Φοιτητές του Σήμερα: Επιχειρηματίες ή Εργάτες του Αύριο;

The-Startup-Kids-Cover

του Χρήστου Νασιουτζίκη

Πριν μερικούς μήνες στο σεμινάριο «Προορισμός: Φοιτητική Επιχειρηματικότητα», μεταξύ άλλων, ένας φοιτητής του τμήματος ηλεκτρολόγων/μηχανολόγων, διηγήθηκε την εμπειρία του από την νέα τάση επιχειρηματικής προσέγγισης της καινοτομίας. Φτιάχνοντας μια καινοτόμα εφαρμογή, κέρδισε μερικά χρήματα σε διαγωνισμούς για την επιχειρηματική του ιδέα, και ξεκίνησε ένα κυνήγι για να βρει χρηματοδότες. Όμως παρά τα ταξίδια στο Σαν Φρανσίσκο η προσπάθεια δεν απέδωσε καρπούς. Το προϊόν δεν είχε σημαντικό αγοραστικό κοινό (μόνο μερικά εκατομμύρια χρήστες…) και δεν αποτελούσε κερδοφόρα επένδυση.

Υπάρχουν όμως και άλλα παραδείγματα ομάδων ή ανθρώπων που προσπάθησαν να γίνουν «νέοι επιχειρηματίες» με βάση μια καινοτόμα ιδέα (ειδικά στο κλάδο της πληροφορικής). Η τάση όμως που διαγράφεται δείχνει ότι μακριά από μεγάλους εκδότες και διανομείς δεν υπάρχει βιώσιμη καινοτομία. Στην βιομηχανία των Video Games είναι η Valve (Steam) και η EA, στις εφαρμογές για Android η Google. Ακόμα και προϊόντα με διευρυμένο αγοραστικό κοινό και μεγάλες δυνατότητες κέρδους, τείνουν να αγοράζονται (μαζί με τις ομάδες) από ανταγωνιστές στους μεγάλους ομίλους, μιας και χωρίς αυτούς αδυνατούν να βρουν το κεφάλαιο και τα κανάλια διανομής που είναι απαραίτητα. Έτσι πέρα από εξαιρέσεις, που είναι συνήθως άτομα με οξυδέρκεια πάνω στους νόμους τις αγοράς, γνωριμίες και φυσικά… αρχικό κεφάλαιο, οι «νέοι επιχειρηματίες» και δημιουργοί, στους κλάδους των επιστημών και της τέχνης, που δύνανται να εργαστούν ανεξάρτητα από μεγάλες επιχειρήσεις, αναγκάζονται να βρουν σκέπη κάτω από της «αγκαθωτές» φτερούγες των πολυεθνικών.

Θα πει κανείς, «Είναι δα τόσο κακό αυτό;». Ας διευρύνουμε λίγο την οπτική: Από τη στιγμή που με βάση τα παραπάνω η μόνη «ρεαλιστική» λύση για τους νέους επιστήμονες, ερευνητές και γενικά τα εργαζόμενα τμήματα τις κοινωνίας που εμπορεύονται τη σκέψη τους, είναι να στραφούν σε επενδυτές τις «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», σαφώς αυτή η αναζήτηση όχι μόνο πρέπει να ξεκινήσει από νωρίς (από τα πρώτα έτη στο παν/μιο αλλά ακόμα και στο σχολείο) αλλά η ίδια η κατεύθυνση και το περιεχόμενο της εργασίας/ερευνας πρέπει να καθορίζονται ώστε να συμβαδίζει με τις ανάγκες, είτε τις αγοράς και των καταναλωτών, που σε γενικές γραμμές διαμορφώνονται από τις πολυεθνικές, είτε απευθείας από τις ανάγκες των ίδιων των πολυεθνικών! Ακόμα, μιας και αυτό αποτελεί μονόδρομος, το ίδιο το πανεπιστήμιο, με τη συναίνεση φυσικά των φοιτητών, ενισχύει και προωθεί αυτόν τον δρόμο, τον μετατρέπει οργανικά σε κατευθυντήρια γραμμή.

