Η αντι – ανθρωπολογία του Άουσβιτς

(Διαβάζοντας το βιβλίο του Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι άνθρωπος)

Primo Levi, 1919 – 1987

του Σάββα Μιχαήλ

Βαθιά

στη ρωγμή του Χρόνου

μέσα

στη παγοκερήθρα

περιμένει, ένα κρύσταλλο Ανάσας,

η δικιά σου αδιάψευστη

Μαρτυρία

PAUL CELAN, Atemwende

1. Iδού η μαρτυρία του δικαίου Primo Levi: «…η θλίψη του να θυμάμαι, η παλιά άγρια θλίψη του να είμαι άνθρωπος, που ορμά πάνω μου σαν σκύλος όταν αφυπνίζεται η συνείδηση. Τότε παίρνω το μολύβι και το τετράδιο και γράφω αυτό που δεν θα μπορούσα να πώ σε κανέναν»(1).

Ο Πρίμο Λέβι γράφει αυτό που δεν μπορεί να πει ότι τον αφήνει άφωνο. Πώς θα μπορούσε ποτέ να ανοίξει το στόμα ενός που επέζησε από το Αουσβιτς, να μιλήσει για τη φρίκη που αφήνει άφωνο τον άνθρωπο, για το ανείπωτο Κακό που ο άνθρωπος έκανε στον άνθρωπο, «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» – se questo e un nomo; Ο Πρίμο Λέβι έγραψε αυτό που δεν μπορούσε να πεί. Αφησε το γραπτό αποτύπωμα του Ανεκλάλητου. Η γραφή μπορεί να αποκόβεται από το υποκείμενό της, να μένει αντικείμενο πάνω στη λευκότητα του χαρτιού. Η φωνή, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: «Οταν μιλώ», γράφει ο Ντερριντά, «αφουγκράζομαι τον εαυτό μου την ώρα που μιλάω. Το σημαίνον που εμψυχώνεται από την πνοή μου {…} είναι απολύτως κοντά σε μένα {…} η ψυχή της γλώσσας φαίνεται να μην αποχωρίζεται τον εαυτό της, την αυτο-παρουσία της»(2).

Πώς μπορείς να συνεχίζεις ν΄ αφουγκράζεσαι τον εαυτό σου όπως ήταν στο Αουσβιτς; Πώς ν΄ αντέχεις να ζωντανεύεις με την πνοή σου το θάνατο, παρόντα και επικείμενο; Πώς ν΄ ακούσεις τον εαυτό σου άφωνο ανάμεσα στους άφωνους – «μπα ιλλεμίμ», στη γλώσσα των προγόνων – έναν σιωπηλό Haftling, κρατούμενο του Λάγκερ, ανάμεσα στους Muselmanner, τους λιμοκτονούντες, στη γλώσσα του Αουσβιτς; Κι όμως, το ανείπωτο Κακό δεν μπορεί, δεν πρέπει να αποσιωπηθεί. Θυμηθείτε τον Paul Celan. Τα γράφει στη γλώσσα των Γερμανών, αυτός, ένας Εβραίος.

Niemand

zeugt fur den

Zeugen

στίχοι που συνήθως αποδίδονται σαν

Κανένας

δεν μαρτυρεί γιά

τον Μάρτυρα

Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει στη θέση του, να τον υποκαταστήσει. Πώς να επιζήσεις, γιατί να επιζήσεις, αν όχι σαν μάρτυρας του Αδιανόητου; Ο Πρίμο Λέβι επείγεται να καταθέσει τη μαρτυρία του. Αρχίζει να τη γράφει στην Μπούνα, σ΄ ένα από τα σαράντα στρατόπεδα της αυτοκρατορίας του Αουσβιτς, και την ολοκληρώνει ανάμεσα στον Δεκέμβριο 1945 και τον Ιανουάριο 1947. Γράφει: «…η νοοτροπία μου δεν είναι φασιστική, πιστεύω στη λογική και στο διάλογο σαν κατεξοχήν μέσα προόδου και γι΄ αυτό στο μίσος προτάσσω το δίκαιο. Οταν έγραφα το βιβλίο, επέλεξα ηθελημένα τη νηφάλια και συγκρατημένη γλώσσα της μαρτυρίας και όχι το μεμψίμοιρο ύφος του θύματος ούτε το οργισμένο του εκδικητή, γιατί πίστευα ότι ο λόγος μου θα ήταν πιό δυνατός και πιό πιστευτός εάν ηχούσε αντικειμενικός μάλλον παρά παθιασμένος, μόνον έτσι ο μάρτυρας υπό κρίση εκπληρώνει την αποστολή του, η οποία είναι να προετοιμάσει το έδαφος για τον κριτή. Οι κριτές είστε εσείς».(3)

