Ο Τρελός που φώναζε στους δρόμους

Του Νίκου Γεωργαντώνη

Ο αέρας λυσσομανούσε… η μπόρα ξέσκιζε, ορμούσε στα παράθυρα των κλεισμένων σπιτιών… Ο τρελός… περπατούσε στους δρόμους χαμένος… κουρελής με τα ρούχα του λιωμένα, ξεχασμένος απ’ το σπίτι των ανθρώπων… χωρίς ζεστασιά. Περπατούσε αργά, βαριά· ταραγμένος… μέσα στη νύχτα… και τη θύελλα. Προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής… το φως της τσακισμένης ψυχής του κόσμου…

«Θέλω να γίνω άνθρωπος.» φώναζε στους έρημους δρόμους.

«Θέλω να ξεσκίσω τις σάρκες ανήμερων θηρίων!» κραύγαζε θυελλώδης κι αναστάτωνε τη ναρκωμένη φύση.

«Θέλω ν’ ανάψω μια φωτιά… Θέλω να βάλω φωτιά! στην κολασμένη γη των ανθρώπων…» έλεγε και σήκωνε το βλέμμα του ψηλά στους ουρανούς, μήπως και τον ακούσουν και τον βοηθήσουν κι αστράψουν έναν κεραυνό… Να πέσει στη γη των ανθρώπων…

Μάταια όμως. Οι ουρανοί ανελέητοι τον κυνηγούσαν… κι άστραφταν και βροντούσαν κι έβρεχαν μες τον χειμώνα… και φυσούσαν μανιασμένοι. Οι άνθρωποι κοιμούνταν και μόλις που άνοιγαν τα μάτια τους από το θόρυβο της οργισμένης νύχτας και τις φωνές του αγνώστου που γκρέμιζε τους τοίχους των σπιτιών… Έβγαιναν από το λήθαργό τους σιγά σιγά… κι άναβαν ένα φως. Ο κόσμος έβγαινε στα μπαλκόνια, άνοιγε τα παράθυρα, στεκόταν στο κατώφλι. Να δει, παραξενεμένος, ποιο ήταν αυτό το πλάσμα που τον ξυπνούσε ανήσυχο μέσα στη νύχτα, και που απειλούσε θεούς κι ανθρώπους. Να δει τη θύελλα… που μάνιαζε φοβερή… και που δεν την άκουγε. Γιατί κοιμόταν…

«Ποιος είσαι;» είπε κάποιος που μόλις είχε βγει έξω και προσπαθούσε να δει μεσ’ το σκοτάδι.

«Τι θέλεις εδώ τέτοια ώρα;»

«Γιατί φωνάζεις;»

«Τι ζητάς;…»

Ο άνθρωπος της νύχτας σήκωσε το κεφάλι του. Στάθηκε για λίγο αμίλητος, με μάτια αγωνιώδη, κι είπε:

«Ποιον περιμένεις, άνθρωπε;…»

«Ποιος θές να είμαι;…»

«Μέσα στη νύχτα τριγυρνώ σαν άγριο ζώο απαρνημένο. Χτυπώ πόρτες, κλονίζω παράθυρα, την ξεγνοιασιά συντρίβω!… Κοίτα γύρω σου!… Βροχή, μπόρα κι αστραπή… Θύελλα!…»

«Κι εγώ χορεύω…»

«Κι εσύ κοιμάσαι!…»

«Ελάτε έξω, παράξενα πλάσματα νυσταλέα!… Είναι νύχτα… Κάνει κρύο…»

Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους και δίχως να πουν τίποτα ή να μορφάσουν όλοι συμφώνησαν ότι είχαν να κάνουν με τρελό!…

«Από πού έρχεσαι, φίλε;» ρώτησε κάποιος άλλος διστακτικά.

«Από τα βάθη του πόνου κι από τα σπλάχνα της Ανάγκης… Από εκεί έρχομαι.»

«Κρατώ στα χέρια μου ξίφος. Να!» λέει και δείχνει το προτεταμένο του χέρι.

«Τα θηρία καραδοκούν… Και γω πρέπει να γίνω άνθρωπος!» είπε κι έκανε πως σπαθίζει τον αέρα…

Κανείς δε μίλησε.

Όλοι τον κοιτούσαν. Περπατούσε αργά κι έσερνε το άυλο ξίφος του κοιτώντας ταραγμένος τη νύχτα, τη βροχή και τους ανθρώπους…

* * *

«Πού είναι ο παραβάτης!» είπε με ζήλο ο αστυνομικός.

«Εδώ, κύριε αστυνόμε. Εδώ είναι. Νά τος.» είπε κάποιος πρόθυμος εκ του συγκεντρωμένου και μάλλον προβληματισμένου πλήθους.

«Α, ώστε εσύ είσαι λοιπόν…» είπα σαρκαστικά το όργανο του νόμου.

…Η έννομη τάξη είχε κληθεί σχεδόν αμέσως με την άφιξη του παράξενου πλάσματος στη γειτονιά. Βρέθηκαν αμέσως δυο τρεις φοβισμένοι… που έκριναν σκόπιμο – σαν καλοί οικογενειάρχες που ήταν – να καλέσουν τα όργανα της τάξεως να καθαρίσουν τους δρόμους από το μίασμα της χολέρας.

«Α, ώστε εσύ είσαι λοιπόν που αναστάτωσες όλη τη γειτονιά μέσα στη νύχτα!» είπε ο αστυνομικός.

«Με το ξίφος μου θα ανταριάσει όλος ο κόσμος…» είπε ο τρελός. «Εσύ ποιος είσαι;»

«Εγώ ποιος είμαι, ε;… Κάνεις και τον ανήξερο και τον τρελό και τάχα πως δεν καταλαβαίνεις.»

