίμα σαν πίδακας. Πάλι απομακρύνθηκαν από κοντά μου κι εγώ αισθάνθηκα ανακούφιση γιατί δε με βαρούσανε. Θυμάμαι ότι μέσα στην Ασφάλεια με ποδοπατούσε, πάλι ο Λεπενιώτης με τον Σταματελόπουλο, να σκάσω, να… να μην μπορώ να αναπνέω και τα λοιπά, να χτυπιέμαι δεμένος, να πούμε, για να τους ξεφύγω από τα πατήματα που μου κάνανε στο λαιμό και στο κεφάλι. Κι αφού είχε κουραστεί να χτυπάει με χέρια, πόδια και λοιπά – όχι μόνο αυτός, όλοι βαρούσανε, αλλά αυτοί που τους έκοψα για τα καλά ήτανε οι πρωταγωνιστές, Λεπενιώτης, Οικονόμου, Δίπλας, Τετραδάκος και Σταματελόπουλος.- έβγαλε ένα γκλομπς από ένα μεταλλικό γραφείο, κάποια ράφια που υπήρχαν εκεί, μια ντουλάπα μεταλλική κι άρχισε να με βαράει με το γκλομπς. Αλλά, τα χτυπήματα ήταν στους μηρούς, από την πίσω πλευρά κι ένιωθα τέτοιο πόνο που δεν είχα… δεν είχα φανταστεί τέτοιο πόνο, από τις γροθιές τους, από τις κλοτσιές τους και λοιπά, τρομερός πόνος. Γιατί, με τα χτυπήματα είχα πρηστεί σε τέτοιο σημείο που δεν καταλάβαινα όταν μου ‘ρχόταν η μπουνιά στο πρόσωπο ή σ’ άλλα σημεία του σώματός μου. Επειδή είχα πρηστεί, δεν καταλάβαινα τον πόνο.

Με τα χτυπήματα αυτά του Λεπενιώτη… Θυμάμαι είχε τυλίξει με το χέρι του τα σχοινιά και με βαρούσε με όλη τη δύναμή του στους μηρούς κι εγώ σαλτάριζα μέχρι απάνω στο ταβάνι από τον πόνο.

Ναι. Λοιπόν.

Ήμασταν στο σημείο που διηγούμασταν για τον Λεπενιώτη που με βαρούσε με το γκλομπς και τέτοια.

Ναι.

Όλους αυτούς τους εγκληματίες, κρατικούς λειτουργούς, αστυνομικοί της Εθνικής Ασφάλειας, που ήταν ενταγμένη στο κράτος μας, που ‘τανε… διορισμένοι από το κράτος μας σ’ αυτόν τον οργανισμό που λέγεται αστυνομία και Ασφάλεια για να προστατεύουνε τον πολίτη, εγώ, στο πρόσωπο αυτών των υπηρεσιών είδα αγριανθρώπους, υπανθρώπους, ανθρωποειδή που βασάνιζαν, βασάνισαν και βασάνισαν Έλληνες πολίτες με το πιο απάνθρωπο, βάρβαρο τρόπο. Νεαρές φοιτήτριες, φοιτητές του πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, άνδρες, γυναίκες, γέρους, χωρίς κανένα σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτούς τους ανθρώπους τους αναγνώρισα αργότερα, όταν τον Νοέμβριο, 15, αν θυμάμαι καλά, ή 16 Νοεμβρίου με 26, έγινε το στρατοδικείο στη Θεσσαλονίκη στο Περίπτερο Ζαχάρεως, εκεί έμαθα το όνομα του διοικητή της Ασφάλειας, που λεγόταν Σταματόπουλος Δημήτριος.

