“Στιγμές από τη ζωή και το έργο του Κώστα Κάππου»

Πολύ σημαντική η εκδήλωση τιμής στον ασυμβίβαστο αγωνιστή της κομμουνιστικής αριστεράς Κώστα Κάππο (1937-2005). Ενός αγωνιστή που αφιέρωσε τη ζωή του στην ανατροπή του βάρβαρου και απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος και στάθηκε αταλάντευτα ταγμένος στα ευγενή ιδανικά της κομμουνιστικής προοπτικής. Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος Κώστας Αρβανίτης. Στη συνέχεια μίλησαν κατά σειρά: Ο καθηγητής Οδοντιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Φοίβος Προύντζος, ο Δήμος Κουμπούρης, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ, η Νάντια Βαλαβάνη, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, ο Άγγελος Χάγιος, μέλος ΠΣ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο αρχιτέκτονας Στέφανος Πάντος, συγκρατούμενος του Κώστα Κάππου την εποχή της φυλάκισης στο Μπογιάτι με το “χτύπημα” στο κλιμάκιο της ΚΝΕ και του ΚΚΕ τον Φλεβάρη του 1974 και ο παιδικός φίλος και συμμαθητής του απ’ το Γυμνάσιο Σπύρος Κόικας.

Παρουσιάζουμε τις γραπτές εισηγήσεις, βιντεοσκοπημένα τμήματα των ομιλιών του Α. Χάγιου, της Ν. Βαλαβάνη και του Δ. Κουμπούρη και ακολούθως βίντεο με το σύνολο της εκδήλωσης.

Άγγελος Χάγιος
Είναι συγκινητική και συνάμα συμβολική η σημερινή πολιτική εκδήλωση.

Τιμάμε, σήμερα, τον Κώστα Κάππο, τον σύντροφο και φίλο Κώστα. Τον ασυμβίβαστο κομμουνιστή αγωνιστή. Μια ξεχωριστή προσωπικότητα, εργάτη και διανοούμενου, του κομμουνιστικού κινήματος που συμπύκνωνε με μοναδικό τρόπο την ενότητα πράξης και θεωρίας.

Πρόκειται για χαρακτηριστικά που εμπνέουν και συγκλονίζουν και σήμερα. Στην εποχή της πιο βάρβαρης επίθεσης του αστικού στρατοπέδου στον κόσμο της εργασίας και των τεράστιων δυσκολιών και αντιφάσεων για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και της αριστεράς.

Η επαναστατική αντίληψη και πρακτική του Κάππου  αποκτά ιδιαίτερη αξία,  ακριβώς γιατί σε αυτή την περίοδο -ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού- ωριμάζουν κοινωνικές θύελλες και καινούριοι άνεμοι μιας νέας επαναστατικής  επαγγελίας και δυνατότητας.

Με αξεπέραστες θυσίες ζωής, της δικής του και της οικογένειας του, μέσα απο τις κάθε φορά επιλογές του, υπηρετούσε τη βαθιά πίστη αλλά και την αναζήτηση για τις επαναστατικές προοπτικές της εποχής μας, τους σύγχρονους όρους της εργατικής χειραφέτησης, της διεθνιστικής αλληλεγγύης, της κομμουνιστικής κοινωνικής απελευθέρωσης. Με σταθερότητα στο σκοπό, στον οποίο υπέτασσε τα μέσα, το κόμμα και το μέτωπο. Και όχι το αντίστροφο.

Την αφοσίωση του αυτή τη συνδύαζε με την πιο τολμηρή αναζήτηση, με λόγο κριτικό και αυτοκριτικό, για τις βαθύτερες αιτίες της κατάστασης του κινήματος και της αριστεράς. Με όπλο τη μαρξιστική θεωρία και μέθοδο μελέτησε την ήττα της πρώτης απόπειρας μετάβασης στο σοσιαλισμό και δεν δίστασε να αλλάξει την αρχική άποψη του όταν προσέγγισε τον ταξικά εκφυλισμένο χαρακτήρα του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’.

