Εν τω γεννάσθαι

Του Νίκου Γεωργαντώνη

Ο άντρας είχε σκύψει εξαντλημένος πια από τα χτυπήματα.
«Μα τι έκανα!» συνέχιζε να λέει.
Ο βασανιστής σαν να μην άκουσε τον μαστίγωσε βάναυσα στο πρόσωπο.
Το μαστίγιο ήταν μεγάλο, και με το χτύπημα αυτό τυλίχτηκε αδυσώπητα γύρω απ’ το κεφάλι του.
Ο μαστιγωτής τράβηξε το μαστίγιο με δύναμη κι έριξε κάτω τον πληγωμένο άντρα.
«Μα τι έκανα;… Τι σας έκανα;…» συνέχιζε να λέει ο άντρας και να κλαίει…

Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει.
Στο δωμάτιο μπαίνει κάποιος ανώτερος.
Η συνοδεία ενόπλων που είχε μαζί του μάλλον αυτό δείχνει.
«Πώς πάει;» ρωτάει ο ανώτερος.
Ο βασανιστής με την κουκούλα κουνάει αρνητικά το κεφάλι του δεξιά αριστερά.
«Ώστε δεν θες να μιλήσεις… Συνεχίζεις να παριστάνεις τον αθώο! Την πληγωμένη περιστέρα! Για τελευταία φορά… Ομολόγησε!» είπε ο ανώτερος.
«Μα τι να ομολογήσω;» είπε απελπισμένος ο άντρας.
«Ξέρεις πολύ καλά!» είπε ο ανώτερος.
«Μα, δεν ξέρω τίποτα… Έχετε πιάσει λάθος άνθρωπο! Κάνετε λάθος!…» απάντησε ο άντρας.
«Κανένα λάθος δεν έχουμε κάνει! Εσένα αναζητούσαμε και να που σε βρήκαμε… Και τώρα παριστάνεις τον ανήξερο και τον αδιάφορο!»
«Τίποτα δεν ξέρω! Δεν ξέρω καν ποιον αναζητάτε ή τι θα θέλατε από εκείνον… Τίποτα δεν ξέρω!» είπε ο άντρας.
«Ωραία λοιπόν. Όπως θες… Απ’ ό,τι φαίνεται συνεχίζουμε.» είπε και έκανε νόημα στον βασανιστή.
Ο ανώτερος βγήκε από το κελί μαζί με τη συνοδεία ενόπλων.
Η πόρτα εκλεισε μ’ έναν βαρύ μεταλικό ήχο.

Ο άντρας, κατάκοπος, διψασμένος, ριγμένος στο πάτωμα, άρρωστος απ’ την αναλγησία των ανθρώπων… είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα.
Ανάπνεε με δυσκολία, ασθμενικά, και στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη μια έκφραση ανείπωτης αγωνίας…

Το θηρίο με τη κουκούλα ασφάλισε την πόρτα. Έπειτα, στράφηκε δεξιά και πλησιάσε το τραπεζάκι στη γωνία των σαπισμένων τοίχων. Ο “πάγκος της δουλειάς” του… Κάτι χρειαζούμενα δηλαδή είχε ‘κεί πέρα, κι ό,τι τον είχε φωτίσει ο Θεός… «Πάρε!… Πάρε ό,τι θες!…» τον παρότρυνε ο ανώτερός του… «Έχουμε διαταγές να κάνουμε τη δουλειά μας όπως πρέπει… Kοίτα μόνο μη φανείς ευαίσθητος!» (γέλασαν) «Ευκαιρία είναι να ξεδιπλώσεις την τέχνη σου… Μόνο πρόσεχε… μη τον χάσουμε κιόλας, ε;» είπε και γέλασαν μεταξύ τους εν απάνθρωπη ευθυμία…