Τσέντεκ τσέντεκ τιρντόφ

λέει η Τορά: «δικαιοσύνη, δικαιοσύνη να γυρέψεις» (στούς Ο΄: «δικαίως το δίκαιον διώξη…»)(4) Η μαρτυρία των επιζώντων είναι διεκδίκηση του δικαίου, «Μισπάτ» –και αίτημα Δικαιοσύνης, «Τσεντακά». Τα δύο είναι αλληλένδετα, μόνο που το δεύτερο, το αίτημα της Δικαιοσύνης, ξεπερνάει το πρώτο, το δίκαιο. Το αίτημα έμεινε μετέωρο, η διεκδίκηση στο κενό. Το δείχνει το σαρδόνιο χαμόγελο του κάθε Maurice Papon, που συνεχίζει σήμερα να παριστάνει τον «πατριώτη» και «αντιστασιακό» – αυτός ο άνθρωπος του Vichy που γέμισε με Εβραίους της Γαλλίας τα βαγόνια των Ναζί στα τρένα που φεύγαν για τα στρατόπεδα εξόντωσης. Ας μην κρύβονται πίσω από την τιμωρία ενός Κουίσλινγκ ή των άλλων της Νυρεμβέργης. Οι αριθμοί μιλούν: από τους 5.000 ανώτατους αξιωματούχους Ναζί, το 1951 μόνο 50 παρέμειναν φυλακή. Περισσότεροι από 13 εκατομμύρια Γερμανοί «ανακρίθηκαν» ως το 1949, απ΄ αυτούς μόνο 300 συνελήφθησαν. Από τους 11.500 δικαστές εν ενεργεία στη μεταπολεμική Γερμανία, οι 5.000 είχαν δράσει στα δικαστήρια του Χίτλερ.(5) Πώς να μη σαρκάζει σήμερα ο διαρκώς ενδυναμούμενος Le Pen ότι «οι θάλαμοι αερίων ήταν μόνο μια λεπτομέρεια»; Οταν πέρυσι, χρόνια μετά το Carpentras, σκυλεύτηκαν ξανά οι τάφοι των Εβραίων, στα Τρίκαλα αυτή τη φορά, ποιά φωνή ακούστηκε, εκτός από τον χαμηλόφωνο πάντα ψίθυρο των θυμάτων;

Ο Πρίμο Λέβι γράφει αυτό που δεν θα μπορούσε να πεί. Καμιά φωνή δεν είναι αληθινά μονόλογος. Η φωνή είναι πάντοτε απόκριση στη φωνή του Αλλου, στο κάλεσμά του. Ποιός κάλεσε τότε; Ποιός απευθύνεται σήμερα στους μάρτυρες; Ποιά φωνή πάνω από μισό αιώνα μετά το Αουσβιτς; Ακούστε τουλάχιστον την ηχώ των λόγων του Xegel, στη γλώσσα που ατίμασαν οι Δήμιοι: «Weltgeschichte ist Weltgericht: Η Ιστορία του Κόσμου είναι η Κρίση του Κόσμου!».

2. Εάν ο άνθρωπος είναι αυτό που αφυπνίζεται ως υποκείμενο μέσα από τη φωνή και το κάλεσμα του Αλλου, se questo e un uomo, αν υπάρχει ως ομιλ-όν, το parletre του Jacques Lacan, τότε στο Αουσβιτς, με το Αουσβιτς, μετά το Αουσβιτς είναι το άφω-ον. Το ακρότατο Κακό μέσα στην Ιστορία, έγραφε ο Edmond Jabes, ο μέγας Αραβογαλλοεβραίος ποιητής, είναι ο φασισμός κι ο ναζισμός (6): «Αυτό το Κακό δεν είναι αρρώστια, αλλά κακό σε κατάσταση μέθης. Μέθη από ένα κακό που το κακό εμψυχώνει. {…} Να υπήρχε ένα άκρο στην τρέλα του κακού; ακρότατο Κακό που η τρέλα εξάπτει και συντηρεί; Ξέρουμε, αλίμονο, πώς σ΄ ένα άκρο αντιστοιχεί ένα πιό παρακινδυνευμένο άκρο και που, εμείς, δεν υποπτευόμαστε. Βρίσκεται στα όρια του αντιληπτού».

