Πώς πέρασα το Σαββατοκύριακο

19/11/2012 στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης. Συγκέντρωση αλληλεγγύης στους συλληφθέντες.

«Πάρε, μου ξαναλέει. Δε θέλω, του λέω. Ξαφνιάστηκε σα να τον χαστούκισα. Ξέρει πως το θέλω. Πάρε, ρε, δεν πρόκειται να σε κάνω μοναρχοφασίστα με μισό τσιγάρο, δεν έχει τίποτα μέσα, από το ίδιο φουμαίρνω κι εγώ.
Το ξέρω, λέω, αλλά δε θέλω…
Ρε συ, κοίταξε να δεις, η κατάσταση είναι κωλοκατάσταση. Είστε οι χαμένοι, είμαστε οι κερδισμένοι. Κάποτε θα τελειώσει αυτή η ιστορία, δεν μπορεί να πάει μια ζωή. Θα βγείτε κι εσείς από την κωλοφυλακή, θα πάρουμε και μεις τη σύνταξή μας, θ’ανταμώσουμε ελεύθεροι, θα πιούμε κάνα κρασί… Τι να κάνουμε; Κωλοκατάσταση, σου λέω, πάρε…
Τον κοιτάω. Πόσους μήνες είμαστε τελείως απομονωμένοι ούτε ξέρω. Μήπως έγινε τίποτα, μήπως άλλαξε τίποτα;
Έλα, πάρ’το.
Δε θέλω. Κι όσο για το κρασί… εγώ άμα βγω ζωντανός από δω, θα σε σκοτώσω. Το’πα σα να’λεγα : Θα πιω νερό μέχρι να χορτάσω.
Θα με σκοτώσεις;
Ναι.»

Χρόνης Μίσσιος,  1930-2012

απόσπασμα από το βιβλίο «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»

Τρεις μέρες τις περάσαμε έξω από τα δικαστήρια. 

Μόλις μάθαμε τα πρώτα νέα, κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον με το ίδιο βλέμμα. Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ. Γρήγορες κινήσεις, τηλέφωνα, ανησυχία. Μετά: επίγνωση. Το μυαλό πήγε μόνο του στα διαβάσματα για το κράτος έκτακτης ανάγκης, στη «Ζωή στους βράχους» και στα «Κορίτσια της βροχής», στα «Πέτρινα Χρόνια». Μετά στο πρώτο βιβλίο που βρέθηκε μπροστά μας, Μίσσιος.

Επόμενη μέρα, ανησυχία, αναβολή της δίκης, έχει κόσμο ευτυχώς, δώστε πίσω τους συντρόφους μας, τους θέλουμε μαζί μας στην πορεία. 

Το απόγευμα, «όπως και να ναι τουτη η γή, θα’ μαι στην πρώτη τη γραμμή». Μεταξύ μας, όλοι κλάψαμε για το Θανάση κάποια στιγμή. Ανάλογα το πότε, άλλος από οργή, άλλος από συγκίνηση, άλλος από ελπίδα.

Τέλειωσε η πορεία, Σάββατο βράδυ μια πόλη στα δύο, μισή μεταπολίτευση, μισή κράτος έκτακτης ανάγκης. Πάλι τηλέφωνα, πάλι νέα. Μετά το μακελειό, βλέμματα ψάχνονται, ποιός λείπει, ποιός είναι εδώ, πάρε νερό. Πιαστήκαμε ξανά στις αλυσίδες, φωνάξαμε μαζί, φέρ’τε τους πίσω. Μας λείπει η πρώτη γραμμή περιφρούρησης.

Η ανάγκη μετά, να είμαστε όλοι μαζί, να δούμε τι έγινε πώς και πότε, να περιμένουμε να χτυπήσει το τηλέφωνο. Συλλήψεις, όλες.

«Ήτανε νέοι, ήτανε νέοι, ήταν παιδιά, κι έτυχε να’ναι και καλή σοδειά.»

Κυριακή πρωί, να φτάσουμε γρήγορα στα δικαστήρια, θα βγουν, τι θα γίνει; 

Βγαίνουν. Και λένε: «Αχ, είναι μέρα. Λίγος ήλιος.»

Σαν τα κορίτσια της βροχής, που περιμένανε πώς και πώς να βρέξει για να πατήσουν η μία πάνω στην άλλη για να πάρουν μια τζούρα βροχής από το μικρό και ψηλό παραθυράκι της φυλακής. 

 Δευτέρα ξανά στα δικαστήρια. Ήταν όλοι εκεί, φοιτητές, εργαζόμενοι στους δήμους, δάσκαλοι, καθηγητές, άνεργοι. Χαρά μεγάλη. Μάθαμε πια: το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε όλοι μαζί.

 Όταν βρεθήκαμε μαζί λοιπόν και μάθαμε ότι τους έβριζαν, τους έλεγαν ότι το Πολυτεχνείο θα είναι έτσι από δω και πέρα και ότι θα μπαίνουν πάντα στο άσυλο, ότι κάπνιζαν μπροστά τους και δεν τους έδιναν τα τσιγάρα τους, ότι τους κλωτσούσαν με τη σειρά καθώς τους είχαν παραταγμένους τον έναν πίσω από τον άλλο, ότι οι δίκες θα είναι κλειστές κι ότι πέρασαν το βράδια τους χωρίς νερό, στο δεύτερο υπόγειο της Ασφάλειας και δεν ήξεραν καν τι ώρα είναι… τότε μας ήρθε αυτό το απόσπασμα από Μίσσιο. Μαζί με εκείνο που έλεγε ότι όταν τον είχαν πρωτοσυλλάβει, παιδί 16 χρονών, δεν πολυκαταλαβαίνανε τι θέλουν από αυτούς το τόσο σημαντικό πια, αλλά ένιωθαν ότι κουβαλάνε μέσα τους τα μεγαλύτερα μυστικά.

Τα μυστικά του κόσμου. 

Θα νικήσουμε

Ειρήνη Μ.

Ένα Σχόλιο to “Πώς πέρασα το Σαββατοκύριακο”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s