Ανοικτός στο διάλογο και την ιδεολογική αντιπαράθεση των ρευμάτων και των αγωνιστών της αριστεράς, στην κοινή δράση, πάντοτε στη βάση ταξικών αρχών και ανατρεπτικών προγραμμάτων. Η θεωρητική –πολιτική του αντίληψη υπερέβαινε ποιοτικά την όποια ρητορεία «γραφειοκρατικής συνέπειας» όσο και τις «ενωτικές κορώνες» που εξυπηρετούσαν διαχειριστικές τάσεις και πολιτικές.  Δεν είναι τυχαίος ο σεβασμός στη σκέψη και τη δράση του Κάππου ακόμα και από τις τάσεις της αριστεράς που, σε κρίσιμες φάσεις, αντιμετώπιζαν με αρνητικό τρόπο τις απόψεις του.

Ο Κάππος υπερασπίστηκε την πολιτική ανεξαρτησία της αριστεράς απο την αστική πολιτική και ήρθε σε ρήξη με τη ρεφορμιστική διαχείριση της. Υπερασπίστηκε την ιστορία του κινήματος, ως έμπνευση αγώνα και εξέγερσης και όχι ως αντικείμενο διαχείρισης στο αστικό κυβερνητικό παζάρι. Με τη γνώση του κομμουνιστή, που η ζωή του, η πολιτική και κομματική του δράση σφραγίστηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση, την ελληνική επανάσταση του ΕΑΜ και του Δημοκρατικού Στρατού και τις επαναστατικές απόπειρες στον αιώνα που πέρασε. Δεν ήταν, απλώς, ο ρομαντικός επαναστάτης.

Γι αυτό έχει κατακτήσει μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές των πρωτοπόρων εργαζομένων  και των κομμουνιστών.

Κι’ όπως δείχνουν και άλλα ιστορικά παραδείγματα, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση για το γεγονός πώς η επαναστατική θέση και πράξη και ο αγωνιστής που την εκφράζει με συνέπεια λόγων και έργων, αυτή είναι που ενώνει στο διάλογο και τον αγώνα, έστω σε κάποιες στιγμές και συγκυρίες, όλους τους αριστερούς.

Αυτή η ενότητα αποτελεί κρίσιμο ζήτημα και σήμερα για την ίδια τη ζωή και το μέλλον του λαού και των παιδιών του. Για την αναγκαία αγωνιστική συμπόρευση μέσα στο κίνημα. Αναγκαίος όρος για την ανατροπή της νέας βάρβαρης αντιλαϊκής λαίλαπας, των μνημονίων και δανειακών συμβάσεων, της κρατικής- εργοδοτικής- φασιστικής τρομοκρατίας. Την ανατροπή των κυβερνήσεων του κεφαλαίου και της ιμπεριαλιστικής ΕΕ. Για να μπορέσει ο οργανωμένος λαός να πάρει στα χέρια του τις τύχες του, όλη την εξουσία και τον πλούτο που παράγει.

Ακριβώς στην περίοδο αυτή είναι που οι εργαζόμενοι και η νεολαία έχουν, όσο ποτέ άλλοτε, ανάγκη από πράξεις και σύμβολα πολιτικής εργατικής συνέπειας και αξιοπρέπειας. Το παράδειγμα του Κάππου αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα.

Ως πρωτοπόρος άνθρωπος που διαμορφώθηκε σε πολύ σκληρές συνθήκες χωρίς να λυγίσει, χωρίς να συμβιβαστεί σε εύκολες επιλογές.

Ως κορυφαία –ηρωϊκή φυσιογνωμία του αντιδικτατορικού αγώνα και του κομμουνιστικού κινήματος. Σήμερα, μάλιστα, που τα βασανιστήρια αγωνιστών και διαδηλωτών, η ωμή κρατική καταστολή, η παρακρατική και φασιστική επιθετικότητα γίνονται καθημερινή πρακτική από τον αντιδραστικό παροξυσμό του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού.

Ως αγωνιστής αδιάλλακτος απέναντι στον ταξικό αντίπαλο, αλλά γενναιόδωρος με τους συντρόφους,  τους φίλους, τους νέους, τους ταπεινούς. Ακόμα και με αυτούς που τον είχαν αδικήσει.  Με ειλικρινή έπαινο για τα γνήσια, τίμια και ασυμβίβαστα στοιχεία της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου αλλά με απόλυτη άρνηση σε κάθε ψεύτικο, διπρόσωπο και υποκριτικό χαρακτηριστικό.