Το διάστημα αυτό της μικρής ανάπαυλας ο έγκλειστος, ανήμπορος από την αναλγησία του κόσμου, βρήκε την ευκαιρία να πάρει δυο μεγάλες βαθιές εισπνοές… Πόσο τις είχε ανάγκη! Σαν να γέμισαν τα στήθη του από την ευδιάλυτη και αραιή αισιοδοξία της βαριάς ατμόσφαιράς της φυλακής στην οποία έμελλε να παλεύει κάθε μέρα… Πού να το φανταζόνταν!
Βρήκε λοιπόν την ευκαιρία, ή μάλλον, ωσάν απαλό κι αναπάντεχο αεράκι φύσηξαν οι σκέψεις του και τον πήραν μακριά από δώ… και τον πήγαν πίσω πολύ, χρόνια πολλά πίσω… στα πρώτα σκιρτήματα της παιδικής νιότης του…

Κάθε φορά — όποτε τύχαινε μια δύσκολη στιγμή στη ζωή του, και δεν είχε το κουράγιο να την αντιμετωπίσει, ή όταν το ρου μιας επερχόμενης καταστροφής δεν κατάφερνε να μετατοπίσει σε δρόμο αισιοδοξίας, ή όταν δεν άντεχε να βλέπει γύρω του και να συζητά μ’ αδιάφορους ανθρώπους και με σπουδαίους επηρμένους… ή όταν πάλι βαριόταν μπουχτισμένος να σκέφτεται λύσεις απίθανες κι απάνθρωπους γόρδιους δεσμούς των ουρανών — έφευγε… σαν το Μέγα Αλέξανδρο… βάδιζε… προς την Ασία… προς τον Ινδό… και κατακτούσε… την Ανατολή των παιδικών ανέμελων ονείρων του…

Η ομορφιά κι ο πλούτος των παιδικών χρόνων τού φτωχού αυτού ανθρώπου μόνο με μια Περσέπολη θα μπορούσε να συγκριθεί. Η δικιά του Περσέπολις… Με τα νόστιμα τα φαγητά της, με τα γλυκά της… με του παππού και της γιαγιάς τις ατέλειωτες ιστορίες… με τους μεγάλους δρόμους των κυνηγητών και των πρώτων περιπλανήσεων… με τα παιχνίδια και τις παρέες του… τις γειτονιές του… με το κρυφτό και τη μικρή Ελένη… τα μήλα και το γαϊδουράκι… τους βώλους και τις κάρτες και τόσα άλλα… Έζησε κι αυτός όμορφα… Πρόλαβε. Σαν τον παππού, και τη γιαγιά. Σαν τη μαμά και τον μπαμπά. Πρόλαβε. Κι έπαιξε κι αυτός στους δρόμους… Σκέφτηκε κι αυτός, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Σαν τον Μέλιο· τον φίλο του…

Ώρες πολλές ξόδευαν οι δυο τους να κοιτάν τ’ αστέρια, ανάσκελα· και να σκέφτονται ή να συζητούν το μέλλον… Τόσο πολύ τους απασχολούσε αυτό, που δεν άντεχαν κι ανυπομονούσαν γρήγορα! να ‘ρθεί και να τους απαλλάξει από το βάρος της μικρής ηλικίας… «Εγώ θα γίνω δάσκαλος!» έλεγε ο Μέλιος. «Εγώ θα γίνω επιστήμονας!» έλεγε ο έτερος φίλος. Έπειτα, το ξανασκέφτονταν το πράμα… «Όχι, όχι! Αστροναύτης θα γίνω!» έλεγε ο Μέλιος. «Λάθος, γράψε λάθος! Φυσικός θα γίνω!»… έλεγε ο μικρός ονειροπόλος στο νοητό λείψανο της πραγματικής ζωής του…

Και τι καταλάβαιναν από επαγγέλματα οι δυο μικροί μπόμπιρες, αυτό είναι άλλη ιστορία…