Ο Πρίμο Λ¨εβι θ΄ ανακαλύψει στο Λάγκερ ότι όχι μόνο η απόλυτη ευτυχία αλλά κι η απόλυτη δυστυχία είναι ανέφικτη (σ. 18): «…αγνοούμε την πολύπλοκη φύση της απόλυτης δυστυχίας και επομένως στις αιτίες που την προκαλούν, πολυάριθμες και ιεραρχικά διατεταγμένες, δίνουμε ένα μόνο όνομα, αυτό της πιό σοβαρής αιτίας, και όταν η αιτία αυτή πάψει να υφίσταται, τότε με οδυνηρή έκπληξη βλέπουμε ότι πίσω της υπάρχει κάποια άλλη, στην πραγματικότητα μια σειρά από άλλες. Και γι΄ αυτό μόλις σταμάτησε το κρύο, το κρύο που σ΄ όλη τη διάρκεια του χειμώνα βλέπαμε σαν τον μοναδικό μας εχθρό, αντιληφθήκαμε ότι πεινάμε, και επαναλαμβάνοντας το ίδιο λάθος λέμε: «Αν δεν πεινούσαμε…» Αλλά πώς είναι δυνατόν να σκεφτείς να μην πεινάς; Το στρατόπεδο είναι η πείνα: εμείς είμαστε η πείνα, η ενσάρκωσή της» (σ. 88).

Το Κακό είναι ακρότατο, όχι απόλυτο. Ισα ίσα η φενάκη του εωσφορισμού του είναι να αυτο-ανακηρύσσεται απόλυτο, uber alles. Αν το Κακό ήταν απόλυτο, δεν θα υπήρχε το «χειρότερο». Αν ήταν το Κακό απόλυτο, δεν θα μπορούσε και να νικηθεί. Σ΄ αυτό συνίσταται όλη η «χοχμά», η σοφία της εβραϊκής παράδοσης: να περιμένεις πάντα το χειρότερο, να προετοιμάζεσαι γι΄ αυτό χωρίς να χάνεις ποτέ τη μεσσιανική προσδοκία της ανέλπιστης νίκης της Δικαιοσύνης. Το Κακό δεν είναι μεταφυσικό αλλά ιστορικό. Απορρέει και συνίσταται απ΄ όλες εκείνες τις ιστορικά μεταβαλλόμενες σχέσεις «που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλελειμμένο, περιφρονημένο»(7) Υψιστη ηθική κατηγορική επιταγή είναι η ανατροπή όλων τούτων των σχέσεων.(8) Αυτή είναι η μεσσιανική μας προσδοκία. Η μαρτυρία του Λέβι είναι αδιάψευστη: πουθενά ο άνθρωπος δεν ήταν «ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλελειμμένο, περιφρονημένο» τόσο όσο ως Εβραίος ή Εβραία στο Αουσβιτς. Το Αουσβιτς είναι το ριζικό κακό. «Η ρίζα, όμως, για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος».(9) Αυτή τη ρίζα κόβει και αποτεφρώνει το Λάγκερ.

Το μεγάλο και τραγικό επίτευγμα του Πρίμο Λέβι είναι ότι η μαρτυρία του ξεπερνάει τα όρια μιας μαρτυρίας. Γίνεται καταβύθιση και διερεύνηση των ζοφερών εκείνων ζωνών όπου το ανθρώπινο παύει να είναι ανθρώπινο ή κι εκεί όπου αναδύεται από το μή ανθρώπινο και ενάντια σε ότι αντι-ανθρώπινο. Η μαρτυρία γίνεται μελέτη θανάτου, φιλοσοφία του ανθρώπινου, ανθρωπολογία ή μάλλον αντι-ανθρωπολογία, με επίκεντρο την εμπειρία του Αουσβιτς.

3. Μια προκαταρκτική παρατήρηση: Ο Πρίμο Λέβι έδειξε, πρώτα πρώτα, ότι θα ήταν αδύνατο στους Ναζί να εξοντώσουν τους Εβραίους χωρίς να αφανίσουν, ταυτόχρονα, καθετί το Ανθρώπινο σε θύματα και θύτες, και αντίστροφα, ότι θα ήταν αδύνατος ένας τέτοιου βαθμού αγριανθρωπισμός και απανθρωπισμός χωρίς τον αντισημιτισμό. Δεν υπάρχει αντισημιτισμός «με ανθρώπινο πρόσωπο» ούτε φασισμός δίχως Λάγκερ και «Τελική Λύση». Ολη η Ιστορία βοά. Ο Λέβι μας καλεί να συλλογιστούμε πάνω στο αδιανόητο, το οποίο όμως συνέβη, κι ακόμα χειρότερα, μπορεί να ξανασυμβεί.