«Είμαι τρελός.»

«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο!»

«Θέλω να γίνω άνθρωπος.»

«Αμ, έλα γεια σου. Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ. Θα σε κάνουμε άνθρωπο. Έννοια σου…»

«Πες του, κύριε αστυνόμε, πες του: τι θέλει και μας αναστατώνει τέτοια ώρα! και χάνουμε τον ύπνο μας…» πετάχτηκε και είπε ένας περίεργος εκ του πλήθους.

«Άκουσες ρε! Τι κάνεις τέτοια ώρα μέσα στη νύχτα με μπόρα και βροχή μ’ αυτά τα χάλια και δεν είσαι σπιτάκι σου, ήσυχος κι ωραίος και πας φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν» είπε ο αστυνομικός απευθυνόμενος στον κουρελή της νύχτας.

«Ω, ουρανοί!… παράξενα πλάσματα του νού μου, φωτιές της σκέψης μου, μνήμη ταραγμένη, θάρρος λησμονημένο, περιφρονημένοι σκοποί της μέρας μου, έρμαιες ελπίδες τσακισμένες, γέλιο πονεμένο… Ω… Ποιος με ακούει απόψε! Τρελός τη νύχτα περπατά. Φωτιά! Φωτιά! Φωτιά!»

Κανείς δεν μίλησε… Ο αστυνομικός πλησιάζει κάποιον απ’ το πλήθος.

«Αυτός μπορεί να γίνει επικίνδυνος… Καλύτερα να τον μαζέψουμε τώρα, πριν είναι πολύ αργά…»

«Δίκιο έχεις. Οι τρελοί κάποιες φορές δεν είναι και τόσο τρελοί…»

Ο αστυνομικός στρέφεται στο πλήθος:

«Είναι τρελός!» φώναξε θριαμβευτικά.

Το ταραγμένο πλάσμα δεν άκουγε, σπάθιζε τη νύχτα με μάτια που άστραφταν…

* * *

«Τι κουβαλά ο άνθρωπος στη ψυχή του;…Και γιατί εμείς καθόμαστε θεατές της νύχτας έχοντας τα φοβισμένα παιδιά στην αγκαλιά μας;…Ποια ανώτερη δύναμη ταράζει τον ύπνο μας και την ηρεμία του σπιτιού μας ;Το ξέρω αυτό · Είναι το τέλος, που την αρχή του εμείς καλούμαστε να συνεχίσουμε…»

«Με το που θα σας κάνω νόημα, Ορμάτε!… Περιμένετε μόνο να μας δώσει μία αφορμή. Είναι κόσμος γύρω. Είναι επικίνδυνο…»

«Κοιτάχτε! κοιτάχτε! Πώς ο γελοίος σπαθίζει τους ανέμους! Μόνος του θα σκοντάψει ο βλάκας πάνω μας… Περιμένετε.»

«Χα! την έφαγες ανόητη αρκούδα… Πάρε κι αυτή! κι αυτή! και τούτη! κι εκείνη!… Άθλια θηρία… τα σπλάχνα σας σωριάζω στους δρόμους!»

«Πώς ο άνθρωπος το λογικό του χάνει και τη κρίση του…Πώς η σκέψη του χάνει τον ειρμό της και την πειθαρχία της, και τα βάζει με τους ανέμους και τα φαντάσματα…Τι συμβαίνει,ουρανέ!…Ποιες οι βουλές σου στη μοίρα των ανθρώπων;…»

«Να του σπάσετε τα κόκκαλα του ανόητου! Φροντίστε να πάρει ένα καλό μάθημα. Και να θυμάστε: Με προσοχή! Ο κόσμος βλέπει…»

«Άτιμη νύχτα… η οργή μου θα σε συντρίψει! Να!… Σε καρφώνει ο ουρανός! με το σπαθί του ήλιου… Γίνομαι άνθρωπος!»

«Βλέπουμε και τίποτα δεν καταλαβαίνουμε .Σκεφτόμαστε κι η Αριάδνη προσμένει το γυρισμό…Πού‘ν’οι μινώταυροι;…Το νήμα!Το νήμα!…Προσεκτικά πρέπει να προχωρούμε στα σκοτεινά…»

Ο πολεμιστής των ανέμων, σε μια κίνηση παράτολμου θάρρους, χάνει την ισορροπία του και πέφτει με φόρα πάνω στους εκπροσώπους του νόμου… Ένας εξ αυτών διατάζει προειλημμένη επίθεση… Οι λύκοι ορμούν καταπάνω του να τον ξεσκίσουν… Ο κόσμος τρέμει. Τα μάτια του πολεμιστή πέφτουν με λάμψη!…

«Μπροστά, αρκούδες! Μπροστά!…»

«Περνώ μπροστά από τη νύχτα που φοβισμένη πέφτει απάνω μου… Επίθεση!… Ω… Γίνομαι άνθρωπος!»

«Τσακίστε τον! Συντρίψτε τον! Σπάστε του τα κόκκαλα και το μυαλό! Τίποτα μην αφήσετε! Οι τρελοί μπορεί να γίνουν επικίνδυνοι… Η πρώτη σκέψη πρέπει να τσακιστεί… Η φύση πρέπει να γονατίσει. Διαλύστε τον!…»

«Φρίκη χτυπάς την πόρτα μας..»

«Μέσα απ’αυτή τη νύχτα κάπως πρέπει να βγούμε…Τι ξεχάσαμε;…Σκέψου.Σκέψου,μυαλό…»

«Το νήμα της ζωής μας μαζί το κρατάμε…»

2 Σχόλια to “Ο Τρελός που φώναζε στους δρόμους”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s