Όταν ο ένας, ο μικρός Δον Κιχώτης, έλεγε ότι ήθελε να γίνει αστροναύτης υπέθετε ότι: πρώτον, θα μπορεί να βλέπει τον κόσμο από ψηλά και να επιβλέπει τα κακώς γινόμενα με τα κιάλια του… το οποίο σήμαινε ότι θα μπορούσε να επεμβαίνει και να διορθώνει το κακό… όπου κι όποτε αυτό συνέβαινε· δεύτερον, ότι θα μπορούσε να δει και να εξετάσει από κοντά τα αστέρια με το μικροσκόπιο (μάλιστα!)… το οποίο κιόλας απορούσε γιατί δεν το είχαν ακόμη κάνει, μα παρά μόνο έκαναν βόλτες στο φεγγάρι ή πετούσαν συνέχεια στο πουθενά, χωρίς λόγο…
Ο άλλος πάλι της παρέας, ο μικρός Σάντσο, όταν έλεγε ότι ήθελε να γίνει επιστήμονας εννοούσε ότι: πρώτον, θα ήξερε πράματα που άλλοι δεν ήξεραν… γενικά!· και δεύτερον, ότι θα έπαιρνε βραβεία που του αρέσαν. «Απλό. Θα κάνω μία ανακάλυψη και θα πάρω Νόμπελ!» έλεγε ο Σάντσο. «—Και τι θ’ ανακαλύψεις;» έλεγε ο Δον Κιχώτης. «—Δεν ξέρω ακόμη…» απαντούσε ο Σάντσο «Θα δω… Κάτι θα βρώ!»· και εκεί πέρα τελείωναν οι ανυποψίαστες ονειροπολήσεις πέρι Νόμπελ, επιστήμης και ανακαλύψεων…

Σχεδόν κάθε απόγευμα ο μικρός ελεύθερος θά ‘βγαινε για λίγο στη γειτονιά. «Τι θα παίξουμε σήμερα, παιδιά;» έλεγε. «—Ένα κρυφτό! Ένα κρυφτό!» φώναζαν όλοι εν αρμονία συμφωνική… «—Γρήγορα! Γιατί δεν έχουμε χρόνο!» …
Κι όλοι έτρεχαν να κρυφτούν… Άλλοι πήγαιναν πίσω από τ’ αμάξια. Άλλοι κάτω από τ’ αμάξια! Άλλοι πηδούσαν στις τελευταίες εναπομείνουσες μάντρες… (με ρίσκο βέβαια, γιατί ανά πάσα στιγμή μπορούσε να βγει ο νοικοκύρης και να περιελάμβανε τον εισβολέα δεόντως!) Άλλοι καβαλούσαν δέντρα σαν τις γάτες. Άλλοι έμπαιναν στα σπίτια τους… (ζαβολιά αυτό). Άλλοι μετανάστευαν σ’ άλλο τετράγωνο! (κι άιντε βρες τους…) Άλλοι πάλι έκαναν τους έξυπνους και στέκονταν ακριβώς πίσω από τον “φύλακα”… και με το που τελείωνε το καθήκον της μέτρησης, εκείνοι τεντώνονταν γρήγορα και φώναζαν “Φτου ξελευθερία!”. Χαμός γινόταν τότε απ’ τις φωνές. Ξεσηκωνόταν όλη η γειτονιά, έβγαινε κι η κυρά Κατίνα στο κατώφλι του σπιτιού κραδαίνουσα απειλητικά το μαύρο της μπαστούνι προειδοποιώντας τους μικρούς δαιμόνους να κάτσουν όλοι ήσυχοι, διαφορετικά θα ενημέρωνε τους γονείς τους! Κανείς όμως δεν την έπαιρνε στα σοβαρά και κανενός τ’ αυτί δεν ίδρωνε με την κυρά Κατίνα… Μάλλον γελούσαν κι έκαναν χάζι να την βλέπουν, έτσι στα μαύρα ντυμένη, απόκοσμη… να προσπαθεί να τρομάξει τη νεότητα τους με τα φτωχά γηρατειά της… Γίνονται αυτά; Τρομάζουν τα νιάτα; Κάποιοι τολμηροί της έβγαζαν τη γλώσσα και στέκονταν περήφανοι και ρωμαλαίοι σαν Λεωνίδες και την προκαλούσαν: «Αν θέλεις, κυρά Κατίνα, έλα να μας πιάσεις!»
Μα πού να τους πιάσει η κυρά Κατίνα. Μόνο ο γιος της, ο Κωστής, καμιά φορά επενέβαινε ανοήτως με φωνές κι απειλές και προσπαθούσε να καθυποτάξει τις ορδές των βαρβάρων… Αδύνατον. Εκείνες λες και γέμιζαν ικανοποίηση με την ταραχή που προκαλούσαν ορμούσαν, λεηλατούσαν, οπισθοχορούσαν, επιτίθονταν, πολεμούσαν, χλεύαζαν… σωστοί επαναστάτες. Ώσπου παρέδιδαν τα όπλα, τις φωνές και τα μεγάλα μέσα οι θιγόμενοι, κρύβονταν οι γιοι, κι αρκούνταν μόνο στο ταπεινό μέσον που ονομάζεται κυρά Κατίνα της οποίας κάποτε οι εξασθενημένες φωνές, (χάριν σεβασμού και λύπησης των υποταγμένων από τους επαναστάτες), ικανοποιούνταν…