Το Αουσβιτς δεν ήταν μια ξαφνική παρεκτροπή αλλά η λογική κατάληξη μιας ολόκληρης πορείας άλυτων ιστορικών αντιφάσεων που διαμόρφωσαν τη νεοτερικότητα, από την αφετηρία των Νέων Καιρών μέχρι το απόγειο και την παρακμή του σύγχρονου καπιταλισμού. Ο αντισημιτισμός είναι η μήτρα κάθε ρατσισμού. Στην αφετηρία των Νέων Καιρών, όπως έδειξε ο Balibar, yp;hrjan oi Εstatutos de limpiera de sangre (οι Κανόνες Καθαρότητας του αίματος) το 1449, μετά τη δίκη των Marranos στο Τολέδο, και πάνω σ΄ αυτούς τους Κανόνες αποκλεισμού των Εβραίων «λόγω αίματος» – και όχι πιά μόνον λόγω θρησκείας – και ταυτόχρονα με την εκδίωξη των Σεφαραντίμ από την Ιβηρική, η Raza ξεκίνησε για την κατάκτηση του Νέου Κόσμου, την εξόντωση των ιθαγενών και των προκολομβιανών πολιτισμών, τη μαζική μεταφορά εκατομμυρίων μαύρων σκλάβων από την Αφρική στο δυτικό ημισφαίριο. Στη μετάβαση, πάλι, στο σύγχρονο αστικό κράτος, κατά τον 19ο αιώνα, όπως έδειξε ο M. Foucault στο περίφημο σεμινάριό του του 1976, υπάρχει εγγραφή της λειτουργίας του θανάτου σ΄ έναν υπό συγκρότηση ρατσισμό του Κράτους, στη διαμόρφωση μιας «βιο-εξουσίας» και μιας «βιο-πολιτικής». Η έννοια του Δικαίου αλλάζει αντίστοιχα: το ζήτημα δεν είναι πιά το δικαίωμα του souverain, του άρχοντα, «να χαρίζει ή να δώσει το θάνατο» σε κάθε υποτελή του, αλλά το δικαίωμα της βιο-εξουσίας «να δώσει τη ζωή ή να χαρίσει το θάνατο» σε πληθυσμούς. Οποιες διαφωνίες κι αν έχει κανείς με τον Foucault, δεν μπορεί ν΄ αρνηθεί ότι η τάση που εντοπίζει στο σύγχρονο κράτος υπάρχει και λειτουργεί, από τα μέτρα «ευγονικής», που πάρθηκαν όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και στις σκανδιναβικές χώρες και στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, μέχρι τις επίκαιρες συζητήσεις για τη «βιο-ηθική» και την «κλωνοποίηση», περνώντας μέσα από την τερατωδία των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης.

Τα τελευταία, με τη λεπτομερή γραφειοκρατική-τεχνοκρατική οργάνωση μιας βιομηχανίας θανάτου πληθυσμών ολόκληρων, αναμφίβολα, είναι γέννημα των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών της αστικής παρακμής. Η Shoah δεν είναι επανάληψη πογκρόμ ούτε ο ναζιστικός αντισημιτισμός είναι κατάλοιπο προαστικών θρησκευτικών αντιιουδαϊκών προλήψεων. Είναι φαινόμενο εντελώς μοντέρνο «το χημικά καθαρό απόσταγμα της κουλτούρας του ιμπεριαλισμού»(10), και συνάμα είναι αναμηρυκασμός και εμετός κάθε βαρβαρότητας που έμεινε άπεμπτη στη διάρκεια όλης της ιστορικής προόδου. (11)

4. Μια δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση. Ο Πρίμο Λέβι μας θυμίζει ότι οι ιδέες του Χίτλερ και του Μουσολίνι μπορεί να ήταν στο σύνολό τους «ανήθικες ή ανόητες ή βάρβαρες, ωστόσο εκατομμύρια πιστοί τους εξύμνησαν και τους ακολούθησαν μέχρι το θάνατό τους. Πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτοί οι πιστοί και οι ανάμεσά τους πρόθυμοι εκτελεστές απάνθρωπων διαταγών δεν ήταν γεννημένοι δήμιοι, δεν ήταν (εκτός από λίγες εξαιρέσεις) τέρατα: ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι. Τέρατα υπάρχουν αλλά είναι πολύ λίγα για να βλάψουν πραγματικά, πιό επικίνδυνοι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, οι αξιωματικοί, πρόθυμοι να πιστέψουν και να υπακούσουν χωρίς συζήτηση, όπως ο Αϊχμαν, όπως ο Ος, διοικητής του Αουσβιτς, όπως ο Στάνγκλ, διοικητής στην Τρεμπλίνκα, όπως οι Γάλλοι στρατιωτικοί, είκοσι χρόνια μετά, σφαγείς στην Αλγερία, όπως οι Αμερικανοί στρατιωτικοί, τριάντα χρόνια μετά, σφαγείς στο Βιετνάμ» (όπ.π., σ. 237).

