Αναζητώντας το δρόμο της επανάστασης

του Κώστα Γούση

Από την κρίση στην επανάσταση. Πόλεμος Θέσεων. Το νέο βιβλίο του Γιώργου Ρούση, από τις εκδόσεις Γκοβόστη, αποτελεί μια σύγχρονη ματιά στο έργο του Γκράμσι, από τη σκοπιά των ανθρώπων που αγωνίζονται για την ανατροπή του βάρβαρου καπιταλισμού της εποχής μας και για την κομμουνιστική προοπτική. Το ενδιαφέρον που έχει προκαλέσει είναι μεγάλο και γι’ αυτό καθόλου τυχαία η εξάντληση της πρώτης έκδοσης.

Στο καινούργιο του βιβλίο «Από την κρίση στην επανάσταση. Πόλεμος θέσεων» ο Γιώργος Ρούσης καταπιάνεται με το πως θα οδηγηθούμε στην κοινωνική επανάσταση και τον κομμουνισμό. Στην απόπειρα αυτή αξιοποιεί επαναστατικά τη γκραμσιανή έννοια του «πολέμου των θέσεων» επιχειρώντας να την προσαρμόσει στις σύγχρονες συνθήκες. Η συστηματική μελέτη και αξιοποίηση της σκέψης του Γκράμσι εντάσσεται σε μια ευρύτερη στροφή στο έργο του, που τον καθιστά αναντικατάστατο σημείο αναφοράς του σύγχρονου αριστερού και ριζοσπαστικού προβληματισμού. Πώς προσεγγίζεται λοιπόν ο Γκράμσι στο παρόν βιβλίο και πώς συνδέεται με τη διέξοδο από την κρίση; Παραφράζοντας, με τη σειρά μας, μια αντιπρόταση του Αντόρνο για το ερώτημα του Κρότσε «Τι ζει και τι πέθανε στη φιλοσοφία του Χέγκελ;», θα λέγαμε πως ο Ρούσης δεν αναζητά απλά τι ζει και τι πέθανε στο έργο του Γκράμσι αλλά πως στέκεται η ίδια η εποχή μας και οι προοπτικές της σε σχέση με το έργο αυτό.

Για το λόγο αυτό, το πρώτο από τα τέσσερα κεφάλαια ξεκινάει με τα βαθύτερα αίτια της σημερινής κρίσης και την αναγκαία απάντηση της κομμουνιστικής χειραφέτησης. Μέσα από μια κριτική παρουσίαση νεοκευνσιανών προσεγγίσεων, ο συγγραφέας αναφέρεται στην «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» και καταδεικνύει ότι η νομοτελειακή τάση της αποπομπής ζωντανής εργασίας από την παραγωγή είναι η θεμελιακή αιτία της σημερινής δομικής κρίσης του καπιταλισμού. Σε οξεία αντιπαράθεση με ρεφορμιστικές αναγνώσεις, ο Γκράμσι, όπως τον διαβάζει ο συγγραφέας στο δεύτερο κεφάλαιο, είναι ο λενινιστής Γκράμσι που αναγνωρίζει τις διαφορές των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών σε σχέση με τη Ρωσία του ’17, όχι για να εξαλειφθεί, αλλά να επιβεβαιωθεί η ομοιότητα της δυνατότητας και αναγκαιότητας του επαναστατικού άλματος στη Δύση.

Στις άμυνες υπέρ της αστικής τάξης και ιδιαίτερα στην απόσπαση της συναίνεσης των λαϊκών στρωμάτων, δεν αντιστοιχεί ένας πόλεμος κινήσεων, μια άμεση δηλαδή οριστική επίθεση, αλλά ένας πόλεμος θέσεων, που δεν αντικαθιστά τη στιγμή της αποφασιστικής επίθεσης, αλλά προηγείται αυτής ως προετοιμασία της. Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύονται οι πιο κρίσιμες πλευρές για την κατανόηση του περιεχομένου και της στόχευσης του πολέμου θέσεων. Με κομβική την έννοια της ηγεμονίας, ως μάχη για την καταστροφή της αστικής και για τη δημιουργία και νίκη της εργατικής ηγεμονίας, ο συγγραφέας προσδιορίζει τα μέσα της μάχης ξεχωρίζοντας το ρόλο του κόμματος και του ενιαίου μετώπου. Το κόμμα προσδιορίζεται ως συλλογικός διανοούμενος, ηγεμόνας της εργατικής τάξης, ενοποιητής θεωρίας και πρακτικής και κόμμα μαζών. Αυτή η τόσο κρίσιμη και αναπόσπαστη πλευρά της γκραμσιανής σκέψης έχει μεγάλη σημασία, καθώς τις περισσότερες φορές ο ρόλος του κόμματος υποβαθμίζεται ή εξαφανίζεται οδηγώντας σε αντίστοιχες πολιτικές ατραπούς.