Ο οποίος μέσα στα γραφεία της Ασφάλειας και προκειμένου να με σπάσει, με έφερε σε επαφή με τον αδερφό μου και μπροστά στον αδερφό μου, μου έλεγε Σταματόπουλος ότι «αυτή τη φορά δεν θα καλοπεράσετε, θα σας στήσουμε στα 6 μέτρα». Μου ‘λεγε «παλιοκομμουνιστή, βαμμένε κουμουνιστή», εμένα που ήμουνα μόλις 28 χρονών, ήμουνα εργαζόμενος φοιτητής, ήμουνα στο πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής… κι επειδή εργαζόμουνα δεν το, δεν είχα πάρει το πτυχίο. Κι ίσως να μην το ‘παιρνα, αν δε μεσολαβούσε η δικτατορία, γιατί εργαζόμουνα και θα ασχολούμουν με βιοτεχνικές εργασίες και με εμπόριο. Αυτά τα ονόματα λοιπόν, των ανθρωποειδών αυτών βασανιστών και υπανθρώπων, δημοσίων υπαλλήλων της χώρας μας και του κράτους μας, τα έμαθα μέσα στην αίθουσα του στρατοδικείου κατά τη διάρκεια της δίκης μας. Διοικητής της Ασφάλειας ο Δημήτριος Σταματόπουλος, υποδιοικητής ο Κολοβός, στελέχη: διοικητής του 3ου αστυνομικού τμήματος ο Τετραδάκος, υποδιοικητής ο Δίπλας, ο οποίος φαίνεται να είναι ο μοναδικός βασανιστής αστυνομικός της περιόδου εκείνους, εκείνης, ο οποίος είχε και λίγη τσίπα πάνω του, λίγη ανθρωπιά κι ένιωθε τύψεις και κάποια στιγμή, όταν αποκαλύφθηκαν τα κακουργήματα που κάναν σε βάρος του λαού της Θεσσαλονίκης, σε βάρος εκατοντάδων φοιτητών, φοιτητριών, ανθρώπων απλών, όπως ήμασταν εμείς, που αγωνιζόμασταν για τη δημοκρατία και την ελευθερία στη χώρα μας, αυτοκτόνησε.

Έτσι έμαθα το όνομα του Λεπενιώτη, του αρχι-βασανιστή μου, το όνομα του Σταματελόπουλου του Βασίλη, το όνομα της Νεκροκεφαλής, του Αστέριου Οικονόμου, το όνομα του Καραμήτσου, Βασίλειος Καραμήτσος, ο άνθρωπος που καθόριζε πόσο ξύλο θα φάει ο κάθε συλλαμβανόμενος από την Ασφάλεια και την ΚΥΠ. Τον διοικητή της ΚΥΠ, τον Στέφανο Καραμπέρη, τον υπα… τον υπασπιστή του και δεξί χέρι του Καραμπέρη, τον Κουρκουλάκο. Ο θρασύδειλος αυτός αξιωματικός του ελληνικού στρατού, ο οποίος, μετά την πτώση της δικτατορίας όταν τον, τον κάναμε μηνύσεις για τα βασανιστήρια που μας έκανε και τα εγκλήματα που κάνανε, σηκώθηκε και το ‘σκασε κι έφυγε από τη χώρα και δεν έδωσε λόγο στη δικαιοσύνη. Έτσι έμαθα τα ονόματα των βασανιστών μας. Έτσι συνδύασα τη φάτσα του Λεπενιώτη, το όνομα Αντώνιος Λεπενιώτης, με τον άνθρωπο που είδα σκαρφαλωμένο στα κάγκελα να αποτελειώνει, να εκτελεί εν ψυχρώ, ένα παλικάρι 28 χρονών, όπως ήταν ο Γιάννης Χαλκίδης. Η ίδια αυτή εγκληματική ομάδα, που αποτελούνταν από την ΚΥΠ του Καραμπέρη κι από τους Ασφαλίτες του Δημήτρη του Σταματόπουλου, οι ίδιοι αυτοί δολοφόνησαν, με τον πιο άγριο και βάρβαρο τρόπο, τον βουλευτή, τον πρώην βουλευτή της ΕΔΑ, τον Γεώργιο τον Τσαρουχά, οχτώ μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1968, όταν τον συνέλαβαν στη Λεπτοκαρυά και βασανίζοντάς τον καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής τους από την Λεπτοκαρυά, απ’ τα διόδια της Λεπτοκαρυάς, μέχρι την, το τρίτο σώμα στρατού στη Θεσσαλονίκη, τον βασανίζανε, τον χτυπούσανε και κάνοντας, σε βάρος του σώματός του, όλα τα, εφαρμόζοντας όλες τις μεθόδους βασανισμού μέσα στην ΚΥΠ, τον δολοφόνησαν κι έδωσε τη ζωή του κι ο Γιώργης ο Τσαρουχάς ήταν το τρίτο θύμα.

Γιατί, νωρίτερα, τις πρώτες μέρες της δικτατορίας, είχε δολοφονηθεί στη Θεσσαλονίκη κι ο Βασίλειος Μπεκροδημήτρης, ο πατέρας της συναγωνίστριάς μας, της Βαγγελιώς, στη νεολαία Λαμπράκη, της Θεανώς και του συντρόφου της Βαγγελιώς, του, του Μιχαλογιάννη, που ‘μασταν φυλακή μαζί.

(όλη  η συνέντευξη στο Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα)

2 Σχόλια to “… και γω θα ζω με τ’ όνειρο του Γιάννη του Χαλκίδη”

  1. […] για τα 90 χρόνια από το 1922, Νομική Σχολή Σάββατο 22/9 … και γω θα ζω με τ’ όνειρο του Γιάννη του Χαλκίδη […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s