Οι «συνηθισμένοι άνθρωποι», κυρίως οι μικροαστοί (αλλά όχι μόνον), σε συνθήκες ιδίως γενικευμένης κρίσης και αποσάρθρωσης του κοινωνικού ιστού, όπως στη μεσοπολεμική Γερμανία, γλιστρούν εύκολα σε ολέθριες φαντασιώσεις, γινόμενοι υποχείρια μαζικής χειραγώγησης. Νομίζουν ότι ξεπερνούν τη μηδαμινότητά τους μεταμορφωνόμενοι μέσω του Φύρερ στο πάν – την Αρία φυλή. «Το έθνος του Χίτλερ είναι η μυθολογική σκιά της μικροαστικής τάξης, ένα αξιοθρήνητο παραλήρημα που της δείχνει το χιλιόχρονό της Ράιχ πάνω στη γή».(12) Ο διωγμός των Εβραίων «γίνεται η μεγαλύτερη απόδειξη της ανωτερότητας της ράτσας» (όπ.π.). Αντιμέτωπος με τον δικό του εαυτό σαν μηδενικό, ο «συνηθισμένος άνθρωπος» γίνεται, χάρη πάντα στον Φύρερ, το πάν, μετατρέποντας σε στάχτη, εκ-μηδενίζοντας τον άλλο, τον κατεξοχήν άλλο, τον «αλλόμοιο», τον Εβραίο. Τον μισεί γιατί του αποκαλύπτει το δικό του μηδέν, τη δικιά του κρίση ταυτότητας. Νομίζει ότι την ξεπερνά, φουσκώνοντας σε «υπεράνθρωπο» το δικό του «εκτόπλασμα του εγώ» (για να θυμηθούμε έναν καίριο στίχο του Εκτορα Κακναβάτου). Για να γίνει ο «κοινός άνθρωπος» «υπεράνθρωπος» έπρεπε να αφανιστεί ο Εβραίος σαν «υπάνθρωπος». Με τη διαίρεση, όμως, σε «υπερανθρώπους» και «υπανθρώπους» ο κοινός άνθρωπος έβγαλε από τη μέση τον ίδιο τον άνθρωπο, καθεαυτόν…

5. Το βιβλίο του Λέβι, όπως λέει ο Philip Roth στο Παράρτημα, είναι «η περιγραφή και η ανάλυση {…} του γιγαντιαίου βιολογικού και κοινωνικού πειράματος, έργου των Γερμανών {…} για τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να υποστεί μεταβολές, να αποσυντεθεί ή να χάσει τις χαρακτηριστικές του ιδιότητες, όπως μια ουσία η οποία μετατρέπεται στη διάρκεια χημικής αντίδρασης. Το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος διαβάζεται σαν Απομνημονεύματα ενός θεωρητικού της Ηθικής Βιοχημείας, ο οποίος χρησιμοποιείται με τη βία σαν δείγμα ανθρώπινου οργανισμού στο πιό άγριο εργαστηριακό πείραμα» (όπ.π., σελ. 250)

Με την έκθεση και εξέταση του «πειράματος», ο Πρίμο Λέβι αναπτύσσει αυτό που ονομάσαμε αντι-ανθρωπολογία, μια μελέτη του ανθρώπου a contrario, μέσα από τη διάλυσή του και την αντίσταση στη διάλυση, μια αρνητική ανθρωπολογία μέσω της αποφατικής οδού του Αουσβιτς. Ηταν οι ίδιοι οι Ναζί οργανωτές της Τελικής Λύσης που πρώτοι έθεσαν, έμπρακτα, το θεμελιακό ερώτημα: πώς διαλύεται ο άνθρωπος ως «ειδολογικό όν», ως Gattungswesen; Η διαδικασία εκμηδένισης αρχίζει αμέσως με τη μεταφορά και άφιξη στο στρατόπεδο.

«Μεταμορφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα. {…} Τότε, για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβριν, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιό κάτω δεν γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πιά δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας, εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ΄ ονομά μας, κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ΄ αυτό να σώσουμε κάτι από μάς, απ΄ αυτό που υπήρξαμε. {…} Haftling {φυλακισμένος}: έμαθα ότι είμαι ένας Haftling. Το όνομά μου είναι 174517. Μάς βάφτισαν, για όλη την υπόλοιπη ζωή μας θα έχουμε το νούμερο χαραγμένο στο αριστερό μας μπράτσο». (σσ. 30-31).

Η αφάνιση του ονόματος και η αντικατάστασή του με το ανεξίτηλο νούμερο, το στίγμα στο αριστερό μπράτσο, που πρέπει να δείχνεις για να πάρεις το (σχεδόν ανύπαρκτο) συσσίτιο είναι ουσιαστική στιγμή εκμηδένισης. Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με ορισμένους ερμηνευτές, ότι η Τορά το δεύτερο βιβλίο της Εξόδου, το ονομάζει εβραϊκά «Σεμότ»-Ονόματα. Μόνο με την απελευθέρωση και την Εξοδο από τη γή της δουλείας, τα παιδιά του Ισραήλ αποκτούν πραγματικά Ονόματα. Πριν αναφέρονταν σαν «Τολεντότ»-Γενεές, με κυρίαρχο τον φυσικό-βιολογικό δεσμό. Στο στρατόπεδο, η διαδικασία είναι αντίστροφη: χάνεις το όνομά σου και υποβιβάζεσαι στον φυσικό-βιολογικό σου δεσμό στην βαθμίδα των «υπανθρώπων» και παίρνεις ένα νούμερο περιμένοντας το θάνατο.