Για να γίνει αυτό ευκολότερα και αποτελεσματικά προβαίνει στη δομική αναπροσαρμογή του πανεπιστημίου στα πρότυπα του επιχειρηματικού κλάδου. Αντί για τη μεγάλη και δυσκίνητη πρυτανεία, τα συμβούλια Ιδρύματος (σαν να λέμε board of directors), η ένταξη στο χρηματιστήριο, οι φοιτητές-πελάτες αγοραστές «δεξιοτήτων», η σκληρή ιεραρχική δομή λειτουργίας στα πρότυπα των επιχειρήσεων και φυσικά η λογική της εργολαβίας-υπεργολαβίας. Η συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερόμενων βέβαια, των επιχειρηματιών/επενδυτών μπορεί να είναι με έμμεσο τρόπο, όπως δηλαδή η επένδυση για ένα ερευνητικό πρόγραμμα ή εργαστήριο, ή άμεσο όπως η ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και την διαμόρφωση προγραμμάτων σπουδών, έως την ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν εδώ και χρόνια στα πανεπιστήμια, και γενικότερα στις δημόσιες υπηρεσίες, της Ευρώπης και ακόμα περισσότερο της Αμερικής. Αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και κάτω από τη μύτη μας είναι ότι, όπως κάποτε (όπως και τώρα βέβαια) ο εργάτης στο εργοστάσιο παράγει τις μηχανές που «του παίρναν την δουλειά» και του «κλέβαν τη ζωή», έτσι και εμείς σήμερα παράγουμε τη γνώση και την έρευνα εκείνη που υποταγμένη στο κέρδος, αντί να οδηγεί στην ελεύθερη, κοινωνική ανάπτυξη και ευημερία, μας οδηγεί σε ανορθολογικές, καταστροφικές για την κοινωνίας και τον άνθρωπο καταστάσεις. Όταν ο βιομηχανικός εργάτης φτιάχνει τα πυρομαχικά για το στρατό που τρομοκρατεί και σφαγιάζει τους αμάχους ή δουλεύει στο εργοστάσιο που καταστρέφει το περιβάλλον και την υγεία του, το κάνει γιατί δεν έχει άλλη επιλογή παρά να δουλεύει εκεί. Σήμερα αναπτύσσουμε τα όπλα που θα στραφούν προς εμάς (άλλωστε ο μεγαλύτερος εχθρός του εγχώριου στρατού είναι ο εσωτερικός εχθρός), ερευνούμε την λιγότερο αποτελεσματική μέθοδο θεραπείας των ασθενειών (άλλωστε αν θεραπευτείς πλήρως πως θα συνεχίσεις να αγοράζεις φάρμακα), γιατί… Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;

Ίσως στην Ελλάδα εμείς διαβάζαμε… δύσκολα βιβλία, πιστεύαμε ότι η παιδεία είναι δικαίωμα για όλους και πως η επιστήμη πρέπει να βρίσκεται στην άμεση υπηρεσία της κοινωνίας. Περάσαμε βλέπεται και μία περίοδο έντονων κινημάτων, που άφησαν την χώρα μερικός ανεπηρέαστη από την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού που διαδραματίστηκε στην δυτικό καπιταλισμό. Δεν θα υπερασπιστούμε εδώ βέβαια, ούτε τη μεταπολίτευση, ούτε πουλημένους συνδικαλιστές και αριστερούς «του καναπέ». Άλλωστε απ αυτά, έχει μπόλικα η ευρωπαϊκή και αμερικάνικη πολιτική σκηνή. Λέμε μερικώς, γιατί κανένας δε μένει ανεπηρέαστος στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, και παρόλη την κρατική χίμαιρα του νεοελληνικού κράτους, ο ατομισμός -και ο οπορτουνισμός που αυτός συνεπάγεται- όπως μας τον έμαθε το σχολείο, η τηλεόραση και η… κουλτούρα της υποκουλτούρας (βλέπε «Στόχος είναι τα Λεφτά») έστρωσε το έδαφος για την διευρυμένη συναίνεση στις αλλαγές. Ίσως αν δεν ήταν και εκείνο το πολυτεχνείο, που ενέπνευσε γενιές φοιτητών, να είχαμε και μείς την ίδια μοίρα. Αχ, αυτά τα ανάγωγα παιδιά…