Το ενιαίο μέτωπο αποτελεί ίσως την πλέον πολυσύχναστη αναφορά στο Γκράμσι. Ο Γ. Ρούσης ξεκαθαρίζει πως το ενιαίο μέτωπο συνίσταται κυρίως στο ευρύτατο μέτωπο εργατιάς, αγροτιάς και λαϊκών δυνάμεων με στόχο την αποτελεσματική ενοποίηση και κινητοποίηση των μαζών. Στις ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως στην αντιμετώπιση του φασισμού, που προτείνεται το ενιαίο μέτωπο με τους ρεφορμιστές, είναι για να τους δεσμεύσει στην κοινή δράση και ταυτόχρονα να συμβάλλει στον απεγκλωβισμό λαϊκών στρωμάτων, μέσα από την αλύπητη κριτική και αποκάλυψη της ασυνέπειας των ρεφορμιστικών ηγεσιών. Αυτή η ανάγνωση αντιπαρατίθεται στις λαθροχειρίες που επιχειρούν να διαβάσουν το Γκράμσι, για να καταλήξουν τελικά στην πολιτική ενότητα με τους ρεφορμιστές σήμερα. 

Ο συγγραφέας αρνείται να διακρίνει τον επαναστάτη Γκράμσι των συμβουλίων στο δήθεν ρεφορμιστή Γκράμσι του πολέμου θέσεων, αντιπαραβάλλοντας σ’ αυτή τη θεώρηση τις αναφορές στα εργατικά συμβούλια στα πλαίσια του πολέμου θέσεων. Κριτικάρει μια λογική που προσάπτει εθνικιστική απόκλιση στο Γκράμσι λόγω του εθνικό – λαϊκού περιεχομένου του μετώπου, αναδεικνύοντας τις δεσμεύσεις του στο διεθνισμό και διακρίνοντας τον εθνικισμό από το να λαμβάνονται υπόψη οι ανά χώρα παραδόσεις ή οι εθνικές ιδιαιτερότητες. Όσον αφορά όμως στην ηγεμονία, όσο κι αν διευκρινίζεται ότι πρέπει να κατακτηθεί όχι μόνον στο χώρο των ιδεών, αλλά και στο εργοστάσιο, ο Γκράμσι «περιφρουρείται» μόνο εν μέρει από μια ανάγνωση ότι μπορούμε να φτάσουμε στο σοσιαλισμό μέσα από έναν ειρηνικό μετασχηματισμό του αστικού κράτους. Κι αυτό γιατί η τοποθέτηση ότι μπορεί η εργατική τάξη να κατακτήσει την ιδεολογική ηγεμονία επί της πλειοψηφίας του συνόλου της κοινωνίας πριν αυτή κατακτήσει την  πολιτική εξουσία, εγκυμονεί πράγματι κινδύνους πολλαπλών αναγνώσεων.

Μ’ αυτή τη διαδρομή στο τέταρτο κεφάλαιο,  και μετά τις αναφορές στη διπλή ήττα της κατάρρευσης ευρωκομμουνισμού και «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι συλλογισμοί των προηγούμενων κεφαλαίων καταλήγουν στο τι θα σήμαινε ένας πόλεμος θέσεων σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης, των μνημονίων και της τρόικας. Υπογραμμίζοντας ξανά πως η κρίση δεν οδηγεί αυτόματα στη ριζοσπαστικοποίηση και την επανάσταση, ο συγγρραφέας προσδιορίζει το χαρακτήρα του αναγκαίου προγράμματος ως αντικαπιταλιστικό – αντιιμπεριαλιστικό με σκοπό τη διαμόρφωση μιας πλατιάς λαϊκής πλειοψηφίας με μια αντίστοιχη μετωπική πολιτική, καταλύτης για την οποία είναι ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα. Με κέντρο την αποτίναξη της θηλιάς της ΕΕ και του Ευρώ και την επιβολή ενός συνόλου μέτρων που δίνουν άμεσες απαντήσεις σαφώς σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, χωρίς να είναι αρκετά για να γίνει λόγος για σοσιαλισμό, ο συγγραφέας προσδιορίζει το ενιαίο της επαναστατικής διαδικασίας ως το πέρασμα από την αντικαπιταλιστική κατάσταση πραγμάτων στη σοσιαλιστική.