Μετά αρχίζει η χωρίς αναστολές, απεγνωσμένη μάχη του haftling για να κερδίσει κάποια παράταση ζωής. Τότε γίνεται και η βασική διάκριση ανάμεσα σε δύο κατηγορίες ανθρώπων, όπως τις βλέπει ο Λέβι: δεν είναι οι καλοί και οι κακοί, οι σώφρονες και οι ανόητοι, οι δειλοί και οι θαρραλέοι, οι τυχεροί και οι άτυχοι αλλά «αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν». Οι πρώτοι, όταν φτάνουν στην κατάσταση λιμοκτονίας και ζωντανοί σκελετοί παίρνουν το δρόμο προς το θάλαμο αερίων και την καμινάδα του κρεματορίου, ονομάζονται, άγνωστο γιατί, στην αργκό του στρατοπέδου «μουσουλμάνοι» – Muselmanner:

«Η ζωή τους είναι σύντομη αλλά το πλήθος τους αμέτρητο, αυτοί οι Muselmanner, αυτοί που βούλιαξαν, είναι η ψυχή του στρατοπέδου, αυτοί, η ανώνυμη μάζα, ακατάπαυστα ανανεούμενη και πάντα η ίδια, η μάζα των μή ανθρώπων που βαδίζουν και εξαντλούνται μες στη σιωπή, με σβησμένη μέσα τους τη θεία φλόγα, άδειοι μέσα τους για να υποφέρουν πραγματικά. Διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς: διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς: διστάζει να ονομάσει το θάνατό τους, που δεν φοβούνται καν γιατί είναι πολύ κουρασμένοι ακόμα και να τον αισθανθούν». (σσ δ. 109)

Και πέθαναν εκατομμύρια. Μόνο σε μια μέρα, τον Αύγουστο του 1944, κάηκαν 24.000 στο κρεματόριο. Αυτό είναι το Λάγκερ: ο κόσμος των μη ανθρώπων, κόσμος χωρίς ανθρώπους, mondo sanza gente, κατά το στίχο του Δάντη (Canto XXVI, 117) στο Ασμα του Οδυσσέα, που θα τραγουδήσει, απροσδόκητα, και ο Πρίμο Λέβι, ο άνθρωπος που αρνήθηκε να είναι μόνο ο 174517.

6. Arbetslager, Vernictungslager: στρατόπεδο εργασίας, στρατόπεδο εξόντωσης, για την κυριολεξία εκμηδένισης. Οι ονομασίες του στρατοπέδου συγκέντρωσης, η ΚΖ, «Κα-Τσέτ» συντομογραφικά, θέτουν τους όρους και τα όρια της διαδικασίας: από την Εργασία-Arbeit als Vernichtung. Ή, η εργασία ως Εκμηδένιση: Arbeit Macht Frei, Ή Εργασία Απελευθερώνει, δεν είναι απλώς μακάβρια ειρωνεία – η εργασία απελευθερώνει από το φορτίο της ύπαρξης – στην οποία μετατράπηκε εφιαλτικά μια κοινοτοπία Γερμανού φιλισταίου μικροαστού. Είναι όντως η ουσία του Αουσβιτς. Ο Χέγκελ ήταν ο πρώτος που διείδε, έστω αφηρημένα, ότι η εργασία είναι η ουσία του ανθρώπου, η διαδικασία αυτογένεσής του. Το Arbeit του Αουσβιτς, αυτή η «τρομακτική παρωδία εργασίας που δεν έχει σκοπό ούτε νόημα» και «είναι τιμωρία, εξάντληση που οδηγεί σε βασανιστικό θάνατο», όπως σωστά την ορίζει ο Philip Roth στη συνέντευξή του με τον Πρίμο Λέβι (σσ. σ. 247), είναι η διαδικασία αποδόμησης και εκμηδένισης της ουσίας του ανθρώπου.

Η ουσία αυτή δεν είναι μια αφηρημένη ταυτότητα, ο κοινός παρονομαστής βιολογικών και επίκτητων χαρακτήρων όλων των ανθρώπων. Είναι «το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» (Μάρξ, Θέσεις στον Φόυερμπαχ, θέση 6), των κοινωνικών-ιστορικών αντιφάσεων που τις συνθέτουν). Ο άνθρωπος ως ειδεολογικό όν (Gattungswesen) είναι πρώτον η διαδικασία ιστορικής αυτο-γένεσής του μέσω της εργασίας και δεύτερον, δεμένο με το πρώτο, το δυναμικό ανάπτυξης αυτής της διαδικασίας που επιτρέπει την υπέρβασή της – το μέλλον. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς, γίνεται ειδολογικό όν. «Οχι μόνο γιατί στο πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο κάνει το είδος, τόσο το δικό του όσο και των άλλων, αντικείμενό του αλλά ακόμα {…} γιατί συμπεριφέρεται απέναντι στον εαυτό του όπως στο ζωντανό εν ενεργεία είδος, γιατί συμπεριφέρεται απέναντι στον εαυτό του όπως σ΄ ένα όν καθολικό και άρα ελεύθερο».(13)