Μετράμε λοιπόν τριάντα περίπου χρόνια μεταπολίτευσης που οι εργάτες βολεύονται, αφού τα συνδικάτα τους εξασφαλίζουν ότι θα παίρνουν τουλάχιστον τα προς το ζην, ενώ διανόηση, μικρέμποροι και αγροτιά παίζουνε τους γιάπηδες όσο για να μπορούν «οι μεγάλοι» να κάνουνε ανενόχλητοι μπίζνες (βλέπε Siemens, Μπομπολες, Ομάδες, και Βατοπέδια), με τα δανεικά και επιδοτήσεις από τα λεφτά που βγάζει η δύση με την εκμετάλλευση της «πίσω αυλής» της, τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αντίστοιχες εικόνες -χωρίς βέβαια τα συνδικάτα και την αγροτιά… εκεί βοήθησε ο πόλεμος, και η τρομοκρατία των ΜΜΕ- σε Ευρώπη και Αμερική.

Φτάνει όμως η ώρα που φούσκα στη φούσκα, σκάει η «μεγάλη φούσκα», το ίδιο το σύστημα. Πρώτη η Ελλάδα, έπονται και οι άλλοι. Έρχονται τα μέτρα η φτωχοποίηση η ανεργία και όλοι ψάχνουν να βρουν τι φταίει. Κάποιοι ψελλίζουν «δομική κρίση». «Να πάρουμε τα όπλα», να γίνει «το μεγάλο μπαμ» είπαν άλλοι… Το μπαμ όμως ήταν κρότου λάμψης, και γρήγορα η αγανάκτηση έγινε φόβος και κατάθλιψη. Κάποιοι ψέλλισαν «να οργανωθούμε». Παρά τα θετικά βήματα και την προσπάθεια όμως ακόμα δεν έχουμε φτάσει εκεί. Οι «εργάτες» ή εργατική τάξη όπως τους αποκαλούσε κάποτε ένας γενειοφόρος κύριος, διευρύνεται μεν, με την ένταξη σε αυτή κομμάτια των μικρομεσαίων και της πνευματικής εργασίας, αλλά γίνεται πολυποίκιλη. Έτσι κανείς δεν ξέρει τη ακριβώς θέλει… άλλοι λένε όχι στους φόρους, άλλοι όχι στις μειώσεις. Αλλά το ταμείο είναι κενό, ή καλύτερα το ταμείο… πήγε Βρυξέλλες.

Οι φοιτητές; Πέρα από το ένθερμο αλλά βραχύβιο κίνημα του Σεπτέμβρη, και μικρές αλλά κρίσιμες κινητοποιήσεις έπειτα, οι φοιτητές δεν μπαίνουν στο παιχνίδι. Κάποτε η σχετική αυτονομία τους από την αγορά εργασίας και την παραγωγή καθώς και η σχετική ταξική εξίσωση που παρείχε το κράτος πρόνοιας τους επέτρεπε να μπορούν να διεκδικούν κάτι παραπάνω από τα προς το ζην, την «πολυτέλεια» της ελεύθερης από τα κριτήρια του κέρδους και ελεύθερης για όλους γνώσης. Σήμερα όμως η αγορά εισβάλει στο πανεπιστήμιο και η ταξικότητα επιστρέφει με άγριες διαθέσεις. Σήμερα οι φοιτητές πρέπει να πουλήσουν την ψυχή τους (τη σκέψη τους) όχι για να ανέβουν στην επιχειρηματική πυραμίδα, αλλά για να επιβιώσουν. Με την ανεργία στο 50+ δεν είναι δύσκολο να ξεχάσει κανείς ότι υπηρετεί τον διάολο…