Τέτοια όμορφη ήταν η ζωή. Τέτοια τα πρώτα νιάτα. Με τους φίλους και τις βόλτες. Τα παιχνίδια και τις γειτονιές, και τις κυρά Κατίνες. Με τα πεντανόστιμα τα φαγητά και τις λιχουδιές της γιαγιάς. Με την αγάπη της μαμάς, και τη ζεστή αγκαλιά του πατέρα. Τέτοια η αυτοκρατορία των παιδικών ονείρων του. Απέραντη, γοητευτική!

Ένα άγριο χτύπημα στο στήθος τον έκανε να σταματήσει απότομα τις σκέψεις του και να σφίξει τα δόντια του σαν τανάλια… Ο Πίθωνας, ο Σέλευκος, ο Αντίγονος, ο Πτολεμαίος… στέκονταν τώρα απειλητικοί και διέλυαν βάρβαρα την απέραντη αυτοκρατορία των αναμνήσεων του.

Ένα ακόμη λυσσαλέο χτύπημα τιλύχτηκε γύρω απ’ το λαιμό και τον έκανε να παραδόσει αμαχητί πια τα θλιβερά απομεινάρια των μικρών βασιλείων της σκέψης του, και να υποταχθεί χαμένος στους προελαύνοντες Ρωμαίους…

«Άτιμοι!… Άτιμοι!…» φώναζε κι έβηχε κρατώντας τον λαιμό του. «Τι σας έκανα!… Tι έχω φταίξει!…» έλεγε και κουλουριαζόταν απ’ τους πόνους.

Ο άνθρωπος με την κουκούλα, ασυγκίνητος, ταγμένος στο καθήκον, μόλις είχε τελειώσει με τις επιδιορθώσεις των ταπεινών οργάνων της δουλειάς του και επιστραφείς πίσω στο μικρό πεδίο μάχης συνέχιζε το έργο του…

