Πληροφορία και υποκειμενικότητα

του Γ. Ανδρούτσου

Θα ήθελα να εκθέσω μερικούς προβληματισμούς έχοντας ως αφορμή μια εκδήλωση της πρωτοβουλίας ενάντια στο ευρώ κ την ΕΕ στην ανατολική αττική. Η προσέλευση του κόσμου, όπως και η συμμετοχή, ήταν η αναμενόμενη και ίσως λίγο μεγαλύτερη,  ωστόσο δεν θα την χαρακτήριζα ικανοποιητική, αν όχι αναντίστοιχη, με τα όσο τραγικά βιώνει το σύνολο του πληθυσμού εξαιτίας της καπιταλιστικής κρίσης. θα προσπαθήσω λοιπόν να δώσω μια ερμηνεία αυτού του φαινομένου γενικεύοντας τις σκέψεις  μου στο σύνολο παρόμοιων εκδηλώσεων, οι οποίες έχουν σαν στόχο την ενημέρωση για θέματα που άπτονται των πραγματικών αιτιών της πολύπλευρης κρίσης που ζούμε σήμερα. Είναι πράγματι αξιοπρόσεχτο το γεγονός ότι διάφορες πολιτικές-ενημερωτικές εκδηλώσεις ή συζητήσεις δεν τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που δίνει η ευρύτερη αγανάκτηση, αποστροφή και οργή για ότι βίαια υφίσταται η πλειοψηφία του κόσμου. Το παραπάνω αντικειμενικό δεδομένο γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστεί κανείς ότι οι περισσότερες των εκδηλώσεων προσφέρουν μια πλειάδα επιστημονικών και τεκμηριωμένων αναλύσεων, από την σκοπιά της χειραφέτησης των παραγωγικών δυνάμεων και της πλήρους κατάργησης των εκμεταλλευτικών σχέσεων.

Μάλιστα στην πλειοψηφία τους, οι ομιλητές ή οι εισηγητές έχουν πιστοποιήσει την νομιμοποίηση των γνώσεων τους τόσο στον καθημερινό αγώνα όσο και στο θεωρητικό πεδίο. Άλλωστε, αρκετοί από αυτούς (αν όχι όλοι) είναι άρτια και επιστημονικά καταρτισμένοι στο αντικείμενο που καλούνται να παρουσιάσουν. Τα διαπιστευτήρια αυτά έχουν επικυρωθεί από την καταξίωση τους στον ακαδημαϊκό χώρο των πανεπιστημίων, την μεθοδευμένη έρευνα αλλά και από την ίδια την πραγματική ζωή. Συνεπώς οι εκδηλώσεις αυτές παρέχουν μια ασφαλή πληροφόρηση σχετικά με τα θέματα που πραγματεύονται, παρουσιάζουν με επιστημονική σαφήνεια, εγκυρότητα και έρευνα τις θέσεις που προτείνουν. Προσφέρουν μια αλήθεια, η οποία αναλύεται επαρκώς τις περισσότερες φορές, χωρίς ωστόσο να την αναδεικνύουν με την μορφή της αυθεντίας. Αντίθετα επιδιώκουν μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση με το κοινό, το οποίο ως φορέας της αντικειμενικής και διαφορετικής εμπειρίας ανατροφοδοτεί την συζήτηση. Υπάρχει μια σχέση παιδευτική και γνωσιακή τόσο από την μεριά των εισηγητών όσο και από την πλευρά των ακροατών. Αυτά συμβαίνουν ανεξάρτητα από την τελική σκοπιμότητα που προβάλλει κάθε εκδήλωση, δηλαδή το ιδεολογικό και πολιτικό ζύμωμα.

Τελικά όμως, ο αριθμός των παρευρισκόμενων δεν αντανακλά τους πολυπόθητους μαζικούς όρους. Αυτοί που θα έπρεπε να έρθουν σε αυτές τις εκδηλώσεις συνήθως δεν έρχονται (ακόμα). Θα παραβλέψω τις γνωστές αιτίες όπως η διείσδυση της καθεστωτικής αντίληψης μέσω των ΜΜΕ, η μοιρολατρική διαχείριση της ήττας από την επίσημη αριστερά, η καλλιέργεια αυταπάτης για λύσεις εντός του καπιταλισμού, η λογική της ανάθεσης, οι ξεπουλημένες συνδικαλίστικες ηγεσίες, η ενσωμάτωση, η έλλειψη ελεύθερου και ποιοτικού χρόνου στους εργαζόμενους, η ανάγκη για ξεκούραση και ανάλαφρη διασκέδαση, η μικρή προβολή των εκδηλώσεων, ο φόβος, η υποταγή, η άγνοια κλπ. Φυσικά όλοι οι παραπάνω λόγοι είναι υπαρκτοί και αντικειμενικοί, διαπλέκονται μεταξύ τους και αλληλεπιδρούν, ωστόσο δεν είναι βασικοί για την ανάπτυξη του προβληματισμού μου.

Θα προσπαθήσω λοιπόν να εστιάσω την προσοχή μου αλλού ξεκινώντας από μια σύντομη ιστορική προσέγγιση του ζητήματος.

Ποιο πολιτικό ρεύμα θα πάρει προβάδισμα απαντώντας στις ιστορικές προκλήσεις της νέας περιόδου;

Είναι γεγονός ότι στις αρχές του 20ου αιώνα οι εργαζόμενοι πλαισίωναν τις όποιες πολιτικές αναζητήσεις-εκδηλώσεις με μεγαλύτερη θέρμη (ποσοτικά τουλάχιστον) από ότι σήμερα. Θα παραβλέψω τις ιστορικές συνθήκες του κινήματος της εποχής για να σκοπεύσω περισσότερο στα ποσοτικά μεγέθη της απήχησης του και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο αλληλεπίδρασης του κόσμου. Εκείνη την περίοδο οι άνθρωποι δεν είχαν άλλο τρόπο επικοινωνίας εκτός από την μορφή της φυσικής παρουσίας (την αλληλογραφία δεν την λογαριάζω διότι αποτελούσε μέσο των ανώτερων-μορφωμένων στρωμάτων). Αυτή η βασική μορφή αλληλεπίδρασης ήταν ιδιαίτερα αναβαθμισμένη και σημαντική δεδομένου των μεγάλων χωρικών αποστάσεων που πολύ αργότερα (με την μαζικοποίηση των μεταφορικών μέσων αρχικά) καταργήθηκαν. Ήταν τόσο δύσκολο να συνάντησης κάποιον έξω από τον ζωτικό χώρο της ζωής σου (σπίτι, δουλειά, χωριό, γειτονιά κλπ.) που όταν αυτό πραγματοποιούνταν  αποτελούσε αφορμή για γιορτή. Ήταν πράγματι μια πολύ σημαντική στιγμή σε σχέση με την καθημερινή ρουτίνα της οικογενειακής και εργασιακής ζωής. Κάθε φορά που έβγαινε ανακοίνωση ή φήμη ότι κάποιο σημαίνων πρόσωπο θα επισκεφτεί τον εκάστοτε τόπο όλοι επιθυμούσαν να παρευρεθούν.

Ωστόσο τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά με την έλευση του ραδιοφώνου, αφενός πληροφορούσε άμεσα για τα καθέκαστα (είχε το ρόλο της αυθεντίας), αφετέρου εκμηδένισε τις αποστάσεις. Δεν ήταν ανάγκη να ταξιδέψει κάποιος για να νιώσει το δέος των ‘μυθικών’ προσώπων, αρκούσε να γυρίσει το κουμπί και άκουγε την μαγική φωνή. Οι ‘μυθικοί’ αυτοί άνθρωποι ήταν το αποτέλεσμα φημών και διαδόσεων από στόμα σε στόμα, ήταν οι θρησκευτικοί, πολιτικοί και όποιοι άλλοι ηγέτες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, στρατιωτικοί οι οποίοι αποκτούσαν κύρος στα μάτια του λαού με την έλλειψη τους, με την μη φυσική τους παρουσία. Έπειτα αυτή η διαδικασία αντιστράφηκε, το νέο σύγχρονο μέσο, η τηλεόραση, έδινε το ίδιο κύρος με εργαλείο την συχνή τηλεοπτική παρουσία, ωστόσο η αποστασιοποίηση αυτών των προσώπων από τον κόσμο διογκώνονταν. Η συχνή προβολή όμως έτρεφε την ίδια διαδικασία με πριν, αντί της προφορικής διάδοσης υπήρχε πλέον μια μαζικότερη διάχυση η οποία εν τούτοις δεν άλλαζε προς τον καλύτερο την αποστασιοποίηση αυτών των ‘μυθικών’ ανθρώπων από το κυρίως σώμα της κοινωνίας. Κάτι αναμενόμενο μιας και η εξουσία χρησιμοποιεί τα εκάστοτε επιτεύγματα στην κατεύθυνση της διαιώνισης της.

Ο κόσμος δεν έπαψε να χειραγωγείται από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, δεν έπαψε η προσεγμένη μυθοποίηση των εκμεταλλευτών από την κατάργηση των χωρικών περιορισμών. Μπορούσαν όλοι άμεσα να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες, αλλά δεν μπορούσαν να τις παρέχουν ή να τις ελέγξουν. Φυσικά όλα αυτά τα μέσα δεν θα μπορούσαν από μόνα τους να απελευθερώσουν την ανθρωπότητα από τα δεσμά του καπιταλισμού, ωστόσο έδινα νέες δυνατότητες στην κατεύθυνση αυτή. Εν τέλει όμως οι δυνατότητες αυτές διαψεύστηκαν από την γνωστή πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Οι  ‘νικητές’ αξιοποίησαν στο έπακρο τις μοναδικές ιδιότητες αυτών των μέσων, δηλαδή την άμεση διασπορά πληροφοριών χωρίς έλεγχο, προς όφελος τους. Σήμερα κάτι ανάλογο επιχειρείται με το διαδίκτυο, είναι το νέο σύγχρονο μέσο στο οποίο ανοίγονται νέοι ορίζοντες και από την σκοπιά της χειραφέτησης.

Αντίστοιχα όμως περιέχει και ανησυχητικές προεκτάσεις. Τι θα συμβεί αν κάποτε μπορέσουν να ελέγξουν το διαδίκτυο σε πλανητική κλίμακα?  Τίποτα απολύτως θα τολμούσα να πω! Το όλο σύστημα λειτουργεί με τέτοια ελευθερία που κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από την ομοιομορφία του. Χρειάζεται να πέσει μεγάλο βότσαλο στην θάλασσα του διαδικτύου για να προκληθούν αναταράξεις, διαφορετικά η πληροφορία χάνεται από τον καταιγιστικό ρυθμό. Το θετικό είναι ότι τέτοιες πέτρες υπάρχουν σήμερα και διαρκώς δημιουργούνται και άλλες. Το ίδιο το δίκτυο παρέχει τέτοιες δυνατότητες, είναι εντυπωμένο στην ίδια του την ουσία.

Ας κάνουμε όμως λίγο πιο συγκεκριμένα τα πράγματα. Η ομοιομορφία του διαδικτύου αποτελεί συνέπεια της κυρίαρχης ασκούμενης πολιτικής της αστικής εξουσίας όπως αυτή διαμορφώθηκε αρχικά στο ραδιόφωνο και έπειτα στην τηλεόραση (με τις όποιες αντικειμενικές διαφοροποιήσεις). Στο περιεχόμενο οι πολιτικές επιλογές της άρχουσας τάξης πήραν την μορφή της πάλαι ποτέ βιομηχανίας της κουλτούρας, η δοσμένη μαζική πληροφορία ελέγχονταν  από έναν τεράστιο καλοστημένο μηχανισμό που έχει αναλυθεί διεξοδικά στο παρελθόν από πλήθος θεωρητικών. Μια βασική συνέπεια της χρήσης αυτών των μέσων με τον παραπάνω τρόπο ήταν η υποκειμενικοποίηση των πληροφοριών. Για παράδειγμα αν κάποιος προβάλλεται συστηματικά στην τηλεόραση αποκτά αληθοφάνεια, γίνεται φορέας του αποδεκτού όσο παράλογος και αν είναι. Η πλήρης νίκη του υποκειμενικού παράγοντα. Κάπως έτσι έγινε στην περίπτωση του Χίτλερ με το ραδιόφωνο, ο παραλογισμός υποβλήθηκε μαζικά, έγινε αλήθεια (δεν υποτιμώ τις αντικειμενικές συνθήκες της εποχής για να στηρίξω σκόπευση μου, απλά τις θεωρώ γνωστές και άρα δεδομένες). Το πρόβλημα όμως είχε ξεκινήσει από πιο νωρίς, από την στιγμή που η γνώση αντικαταστάθηκε από την πληροφορία, από τότε που η τηλεόραση και το ραδιόφωνο εκτόπισαν την εγκυρότητα της επιστημονικής αλήθειας και ακολούθησαν το τυφλό μονοπάτι της φήμης, της διάδοσης, του παλιού τρόπου δόμησης συνειδήσεων που εγκαθίδρυσε η ‘πρωτόγονη’ μετάδοση από στόμα σε στόμα.  