Όμως όπως λένε εκεί στις Βρυξέλες, «η κρίση γεννά ευκαιρίες». Αυτό που θέλουν να πουν είναι ότι «αυτό που δεν με σκοτώνει με κάνει ποιο δυνατό». Η κρίση, είναι σταυροδρόμι. Τίθεται στην ανθρωπότητα το εξής ερώτημα: «Διαιώνιση του Καπιταλισμού για ακόμα ένα γύρο εκμετάλλευσης» με τις απάνθρωπες και βάρβαρες συνέπειες που αυτό θα έχει για τη εργασία και συνολικά για τους καταπιεζόμενους ή «Ανατροπή και Ανασυγκρότηση» με τις δυσκολίες και τις πιθανότητες παλινδρόμησης που αυτό συνεπάγεται. Μέσες λύσεις, δεν υπάρχουν. Μέση λύση σημαίνει καπιταλισμός με αυταπάτες.

Το ερώτημα που γεννάται αυθόρμητα είναι: «Είναι αυτό εφικτό;» και «Αφού αποτύχαμε την πρώτη φορά γιατί τώρα να πετύχουμε;» Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Είναι ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητα που τόσο αντιφατικά «γαργαλάει» τη νέα γενιά. Αναφέρομαι στην αμεσότητα με την οποία αγγίζει το σύγχρονο επιστημονικό προλεταριάτο η πιο βασική, ίσως, παθογένεια που γεννά ο καπιταλισμός. Την παραγωγή για το κέρδος και όχι για τη κοινωνία, τον άνθρωπο ως μέσο για την παραγωγή και όχι την παραγωγή ως μέσο για τον άνθρωπο.

Ο βιομηχανικός εργάτης, ενώ παράγει άμεσα, με τα χέρια του, δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό που τελικά παράγει, και αν το κάνει δεν μπορεί να καταλάβει την ίδια την διαδικασία τους περιορισμούς και της δυνατότητες. Άρα δεν γνωρίζει τις εναλλακτικές επιλογές, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον σχεδιασμό και να προτείνει νέο. Αυτό τον ρόλο το παίζει ο μισθωτός πνευματικός εργάτης, ως επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό. Αποτελώντας, όμως, κομμάτι της μερίδας που εκμεταλλεύεται και μόνο μερικώς τον εκμεταλλεύονται, δεν έχει άμεσο υλικό συμφέρον να σταματήσει αυτή την κατάσταση. Έτσι οι επαναστάσεις του 20ου αιώνα σε ρόλο πρωτοπορίας έχουν το παραδοσιακό βιομηχανικό προλεταριάτο, και παλεύουν για τα συμφέροντα του, την κατάργηση της εξαθλίωσης (κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, κατάργηση της ιδιωτικής περιουσίας κτλ).  Έτσι ενώ από τη μία μέσω της διαμεσολάβησης της τότε διανόησης, του κόμματος, μέρος της παραγωγής μπαίνει στην υπηρεσία της κοινωνίας, από τη άλλη μεγάλο μέρος της τίθεται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μιας και οι οικονομίες της Ρωσίας και των άλλων επαναστατημένων χωρών είναι πολύ πίσω. Πίσω, γιατί από τη μία ενώ η παραγωγή αρκεί για τα προς το ζην, σίγουρα δεν αρκεί για μια κοινωνία της αφθονίας. Πίσω, γιατί ενώ η παραγωγή μπαίνει όντως στην υπηρεσία της κοινωνίας, αυτή την παραγωγή την σχεδιάζει όχι η κοινωνία, αλλά οι τεχνοκράτες και το κόμμα. Πως θα μπορούσαν άλλωστε μία κοινωνία ανειδίκευτων εργατών, να έχει άμεσα λόγο, και άποψη για την παράγωγη της χώρας. Ακόμα, από τη στιγμή που δεν μπορούν να έχουν λόγο για την παραγωγή δεν μπορούν να συμμετέχουν και στην διακυβέρνηση. Έτσι, αυτή η κατάσταση, μαζί και με άλλα σημαντικά στοιχεία, όπως ο τοπικός χαρακτήρα του σοσιαλιστικού κράτος έναντι στο παγκόσμιο ανταγωνισμό και η υποχώρηση, από ένα σημείο και μετά, της Σοβιετικής Ένωσης στον παγκόσμιο καταμερισμό της παραγωγής, έθρεψαν τη γραφειοκρατία και τα… παχιά μουστάκια.