Η ταύτιση του με τις ιδέες του ταξικού δίκιου και της επαναστατικής αλήθειας εκδηλώθηκε με απόλυτη συνέπεια το 1989 όταν μπήκε μπροστά για να αποτραπεί η συγκυβέρνηση της Αριστεράς με τα αστικά κόμματα. Τότε πραγματοποίησε και το ‘αδιανόητο’: Αρνήθηκε δημόσια, και στη Βουλή και μπροστά στο λαό, την ‘κομματική νομιμότητα’, μια νομιμότητα ταξικής συνεργασίας και εκφυλισμού. Σήκωσε, μαζί με χιλιάδες κομμουνιστές και νεολαίους, το ανάστημα της επαναστατικής στάσης και της αντίστασης του μαχόμενου κόσμου της αριστεράς και των πρωτοπόρων εργαζομένων.

Σημαντικά είναι ορισμένα κρίσιμα πολιτικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε και διατύπωσε, μαζί με όλους τους συντρόφους του τότε. Η μετωπική ενότητα της αριστεράς είναι προωθητική για τα εργατικά- λαϊκά συμφέροντα όταν στηρίζεται στην αναγκαία κάθε φορά ταξική ανατρεπτική βάση. Αντίθετα οι μεγάλες υποσχέσεις και ρητορείες για ενότητα της αριστεράς σε διαχειριστικές επιλογές, αποδείχτηκε ότι καταλήγουν σε μαζικές απογοητεύσεις και πολλαπλές διασπάσεις.

Για όλους εμάς, τότε, αλλά και για χιλιάδες νέους αγωνιστές το ζωντανό παράδειγμα του και η σταθερή του πεποίθηση οτι ‘αυτό το σύστημα δεν διορθώνεται μόνο ανατρέπεται’ συνέβαλε στο να αποκτά νόημα, ελπίδα και γοητεία η επαναστατική κομμουνιστική στράτευση.

Οι δυνάμεις του ΝΑΡ στη δύσκολη, συχνά αντιφατική αλλά ελπιδοφόρα προσπάθεια βαθιάς τομής για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση, πορευτήκαμε μαζί με τον Κώστα Κάππο, συμφωνήσαμε, διαφωνήσαμε, τραβήξαμε τους δρόμους μας, διατηρώντας πάντοτε τη συντροφική αλληλεγγύη και σχέση.

Επιχειρούμε να αξιοποιούμε την ιδιαίτερη αυθεντική συμβολή του στο βάθαιμα του ρήγματος με το ρεφορμιστικό αριστερό παρελθόν, για την υπέρβαση της διπλής ήττας του κομμουνιστικού κινήματος σε Ανατολή και Δύση και τη θεμελίωση μιας νέας εξόρμησης των επαναστατικών εργατικών κομμουνιστικών αντιλήψεων.

Σε συνθήκες καταθλιπτικής ηγεμονίας της αστικής πολιτικής και θεωρίας, διδασκόμαστε απο την ανεπανάληπτη αντοχή του στις δυσκολίες. Την πεποίθηση του οτι οι δυσκολίες είναι παροδικές και πρόσκαιρες στον μακρόπνοο και αμφίρροπο επαναστατικό αγώνα.

Στη νέα κατάσταση που διαμορφώνει η δυναμική των πρόσφατων αντιστάσεων, απεργιών και διαδηλώσεων. Που δεν είναι μάχες οπισθοφυλακών, αλλά προμήνυμα των μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων που έρχονται. Έχουμε ευθύνη να συμβάλουμε σε ένα αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής της αντεργατικής, αντιδραστικής επίθεσης του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων του και της ΕΕ. Με μια νέα εξόρμηση για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, την προώθηση του προγράμματος και του μετώπου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς και την  ποιοτική αναβάθμιση και ενοποίηση των δυνάμεων της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης σε σύγχρονο πρόγραμμα και κόμμα.

Στις μάχες αυτές, νιώθουμε τον Κάππο μαζί μας. Μαζί με το Γιώργο και τον άλλο Κώστα. Μαχόμενο για το σκοπό που αφιέρωσε τη ζωή του και εργάστηκε αθόρυβα και ουσιαστικά:

Για την «επανάσταση που έρχεται», σε μια εποχή ανώτερου κύκλου ιστορικής κρίσης του αστικού συστήματος και αφάνταστα πιο προωθημένων τάσεων ουσιαστικής επικράτησης της κομμουνιστικής δυνατότητας και προοπτικής.