Με βάση τα παραπάνω, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στη συζήτηση όλων των μαχόμενων τμημάτων της αριστεράς και της νέας ριζοσπαστικής αναζήτησης, που όχι απλά δεν αναπαράγει γνωστά δόγματα, αλλά αναμετριέται με την ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας, πραγματικής «καθοδήγησης για δράση».

Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 22 Δεκεμβρίου 2012.

5 Σχόλια to “Αναζητώντας το δρόμο της επανάστασης”

  1. […] τα όποια σχόλια σε αυτό το άρθρο μέσω feed RSS 2.0Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο, ή trackback από την δικιά σας […]

  2. […] το άρθρο μέσω feed RSS 2.0Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο, ή trackback από την δικιά σας […]

  3. Κύριε Ρούση, δε μας τα λέτε καλά. Μπορεί να φύγατε από το ΚΚΕ και να πήγατε με τους «αριστερότερους» ΝΑΡίτες, αλλά, το τροπάρι που μάθατε στο ΚΚΕ δε λέτε να το ξεμάθετε. Όπως το ΚΚΕ μας σερβίρει, με πλήρη περιφρόνηση των κεκτημένων του μαρξισμού, την εργατική-λαϊκή εξουσία, έτσι κι εσείς μας προβάλλετε το «αντικαπιταλιστικό-αντιϊμπεριαλιστικό» πρόγραμμα. Δε χωράνε δυο κεφάλια στο ίδιο καπέλο. Η αντικαπιταλιστική είναι σοσιαλιστική επανάσταση και η αντιϊμπεριαλιστική είναι αστιδημοκρατική επανάσταση (το ίδιο ισχύει για την εργατική-λαϊκή εξουσία).
    Και αν θέλετε να μάθετε (ενώ θα έπρεπε να το ξέρετε), έστω και αργά, τη διαφορά τους, αφήστε κατά μέρος για λίγο το Γκράμσι και ρίξτε μια ματιά στο έργο του Λένιν «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», γραμμένο το 1905, όταν η επανάσταση ήταν, κατά το Λένιν «αστική» :
    «Το προλεταριάτο πρέπει να οδηγήσει ως το τέλος τη δημοκρατική επανάσταση, παίρνοντας μαζί του τη μάζα της αγροτιάς, για να τσακίσει με τη βία την αντίσταση της απολυταρχίας και να παραλύσει την αστάθεια της αστικής τάξης.
    Το προλεταριάτο πρέπει να κάνει τη σοσιαλιστική επανάσταση παίρνοντας μαζί του τη μάζα των μισοπρολεταριακών στοιχείων του πληθυσμού, για να συντρίψει με τη βία την αντίσταση της αστικής τάξης και να παραλύσει την αστάθεια της αγροτιάς και των μικροαστών».
    Η αντιϊμπεριαλιστική επανάσταση ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ σοσιαλιστική, αλλά, αστική επανάσταση. Γι’ αυτό, άλλες τάξεις πραγματοποιούν τη δημοκρατική (αστική) επανάσταση και άλλες τη σοσιαλιστική.
    Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένας λόγος να μιλάμε για δημοκρατική επανάσταση. Ούτε κατεχόμενη χώρα είμαστε, ούτε κάνουμε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού. Ούτε, φυσικά, έχουμε χούντα. Είμαστε μια καπιταλιστική χώρα, με υποανάπτυκτο καπιταλισμό (ή, με μέσο επίπεδο ανάπτυξης, όπως έλεγε κάποτε το ΚΚΕ), ανεξάρτητη και με αστική δημοκρατία. Κι επειδή σε μια τέτοια χώρα, έχει ξεπεραστεί το στάδιο της αστικής επανάσταση και μπαίνει στην ημερήσια διάταξη η σοσιαλιστική επανάσταση, η «αριστερά» ψάχνει να βρει δικαιολογίες με διάφορες αρλουμπολογίες, τερατολογίες και υπερβολές μεταφορικού λόγου, για να την παρουσιάσει σαν αστικοδημοκρατική ή σαν αστικό-σοσιαλιστικό υβρίδιο. Έτσι μιλάνε για «χούντα», «εθνική ανεξαρτησία», «δοσίλογους», «κατοχή» και ότι άλλο κατεβάσει η ταραγμένη φαντασία τους.