Εκεί που διαφέρει η σημερινή κατάσταση είναι στα δύο αυτά σημεία. Από τη μία οι παραγωγικές δυνάμεις επιτρέπουν την ύπαρξη μιας κοινωνίας της αφθονίας (αφθονίας για όλους, όχι για λίγους) και ιδιαίτερα η αυτοματοποίηση της παραγωγής επιτρέπει την κατάργηση της αμιγώς χειρονακτικής και ανειδίκευτης εργασίας (και αυτού του εργάτη συνεπακόλουθα). Από την άλλη, οι προλεταριοποίηση και ένταξη του μορφωμένου, πνευματικού τμήματος της εργασίας στην εργατική τάξη, ανοίγει νέες δυνατότητες.  Λόγο της θέσης του στην παραγωγή, στις κρίσιμες θέσεις της διοίκησης, της έρευνας και του σχεδιασμού και της κριτικής ικανότητας, που αν και ευνουχισμένη από τα κοινωνικά κριτήρια, μπορεί να κάνει πραγματικότητα μια αυτοδιευθυνόμενη παραγωγή και μία κοινωνία πραγματικής δημοκρατίας.

Σημαντικό είναι να τονίσουμε και το ρόλο-δυνατότητα που έχει αυτή η κοινωνική μερίδα στη υπόθεση του κινήματος. Λόγο της φύσης της μπορεί άμεσα να αναγνωρίσει την ανορθολογικότητα της σύγχρονης παραγωγής και κοινωνίας, τόσο κριτικά/θεωριτικά αλλά και ως προσωπικό βίωμα, αφού καλείται να πουλήσει την ψυχή της, τις βλέψεις και τα ενδιαφέροντα της πάνω στην επιστήμη και την τέχνη και την ίδια τη ζωή της στο βωμό της μέγιστης κερδοφορίας του εργοδότη. Ταυτόχρονα όμως, έχει και άμεσο υλικό συμφέρον να επιλύσει το ζήτημα της επιβίωσης, να αρνηθεί δηλαδή την εξαθλίωση, γι αυτό μπορεί να βρει κυρίαρχο σύμμαχο στο κλασικό βιομηχανικό προλεταριάτο και δευτερεύοντος στα παρακμάζοντα μεσαία στρώματα και την αγροτιά. Είναι καθήκον της όμως να το κάνει προτάσσοντας και τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα, που σε τελική ανάλυση αποτελούν συμφέρονται και της υπόλοιπης κοινωνίας.

Όλα αυτά παραμένουν μία ανεκπλήρωτη δυνατότητα όσο εμείς, οι φοιτητές, ως μελλοντικό, αν όχι ήδη, κομμάτι αυτού του «επιστημονικού» προλεταριάτου, επιλέξουμε να την αγνοήσουμε. Αν δεν επιλέξουμε να οργανώσουμε τη δράση μας, μαζί με τον κόσμο της εργασίας, πνευματικής και μη, και τα υπόλοιπα πληττόμενα κομμάτια της κοινωνίας. Να διεκδικήσουμε αυτά που έχουμε ανάγκη, όχι επειδή είναι τα «αναφαίρετα», «συνταγματικά», «νομικά» ή ανθρώπινα δικαιώματα που με αγώνες κερδήθηκαν παλαιότερα, αλλά επειδή είναι αυτά που χρειαζόμαστε. Παιδεία, υγεία, αξιοπρεπής δουλειά για όλους. Να πολεμήσουμε την αντιδραστικοποίηση του κράτους, που σε ανατροφοδότηση με τη Χρυσή Αυγή φροντίζει, μέσω της φυσικής και ιδεολογικής καταστολής, τα συμφέροντα τον εκμεταλλευτών να μην κλονίζονται. Χωρίς να ξεχνάμε πάντα, ότι ο στόχος είναι μία άλλη, καλύτερη κοινωνία, την οποία με τόση γλαφυρότητα βλέπουμε να ξεπροβάλει από την υπάρχουσα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s