…Μαύρες οι ώρες, δίχως ανατολές, σκοτεινές… ήταν για τον άτυχο άντρα. Τον μαστίγωναν, τον έδερναν, τον έβριζαν, τον χτυπούσαν… Άλλοτε πάλι τον άφηναν μόνο του στα σκοτεινά, ώρες πολλές, μέρες… δίχως να ξέρει αν είναι μέρα ή νύχτα, δίχως να καταλαβαίνει αν είναι πρωί, αν είναι μεσημέρι… Κι εκείνος δούλευε… Έπρεπε να δουλεύει… «Θα δουλεύεις μέχρι να σκάσεις, άθλιο γουρούνι!» του έλεγαν. «—Μα δεν βλέπω για να δουλέψω… Πώς να δουλέψω… Είμαι μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, με υγρασία, με ποντικούς, δίχως φαϊ…» «—Σκασμός! Θα δουλεύεις!» έλεγαν κι αποχωρούσαν… Ήταν κι αυτό μέρος της υποταγής. Να τον λιώσουν, να τον γονατίσουν, ν’ απελπιστεί, να ομολογήσει… Τι ν’ ομολογήσει;… Πίστη. Πίστη στην υποταγή! Να παραδόσει τα όπλα, να δουλεύει στο σκοτάδι, να χάσει κάθε αίσθηση, να βασανίζεται, να λιώνει…

«Αφήστε με!… Αφήστε με επιτέλους!… Αφήστε με να αναπνεύσω λιγάκι!» έλεγε και παρακαλούσε τις πέτρινες καρδιές των ανθρώπων. «Αφήστε με να δω λίγακι φως!… Ένα φεγγίτη ανοίξτε μου!… Κάποτε μου επιτρέπατε αυτή τη χαρά… Τώρα τα παίρνετε όλα… Αφήστε με να νιώσω λιγάκι άνθρωπος… Να δω και γω τον ήλιο… να πάρω δυνάμεις… Έλεος μόνο ζητώ… Για μια στιγμή… να ξαποστάσω… Δεν ξέρω τι να ομολογήσω!… Δεν ξέρω σας λέω!… Έλεος, ουρανοί!… Φωτίστε για λίγο τη ζωή και τη σκέψη μου!… Δώσ’ τε μου ελπίδα!… Πάρτε το βασανισμένο σας παιδί στην αγκαλιά σας!… Δώσ’ τε του δύναμη!… Εμπνεύστε φώτιση στο μυαλό!… Έλεος, ουρανοί!… Σκοτάδι στα παιδιά σας!…» έλεγε κι έκλαιγε απελπισμένος…

Ο βασανιστής με την κουκούλα σταμάτησε. Αυτό παραξένεψε τον άτυχο άντρα και του προκάλεσε κατάπληξη. «Να ησακούστηκα;» σκεφτόταν αφελώς…

Ο βασανιστής πλησίασε στο τραπεζάκι.
Άφησε εκεί το σχεδόν λιωμένο μαστίγιό του και γύρισε παγερός με τις προθέσεις του απροσπέλαστες.
Ο άντρας, στο πάτωμα, ανήμπορος, διεσθάνθηκε κάποιο κακό…

Ομίχλη μυστηριώδης… εκ του μη όντος… εμφανίζουσα… άρχισε να παρεισφρέει εκ των σαθρών τοίχων εντός του σκοτεινού δωματίου. Νωχελική, αργή, ύποπτη… Ταραχή πλημμύρισε τη καρδιά τού βασανισμένου άντρα… όταν εφιαλτικές μορφές αναδύονταν αργά μέσ’ από τα σπλάχνα των διάφανων τοίχων… φαντάσματα της νύχτας, δαίμονες, άνθρωποι σατανικοί, λόγχες καρφωμένες αιμάσσουσες, τέρατα, τρελοί, άγριοι κολασμένοι, γυναίκες έρπουσες, φοβισμένες… λάγνοι στρατιώτες, ψυχές σκυφτές βασανισμένες, μορμυρίζουσες… τάφοι και σαπισμένα σώματα, χώματα… Η φρίκη των ανθρώπων ξυπνούσε μέσα από τις λιθογραφίες του Γκόγια, και καλωσόριζε το επερχόμενο κακό π’ έμελλε να ζήσει ο άνθρωπος στο σκοτάδι…

Ο βασανιστής έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές…
Ένα φάντασμα πλησιάζει τον πεσμένο άντρα. Του χαμογελά.
Εκείνος ταραγμένος… κρύβει το πρόσωπό του με το χέρι του…
Μια φευγαλέα εικόνα περνά απ’ το μυαλό του: Βλέπει τον εαυτό του μικρό να χαμογελά ευτυχισμένος. Γρήγορα χάθηκε…

Ο βασανιστής περιεργάζεται το αρρωστημένο υπόλοιπο ανθρώπου που εχει μπροστά του.
Λογαριάζει τις δυνάμεις του.
Μέσα απ’ την κουκούλα σχηματίζεται ένα χαμόγελο… Σφίγγει τις γροθιές του.