Είναι προφανέστατο γιατί το Αουσβιτς είναι η πιό ριζική άρνηση του ανθρώπου ως ειδολογικού όντος. Η καθολικότητά του κατακερματίζεται σε υπερανθρώπους, υπανθρώπους και μια ενδιάμεση, «γκρίζα» αλλά ιεραρχημένη ζώνη, μια κλίμακα υποδούλωσης. Η διαδικασία αυτο-γένεσης μέσω της εργασίας μετατρέπεται σε διαδικασία εκμηδένισης μέσω μιας παρωδίας εργασίας χωρίς σκοπό και νόημα. Κάθε δυναμικό ανάπτυξης, το μέλλον, ακυρώνεται, μαζί και η ιστορία. «Τον Αύγουστο του 1944», γράφει ο Λέβι, «εμείς που φτάσαμε πρίν πέντε μήνες υπολογιζόμασταν ήδη στους παλιούς. {…} Ημασταν από τους παλιούς Haftlinge: η σοφία μας ήταν το «μην προσπαθείς, μη βασανίζεσαι με το πώς και το πότε θα τελειώσουν όλα: μη ρωτάς και μην αναρωτιέσαι. {…} Τελείωσε ο χρόνος στη διάρκεια του οποίου οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη, ζωηρές, πολύτιμες και μοναδικές, το μέλλον έστεκε μπροστά μας γκρίζο, αξεδιάλυτο, σαν ένα εμπόδιο ακατανίκητο. Για μας η ιστορία είχε σταματήσει». (σσ. σ. 142 και 143).

Ο κόσμος των μή ανθρώπων είναι ο κόσμος χωρίς μέλλον, χωρίς αύριο, χωρίς Ιστορία «…όσο είμαι στο στρατόπεδο, συνεχώς χορεύουν στο μυαλό μου δύο στίχοι που έγραψε ένας φίλος μου πριν καιρό:

infin che uh giorno

senso non anra piudice: domani

{…μέχρι που μια μέρα

νόημα δεν θα΄ χει να πείς: αύριο}

«Ετσι είναι εδώ. Ξέρετε πώς λέμε πως λέμε «ποτέ» στην αργκό του Λ¨αγκερ; «Morgen fruh», αύριο το πρωϊ». (σσ. σ. 162).

Εδώ ο κύκλος κλείνει. Η εικόνα ολοκληρώνεται. Ενα σύστημα όπου κυριαρχεί ο νόμος της αξίας της εργασίας, στην εποχή της παρακμής του, μέσα από τους σπασμούς της κρίσης του, φτιάχνει ένα αντίγραφο, παρωδία του εαυτού του, κλείνοντάς το μέσα στην αυτοκρατορία στρατοπέδων του Αουσβιτς. Η εργασία γίνεται παρωδία εργασίας. Η ίδια η λεγόμενη «ελεύθερη οικονομία της αγοράς» αυτο-παρωδείται. Στο Λ¨αγκερ υπάρχει ένας χώρος που ονομάζεται σαρκαστικά «το Χρηματιστήριο»: «Εδώ περιφέρονται κατά δεκάδες, με μισόκλειστα χείλη και μάτια που γυαλίζουν, οι απελπισμένοι της πείνας, σπρωγμένοι από ένα απατηλό ένστικτο εκεί όπου τα εμπορεύματα κάνουν πιό διαπεραστικό το βάσανο του στομαχιού και πιό επίμονη την έκκριση του σάλιου. Εφοδιασμένοι, στην καλύτερη περίπτωση, με τη μίζερη μισή μερίδα ψωμιού που γλίτωσαν με βασανιστική προσπάθεια, ελπίζοντας παράλογα ότι θα παρουσιαστεί η ευκαιρία μιας συμφέρουσας ανταλλαγής, με κάποιον αφελή και απληροφόρητο γύρω από τις τρέχουσες τιμές. Μερικοί από αυτούς που διαθέτουν άγρια υπομονή αγοράζουν με τη μισή μερίδα ψωμιού ένα λίτρο σούπα την οποία, παράμερα, θα υποβάλουν σε μεθοδική αφαίρεση των ελάχιστων κομματιών πατάτας που βρίσκονται στον πάτο, μετά θα την ανταλλάξουν με ψωμί και το ψωμί ξανά με ένα λίτρο σούπα, η οποία κι αυτή με τη σειρά της θα υποστεί κατεργασία, και αυτό μέχρι την εξάντληση των νεύρων ή μέχρις ότου κάποιος εξαπατηθείς, που θα τους συλλάβει επ΄ αυτοφώρω, θα τους δώσει ένα σοβαρό μάθημα, παραδίνοντάς τους στον δημόσιο χλευασμό». (σσ. σ. 94-95).