    Θα έλεγε κανένας ότι για τους μαρξιστές το ζήτημα είναι ξεκάθαρο. Η «αριστερά», όμως, ούτε θέλει να ακούσει για σοσιαλιστική επανάσταση. Γιατί; Γιατί ξέρει πολύ καλά (τουλάχιστον τα «κεφάλια» της) αυτά που γράφει ο Λένιν, ότι στη σοσιαλιστική επανάσταση δεν έχουν θέση οι περιβόητοι «μικρομεσαίοι», είτε της πόλης, είτε της υπαίθρου, αλλά, μόνο οι «μισοπρολετάριοι», δηλαδή, όσοι διαθέτουν μεν μέσα παραγωγής (και ο Λένιν αναφέρεται κυρίως στους αγρότες), αλλά είναι τόσο περιορισμένα, που δεν αρκεί η προσωπική τους εργασία και της οικογένειάς τους για να τραφεί η οικογένεια, γι’ αυτό δουλεύουν και σαν εργάτες σε άλλους, με μεροκάματο.
    Από την άλλη μεριά, αν θέλουμε να φτάσουμε κάποτε στην ανατροπή του καπιταλισμού και στο σοσιαλισμό, πρέπει να είμαστε υπέρ της ανάπτυξής του, που δημιουργεί το βιομηχανικό προλεταριάτο, τον κύριο μοχλό αυτής της ανατροπής και συγχρόνως τις υλικές βάσεις για το σοσιαλισμό. Όμως, η ανάπτυξη αυτή, έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα την καταστροφή των μικρομεσαίων και την προλεταριοποίησή τους. Γι’ αυτό και η «αριστερά», σα γνήσιος πολιτικός εκπρόσωπος των μικρομεσαίων, αντιμάχεται με νύχια και με δόντια την ανάπτυξη του καπιταλισμού, με το «κομμουνιστικό» επιχείρημα ότι δεν μπορεί, αφού υπερασπίζει τους εργάτες, να υποστηρίζει την ανάπτυξη, μια και αυτή, αφού μιλάμε για καπιταλιστική κοινωνία, είναι «καπιταλιστική». Ορκίζεται πως θα την υποστήριζε, αν γινόταν προς όφελος του λαού και όχι για το κέρδος (κι επειδή κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να γίνει και γελοίο να το λες, η «αριστερά» είναι, απλά, κατά της ανάπτυξης)! Φυσικά, το αντίθετο συμβαίνει : αν η «αριστερά» ήταν με τους εργάτες, έπρεπε να υποστηρίζει την ανάπτυξη του καπιταλισμού.
    Κι από εδώ πηγάζουν οι κραυγαλέες αντιφάσεις της «αριστεράς» και η σκόπιμη σύγχυση του «αντικαπιταλιστικού-αντιϊμπεριαλιστικού» προγράμματος και της «εργατικής-λαϊκής» συμμαχίας. Αλλά, όλα αυτά στα λόγια, για να ψαρεύουν στα θολά νερά. Στην πράξη δεν έχουν θέση τα μπερδεμένα λόγια και οι παράλογες συζεύξεις ανόμοιων πραγμάτων. Στην πράξη, το μόνο ρεαλιστικό που κάνει όλη η «αριστερά» είναι να βοηθούν, να υποστηρίζουν τον αγώνα των «μικρομεσαίων» μικροαστών ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και να αγωνίζονται να μην υπάρξει καμιά ανάπτυξη και να μείνουμε μια καθυστερημένη χώρα, όπου φυσικά ούτε λόγος θα μπορεί να γίνει για ανάπτυξη της ταξικής πάλης του προλεταριάτου με την αστική τάξη, γιατί, ας μην το ξεχνάμε, χωρίς αστική τάξη δεν υπάρχει ούτε προλεταριάτο (όπως λέει ο Ένγκελς : η αστική τάξη αποτελεί εξίσου αναγκαία προϋπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης όπως και το ίδιο το προλεταριάτο).

  4. Έχω μία απορία, τί σημαίνει επαναστατικό άλμα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s