Ορμά…

Σκοτάδι… Ουρλιαχτά.

***

Ο Ανέστης ξύπνησε απότομα.
Ήταν πρωί. Βράδυ ακόμη…
Σηκώθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, κοιτάχθηκε στον καθρέφτη, σκουπίστηκε.
Επέστρεψε στο κρεβάτι του, ξάπλωσε.

«Όνειρο ήταν…» σκέφτηκε και ταραγμένος γύρισε πλάγια.

Τα μάτια του δεν ήταν ήρεμα. Έλαμπαν.
Τα χείλια του ήταν σφιχτά.

«Αυτό πρέπει ν’ αλλάξει…» σκεφτόταν. «Ούτε να ζήσουμε δεν μπορούμε πια. Ούτε να ζήσουμε…» κι έσφιγγε τα χείλια του κι έστιβε το μαξιλάρι σαν νά ταν το κακό του κόσμου… σαν νά ταν όλοι αυτοί οι βασανιστές κι οι ένοπλοι και τα φαντάσματα κι οι δαίμονες και το σκοτάδι κι η φυλακή… σαν να ταν όλα αυτά μέσα σ’ αυτό το μαξιλάρι…

Κι η αυτοκρατορία των παιδικών του χρόνων;
Πέρασε. Δεν έβρισκε καταφύγιο πια στη Περσέπολη του παρελθόντος.
Έπεσε η αυτοκρατορία, προδόθηκε, παραδόθηκε… «Τι να κάνω τώρα εγώ;» σκεφτόταν. «Μνημόσυνα δόξας και παρελάσεις αναμνήσεων;… Όχι. Αύριο θα σηκωθώ. Αύριο θα βγω να τραγουδήσω. Πρέπει πάλι να φέρουμε μέρες καλύτερες… Τα παιδιά με κοιτούν… Ναι… Αυτό πρέπει να κάνω.»

Ξαφνικά η πόρτα χτύπησε δυνατά…
Ένοπλοι είχαν ειδοποιηθεί για τον κίνδυνο.
Περίμεναν. Χτύπησαν ξανά. Καμία απόκριση.
Ένας εξ αυτών έκανε νόημα στους άλλους.
Σπάνε την πόρτα. Μπαίνουν στο σπίτι…
Ελέγχουν τα δωμάτια, προσεκτικά.
Φτάνουν στην κρεβατοκάμαρα. Μπαίνουν.

…Ένα παράθυρο ήταν ανοιχτό κι άφηνε το λευκό φως του φεγγαριού να φωτίζει λίγο το δωμάτιο.
Μια κουκουβάγια απόκοσμη στεκόταν στο περβάζι και κοίταζε βλοσυρή τους σαστισμένους ενόπλους. Φύσαγε…
Από μακριά, ακουγόταν ένας ήχος. Θα πρέπει να ήταν απ’ το παραδίπλα στενό. Ήταν κάτι σαν μελωδία… Κάποιος σφύριζε… Η κουκουβάγια άνοιξε τα φτερά της μ’ αυτοπεποίθηση. Κατέλαβε όλο το μήκος το παραθύρου και φάνταζε επιβλητική… Έμεινε έτσι ακίνητη για λίγη ώρα.´Επειτα, πέταξε… κρα! κρα! κρα!… βαθιά μέσα στη νύχτα…

Νοέμβ. 2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s