Θυμάσαι;

Θεσσαλονίκη, 12 – 02 – 2012

Θυμάμαι ότι φάνταζε τρελό σε κάποιους να καταλάβουμε το Ολύμπιον
Θυμάμαι να διστάζουμε στην αρχή να μπούμε και μετά να μπαίνουμε μέσα με άνεση και οικειότητα.
Θυμάμαι να κάνουμε συνέλευση στην αίθουσα προβολών
Θυμάμαι πόσο παράταιροι μοιάζαμε στα φουσκωτά καθίσματα!
Θυμάμαι να κοιμόμαστε με βάρδιες και να σκοντάφτουμε πάνω στους κοιμισμένους
Θυμάμαι οι εργαζόμενοι εκεί να μας ανοίγουν την πόρτα και να μας λένε «απλά όχι τσιγάρο μέσα»
και μετά από μερικές ώρες να μην μπορούν να ανασάνουν από τα καπνογόνα που κάλυπταν το φουαγιέ
Θυμάμαι να στέκομαι στην καγκελόπορτα στο πλάι και να βγάζω δηλαδή το κεφάλι έξω για να δω πού είναι τα ΜΑΤ
και να βλέπω το χακί πολύ κοντά
τράβηξα τότε ένα μικροκαμωμένο πρωτοετή που κοιτούσε το γκλομπ να έρχεται πάνω του
κλείσαμε την πόρτα και μας κοιτούσαν με μίσος που δεν μπορούσαν να μας δείρουν
Θυμάμαι τη Χριστίνα να παθαίνει κρίση άσθματος και να παίρνω το 166 και να μου λένε δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι -θα πεθάνουμε σαν τα ποντίκια, να το ξέρετε – λυπάμαι. Μας πήραν κι άλλοι, δυστυχώς όμως δε…
Θυμάμαι τον Κωστή να φωνάζει από το μικρόφωνο με τρεμάμενη φωνή ότι δε φοβόμαστε
Δε φοβόμαστε ρε κουφάλες, αλλά δε θα πάμε και αμαχητί. Κλεισμένοι σε ένα σινεμά. Δεν παίζουμε σε ταινία.
Θυμάμαι ότι έδινα το τελευταίο μάθημα την επόμενη μέρα και διάβαζα για την αγωγή του καταπιεζόμενου στο κατειλημμένο Ολύμπιον.
Θυμάμαι να ανεβαίνουμε τα σκαλιά και να πιάνουμε τον μπροστινό για να μην πέσουμε κάτω. Δε βολεύει η μαρμάρινη σκάλα στο τρέξιμο.
Θυμάμαι να αναρωτιέμαι πόσους ορόφους έχει ακόμα το Ολύμπιον, να βγαίνουμε σε κάτι γραφεία να ψάχνουμε πόσοι είμαστε, πόσοι λείπουν. Θυμάμαι να γελάμε τότε γιατί ο Γιώργος βρήκε ένα και μοναδικό χαρτομάντηλο που ήταν ψεύτικο κατοστάευρω και δεν το πήρε!
Θυμάμαι να κατεβαίνουμε για να φύγουμε και να βλέπω τόσες άγνωστες φάτσες που δεν την είχαν κάνει νωρίτερα.
Θυμάμαι να πιανόμαστε αλυσίδες και να προχωράμε. Θυμάμαι να νομίζουμε ότι τελείωσε και να μας γαμάνε στη Μητροπόλεως. Θυμάμαι να λιποθυμάω και να με αρπάζει ένας άγνωστος και η Βάσω να τρομάζει ότι είναι ασφαλίτης και να με τραβάει.

Θυμάμαι το σύντροφο με το ταμπά παλτό που είχε φάει φυσουνιά και το χρώμα είχε γίνει ένα αμφίβολο πορτοκαλί.

Θυμάμαι να φοράει ξένο μπουφάν ο Γιώργος και να έχει το δικό του σε μια σακούλα και να φτερνιζόμαστε ξανά από τα δακρυγόνα που αναβλύζαν.

Θυμάμαι να φτάνουμε στην Καμάρα αποδεκατισμένοι και οργισμένοι. Να ψάχνουμε τη μισή πορεία και να χαιρόμαστε για τον κόσμο που είχε δυο μέρες ο δρόμος.

Θυμάμαι να πηγαίνουμε ακόμα στα δικαστήρια για τον Κώστα που πιάσανε. Και θα ξαναπάμε τον Ιούνιο. Μέχρι να γίνουν τα δικαστήρια λαϊκά και η Μητροπόλεως να έχει μανταρινιές στο σημείο της σύγκρουσης και παιδική χαρά στο σημείο της Μητρόπολης.

Ε.Μ., 12 – 02 – 2013 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s