Η χρησιμοποίηση των Σωμάτων Ασφαλείας ενάντια στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα στην κατοχική Αθήνα

του Μενέλαου Χαραλαμπίδη

Η μελέτη των διοικητικών μηχανισμών του ελληνικού κράτους αποτελεί ακόμη και σήμερα ζητούμενο για την ιστορική έρευνα. Είναι ελάχιστα τα πράγματα που γνωρίζουμε για τη συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, για τη διάρθρωση και τη λειτουργία των Υπουργείων ή άλλων κρατικών υπηρεσιών. Το πλέον δυσπρόσιτο και σκοτεινό κομμάτι για την ιστορική έρευνα είναι αυτό των Σωμάτων Ασφαλείας και του ρόλου που διαδραμάτισαν στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Πριν τον πόλεμο, δύο ήταν τα Σώματα που είχαν την αρμοδιότητα για την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας. Η Βασιλική Χωροφυλακή, που ήδη από το Μεσοπόλεμο είχε αναλάβει τη διαφύλαξη του κοινωνικού καθεστώτος και η Αστυνομία Πόλεων, που είχε αρμοδιότητες τήρησης της τάξης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο υπερτιμημένος κίνδυνος του κομμουνισμού προσφέρονταν για πολιτική εκμετάλλευση, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου σύστησε τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, που υπαγόταν στην Χωροφυλακή.[1] Παράλληλα με την επιχειρησιακή υλοποιήθηκε και η νομοθετική οχύρωση του αστικού καθεστώτος απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο. Λίγες εβδομάδες πριν τη σύσταση της Ειδικής Ασφάλειας είχε κατατεθεί στη Βουλή το νομοσχέδιο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το οποίο έγινε νόμος του κράτους το καλοκαίρι του 1929, ευρύτερα γνωστό ως «Ιδιώνυμο».[2] Αν και υπήρχε αντίστοιχη υπηρεσία της Αστυνομίας Πόλεων για τη δίωξη του κομμουνισμού, μετά την ίδρυσή της η Ειδική Ασφάλεια θα αναλάβει εξολοκλήρου τη δίωξη του εσωτερικού εχθρού. Στο αντικομμουνιστικό οπλοστάσιο των Σωμάτων Ασφαλείας, θα προστεθεί λίγο πριν τον πόλεμο το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων. Το Σώμα αυτό ιδρύθηκε τον Μάιο του 1939 από το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά με επικεφαλής τον Αστυνόμο Νίκο Μπουραντά και λειτούργησε ως ένοπλη μονάδα άμεσης επέμβασης σε κάθε αναταραχή που προκαλούνταν στο κέντρο και στις συνοικίες της πόλης.[3]

Η δράση των Σωμάτων αυτών κατά τη διάρκεια της Κατοχής, που λόγω του αμιγώς αντικομμουνιστικού τους προσανατολισμού ήταν ήδη από τον Μεσοπόλεμο στελεχωμένα από ανάλογο δυναμικό, έχει μείνει στο σκοτάδι. Αντίθετα, τα επίσημα εθνικά ή κομματικά αφηγήματα καθώς και η συλλογική μνήμη, έχουν εστιαστεί σχεδόν αποκλειστικά στον προδοτικό ρόλο των Ταγμάτων Ασφαλείας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον επίσης προδοτικό χαρακτήρα της δράσης της Χωροφυλακής και του Μηχανοκίνητου Τμήματος της Αστυνομίας Πόλεων.

Η κεντρική θέση που υποστηρίζω σε αυτή την εισήγηση είναι ότι η εμφύλια σύγκρουση που εκδηλώθηκε τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής στην Αθήνα, στοιχίζοντας τη ζωή σε 2.000 περίπου ανθρώπους,[4] υπήρξε αποτέλεσμα δύο βασικών διαδικασιών: του γενικότερου σχεδιασμού των γερμανικών δυνάμεων κατοχής για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου στο βαλκανικό χώρο και της επιλογής της δωσίλογης κυβέρνησης του Ιωάννη Ράλλη να καταστείλει ένοπλα το εαμικό αντιστασιακό κίνημα. Εδώ θα εστιάσουμε την προσοχή μας στο χώρο των Σωμάτων Ασφαλείας και ιδιαίτερα στο ρόλο που διαδραμάτισε η Χωροφυλακή, ο οποίος παραμένει αδιερεύνητος.

Οι παραπάνω διαδικασίες ενεργοποιήθηκαν όταν πλέον έγιναν ορατοί οι κίνδυνοι που προέκυπταν για τις δύο συνεργαζόμενες πλευρές, από τη σημαντική ενίσχυση του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια του 1943. Η εμφύλια σύγκρουση στην Αθήνα υπήρξε αποτέλεσμα της προσπάθειά τους να μεταφέρουν την αντιπαράθεση με το ΕΑΜ, από το πολιτικό πεδίο, όπου αυτό κατήγαγε συνεχείς νίκες, στο ένοπλο. Στο πλαίσιο αυτό, οι σχεδιασμοί των κατακτητών περιορίστηκαν στα χρονικά όρια που έθετε ο πόλεμος, ενώ αυτοί της δωσίλογης κυβέρνησης αλλά και του ΕΑΜ, αφορούσαν κυρίως τη μεταπολεμική περίοδο και συγκεκριμένα το κρίσιμο χρονικό διάστημα αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την άφιξη της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, προσδίδοντας σαφή πολιτικό χαρακτήρα στη μεταξύ τους σύγκρουση.

Η περίπτωση των Σωμάτων Ασφαλείας, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η εμφύλια σύγκρουση μετασχημάτισε μια κρατική υπηρεσία τήρησης της τάξης σε ένοπλη αντιεαμική δύναμη, η οποία με τη δράση της συνέβαλε στην κλιμάκωση της σύγκρουσης αυτής, μέσα από τη συνεχή διεύρυνση και εμβάθυνση του κύκλου της εμφύλιας βίας.

Το πλαίσιο ανάπτυξης των εμφύλιων ένοπλων συγκρούσεων στην κατοχική Αθήνα

Το 1943 υπήρξε έτος καμπής τόσο για την εξέλιξη του πολέμου στα μεγάλα μέτωπα της ανατολικής Ευρώπης και της Βορείου Αφρικής, μετά τις μεγάλες νίκες των συμμάχων έναντι των δυνάμεων του Άξονα, όσο και για την ανάπτυξη του εγχώριου αντιστασιακού κινήματος. Στην Αθήνα, το πρώτο τρίμηνο του 1943 σημαδεύτηκε από τις συνεχείς και μαζικές διαδηλώσεις των κατοίκων ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης, που στόχευε στην αποστολή χιλιάδων Ελλήνων πολιτών προς εργασία στις παραγωγικές μονάδες της Γερμανίας. Μετά από τις αντιδράσεις αυτές το μέτρο αποσύρθηκε δίνοντας στην οργανωμένη αντίσταση τη μεγαλύτερη μέχρι τότε νίκη, μια νίκη την οποία καρπώθηκε σε μεγάλο βαθμό το ΕΑΜ, γεγονός που το κατέστησε την ισχυρότερη αντιστασιακή δύναμη στην πρωτεύουσα.

Οι δυνάμεις κατοχής, αναζητώντας μια προσωπικότητα που θα μπορούσε να εφαρμόσει με μεγαλύτερη επιτυχία την πολιτική τους, προχώρησαν στην αντικατάσταση του πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου από τον έμπειρο πολιτικό Ιωάννη Ράλλη. Ο διορισμός του Ράλλη σηματοδότησε την έναρξη των διαδικασιών για τη δημιουργία ελληνικής ένοπλης δύναμης, με στόχο την αναχαίτιση του ΕΑΜ. Τον Απρίλιο του 1943 δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία εξοπλίστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής. Ο λόγος που οδήγησε στη δημιουργία τους καταγράφεται σε επιστολή του Ιωάννη Ράλλη προς το διοικητή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα, στρατηγό Σπάιντελ, στις 20 Δεκεμβρίου 1943:

«Γνωρίζετε, Εξοχότατε, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος. Οι συνεχείς προσπάθειές μου για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές […] Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων, που πίστεψαν ότι βρήκαν ήδη την ευκαιρία για να μπορέσουν να επιβάλουν με τις αιματηρές και δολοφονικές τους ενέργειες τις φριχτές αρχές τους στον άτυχο και χειμαζόμενο ελληνικό λαό.»[5]

Πέρα όμως από τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, η επιλογή της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΕΑΜ, είχε επιπτώσεις και σε ένα άλλο νευραλγικό τμήμα του κρατικού μηχανισμού. Στην Αθήνα η κυβέρνηση Ράλλη επιδίωξε την πλαισίωση και ενίσχυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, από τα Σώματα Ασφαλείας που είχαν πολυετή εμπειρία σε τέτοιου είδους δράση, ήδη από την περίοδο των διώξεων του προπολεμικού παράνομου ΚΚΕ.

Πριν ακόμη από το διορισμό του Ιωάννη Ράλλη, οι διαδικασίες που οδήγησαν στο μετασχηματισμό τμήματος των Σωμάτων Ασφαλείας σε δυνάμεις καταστολής του εαμικού αντιστασιακού κινήματος και κατ’ επέκταση σε άμεσους συνεργάτες των κατακτητών, είχαν δρομολογηθεί. Τον Απρίλιο του 1942 καταργήθηκε με νομοθετικό διάταγμα το Υπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας και από τότε η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων υπάχθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών.[6] Στη δωσίλογη κυβέρνηση Λογοθετόπουλου που διορίστηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1942, ο Αναστάσιος Ταβουλάρης ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών. Όταν αντικαταστάθηκε ο Λογοθετόπουλος, η θέση του Ταβουλάρη ισχυροποιήθηκε, καθώς ευνοήθηκε από το πολιτικό παρασκήνιο γύρω από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Ράλλη.

Στο παρασκήνιο αυτό πρωτοστάτησαν δύο προσωπικότητες από το προπολεμικό παρελθόν. Επιδιώκοντας να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην μεταπολεμική πολιτική ζωή, ο υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων Στυλιανός Γονατάς από κοινού με τον σφόδρα αντιβασιλικό στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο, προσφέρθηκαν να συνδράμουν την προσπάθεια της κυβέρνησης του βασιλόφρονα Ιωάννη Ράλλη για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η συμβολή τους επικεντρώθηκε στην προσέλκυση έμπειρων αξιωματικών από τον ΕΔΕΣ της Αθήνας για τη στελέχωση των Ταγμάτων Ασφαλείας, με στόχο να τα θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Οι διεργασίες αυτές είχαν ως συνέπεια τη διάσπαση του ΕΔΕΣ Αθηνών, ανάμεσα στο αντιστασιακό – δημοκρατικό τμήμα του και αυτό που συνεργάστηκε στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, γνωστό ως «προδοτικός» ΕΔΕΣ.[7]

Οι κινήσεις αυτές δεν περιορίστηκαν μόνο στο πεδίο της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο υψηλόβαθμος αξιωματικός της Χωροφυλακής Κων/νος Αντωνίου, μέσω του εδεσίτη Υπουργού Εσωτερικών Α. Ταβουλάρη «επιδιώχθη η διαφοροποίησις των εν τη Χωροφυλακή αντιλήψεων και κατευθύνσεων με απώτερον σκοπόν την δημιουργίαν προϋποθέσεων δια τους ανωτέρω αντικειμενικούς σκοπούς, οίτινες ήσαν και σκοποί των Γερμανών»,[8] μετατρέποντας ουσιαστικά τη Χωροφυλακή σε όργανο του κατακτητή.

Οι διεργασίες αυτές επιταχύνθηκαν το καλοκαίρι του 1943. Στα τέλη Ιουλίου έγινε γνωστή η ανατροπή του Μουσολίνι, ενώ στις αρχές του Σεπτέμβρη η Ιταλία συνθηκολόγησε με αποτέλεσμα την αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουν το οικονομικό και διοικητικό κόστος, αλλά και αυτό σε ανθρώπινες ζωές, που προέκυπτε από την επέκταση των εδαφών που πέρασαν υπό τον έλεγχό τους μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και από τη δράση του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, επέλεξαν τη λύση της υποδαύλισης των εμφύλιων συγκρούσεων, ενισχύοντας τις ποικίλες αντιεαμικές – αντικομμουνιστικές δυνάμεις σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Σε αυτό το κλίμα, ο Υπουργός Εσωτερικών Α. Ταβουλάρης πέτυχε τη στελέχωση της Χωροφυλακής με άτομα της εμπιστοσύνης του. Με το νόμο που του επέτρεπε να ανακαλεί στην υπηρεσία απόστρατους αξιωματικούς,[9] ο Ταβουλάρης επανέφερε στο Σώμα και μάλιστα ως επικεφαλής του, τον συγγενή και στενό συνεργάτη του Θεόδωρου Παγκάλου κατά την περίοδο της δικτατορίας, Κωνσταντίνο Γκίνο,[10] τον Αλέξανδρο Λάμπου, που τοποθετήθηκε επικεφαλής της Διεύθυνσης Ειδικής Ασφαλείας και τον Στυλιανό Παπαγρηγοράκη, ως Διευθυντή Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών.[11] Και οι τρεις έλαβαν το βαθμό του Υποστρατήγου.

Οι πρώτες ενδείξεις. Η εμφάνιση της Χωροφυλακής στο προσκήνιο

Για πρώτη φορά η ένοπλη δράση της Χωροφυλακής ενάντια στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα, καταγράφηκε κατά την επιχείρηση καταστολής της μαζικότερης διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η αιματηρή κατάληξη της μαζικής διαδήλωσης της 22ας Ιουλίου 1943 ενάντια στην επέκταση της ζώνης κατοχής του βουλγαρικού στρατού στην Κεντρική Μακεδονία, με τους 59 νεκρούς και τραυματίες,[12] ήταν η πρώτη σημαντική εκδήλωση της νέας τακτικής που ακολουθούσε η κυβέρνηση Ράλλη. Αν και τα περισσότερα θύματα προήλθαν από γερμανικά πυρά, η συμμετοχή ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν κάτι παραπάνω από ορατή. Τρεις μήνες μετά τη μεγάλη αυτή διαδήλωση, ο Νικόλαος Καίσαρης της Ειδικής Ασφάλειας και τρεις άλλοι υπαξιωματικοί της Χωροφυλακής, θα προαχθούν λόγω της συμβολής τους στην επιχείρηση κατά της «ενόπλου διαδηλώσεως αναρχικών στοιχείων τη 22-7-1943».[13]

Ενάμισι μήνα αργότερα η συνθηκολόγηση της Ιταλίας θα μεταβάλλει τα δεδομένα στην Αθήνα. Τις ημέρες που ακολούθησαν, μέσα από το τεράστιο «παζάρι» που είχε στηθεί ανάμεσα σε Ιταλούς στρατιώτες και μέλη του ΕΑΜ, ένα σημαντικό μέρος του ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού πέρασε στα χέρια των εαμικών οργανώσεων, γεγονός που οδήγησε στην ουσιαστική ενεργοποίηση του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Εκτός όμως από τον εξοπλισμό του ΕΛΑΣ, η αποχώρηση των Ιταλών ωφέλησε το εαμικό κίνημα και λόγω της μείωσης του ελέγχου που ασκούσαν οι κατοχικές δυνάμεις στις συνοικίες, αφού πολλά σημεία ελέγχου σταμάτησαν να λειτουργούν λόγω της αδυναμίας των Γερμανών να τα στελεχώσουν.

Η μαζικοποίηση του εαμικού κινήματος μέσα στο 1943, η ένοπλη καταστολή των μεγάλων διαδηλώσεων στο κέντρο της πόλης, ο εξοπλισμός του ΕΛΑΣ και η μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις συνοικίες, οδήγησαν στο μετασχηματισμό της εαμικής αντιστασιακής δράσης. Οι πολυπληθείς πλέον οργανώσεις του ΕΑΜ, μετέφεραν τη δράση τους από το επικίνδυνο κέντρο της πόλης στις λαϊκές συνοικίες της, αναπτύσσοντας παράλληλα το ένοπλο τμήμα του.

Η έναρξη της σύγκρουσης

Οι επιπτώσεις που είχε η συνθηκολόγηση των Ιταλών έγιναν άμεσα ορατές. Τον ίδιο κιόλας μήνα, ένα επεισόδιο στη Ν. Ιωνία υπήρξε η αφετηρία της ένοπλης σύγκρουσης του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ με το Σώμα της Χωροφυλακής. Στις 24 Αυγούστου, ημέρα γενικής απεργίας στην Αθήνα που είχε προκηρυχθεί από το ΕΑΜ, έγινε το μεγάλο σαμποτάζ στο αμαξοστάσιο των τραμ στην Καλλιθέα. Άμεσα, οι δυνάμεις κατοχής συνέλαβαν 50 τροχιοδρομικούς με την απειλή της εκτέλεσης. Τη 1η Σεπτεμβρίου 1943 οι ανθρακωρύχοι της Καλογρέζας, υπό την καθοδήγηση της τοπικής οργάνωσης του Εργατικού ΕΑΜ, κατέβηκαν σε απεργία σε ένδειξη συμπαράστασης. Η απεργία χτυπήθηκε από τα Σώματα Ασφαλείας με αποτέλεσμα τη σύλληψη πέντε ανθρακωρύχων. Το ίδιο απόγευμα, περίπου 1.200 άτομα διαδήλωσαν διαμαρτυρόμενα για τη σύλληψη των συναδέλφων τους. Άνδρες του τοπικού Σταθμού Χωροφυλακής με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Δημήτριο Αλεξόπουλο, άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας τρεις διαδηλωτές, ανθρακωρύχους από την Καλογρέζα, τον Παναγιώτη Κούτρα, τον Γεράσιμο Κεραμιδά και τον Παναγιώτη Γεωργίου. Περίπου ένα μήνα μετά και μέσα σ’ ένα κλίμα γενικευμένης αγανάκτησης και μίσους ενάντια στα Σώματα Ασφαλείας, ο Ταγματάρχης Αλεξόπουλος δολοφονήθηκε στη Ν. Ιωνία από μέλη του τοπικού ΕΛΑΣ.[14]

Τα Σώματα Ασφαλείας θεώρησαν τη δολοφονία Αλεξόπουλου ως αφετηρία για την έναρξη των ένοπλων συγκρούσεων με τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ. Η αντικομμουνιστική προπαγάνδα της κυβέρνησης Ράλλη, εκμεταλλεύτηκε το συμβάν αυτό για να δείξει ότι πίσω από το εθνικοαπελευθερωτικό «προσωπείο» του ΕΑΜ κρύβονταν μια αντεθνική οργάνωση δολοφόνων, που εκτελούσε Έλληνες αξιωματικούς.[15] Αμέσως μετά το θάνατο του Αλεξόπουλου, ο Υπουργός Εσωτερικών Ταβουλάρης, εξέδωσε αυστηρή διαταγή προς όλες τις υπηρεσίες των Σωμάτων Ασφαλείας, στοχεύοντας στην τόνωση της χαμηλής μαχητικότητας των οργάνων:

«Εντέλλομαι όπως τα όργανα της χωροφυλακής και Αστυνομίας πόλεων επέμβουν με ζωηροτέραν ενεργητικότητα δια να πατάξουν αμειλίκτως τους θρασείς εχθρούς του Ελληνικού Λαού. Να συλλαμβάνουν αδιστάκτως κάθε πρόσωπον κατά του οποίου υπάρχουν αποδείξεις ότι ανήκει εις την [οργάνωσιν;] δολοφόνων της ΕΑΜ ή του ΕΛΑΣ. Και αδιστάκτως επίσης να κάμνουν χρήσιν των όπλων των εις στιγμήν καθ’ ην αι περιστάσεις το επιβάλλουν.»[16]

Η διαταγή αντανακλά το κλίμα της περιόδου. Η εντολή του επικεφαλής υπουργού για τη χωρίς δισταγμό χρήση των όπλων, πιστοποιούσε με τον πλέον επίσημο τρόπο, την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων στην πόλη. Η εν λόγω διαταγή, αλλά και η γενικότερη σκλήρυνση της στάσης της ηγεσίας των Σωμάτων Ασφαλείας απέναντι στο ΕΑΜ, δρομολόγησε τις διαδικασίες που έφεραν σε διάσταση το Σώμα της Χωροφυλακής με αυτό της Αστυνομίας Πόλεων. Ένα μήνα μετά τη διαταγή, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών Άγγελος Έβερτ, ζήτησε με έγγραφό του προς το Υπουργείο Εσωτερικών, την εξολοκλήρου ανάληψη της αρμοδιότητας για τη δίωξη των κομμουνιστών από τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας που υπαγόταν στη Χωροφυλακή, επικαλούμενος το γεγονός ότι η Αστυνομία «τυγχάνει επί τοσούτον απησχολημένη με τα καθημερινώς εμφανιζόμενα ζητήματα τάξεως και ασφαλείας, ώστε να μην είναι εις θέσιν να ασχοληθή και με ζητήματα της διώξεως του κομουνισμού».[17] Ένας από τους λόγους που οδήγησαν τον Άγγελο Έβερτ σε αυτή τη στάση, είχε να κάνει με το μεγάλο βαθμό διάβρωσης που είχε υποστεί το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων από το ΕΑΜ. Η σημαντική επιρροή που είχε το ΕΑΜ στην Αστυνομία είχε φανεί τρεις μήνες νωρίτερα, όταν οι κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι κατήλθαν σε απεργία, γεγονός πρωτόγνωρο για τον κλάδο των αστυνομικών.[18]

Άμεση ήταν η αντίδραση του Διευθυντή της Ειδικής Ασφάλειας Α. Λάμπου. Με έγγραφό του προς το Υπουργείο Εσωτερικών, υποστήριξε ότι η Αστυνομία Πόλεων προσπαθεί να «αποφύγη την συμβολήν της εις την δίωξιν του κομμουνισμού» και χαρακτήρισε ως μη σοβαρή τη δικαιολογία του Α. Έβερτ, καθώς δεν είναι δυνατόν «εν τη περιφέρεια της Αστυνομίας Πόλεων να δρώσιν τόσον εμφανώς, δραστηρίως, και προκλητικώς τα αναρχικά στοιχεία […] πάντοτε ενεργούντα ταύτα χωρίς μάλιστα το αρμόδιον Αστυνομικόν Τμήμα να επιλαμβάνεται παντελώς και πολλάκις υπό τα όμματα των οργάνων», δημιουργώντας μια εικόνα που παρουσιάζει το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων «ως συνεργαζόμενον μετά της αναρχικής οργανώσεως ΕΑΜ».[19]

Η διαμάχη ανάμεσα στα δύο Σώματα και η στάση που κράτησαν απέναντι στο ΕΑΜ, καταδεικνύει ότι η συνεργασία τους με τις αρχές κατοχής δεν αποτελούσε μονόδρομο. Το παράδειγμα της Αστυνομίας Πόλεων, σε αντίθεση με αυτό της Χωροφυλακής, δείχνει ότι η συμμετοχή στη δίωξη των μελών του ΕΑΜ, ήταν περισσότερο ζήτημα προσώπων και των επιλογών που αυτά έκαναν, παρά αναγκαία επιλογή υπό την πίεση των κατακτητών.

Η στελέχωση της Ειδικής Ασφάλειας με νέο δυναμικό

Για να ανταποκριθεί η Χωροφυλακή και ιδιαίτερα η Ειδική Ασφάλεια στα νέα της καθήκοντα, έπρεπε να στελεχωθεί με νέο δυναμικό. Όπως προκύπτει από τις καταθέσεις σε μεταπολεμικές δίκες οργάνων της Ειδικής Ασφάλειας, ο Υπουργός Εσωτερικών και ο Διευθυντής της Ειδικής, στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τη μαχητικότητα της Χωροφυλακής, παραμέρισαν πολλούς από τους «γραφειοκράτες» αξιωματικούς της. Το νέο δυναμικό της Ειδικής, εντάχθηκε σε αυτή χωρίς να τηρηθούν τα οριζόμενα από τον οργανισμό της Χωροφυλακής. Σύμφωνα με την κατάθεση του Συνταγματάρχη και Διοικητή της Σχολής Χωροφυλακής Ποθητού Π.:

«Ο Υπουργός μου είπεν «τι να σας κάνω των μονίμων που δεν θέλατε να στραπατσάρετε την γραβάτα του κομουνιστού». […] Από τις ομάδες και ουχί από τα υπεύθυνα όργανα εξετελέσθησαν πολλοί εις τους δρόμους. […] Η Ασφάλεια κατέτασσε άτομα ως χωροφύλακας καθάρματα, άλλα μεν εχρησιμοποιήθησαν ως προδόται του Λάμπου και άλλα έφυγαν και πήγαν εις τα ΕΣ-ΕΣ.»[20]

Αυτά τα «καθάρματα» και οι «προδόται», εντάχθηκαν στην Ειδική είτε ως χωροφύλακες άνευ θητείας, είτε ως ιδιώτες που έγιναν άμεσα βαθμοφόροι και συγκρότησαν ομάδες κρούσης. Οι ομάδες αυτές, σύμφωνα με τον Υποδιοικητή της Ειδικής Ασφάλειας, Συνταγματάρχη Χωροφυλακής Αναστάσιο Π., στελεχώνονταν από «εν ενεργεία αξιωματικούς ως επί κεφαλής, αλλά δεν είχον [αυτοί] την πρωτοβουλίαν. Ήσαν τυπικώς. Πρωτοβουλίαν είχον οι ομαδάρχαι. Εντάσσοντο εις την Χωροφυλακήν όργανα άνευ ουδεμίας διατυπώσεως. Ευρέθησαν δε κατόπιν γενομένου παρ’ εμού ελέγχου, 35 τούτων (οργάνων) να βαρύνονται με κοινά εγκλήματα τους οποίους και απέλυσα. Δεν υπήρχε πειθαρχία εις τας ομάδας, ήσαν εν μπουλούκι άτακτο.»[21]

Με ομαδάρχες τους Παρθενίου, Πουλή, αδελφούς Μαντά, Παναγιωτόπουλο και άλλους, οι ομάδες αυτές ανέλαβαν το κομμάτι της δράσης της Ειδικής Ασφάλειας το οποίο κινήθηκε εκτός νομιμότητας, δηλαδή συλλήψεις χωρίς εντάλματα, βασανισμοί μέχρι θανάτου, εκτελέσεις χωρίς καταδικαστικές αποφάσεις. Το νέο αυτό «αίμα» της Ειδικής, καθοδηγούμενο από μόνιμα στελέχη τα οποία προσαρμόστηκαν στο νέο ρόλο της υπηρεσίας, συνέβαλε στον επιδιωκόμενο από τους προϊσταμένους μετασχηματισμό της. Μια κρατική υπηρεσία συλλογής πληροφοριών, μεταβλήθηκε σε ομάδα κρούσης που ασκούσε ανεξέλεγκτη βία όχι μόνο σε μέλη του ΕΑΜ, αλλά και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων.

Το χειμώνα του 1943-44 τρεις ήταν οι κύριες δεξαμενές άντλησης δυναμικού για τη στελέχωση των νέων ομάδων της Ειδικής Ασφάλειας: μέλη διαφόρων εθνικών οργανώσεων της επαρχίας, που μετά την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων και τη διάλυσή τους από τον ΕΛΑΣ αναζήτησαν καταφύγιο στην Αθήνα, [22] οι αντικομμουνιστικές οργανώσεις της πόλης και άτομα του κοινού εγκλήματος, τα οποία επεδίωκαν οικονομικά οφέλη από τη δράση τους στην Ειδική.

Εντάσσοντας πολλά από τα άτομα αυτά στο δυναμικό της και προμηθεύοντας μέλη αντικομμουνιστικών οργανώσεων («προδοτικός» ΕΔΕΣ, οργάνωση Χ, Εθνική Ένωση Βασιλοφρόνων κ.α.) με ταυτότητες, η Ειδική συγκρότησε ένα δίκτυο συνοικιακών ομάδων. Χαρακτηριστική περίπτωση υπήρξε αυτή του Ιωάννη Σ., ο οποίος «συνέδραμε» την ΕΚΚΑ του Συνταγματάρχη Ψαρρού και αποφάσισε μετά τη δολοφονία του από αντάρτες του ΕΛΑΣ, να συγκροτήσει μαζί με τον Μοίραρχο Ζαββό μια «ομάδα από εθνικόφρονα παιδιά προς ενίσχυσιν της χωροφυλακής.»[23] Ελέγχοντας την ευρύτερη περιοχή της Ν. Ιωνίας, αυτή η ομάδα της Ειδικής, συνεργάστηκε στενά με την οργάνωση «Χ». Σύμφωνα με την κατάθεση του Συνταγματάρχη Νικολάου Μ.: «Την εποχήν εκείνην εγώ ήμην διοικητής της οργανώσεως Χ και ο [Ιωάννης] Σ. έδωσε ταυτότητας με γερμανικάς υπογραφάς σε μερικούς μαχητάς μου οι οποίοι έφυγον από την οργάνωσιν. Η Ειδική Ασφάλεια κατά το 1943 ότε επήλθεν η πτώσις της Ιταλίας μας διευκόλυνε πολύ να οπλισθούμε.»[24]

Σε απάντηση λοιπόν του εξοπλισμού του ΕΛΑΣ με ιταλικό στρατιωτικό υλικό μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Ειδική Ασφάλεια εξόπλισε μέλη αντικομμουνιστικών οργανώσεων, συγκροτώντας ομάδες κρούσης. Η ομάδα Ιωάννη Σ. στη Ν. Ιωνία, του ανθυπομοίραρχου της Ειδικής Αντωνίου Παναγιωτόπουλου σε Σεπόλια – Κολωνό, της οικογένειας Πανολιάσκου στο Μεταξουργείο, της οικογένειας Παπαγεωργίου στο Παγκράτι, Αγήνορα στους Αμπελόκηπους, του ενωμοτάρχη της Ειδικής Ευάγγελου Χανιώτη στα Πατήσια, υπήρξαν μερικές από τις εστίες αναχαίτισης της συνεχώς διευρυνόμενης επιρροής του ΕΑΜ στην πόλη.

Παράλληλα, το νέο δυναμικό της Ειδικής Ασφάλειας, με βάση το επιταγμένο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» της οδού Ελπίδος, ξεπέρασε σε αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, κάποιους από τους μόνιμους αξιωματικούς και οπλίτες, οι οποίοι δίσταζαν να συμμετάσχουν σε παράτυπες ενέργειες που εξυπηρετούσαν άμεσα τον κατακτητή. Η κατάθεση του Ταγματάρχη Χωροφυλακής Γεωργίου Γ., αποκαλύπτει μερικά από τα κίνητρα που ώθησαν πολλούς να καταταγούν στην Ειδική Ασφάλεια. Μετά την ένταξη, αρκετοί πέτυχαν την απόσπασή τους σε διάφορες υπηρεσίες της Γκεστάπο και των SS, καθώς «όσοι ειργάζοντο εις τους Γερμανούς είχον συμφέρον, έπερνον και αυτοί από τα πλιάτσικα των Γερμανών». Ήταν δε τόσο επωφελής η υπηρεσία στους Γερμανούς που «όταν διετάχθη η ανάκλισις των απεσπασμένων παρά τας γερμανικάς υπηρεσίας πολλοί δεν ηθέλησαν να επανέλθουν εις την Ασφάλειαν.»[25]

Όπως προκύπτει από την παραπάνω κατάθεση, αλλά και από πολλές άλλες, η Ειδική Ασφάλεια λειτούργησε και ως συντονιστής διαφόρων αντικομμουνιστικών οργανώσεων, δημιουργώντας σχέσεις μεταξύ των μελών τους σε ένα δίκτυο που περιλάμβανε άτομα με παράλληλες ταυτότητες και ταυτόχρονες δράσεις. Σε αυτό το πολύμορφο αντικομμουνιστικό και αντιεαμικό πλέγμα οργανώσεων, υπηρεσιών και ομάδων, συμμετείχαν όργανα της Ειδικής Ασφάλειας, του Μηχανοκίνητου Τμήματος της Αστυνομίας Πόλεων, μέλη γερμανικών υπηρεσιών κατασκοπίας όπως η «Μπουντ» και η «3.000»,[26] γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας όπως η GFP της Βέρμαχτ και SD των SS [27] και αντικομμουνιστικών οργανώσεων.

Χαρακτηριστική περίπτωση της λειτουργίας των παραπάνω οργανώσεων και κρατικών υπηρεσιών ως συγκοινωνούντων δοχείων, ήταν αυτή του υπαστυνόμου Νικολάου Μ. Ο Νικόλαος Μ. ενώ υπηρετούσε στο Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων, ήταν παράλληλα μέλος και ένας από τους οργανωτές του τμήματος Θησείου της οργάνωσης «Χ», το οποίο εξοπλίστηκε με τη μεσολάβηση του ανθυπομοίραρχου της Ειδικής Ασφάλειας Παπαγρηγοράκη, ο οποίος υπήρξε παράλληλα και ενεργό μέλος της γερμανικής οργάνωσης αντικατασκοπίας «3.000»:

«υπηρετούσα εις το μηχανοκίνητο Τμήμα. […] Εγώ είχα οργανώσει την Χ του Θησείου, ο δε Παπαγρηγοράκης παρέδωσε όπλα εις τον Υπολοχαγόν Μιχαήλ Α. και Μιχαλόπουλον καθώς και αυτόματα, τα οποία είδα που συνώδευεν με αυτοκίνητο με την ομάδαν του μέχρις της αποθήκης [της οργάνωσης «Χ»] επί της οδού Ηρακλειδών 16.»[28]

Οι ποικίλες μορφές της βίας

Με έδρα το κτίριο επί των οδών Δεριγνί και Γ΄ Σεπτεμβρίου, κρατητήριο και χώρο ανακρίσεων το επιταγμένο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» επί της οδού Ελπίδος 5 και φυλακές το κτίριο του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα στην οδό Πειραιώς, η Ειδική θα αποτελέσει τον κύριο οργανωτή της κρατικής αντιεαμικής δράσης στην Αθήνα. Στις πληροφορίες και τους σχεδιασμούς που αυτή πραγματοποιούσε, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι επιχειρήσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας.

          Η Ειδική Ασφάλεια, αξιοποιώντας τις εκ των έσω πληροφορίες σχετικά με τη δράση μελών του ΕΑΜ στους μαζικούς χώρους, κατάφερε το Νοέμβριο του 1943 το πρώτο ισχυρό πλήγμα εναντίον τους. Τα Τάγματα Ασφαλείας από κοινού με άνδρες της Χωροφυλακής, πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη έως τότε επιχείρηση κατά των εαμικών οργανώσεων. Βάσει πληροφοριών που είχε συγκεντρώσει η Ειδική Ασφάλεια, καταγράφοντας σε ονομαστικές καταστάσεις περισσότερα από 200 μέλη του ΕΑΜ στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Αθήνας, συνελήφθησαν περίπου 1.500 ανάπηροι πολέμου, οι οποίοι στοιβάχτηκαν στα δωμάτια – κελιά των φυλακών Χατζηκώνστα. Η επισήμανση που συνόδευε τις καταστάσεις αυτές είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε:

«Η ταχεία σύλληψις των θα προσφέρη τεραστίας υπηρεσίας ουχί μόνον εις την τάξιν του Νοσοκομείου και εις την κοινωνίαν των Αθηνών, αλλά εις ολόκληρον την Ελληνικήν κοινωνίαν. Το σύνθημα υμών ως Κρατικών οργάνων και ως Ελλήνων είναι εν και μόνον (θάνατος και μόνον θάνατος εις τους διαφθορείς των Εθνικών και Ιστορικών μας ιδεωδών).» [29]

Το γεγονός ότι τα λόγια αυτά δεν διατυπώνονταν από μέλη κάποιας αντικομμουνιστικής οργάνωσης, αλλά από κρατικά όργανα, πιστοποιεί τη διολίσθηση των Σωμάτων Ασφαλείας σε ένα κύκλο αίματος. Σύντομα, ο αγώνας των προασπιστών «των Εθνικών και Ιστορικών ιδεωδών», ανταμείφθηκε και με σημαντικά υλικά οφέλη. Οι μαρτυρίες στις μεταπολεμικές δίκες οργάνων της Ειδικής Ασφάλειας, βρίθουν από περιπτώσεις χρηματισμού τους για την απελευθέρωση κρατουμένων από τις φυλακές Χατζηκώνστα. Σύμφωνα με την κατάθεση του Γεωργίου Γ., ταγματάρχη Χωροφυλακής και υπασπιστή του Διευθυντή της Ειδικής Ασφάλειας: «Εγίνοντο πολλά παζαρέματα και εκβιάσεις υπό οργάνων της Ειδικής Ασφαλείας και δι’ αυτό απηγορεύθησαν αι συλλήψεις, ειμή μόνον κατόπιν διαταγών. […] Εγένετο εμπόριον συλλήψεων και αποφυλακίσεων.»[30]

Εκτός από τις χρυσές λίρες που άλλαζαν χέρια μέσα στα γραφεία και τα κρατητήρια της Ειδικής, υλικές απολαβές προέκυπταν και από την επιβράβευση των Γερμανών «προϊσταμένων». Έτσι, τα Χριστούγεννα του 1943 και μετά από τις πρόσφατες επιτυχίες της Ειδικής, ο επικεφαλής της υποστράτηγος Λάμπου γνωστοποίησε στο δυναμικό της ότι ο Ανώτατος Αρχηγός των Σωμάτων Ασφαλείας Στρατηγός των SS Σίμανα, «ο πολλαπλός μέχρι σήμερον επιδείξας το ενδιαφέρον του προς τους άνδρας της υπηρεσίας μου, επιθυμών και εμπράκτως να διατρανώση την προς αυτούς εκτίμησίν του δια την κατά του κομμουνισμού δράσιν των […] παρεχώρησε […] ως δώρον δια τας εορτάς των χριστουγέννων 10 σάκκους νήματος. Το νήμα τούτο θα εκποιήσω και το εξ αυτού εισπραχθησόμενον ποσόν θα διανείμω εις τους οπλίτας αναλόγως των επιτυχιών, ας μέχρι σήμερον έκαστος έσχεν.»[31]

Μετά τα σημαντικά χτυπήματα που κατάφερε η Ειδική Ασφάλεια και τα Τάγματα Ασφαλείας στις μαζικές οργανώσεις του ΕΑΜ στα νοσοκομεία των αναπήρων και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σειρά είχαν οι συνοικίες. Τον Μάρτιο του 1944, άνδρες της Ειδικής οργάνωσαν και πρωτοστάτησαν, σε μια νέα μορφή ένοπλης τρομοκρατίας, η οποία έθεσε στο στόχαστρο όχι μόνο μέλη του ΕΑΜ, αλλά τους κατοίκους ολόκληρων συνοικιών.

Το μπλόκο της Καλογρέζας

Την Τρίτη 14 Μαρτίου 1944 ο Υπουργός Εσωτερικών Ταβουλάρης κάλεσε σε σύσκεψη την ηγεσία των Σωμάτων Ασφαλείας, στην οποία αποφασίστηκε η διενέργεια ερευνών και συλλήψεων «εν τω Συνοικισμώ Καλογραίζης και των πέριξ αυτού μικροσυνοικισμών την επομένην ημέραν».[32] Στις 9:00 το βράδυ της ίδιας ημέρας συγκεντρώθηκαν όλες οι δυνάμεις της Χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας στο Υπουργείο, επιχείρηση που ολοκληρώθηκε στη 1:00 μετά τα μεσάνυχτα. Η δύναμη αυτή μεταφέρθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες με λεωφορεία στην Καλογρέζα. Οι άνδρες αποβιβάστηκαν και περικύκλωσαν την Καλογρέζα και τις γύρω συνοικίες. Το μπλόκο άρχισε «Ευθής άμα τη ανατολή του ηλίου ήρξαντο ομοβροντιών δι όπλων και χειροβομβίδων προς τρομοκράτησιν των κατοίκων εν ω ταυτοχρόνως εξ όλων των σημείων εισήρχοντο εις τα πρώτα οικήματα προς ενέργειαν ερευνών και συλλήψεων ολοκλήρου του άρρενος πληθυσμού άνω των 14 ετών ους και μετέφερον εις τι εκεί πλησίον περιμανδρωμένον οικόπεδον».[33] Μετά από λίγες ώρες και αφού είχε δημιουργηθεί μια εικόνα πλήρους τρομοκρατίας με αδιάκριτους ξυλοδαρμούς και πλιάτσικο στα σπίτια της συνοικίας, ολοκληρώθηκαν οι συλλήψεις που ανήλθαν σε 285 άτομα. Ακολούθησε η εκτέλεση 22 ατόμων με την κατηγορία ότι ανήκαν στο ΕΑΜ, από εκτελεστικό απόσπασμα ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας, η παράδοση 50 ατόμων στους Γερμανούς, η κράτηση και μεταφορά 150 ατόμων από την Ειδική Ασφάλεια στις φυλακές Χατζηκώστα και η απόλυση των υπολοίπων.[34]

Σύμφωνα με την κατάθεση του Γεράσιμου Κ. στη μεταπολεμική δίκη οργάνων της Ειδικής Ασφάλειας για το μπλόκο της Καλογρέζας, την προηγούμενη ημέρα μια επιτροπή εργαζομένων (ανθρακωρύχων) κατέθεσε στον εργοδότη αιτήματα των εργατών. Την επομένη δυνάμεις των Σωμάτων Ασφαλείας με επικεφαλής τον Λάμπου και ολιγάριθμους Γερμανούς που επόπτευαν την επιχείρηση, βάσει μιας κατάστασης 60 ονομάτων εργατών, συνέλαβαν τους 22 τους οποίους εκτέλεσαν.[35]

Ο ναυτικός Αντώνιος Κ., συνελήφθηκε τα ξημερώματα από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας καθώς πήγαινε στη δουλειά του. Τον οδήγησαν σε ένα βουναλάκι όπου ήταν και άλλοι κρατούμενοι. Από εκεί τους πήγαν στην πλατεία «όπου μας έλεγαν ¨κερατάδες θα σας σφάξουμε σαν τραγιά¨». Στην πλατεία φέρανε τον Χρυσαυγή τον οποίον πίεζαν να μαρτυρήσει και αφού αρνήθηκε, «τότε ο Λάμπου είπε ¨τυφεκίστε τον¨». Ύστερα έγινε η ανάγνωση ονομάτων από κατάλογο και οι 20 οδηγήθηκαν, με τη συνοδεία Χωροφυλάκων και Τσολιάδων, σε ένα ρέμα 100 μέτρα από την πλατεία όπου και εκτελέστηκαν.[36]

Για τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια του μπλόκου, χαρακτηριστική ήταν η κατάθεση της Σταυρούλας Κ. στη μεταπολεμική δίκη των υπαιτίων:

«Βγήκα στο δρόμο κ. πρόεδρε και είδα που καίγανε τα μαγαζιά. Μου λέει ένας τσολιάς: «έλα μαζύ μου στο τμήμα» και πήγα. Βλέπω τον Πασχαλίδη που τον έδερναν. […] Ένας με μαύρα γυαλιά μου λέει: «Μωρή πουτάνα θα μαρτυρήσεις ή όχι;». Δεν ήξερα τίποτα, τι νάλεγα; Κι’ αυτός: «Μπρος γδύσου». Έρχεται ο Λάμπου και μου σκίζει το φόρεμα με ψαλίδι, ύστερα το κομπινεζόν και τέλος μ’ άφησε γυμνή. Γυρίζει σε κάποιον και του λέει: «Βάρα της». […] Μ’ έδειραν πολύ. Λιποθύμησα και μούριξαν νερό. Με ξανάδειραν. Το σώμα μου έγινε κατάμαυρο.»[37]

Κατά τη διάρκεια του μπλόκου άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας συνέλαβαν τον Δημήτριο Αργυρόπουλο, αδελφό της Μαρίας Μ. Όταν αυτή έφτασε τρέχοντας στο σημείο όπου μετά από λίγο έγινε η εκτέλεση, είδε τον επικεφαλής της Ειδικής Ασφάλειας Λάμπου, ο οποίος «βαστούσε στα χέρια του την εικόνα της Παναγίας και έλεγε ¨με την διαταγήν αυτής θα πιώ αίμᨻ.[38] Την ίδια τραγική τύχη είχαν και τα δύο αδέλφια της Χριστίνας Π. Μάλιστα την επόμενη ημέρα ένας από τους ομαδάρχες των ομάδων κρούσης της Χωροφυλακής, την επισκέφτηκε και την απείλησε ότι σε περίπτωση που καταθέσει μήνυση εναντίον τους, θα την εκτελέσει ο ίδιος:

«Όταν συνελήφθη ο αδελφός μου οδηγήθη εις τον Λάμπου όστις διέταξε τον Χανιώτη να τον κτυπήση, όπερ και εγένετο. Όταν ο έτερος αδελφός μου Γεώργιος είδαν ότι εκτυπούσαν τον αδελφόν μας μετέβη εκεί και είπεν εις τον Λάμπου ότι είναι αθώος και συνεπώς αδίκως τον κτυπούν. Τότε ο Λάμπου διέταξε και συνέλαβον και τον έτερον αδελφόν μου και μαζί με άλλους 21 εξετέλεσαν επί τόπου και τους δύο αδελφούς μου. Την επομένην ημέραν ήλθεν ο Παρθενίου και μου είπεν να μην υπάγω εις την Ασφάλειαν διότι θα με εκτελέση ο ίδιος εις τα σκαλιά της Ασφάλειας».[39]

Από ένα σημείο και μετά, πέρα από τις πολιτικές επιδιώξεις των ηγεσιών των δύο πλευρών που βρίσκονταν σε σύγκρουση, η δράση των απλών μελών δημιούργησε ένα διαρκώς κλιμακούμενο κύκλο βίας. Σε αυτό τον κύκλο, ιδεολογία και πολιτική στράτευση πολλές φορές παραμερίζονταν από το μίσος και την επιθυμία για εκδίκηση. Οι πράξεις που εκπορεύονταν από τη λογική της βίας, οδηγούσαν στη διεύρυνση και εμβάθυνσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η δράση των ανδρών των Σωμάτων Ασφάλειας καθορίζονταν όλο και λιγότερο από τις «άνωθεν» εντολές και όλο και περισσότερο από τις «πρωτοβουλίες» τις οποίες λάμβαναν, για τις οποίες άλλωστε δεν λογοδοτούσαν σε κανένα. Αακόμη και αν δεχτεί κάποιος ότι οι άνδρες των Σωμάτων Ασφάλειας – παρά την εμπλοκή τους σε κυκλώματα εκβιαστών, τη συμμετοχή τους σε αναρίθμητες λεηλασίες οικιών και καταστημάτων και τις παράνομες απολαβές που είχαν για την απελευθέρωση κρατουμένων – πολέμησαν για να μην υπερισχύσει ο κομμουνισμός, η ιδιότητά τους ως κρατικών οργάνων, διαφοροποιούσε σημαντικά τη θέση τους σε σχέση με αυτή των αντιπάλων τους. Σε αυτή τη διάσταση αναφέρθηκε λίγο μετά την απελευθέρωση ο Αριστοτέλης Κουτσουμάρης, καταγράφοντας την οπτική ενός σημαντικού τμήματος των κατοίκων της Αθήνας που διαφωνούσε με την εαμική πολιτική και δράση, αλλά παράλληλα έβλεπε με απέχθεια τα όσα διέπρατταν τα Σώματα Ασφαλείας:

«Ποτέ δεν εντράπηκαν περισσότερον οι πραγματικοί εθνικισταί, όσο τώρα, που εμφανίζονται ομοϊδεάται τους οι εγκληματίες αυτοί των Σωμάτων Ασφαλείας. Σ’ εκείνους, που τους λένε, γιατί κάνετε τα εγκλήματα αυτά απαντούν. Στη βία των Εαμιτών, εφαρμόζουμε τη βία. Μας σκοτώνουν, τους σκοτώνουμε. Η διαφορά όμως είναι ουσιώδης μεταξύ εαμιτών και κρατικής υπηρεσίας. Εκείνοι είναι ανεύθυνοι παράγοντες. