Το φασιστικό φαινόμενο και η αντιμετώπισή του

του Δημήτρη Γράψα

Ακόμη και μετά τις εκλογές της 6ης Μάη, υπήρχαν τμήματα της Αριστεράς τα οποία δεν έπαιρναν στα σοβαρά την δυναμική της φασιστικής Χρυσής Αυγής. Δε το χαν κάνει μετά τις δημοτικές εκλογές του 2010 και το 5,3% του συνδυασμού του Μιχαλολιάκου, δε το χαν κάνει μετά τα αυξανόμενα ακροδεξιά γκέτο σε λαϊκές γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, στις πλατείες θεώρησαν την οργισμένη αντισυστημική έκφραση του λαού αυτοδίκαιο μονοπώλιο της Αριστεράς, ενώ οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις ήταν μια φούσκα ή ένα κόλπο των εταιριών. Ακόμα και την ύστατη στιγμή όμως, με περίσσια και αυτή τη φορά σιγουριά, πολλοί και κατά τα άλλα σημαντικοί και αγνοί αγωνιστές της Αριστεράς, περίμεναν το ποσοστό της Χρυσής Αυγής στις εκλογές της 17ης Ιούνη, να μειωθεί αισθητά ή και ακόμη να καταποντιστεί στα πλαίσια της δεξιάς συσπείρωσης γύρω από την Νέα Δημοκρατία.

Όμως αυτό δε συνέβη. Οι φασίστες της Χρυσής Αυγής διατήρησαν τα ποσοστά τους, εκπροσωπώντας εκ νέου το 7% του εκλογικού σώματος και κατέστησαν το σοκ της πολιτικής τους παρουσίας τόσο ισχυρό, που ακόμα κι όπως ήταν αποφασισμένος να κλείσει τα μάτια του σ’ αυτή την εξέλιξη, δεν είχε πια τη δυνατότητα να το κάνει.

Στο πλαίσιο της νέας κατάστασης, πλάι στα γιγάντια καθήκοντα που βαραίνουν την επαναστατική κομμουνιστική Αριστερά στην σημερινή σκληρή αλλά και κοσμογονική καμπή της Ιστορίας, τίθεται εκ νέου αυτό της κατανόησης του φασιστικού φαινομένου και της χάραξης μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής γραμμής για την αναμέτρηση μαζί του. Για να γίνει αυτό, οι κομμουνιστές και ιδιαίτερα οι νέοι κομμουνιστές πρέπει να κατακτήσουν την ιστορική πείρα της αναμέτρησης του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος με το φασισμό κατά των προηγούμενο αιώνα. Να σκύψουν το κεφάλι πάνω στα  λάθη και τις ανεπάρκειες που επέτρεψαν στο φασισμό να συλλάβει και να εκτελέσει το καταστροφικότερο σχέδιο που εκτυλίχτηκε ποτέ στην ανθρώπινη Ιστορία, αυτό του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Να μελετήσουν ξεχωριστά τον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό τους, το φιλοσοφικό πλαίσιο και την κουλτούρα πάνω στην οποία αναπτύσσεται ο φασισμός. Και βέβαια να κατανοήσουν  τις νέες συνθήκες της σημερινής εποχής και της σημερινής κρίσης, που κάνουν το φασιστικό φαινόμενο να μην είναι μια απλή επανάληψη έργου που παίχτηκε σε παλιότερη σαιζόν, αλλά καινούρια δυναμική διαδικασία

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Τα ίχνη μιας μαρξιστικής πρόβλεψής της δυνητικής ακραίας αντιδραστικοποίησης του καπιταλιστικού συστήματος, εντοπίζονται αρκετά πριν την εμφάνιση του φασιστικού φαινομένου. Ανιχνεύονται στη 18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, όπου ο Μαρξ περιγράφει ένα καθεστώς στο οποίο η αστική τάξη, ενώ διατηρεί την οικονομική κυριαρχία, εκχωρεί την πολιτική εξουσία. Με την ίδια έννοια, και ο Λένιν στον Ιμπεριαλισμό, καταδεικνύει το γεγονός ότι το νέο στάδιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, θα ήταν πολύ πιο συγκεντρωτικό και αντιδραστικό. Ενυπάρχει δηλαδή, στο θεμελιώδες μάλιστα μαρξιστικό έργο, η προοπτική μιας αυταρχικής αντιδραστικής μετεξέλιξης της πολιτικής εξουσίας στα πλαίσια της αστική κυριαρχίας.

Ωστόσο το φασιστικό κίνημα του 20ου αιώνα ήταν κατά τι πιο σύνθετο, καθώς διατάραξε για τα καλά τον ορθολογισμό πάνω στον οποίο και εμείς, αλλά και όλοι οι υλιστές του κόσμου έμαθαν να αναπτύσσουν την σκέψη τους. Ο φασισμός σχημάτισε σε μια σειρά από χώρες, κοινωνικές πλειοψηφίες, έτοιμες, κάτω από την σημαία της «εθνικής αναγέννησης» να διεξάγουν έναν αδυσώπητο ταξικό πόλεμο, ο οποίος στα πλαίσια της μαρξιστικής σκέψης, στρέφονταν ανοικτά και φανερά ενάντια στα συμφέροντα τους. Αυτό με το οποίο ήρθαν λοιπόν αντιμέτωποι οι επαναστάτες και οι μαρξιστές στις δεκαετίες του 20 και του 30, δεν ήταν ένας βοναπαρτισμός ή μια αυταρχική παρέκκλιση, αλλά ένα κίνημα μαζών, μια  επιθετική ιδεολογία και ένας καλά και στρατιωτικά οργανωμένος μηχανισμός με τακτική και στρατηγική.

Ας δούμε κάποιες πρώτες προσεγγίσεις πάνω στα νέα δεδομένα

Ο Καρλ Ράντεκ, το 1923 γράφει πως «απώτατη αιτία του φασιστικού φαινομένου είναι ο υποβιβασμός μεγάλος μαζών των μεσαίων τάξεων στην κατάσταση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα του πολέμου και της κρίσης. Δημοσιονομική αναρχία, αποσταθεροποιημένο νόμισμα, ανοδικές τιμές και τεράστια φορολογία έχουν εξαθλιώσει τις μορφωμένες τάξεις, τους αξιωματικούς του στρατού και μια σημαντική μερίδα των ανεξάρτητων τεχνιτών και εμπόρων. Αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να σωθούν. Προσπαθούν να βρουν μια νέα φόρμουλα ζωής.» Η αποτυχία των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων σε μια σειρά από χώρες μετά τον πόλεμο να βελτιώσουν τη θέση των λαών, λόγω της ατολμίας τους να συγκρουστούν με το κεφάλαιο, ανοίγει το δρόμο προς τον δήθεν ριζοσπαστικό λόγο των φασιστών που καλούσε στην «καταστροφή της ψευδόμενης δημοκρατίας που σήμαινε διαφθορά και κερδοσκοπία και καλούσε στην εγκαθίδρυση μιας ισχυρής κυβέρνησης θαρραλέων και ρωμαλέων αντρών». Έθεσε σπερματικά το ζήτημα της ηγεμονίας της εργατικής τάξης πάνω στα μεσαία στρώματα σαν όρο για την παρεμπόδιση του φασισμού και την προλεταριακή επανάσταση σαν όρο για την οριστική συντριβή του.

Ο Αντόνιο Γκράμσι από το Μάη του 1920 κι ενώ οι φασίστες ήταν ακόμη ομάδες κρούσης που επιτίθονταν σε  αριστερούς και πρωτοπόρους εργάτες, είχε προειδοποιήσει πως «η παρούσα φάση της ταξική πάλης στην Ιταλία είναι η φάση που προηγείται είτε της κατάκτησης της εξουσία από το επαναστατικό προλεταριάτο είτε μια τρομερής αντίδρασης από τους καπιταλιστές και τη κυβερνώσα κάστα. Κάθε είδος βίας θα χρησιμοποιηθεί για να καθυποτάξει την γεωργική και βιομηχανική εργατική τάξη.» Τρία χρόνια μετά τον Ράντεκ, στις περίφημες θέσεις της Λυών του 1926, συνεισφέρει αποφασιστικά στη μαρξιστική θεωρία του φασισμού, σκύβοντας βέβαια ιδιαίτερα στην Ιταλική εκδοχή του. Εξηγεί την νίκη του φασισμού το 1922 σαν αποτέλεσμα της ήττας των επαναστατικών δυνάμεων στην Ιταλία λόγω των εγγενών ανεπαρκειών τους. Συνοπτικά, ορίζει τον φασισμό σαν κίνημα «ένοπλης αντίδρασης που θέτει στον εαυτό του το καθήκον να θρυμματίσει και να αποδιοργανώσει την εργατική τάξη με σκοπό να την ακινητοποιήσει. Η βάση του είναι η μικροαστική τάξη των πόλεων και η νέα αστική τάξη της υπαίθρου. Η ιδεολογική και στρατιωτική ενότητα του με τους στρατιωτικούς σχηματισμούς του επέτρεψαν να συλλάβει και να εκτελέσει ένα σχέδιο κατάκτησης του κράτους.» Ο Φασισμός κατά τον Γκράμσι συσπειρώνει γύρω του δυνάμεις που έλκονται από μια αντίληψη «καπιταλισμού εν τη γενέσει του», συλλαμβάνοντας με διαφορετικό τρόπο την ενότητα των αντιδραστικών δυνάμεων. Αντικαθιστά την μέθοδο των συμφωνιών και των συμβιβασμών με το σχέδιο της επίτευξης μις οργανικής ενότητας όλων των δυνάμεων της αστικής τάξης σε ένα μοναδικό πολιτικό οργανισμό κάτω από τον έλεγχο ενός μοναδικού κέντρου, που θα διευθύνει ταυτόχρονα το κόμμα, τη κυβέρνηση και το κράτος. Αυτό το σχέδιο ανταποκρίνεται στην αποφασιστικότητα να αντισταθεί μέχρι τέλους σε κάθε επαναστατική επίθεση. Ακριβώς γι αυτό ο φασισμός κερδίζει την υποστήριξη του πιο αποφασιστικά αντιδραστικού κομματιού της βιομηχανικής αστικής τάξης και των γαιοκτημόνων.

Η ΔΙΠΛΗ ΛΑΘΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Η άνοδος του Μουσολίνι στην εξουσία και η δυναμική του φασιστικού φαινομένου σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, συστηματοποίησε τη συζήτηση των μαρξιστών και των σοσιαλδημοκρατών γύρω από το θέμα, καθώς η γραμμή αντιπαράθεσης μαζί του ήταν πια θέμα της ημερήσιας διάταξης.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δύο ήταν οι γραμμές που κυριάρχησαν. Η πρώτη είχε τη βάση της στην υπεραριστερή αντίληψη . Γνωστός εκφραστής αυτή της αντίληψης ήταν ο Αμαντέο Μπορντίγκα. Συμφώνα με αυτή την ανάλυση ο φασισμός ήταν μια εναλλακτική  πολιτική διαχείρισης της αστικής τάξης, ήταν μια βίαιη δράση από το σύνολο της αστικής τάξης. Στη βάση αυτή προέκυπτε και η εξίσωση του καπιταλισμού και του φασισμού. Ενδεικτικά ας δούμε του τοποθέτηση του Μπορντίγκα στο 5ο συνέδριο της διεθνούς, το 1924: «Ο φασισμός, θεμελιωδώς επαναλαμβάνει το παλιό παιχνίδι των αστικών αριστερών κομμάτων, δηλαδή απευθύνει έκκληση στο προλεταριάτο για κοινωνική ειρήνη.» Φανερώνεται μια αδιανόητη υποτίμηση του φασιστικού κινδύνου δια της μαξιμαλιστικής αντικαπιταλιστικής φρασεολογίας, η οποία φαντάζει αδιανόητη στον σημερινό αγωνιστή και μελετητή της Ιστορίας, που γνωρίζει την ιστορική εξέλιξη.

Η δεύτερη γραμμή ήταν αυτή της σοσιαλδημοκρατίας της εποχής. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η αριστερή θεώρηση του φασισμού ήταν επικίνδυνα απλουστευτική αφού αδυνατούσε να εντοπίσει άλλες ενισχυτικές πηγές υποστήριξης του πέραν, από τα όποια κομμάτια της αστικής τάξης. Όποια όμως σωστά στοιχεία μπορούσε να δώσει αυτή η αντίληψη, δεν ήταν τελικά παρά παραπετάσματα καπνού μπροστά στο συμπέρασμα που θεμελίωναν και τελικά ήταν και το επιστέγασμα του οριστικού εκφυλισμού της σοσιαλδημοκρατίας της εποχής. Ποιο ήταν αυτό; Ότι ο φασισμός ήταν εν τέλει ένα μαζικό κίνημα που δρούσε ανεξάρτητα από τα καπιταλιστικά του στηρίγματα, μια παθογένεια η οποία απαιτούσε συμμαχία με κάθε μη φασιστικό στρώμα, ακόμα και με την κυρίαρχη αστική τάξη και σίγουρα όχι επαναστατικά και κομμουνιστικά αιτήματα τα οποία τρομοκρατούσαν τους μικροαστούς και τους έσπρωχναν στην αγκαλιά των φασιστικών κομμάτων.

Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ταλανίστηκε ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιλήψεις. Η πρώτη ήταν εν πολλής και βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε και η γραμμή της κομμουνιστικής διεθνούς έως την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η γραμμή δηλαδή της ταύτισης του πραγματικού φασισμού και του σοσιαλφασισμού, ως εξίσου επικίνδυνες προοπτικές για το προλεταριάτο. Είναι ενδεικτικό ότι το ΚPD αντιμετώπισε το NSDAP με τον ίδιο τρόπου που αντιμετώπιζε το SPD. Αυτή η γραμμή, η εγκατάλειψη της θέσης για το ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης και η αδυναμία συγκρότησης μιας επαναστατικής ηγεμονίας στην αναγκαία αντιφασιστική πάλη, έδωσε πολύτιμό χρόνο και χώρο στο φασισμό που σταδιακά οδηγούνταν στην εδραίωση του.

Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, η θεωρία της εξίσωσης του φασισμού και του σοσιαλφασισμού ουσιαστικά αχρηστεύεται. Η Κομμουνιστική Διεθνής υποχρεώνεται σε μια στροφή 180 μοιρών που θα τη φέρει στο δρόμο της δεύτερης ανάγνωσης. Είναι τόσο τραγικές και γοργές οι εξελίξεις, με την παράλληλη διάδοση της μυρωδιάς του πολέμου πάνω από την Ευρώπη που προσωπικά τουλάχιστον με κάνουν να πιστεύω ότι όταν ο Δημητρώφ στο 7ο συνέδριο το 1935 εισηγείται τη γραμμή των αντιφασιστικών λαϊκών μετώπων, επιχειρεί να κάνει ένα βήμα πίσω για να διασφαλίσει τους όρους μια αναγκαίας αντεπίθεσης των κομμουνιστικών δυνάμεων, επιχειρεί να κάνει αυτό που κάνουμε και στην ίδια τη ζωή όταν είναι αργά να διορθώσουμε ένα λάθος: Να το αντικαταστήσουμε με ένα άλλο λιγότερο καταστροφικό. Ο φασισμός ονοματίζεται σαν «η ανοικτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, πιο σοβινιστικών και πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο βρετανός μαρξιστής Ντέιβιντ Ρέντον παρατηρεί μάλλον εύστοχα ότι «η λειτουργία αυτού του ορισμού ήταν να στενέψει τη πραγματική βάση του φασισμού σ’ ένα απόλυτο μίνιμουμ και να υπονοεί ότι κάθε κοινωνικό στρώμα θα μπορούσε να είναι αντιφασιστικό.

Στην ουσία η άνοδος του ναζισμού στην Εξουσία και η προετοιμασία του 2ου παγκοσμίου πολέμου, είναι η αυλαία στο κύκλο των επαναστάσεων που άνοιξε με την οκτωβριανή επανάσταση, με το περιορισμό της κομμουνιστικής απόπειρας στη Σοβιετική Ένωση και το τσάκισμα των προλεταριάτων στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και η ολοκλήρωση μιας σειράς αντεπαναστατικών μετατοπίσεων. Ο Τρότσκι θα παρατηρήσει την σειρά αυτών των μετατοπίσεων. Η σοσιαλδημοκρατία έσωσε την αστική τάξη από την προλεταριακή επανάσταση και ο φασισμός ήρθε με τη σειρά του να σώσει τους αστούς από την σοσιαλδημοκρατία. Ο ορισμός που είχε δώσει στο φασισμό έμοιαζε πια συντελεσμένος: «ο ιστορικός ρόλος του φασισμού είναι να στήσει στα πόδια τους τις τάξεις που βρίσκονται ακριβώς αμέσως πιο πάνω από το προλεταριάτο και φοβούνται μήπως ξεπέσουν στις γραμμές του, να τις στρατιωτικοποιήσει με έξοδα του χρηματιστικού κεφαλαίου και να τις προσανατολίσει προς την καταστροφή των εργατικών οργανώσεων. Ο φασισμός είναι ένα κρατικό σύστημα ιδιαίτερο, που στηρίζεται στην εξόντωση όλων των στοιχείων της εργατικής δημοκρατίας μέσα στη κοινωνία. Για αυτό η φυσική εξόντωση του πιο επαναστατικού στρώματος δεν είναι αρκετή. Πρέπει να καταστρέψει όλα τα αποτελέσματα της εργασίας των ¾ του αιώνα, της σοσιαλδημοκρατίας και των συνδικάτων, αφού στην εργασία αυτή στηρίζεται σε τελική ανάλυση και το Κομμουνιστικό Κόμμα.»

ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ;

Μήπως αυτές οι δυο μεθοδολογίες δεν είναι παρούσες και σήμερα; Στη συζήτηση που άνοιξε εντός της Αριστεράς δεν φάνηκε η υποτίμηση του φασιστικού φαινομένου- αποδυναμωμένη βέβαια μετά τις τελευταίες εκλογές αλλά και η ένδεια μιας προετοιμασίας για τη θεωρητική υποδοχή του; Ή από την άλλη δεν είδαμε πάλι τα πλαίσια της Αριστεράς να καλείται ο δήμαρχος, ο πολιτευτής και άλλες χαρακτηριστικές παρουσίες του αστικού πολιτικού συστήματος για κοινό αγώνα ενάντια στη φασιστική απειλή, αποσπώντας την αντιφασιστική πάλη από το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πλαίσιο της και χαρίζοντας στους φασίστες την αίγλη της αντισυστημικής δύναμης και ταυτότητας;

Πως μπορούμε λοιπόν σήμερα, στην εποχή της γιγάντιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης να μην επιτρέψουμε στο φασισμό να καλύψει το κενό ηγεμονίας που αφήνουν ακάλυπτο τα κόμματα του κεφαλαίου; Δίνοντας τη μάχη να το κατακτήσουμε εμείς. Απ’ αυτή τη σκοπιά θα αντιμετωπίσουμε το φασισμό σε όλα τα επίπεδα ανάπτυξης του. Και για να γίνει αυτό πρέπει θαρρετά να συγκρουστούμε με τις αιτίες που γεννάν τον φασισμό. Αυτό σημαίνει σύγκρουση μαζί του και όχι οι γενικές ή και ειδικές αντιφασιστικές επικλήσεις.

Μετά τα ποσοστά της ΧΑ στις λαϊκές και υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά φάνηκε ξεκάθαρα ότι η όξυνση των ‘’απλών καθημερινών  προβλημάτων’’ και η συνακόλουθη κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, δεν οδηγούν  απαραίτητα σε προοδευτική στάση και  πολύ περισσότερο σε αντικαπιταλιστικό πολιτικό αγώνα.

Ο φασισμός αναδύεται πάντοτε, δυναμικά, ως η ανεξάρτητα συγκροτημένη, συνειδητή και ομολογημένη πλευρά, των  εγγενών, αντικειμενικών αλλά και ανομολόγητων θεμελιωδών τάσεων του συστήματος.

Σήμερα ο λαός πρέπει να σωθεί από τη πείνα, την εξαθλίωση, την εγκληματικότητα και την αμορφωσιά.

Η Αριστερά πρέπει να ναι αυτή που θα οργανώσει την αλληλεγγύη σε κάθε γειτονιά. Στον απολυμένο, τον άνεργο τον απαξιωμένο εργαζόμενο.

Πρέπει να στήσουμε δίκτυα αλληλεγγύης στις γειτονιές, τοπικές πρωτοβουλίες, κινήσεις ανέργων ή λέσχες στην κατεύθυνση του φωτεινού παραδείγματος της εργατικής λέσχης Νέας Σμύρνης. Οι κινήσεις αυτές πρέπει να πάρουν πάνω τους συλλογικά τα προβλήματα επιβίωσης, διοργανώνοντας από λαϊκά συσσίτια και μαθήματα σε μαθητές που δε μπορούν να πληρώσουν φροντιστήρια μέχρι αποκλεισμούς- φόβητρα για κάθε επιχείρηση που απολύει, δε πληρώνει ή προσλαμβάνει με καθεστώς μαύρης εργασίας. Ταυτόχρονα πρέπει να διαμορφώσουμε μια πολύ πιο συγκροτημένη πολιτική συμμαχιών με τα μεσαία στρώματα που σήμερα διαλύονται από τη κρίση και τη μονοπώληση και των τελευταίων κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας. Όρος για τα παραπάνω είναι η σύγκρουση και με τη μαφία που εγκληματεί, ερημώνει περιοχές, τις καθιστά γκέτο εμπορίου ναρκωτικών και αποθήκες ανθρώπων.

Πρέπει αποφασιστικά να αποδομήσουμε το φασιστικό λόγο. Η κρίση έφερε στο προσκήνιο, δίνοντας τους και πολιτικό χώρο όλα τα κατακάθια της ελληνικής κοινωνίας. Πόσοι και πόσοι γύρω μας πιστεύουν ότι ζούμε μια παγκόσμια συνομωσία ενάντια στο ελληνικό έθνος, ότι μας ψεκάζουν αεροπλάνα ή μια σειρά από άλλες τέτοιες δεισιδαιμονίες; Η Κρίση τις ξεσήκωσε και η Χρυσή Αυγή τους έδωσε μια σημαία. Η αντεπίθεση του ορθού λόγου πρέπει να δημιουργήσει ένα μορφωτικό ρεύμα που θα ξεκινάει από τόσο χαμηλά και θα φτάνει ως τη διαπάλη εντός των επιστημονικών εξελίξεων.

Αντίστοιχα πρέπει να συγκρουστούμε με το φασιστικό λόγο και μέσα στις πολιτικές εξελίξεις. Το σχήμα που παρέχει η Χρυσή Αυγή απευθύνεται στο θυμικό του Λαού όπως ακριβώς απευθύνθηκε ο Χίτλερ στους εθνικά ντροπιασμένους Γερμανούς μετά την συνθήκη των Βερσαλλιών και την κατάληψη της Ρουρ από τα Γαλλικά στρατεύματα λόγω της αδυναμίας της μεταπολεμικής Γερμανίας να αποπληρώσει το χρέος της προς τη Γαλλία. Ο ανορθολογικός φασιστικός λόγος χωράει κάθε κατατρεγμένο που ψάχνει δικαίωση και προσφέρει απλές ευκολοχώνευτες απαντήσεις, που βέβαια δε μπορούν να υλοποιηθούν, αλλά καμιά φορά το να νιώθει κάποιος ότι έχει βρει το δρόμο προς τη λύση του προβλήματος τους είναι πιο σημαντικό και από την ίδια τη λύση. Θα βρεθούν λεφτά αν τα πάρουμε πίσω από τους κλέφτες πολιτικούς, θα βρούμε δουλεία αν φύγουν οι μετανάστες, θα ανέβει το επίπεδο της υγείας αι της παιδείας αν τα σχολεία και τα νοσοκομεία δε δέχονται αλλοδαπούς. Η πλήρης απόσπαση του πολιτικού προσωπικού από την αστική τάξη, το πλήρες ξεχώρισμα της επιδείνωσης των όρων ζωής από τον Καπιταλισμό

Πρέπει αποφασιστικά να συγκρουστούμε  με τη φασιστική κουλτούρα, που βέβαια δεν είναι αυτοτελής καθώς έχει τις ρίζες της στον ίδιο το βαθύ καπιταλισμό, για αυτό και διαδίδεται με τέτοια ταχύτητα και διαπαιδαγωγεί υποψήφιους οπαδούς του. Είναι η κουλτούρα της βίας του ισχυρού πάνω στον ανίσχυρο, του μισογυνισμού και της ομοφοβίας, της ομοιογένειας αι του φόβου απέναντι στο ξένο, της απόλυτης πειθαρχίας και της αρχηγιολατρείας. Και θα χτυπηθούμε με αυτή τη κουλτούρα όταν φτιάξουμε ένα συνολικό και αντιπαραθετικό προς τα κυρίαρχα μοντέλου του νέου αγωνιστή και επαναστάτη κι όσο παλεύουμε αυτό να γίνει πρότυπο για όλη τη χειμαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία. Γιατί η κουλτούρα είναι κάτι το αξεχώριστο από τη γενική παραγωγικότητα των λαών, είναι κάτι το υλικό και για να θυμηθούμε και τον Μπρεχτ, η επίθεση έχει στόχο να πάρει από τους λαούς και το βούτυρο και το σονέτο.

Η δυναμική  ανάπτυξη και απειλή του φασιστικού φαινομένου και στην Ελλάδα, έρχεται να μας ξυπνήσει από τον λήθαργο. Να μας θυμίσει πως ο οικονομικός αγώνας για ζωή, δημοκρατία και ελευθερία, είναι άρρηκτα δεμένος με αξίες και τον  πολιτισμό.  Με   τις διαφορετικές φιλοσοφικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο, τις κοινωνίες που συγκροτεί και τη σχέση τους με το χρόνο, την ιστορία, τη φύση. Η διαγραφή  όλων αυτών των πλευρών στο  όνομα της αμεσότητας και της ρεαλισμού και η αντικατάσταση τους με ένα στείρο οικονομισμό, αποτελεί την μεγαλύτερη  ήττα για την αριστερά.

Ο φασισμός αποτελεί μια αντιδραστική απάντηση  στο ερώτημα ταυτότητας και προοπτικής κάθε κοινωνίας, θεμελιώνοντας τις απαντήσεις του στον πυρήνα του έθνους και συνακόλουθα του εθνικισμού και του επιθετικού ρατσισμού. Απέναντι του πρέπει να βρει, μια νέα, ταξικη και διεθνιστική συλλογική ταυτότητα, της συλλογικής πάλης, του αγωνα και της αξιοπρέπειας

Πρέπει αποφασιστικά να κόψουμε το χέρι του φασισμού που απλώνεται απέναντι σε κάθε κατατρεγμένο, σε κάθε αγωνιστή. Η Χρυσή Αυγή όπως και κάθε φασιστικό μόρφωμα για να αποκτήσει και να διατηρήσει κύρος πρέπει να κάνει επίδειξη δύναμης, βίας και βαρβαρότητας. Μετανάστες, κομμουνιστές, αριστεροί, αναρχικοί, απεργοί και κάθε είδους ‘’διαφορετικοί’’, θα είναι οι στόχοι τους όλο και περισσότερο και έχουμε ήδη δείγματα αρκετά ως τώρα. Τα κοινωνικά παντοπωλεία, μαζί με τις ‘’αιματολογικές εξετάσεις’’ τους, απλά θα συμπληρώνουν την εικόνα των βίαιων επιθέσεων και των πογκρόμ σε βάρος ανυπεράσπιστων ανθρώπων, πολλούς από τους οποίους το κράτος έχει καταστήσει παράνομους.

Το θέμα αυτό δεν μπορεί να προσπεραστεί στο όνομα του γενικού αγώνα για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και την αφαίρεση εδάφους από τους φασίστες. Χρειάζεται η αποφασιστική αντιφασιστική άμυνα που θα άρει από τις φασιστικές ομάδες την αίσθηση της δύναμης, αλλά και μια μαζική δημοκρατική πρωτοβουλία, στηριγμένη στην κοινή δράση των οργανώσεων της αριστεράς, των συνδικάτων, των μεταναστευτικών κοινοτήτων, ενώσεων ανέργων, κινήσεων νεολαίας, σε όλες τις γειτονιές και πόλεις.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο στόχος του δεύτερου κομματιού της εισήγησης μου είχε ως στόχο να στηρίξει τρία απαραίτητα σημεία για μια μαζική αντικαπιταλιστική γραμμή απέναντι στο φασισμό

Πρώτο,  να πρωταγωνιστήσει η αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά στον κοινωνικό αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική κρίση, τα μνημόνια της ΕΕ, τον δεσποτισμό του κεφαλαίου, οργανώνοντας τη δράση, την αλληλεγγύη, τις διεκδικήσεις των εργαζομένων (ελλήνων και μεταναστών), των ανέργων, των φτωχών.

Δεύτερο, άνοιγμα του ιδεολογικού μετώπου απέναντι στο φασισμό, με πολυποίκιλες πρωτοβουλίες, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση της βαθύτερης αντικαπιταλιστικής κριτικής και την προβολή μιας σύγχρονα θεμελιωμένης κομμουνιστικής διεθνιστικής προοπτικής.

Τρίτο, θαρραλέες αντιφασιστικές πρωτοβουλίες, που θα τσακίζουν κάθε απόπειρα των φασιστών να συγκροτούνται στη βάση της βίας και της δύναμης, με την ανοχή ή και τη στήριξη των μηχανισμών καταστολής.

Κατά τη γνώμη μας, ο συνδυασμός αυτών των προσπαθειών, σε σύνδεση πάντα με την ευρύτερη στόχευση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς για οργάνωση και πάλη του κόσμου για ανατροπή της χούντας των μνημονίων, της ΕΕ και του κεφαλαίου  θα μας επιτρέψει να θέσουμε τον στόχο: Να νικήσουμε το φασισμό, πριν αυτός στεριωθεί οργανωτικά και πολιτικά!

 *Το κείμενο παρουσιάστηκε με μορφή εισήγησης το καλοκαίρι στα πλαίσια του κάμπινγκ των Αναιρέσεων στο Πήλιο. Προορίζεται επομένως για ομιλία και όχι για γραπτή μορφή. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s