Παράλληλα αναπτύσσονταν σε ακαδημαϊκό επίπεδο μια θεωρητική διαμάχη για την κοινωνία της πληροφορίας, την εγκυρότητα της επιστημονικής γνώσης, τη νομιμοποίηση των μεγάλων αφηγήσεων, την αλήθεια ως γλωσσικό παιχνίδι,  και άλλα ζητήματα που στην ουσία τους κατέληξαν σε αυτό που ονομάζουμε μεταμοντέρνο. Μια εκτενής αναφορά στα θέματα αυτά ξεφεύγει κατά πολύ των δυνατοτήτων του κειμένου, ωστόσο αυτό που θα κρατήσω εδώ είναι το γεγονός της κατάρρευσης όλων των βέβαιων, σταθερών και αντικειμενικών αξιώσεων των επιστημονικών αποκρίσεων. Βέβαια, το συμπέρασμα αυτό αναφέρεται στην νομιμοποίηση της επιστήμης και της μεθοδολογίας της στην συνείδηση της πλειοψηφίας του ταξικού πληθυσμού και δεν έχει πρόθεση να εισέρθει σε ειδικά θέματα των επιστημών γενικά. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό από την εμπειρία του καθενός, νέα θρησκευτικά δόγματα, φονταμενταλισμός, μαγγανείες, προφητείες, φυλετικοί διαχωρισμοί και ότι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο  καθένας.  Με λίγα λόγια ο παραλογισμός του καπιταλισμού έχει καταστεί κοινά αποδεκτός. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το εν δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο πελαγωμένο στην ομοιόμορφη άβυσσο της πληροφορίας καλείται να επιλέξει βιαστικά ποια θα πιστέψει, ποια θα απορρίψει, ποια τελικά θα προλάβει να δει. Τα κριτήρια του όμως είναι αγοραία, μέσα στον ορυμαγδό της σύγχρονης επικοινωνίας δεν προλαβαίνει να διακρίνει τις διαφορές στην βαρύτητα κάθε προσλαμβάνουσας πληροφορίας.

Ο ρυθμός ροής είναι μεγαλύτερος του χρόνου πρόσληψης και κατανόησης, τώρα πια κάθε πληροφορία είναι ισάξια, ισοβαρής, το μέτρο που τις διαφοροποιούσε αλλοιώθηκε, όλα είναι όμοια. Πλέον αν το υποκείμενο δεν έχει το αντικειμενικό και στιβαρό υπόβαθρο μιας πολιτικής και πολιτισμικής κουλτούρας (προϊόν συγκροτημένης ενιαίας παιδείας) που θα θέτει όρια στην αποδοχή και το ξεκαθάρισμα των πληροφοριών, τότε είναι καταδικασμένο να γίνεται δοχείο που γεμίζει άκριτα. Συνεπώς, αποδέχεται με όρους αυστηρά υποκειμενικούς αυτές τις πληροφορίες που, κατά την προσωπική (αλλά ομοιόμορφη) κρίση του, προσομοιάζουν με την δική του δοξασία. Ο υπερδιογκωμένος υποκειμενισμός που σχετικοποιεί τα πάντα δεν είναι άδολος, καθιστά την συνείδηση αλλοτριωμένη και ανάγει τον ατομισμό στα μέγιστα επίπεδα του. Μάλιστα σε μια από τις αντιφάσεις του παραβλέπει ακόμα και το γεγονός ότι δημιουργείται και ο ίδιος σαν αποτέλεσμα των κοινωνικών, ιστορικών και πολιτισμικών συνθηκών.

Το ίδιο ακριβώς πρόβλημα εμφανίζεται και στο διαδίκτυο, είναι τόσο αχανές το σύμπαν του που κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει με σιγουριά πια πληροφορία είναι αληθής και πια όχι. Αν μάλιστα φανταστούμε ότι μια μέρα σταματήσουν όλες οι εφημερίδες, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, αν έκλειναν όλες οι άλλες πηγές πληροφόρησης και μέναμε μόνο με το διαδίκτυο τότε ποιος θα βεβαίωνε την εγκυρότητα του αν όχι η αλλοτριωμένη μας συνείδηση, οι φήμες και οι διαδόσεις; Εν κατακλείδι, το υποκείμενο σήμερα όχι μόνο αμφισβητεί την επιστημονική προσέγγιση και απλά πισωγυρίζει σε διαδικασίες πίστης και πεποίθησης αλλά έχει χάσει συνολικά την πίστη του στην αλήθεια. Το internet, με τη φαινομενικά απελευθερωμένη του μορφή, συμβάλλει σε αυτή την κρίση (εκτός των όποιων θετικών στοιχείων που σαφώς και έχει). Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι στην πρόσφατη κουβέντα που έγινε σε επίπεδο κρατών, για τον έλεγχο του διαδικτύου, οι γνωστές μεγάλες δυνάμεις δεν θέλανε καμία αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του. Αυτή λοιπόν η ομοιόμορφη θάλασσα των αβέβαιων και αλληλοσυγκρουόμενων  πληροφοριών επιτείνει την άγνοια και τρέφει την αποστασιοποίηση, πνίγει στα βάθη της κάθε προσπάθεια να βγει κάτι συγκροτημένα διαφορετικό στην επιφάνεια, δημιουργεί αποστροφή προς ότι επαίρεται ως αληθινό.

Ωστόσο μέσα σε αυτό το πέλαγο μπορούν να αναδύονται σημαδούρες αντικειμενικότητας. Η ίδια η άβυσσος αυτή, από τον τρόπο που δημιουργήθηκε, επιτρέπει την ύπαρξη τέτοιων προσπαθειών, δίνει ευκαιρίες σε κάθε πληροφορία να αναδειχτεί, ακόμα και σε αντισυστημικές. Από την στιγμή μάλιστα που θα εξατμιστεί από την αμέσως επόμενη πληροφορία  δεν υπάρχει κίνδυνος για το σύστημα. Έτσι, γκρεμίζεται κάθε βεβαιότητα. Κάθε ερμηνευτική εγκυρότητα γίνεται υποκειμενική (αν δεν είναι ήδη φιλτραρισμένη από την αυθεντία της τηλεόρασης).

  Υπάρχει λοιπόν ένα ζήτημα. Πως θα εγκυροποιήσεις την αλήθεια σε κάποιον που δεν πιστεύει πια στην αντικειμενική ύπαρξη της;

Δεν έχουμε λύσει ακόμα τον γρίφο της απήχησης του λόγου μας ως πραγματικού, ως επιστημονικά αντικειμενικού (τουλάχιστον στα στρατηγικά ζητήματα) στη νομιμοποιητική ματιά του ταξικού μας υποκειμένου. Δυστυχώς δεν έχω να προτείνω λύση, απλά έχω την ερώτηση και αυτή η ερώτηση απαντάει με τον δικό της εστιασμένο τρόπο στο γιατί ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται μαζικά σε αυτά τα σωσίβια κριτικής αναζήτησης του αληθινού, σε συζητήσεις, σε πολιτικές εκδηλώσεις. Εν τέλει το διακύβευμα  παραμένει ανοιχτό, πώς θα ταράξουμε τα νερά του ωκεανού που μας περιβάλλει, πως θα δημιουργήσουμε ξανά στον κυκεώνα της πληροφορίας τις ξέρες της βεβαιότητας, την γη που θα στέκει γερά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s