Τα εμπορεύματα – λίγο ψωμί, λίγη σούπα, το μοναδικό πουκάμισο, γογγύλια, μαχόρκα (σκάρτος καπνός) κλπ. – είναι παρωδία εμπορευμάτων. Υπάρχουν βέβαια και τιμές ή παρωδία τιμών, μαζί και παρωδία χρήματος, τα «κουπόνια»: «τα κουπόνια της Μπούνα» – του στρατοπέδου παραγωγής ελαστικού – «αντικαθιστούν το χρήμα», όπως γράφει ο Λέβι, «και η αξία τους ποικίλλει, αλλά υπόκειται πάντα στους νόμους της ελεύθερης οικονομίας» (σσ. σ. 97). Ο νόμος της αξίας της εργασίας, του «κοινωνικού αναγκαίου χρόνου εργασίας» καταλήγει με το Arbeit του Αουσβιτς στην παρωδία του χρόνου, στην παρωδία του μέλλοντος. Ποτέ; Morgen fruh, αύριο το πρωί!

7. Αrbeit macht frei: αυτή είναι η αλήθεια του Αουσβιτς. Η αλλοτρίωση της εργασίας στην ακρότατη μορφή της και κατάληξη σε «απελευθερώνει», σε αποκόβει, σε αποξενώνει από καθετί το Ανθρώπινο, αφανίζοντάς σου τη ζωή. «Η παραγωγή δεν παράγει τον άνθρωπο μόνον ως εμπόρευμα, ως ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο οριζόμενον ως εμπόρευμα, τον παράγει, σύμφωνα μ΄ αυτό τον ορισμό ως όν απανθρωποποιημένο τόσο διανοητικά όσο και σωματικά»(14) Ο Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Philip Roth, στην πολύτιμη συνέντευξη που παίρνει από τον Πρίμο Λέβι (και που, ευτυχώς, δημοσιεύεται στο Παράρτημα του παρόντος βιβλίου), συνοψίζει το συνολικό συγγραφικό έργο του Ιταλοεβραίου συναδέλφου του, απευθύνοντάς του αυτά τα λόγια: «Ολος ο συγγραφικός μόχθος μπορεί να θεωρηθεί σαν μια προσπάθεια να αποδοθεί ξανά στην εργασία το ανθρώπινο νόημά της, απελευθερώνοντας τη λέξη Arbeit από τον χλευαστικό κυνισμό, με τον οποίο οι δημιοί σου στο Αουσβιτς την είχαν διαστρεβλώσει». (σσ. σ. 247).

Από την πάλη για την επανάκτηση, την επανιδιοποίηση (Aneinung), τη διάσωση και απελευθέρωση του ανθρώπινου μέσα στην εργασία αρχίζει η αντίσταση στους δημίους που την απανθρωποποιούν μέσα στο ίδιο το Αουσβιτς, όπως αριστουργηματικά το φωτίζει ο Πρίμο Λέβι: «αλλά στο Αουσβιτς παρατήρησα συχνά ένα παράξενο φαινόμενο: η ανάγκη της «σωστά εκτελεσμένης εργασίας» είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, ώστε ο άνθρωπος οδηγείται στο να εκτελεί σωστά ακόμα και την εργασία που του έχει επιβληθεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Ιταλός οικοδόμος, ο οποίος μου έσωσε τη ζωή δίνοντάς μου κρυφά φαγητό επί έξι μήνες, απεχθανόταν τους Γερμανούς, την τροφή τους, τη γλώσσα τους, τον πόλεμο που προκάλεσαν, αλλά όταν έπαιρνε την εντολή να χτίσει τοίχους, τους έχτιζε ευθείς και στέρεους, όχι από υπακοή στις διαταγές αλλά από επαγγελματική αξιοπρέπεια». (σσ. σ. 248). Ο Ιταλός προλετάριος, ο Λορέντσο, που επί έξι μήνες, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, έφερνε στον Λέβι ψωμί και το περίσσευμα του συσσιτίου του, του έδωσε μια μπαλωμένη φανέλα και έστειλε για λογαριασμό του μια κάρτα στην Ιταλία φέρνοντάς του και την απάντηση (σσ. σ 146), αυτός ο «Δίκαιος των Εθνών» μέσα στο Αουσβιτς, κράτησε στη ζωή τον εβραίο φίλο του.

Αναδημοσίευση από το πολιτικό καφενείο (για την αντιγραφή – Παναγιώτης Βήχος)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ, μορφές του μεσσιανικού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s