Νάντια Βαλαβάνη

Γιά το σύντροφο Κώστα Κάππο

Από τις λίγες φορές που η ελληνική αριστερά ήταν μαζί. Ο ξαφνικός θάνατος του αγωνιστή Κώστα Κάππου, κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω από τη σορό του κόσμο από όλο το φάσμα της αριστεράς: από την κοινοβουλευτική, την εξωκοινοβουλευτική, κόσμο από το ΚΚΕ, το ΝΑΡ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τις συνιστώσες του, τον Συνασπισμό, την ΚΕΔΑ, την ΑΚΟΑ, αλλά και την ΚΟΕ και πολλές άλλες οργανώσεις της αριστεράς. Δεν ήταν τυχαίο. Δεν ήταν απλώς ο σεβασμός σε έναν αγωνιστή της αριστεράς, αλλά η πεποίθηση ότι ο Κώστας Κάππος ήταν από αυτές τις περιπτώσεις των «ξεροκέφαλων» αριστερών που πάντα σε ξάφνιαζε ευχάριστα με τον αντάρτικο τρόπο σκέψης του, που συνήθως τον έκανε και πράξη. Στη συνέχεια δημοσιεύουμε κείμενο της συντρόφισσας του στους αγώνες Νάντιας Βαλαβάνη.

Οδός Μεσογείων, ασφάλεια, 1974. Πέντε μήνες στην απομόνωση. Κάποια στιγμή, προφανώς από λάθος, ενώ βρισκόμουνα στην τουαλέτα άκουσα να φέρνουν απέξω στις βρύσες, κάποιον που κρατούσαν επίσης σε απομόνωση. Πίσω από την κλειστή πόρτα άκουσα τον παρακάτω σύντομο διάλογο ανάμεσα στο συνοδό φρουρό ασφαλίτη και τον άγνωστο συγκρατούμενό μου: «Πώς σε λένε, παιδί μου;» Ο φρουρός ακουγόταν πολύ πιο νέος από το «παιδί», που η φωνή του πρόδιδε άντρα που είχε περάσει τα τριάντα. «Κώστα Κάππο.» «Από πού είσαι;» «Από το Άργος.» «Τι δουλειά κάνεις;» «Λογιστής.» Τίποτα άλλο. Έτσι λαθραία άκουσα για πρώτη φορά τ΄ όνομα Κώστας Κάππος. Πίσω στο κελί μου σκεφτόμουν πότε-πότε με θλίψη αυτόν τον καημένο τον άνθρωπο, που προφανώς η Ασφάλεια είχε μπλέξει άδικα μαζί μας. Φανταζόμουνα ότι θα περνούσε κι αυτός των παθών του τον τάραχο, χωρίς να έχει καμιά συμμετοχή στην υπόθεση μας («χτύπημα» κλιμάκιου της Κ.Ε. του ΚΚΕ και στελεχών της ΚΝΕ και της Αντι-ΕΦΕΕ, με 135 συλλήψεις τον Φεβρουάριο και παραπομπή, τελικά, στο Στρατοδικείο τον Ιούλιο 35 από μας). Χάρη στην αλαζονεία των 19 μου χρόνων και στον «αέρα» του φοιτητικού κινήματος της Αθήνας δε μου περνούσε ούτε καν σαν υποψία από το μυαλό ότι ήταν δυνατόν ένας λογιστής που είχε περάσει τα τριάντα, καταχωρισμένος στη συνείδηση μου ως μικροαστός, αφού δεν ήταν ούτε εργάτης, ούτε φοιτητής, από μια επαρχιακή πόλη στην οποία, όπως σ΄ όλες τις επαρχιακές πόλεις, η ζωή θα επαναλαμβανόταν ακατάπαυστα με τους ίδιους πάντα μακρόσυρτους ρυθμούς, να έχει σχέση με το κίνημα της αντιδικτατορικής αντίστασης. Πέρασαν αρκετές μέρες μέχρι, μάλλον τυχαία, ν΄ αναφέρω χτυπώντας τον τοίχο στον Λάκη Σταθάκη, που είχαν πιάσει μέσα στο παράνομο τυπογραφείο της Πανσπουδαστικής και κρατούσαν σε απομόνωση στο διπλανό μου κελί, τη σύντομη στιχομυθία που είχα ακούσει. Από την αντίδραση του κατάλαβα ότι μάλλον άδικα λυπόμουνα όλο αυτόν τον καιρό τον «καημένο τον άνθρωπο».

Κι αντίθετα με ό,τι πίστευα, τον Κώστα Κάππο δεν τον είχαν αγγίξει στην Ασφάλεια: Ο Μάλλιος, ο Μπάμπαλης και οι άλλοι αξιωματικοί στις περιπτώσεις μαζικών συλλήψεων δούλευαν «ορθολογικά», με οικονομία δυνάμεων και πόρων. Προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρωθούν χωρίς περισπασμούς στην ανάκριση των «καινούργιων», δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με όσους είχαν πιαστεί στο παρελθόν και δεν είχαν «σπάσει». Έτσι ο Κώστας στην Ασφάλεια ανακρίθηκε μάλλον τυπικά: Το 1968, κρατούμενος της ΕΣΑ στο Στρατόπεδο του Διονύσου, είχαν δοκιμάσει πάνω του χωρίς αποτέλεσμα μια ευρεία γκάμα ανακριτικών «εργαλείων». Τον Απρίλιο του 1974 όμως, και για περίπου ένα μήνα, η Ασφάλεια έστειλε όλους τους άντρες κρατούμενους της στο στρατόπεδο της ΕΣΑ στο Μπογιάτι. Εκεί ο Διοικητής του, ο περιβόητος Γκόρος, δεν έκανε τέτοιου είδους διακρίσεις. Σε βασανιστήρια υποβλήθηκαν όχι μόνο τ΄ αγόρια, αλλά όλοι ανεξαιρέτως, ακόμα και τους ηλικιωμένους, παλαίμαχους κομμουνιστές, παλιούς θανατοποινίτες, όπως τον Αντώνη Αμπατιέλο κ.α. που είχαν ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε εξορίες και φυλακές. Θαρρείς και στόχος του χουντικού καθεστώτος δεν ήταν η συγκέντρωση πληροφοριών προκειμένου να χτυπηθεί η αντίσταση, αλλά η εκδίκηση.

Oσο απάνθρωπα όμως κι αν βασάνισαν τους άλλους, η περίπτωση του Κώστα ήταν η μόνη απ’ όσες έχω υπόψη μου κατά την οποία επιχειρήθηκε χωρίς κανένα πρόσχημα η φυσική του εξόντωση: Μετά από μέρες ξύλο, με δεκάδες ανοιχτές πληγές σ΄ όλο του το σώμα να αιμορραγούν, τον έδεσαν μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι του κελιού με τα χέρια πίσω με χειροπέδες, στοίβαξαν πάνω του ένα σακί τσιμέντο και τον άφησαν να πεθάνει μόνος του μέσα στο κελί, αργά, από ασφυξία – ένας θάνατος παρόμοιος μ΄ αυτόν του Μεσαίωνα, όταν έβαζαν μια μεγάλη πέτρα πάνω στο στήθος του κρατούμενου και συνέχιζαν να τον ανακρίνουν μέχρι ν΄ αφήσει την τελευταία του πνοή με συνθλιμμένους τους πνεύμονες. Ο Κώστας νίκησε όμως τότε, 31 χρόνια πριν, το θάνατο: Κατάφερε να τρυπήσει με τα δάχτυλα του το σακί, με αποτέλεσμα να χυθεί το τσιμέντο λίγο-λίγο πριν καταστραφούν οι πνεύμονες του. Την επόμενη μέρα οι δεσμοφύλακες του τον βρήκαν σε άθλια κατάσταση, αλλά ακόμα ζωντανό. Αποφάσισαν τότε να τον μεταφέρουν, όπως ήταν μισοπεθαμένος, στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε όλο το επόμενο διάστημα με το ψευδώνυμο Ανέστης Ανέστης. Κρυφά από την Πόπη, τη γυναίκα του, που μάταια έτρεχε αναζητώντας τον από υπηρεσία σε υπηρεσία, πάντα με το γιο τους, το Θανάση, μωρό στην αγκαλιά, καθώς ούτε η Ασφάλεια ούτε η ΕΣΑ έδιναν οποιαδήποτε πληροφορία για την τύχη του σ΄ αυτήν και στην υπόλοιπη οικογένεια του. Ο Κώστας έμεινε «αγνοούμενος», «εξαφανισμένος», σχεδόν μέχρι την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος. Οι ουλές ψηλά στο μάγουλο του κάτω από τον αριστερό του κρόταφο, που φαίνονται ολοκάθαρα ακόμα και στις πιο πρόσφατες φωτογραφίες του τρεις δεκαετίες αργότερα, είναι από το Μπογιάτι. Το ίδιο άσκημες ήταν κι οι ουλές που δε φαίνονταν, κρυμμένες κάτω απ’ τα ρούχα του: Δύο μήνες μετά την απελευθέρωση μας, το Σεπτέμβριο του 1974, μετέφραζα ζωντανά μια συνέντευξη του για τα βασανιστήρια στη χούντα σ΄ ένα σκανδιναβικό κανάλι, όταν οι δημοσιογράφοι του ζήτησαν να γδυθεί. Το κορμί του ήταν σαν ανάγλυφος γεωφυσικός χάρτης: Λες κι είχαν αφαιρέσει με μαχαίρι κομμάτια σάρκας σε διάφορα σημεία…

Από τις πρώτες εκλογές, Νοέμβρης 1974, ο Κώστας Κάππος εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής του ΚΚΕ. Κι αυτός, ο πιο πιστός από τους πιστούς στο κόμμα του, έμελλε να είναι ο μοναδικός βουλευτής στην ιστορία του μετά την πολιτική αλλαγή που παράκουσε απόφαση της ηγεσίας του και καταψήφισε στη Βουλή την κυβέρνηση Τζανετάκη, «θέτοντας εαυτόν εκτός κόμματος», όπως ήξερε ότι θα συνέβαινε σαν συνέπεια της στάσης του αυτής. Ήταν μια απόφαση που δεν την πήρε εύκολα, δε μετάνιωσε όμως ποτέ γι΄ αυτή. Αν όμως με υπεράνθρωπη προσπάθεια ξεπέρασε, όσο ξεπέρασε, τα τραύματα στο σώμα του, δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει, σ΄ όλες και παρ΄ όλες του τις αναζητήσεις, το τραύμα του αποχωρισμού από το κόμμα του. Ίσως να στάθηκε και σ΄ αυτό ο μοναδικός. Γιατί ο Κώστας Κάππος υπήρξε στη ζωή του όντως παράδειγμα ενός μοναδικού ανθρώπου στην κοσμοθεώρηση του, στο θάρρος και την άκρα συνέπεια με το οποίο την υπερασπίστηκε, στη στάση του απέναντι στα προβλήματα του λαού και της χώρας μας, στην ακεραιότητα του που έφθανε μέχρι και στην άρνηση ακόμα και μικρών, λίγο-πολύ γενικά αποδεκτών προσωπικών συμβιβασμών, μια γενικότερη στάση που ενόχλησε πολλούς και κάποιες φορές ακόμα και ανθρώπους που τον αγαπούσαν. Μοναδικός και στις απλές λύσεις που έδινε σε προβλήματα που άλλοι αντιμετωπίζοντας τα θα επιδείκνυαν μάλλον μεγαλύτερη ιδιοτέλεια, όπως υπήρξε, για παράδειγμα, το μοίρασμα της βουλευτικής του σύνταξης με την Κούβα, από την πρώτη πληρωμή της μέχρι και σήμερα, για την αγορά απαγορευμένων από το εμπάργκο ειδών, αλλά και με το ΚΚΕ. Πέθανε στο ίδιο μικροσκοπικό τριάρι στου Γκύζη, όπου μαζί με την Πόπη έκαναν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους και στο οποίο η τριμελής του, πλέον, οικογένεια συνεχίζει να ζει.

Ο Κώστας Κάππος έφυγε πρόωρα, σαν καθυστερημένο αποτέλεσμα και του βασανισμού του από το χουντικό καθεστώς τις μέρες εκείνες του 1974, χωρίς να δει τις καλύτερες μέρες που ονειρευόταν, πάντα όμως όρθιος. Ένας άνθρωπος που έκανε πράξη, πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο γνωρίζω, τη συνέπεια ανάμεσα στις αρχές του και στον τρόπο ζωής του, με τις συλλογικές αξίες να τον εμπνέουν με πρακτικό τρόπο σε μια εποχή εγωιστική, ένας κομμουνιστής χωρίς κόμμα. Οι παλιοί του σύντροφοι και φίλοι θα τον θυμόμαστε πάντα σαν μια αγωνιστική φυσιογνωμία πέρα από την εποχή μας, στη συνείδηση και στη μνήμη μας πάντα παρόντα.

Δήμος Κουμπούρης


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s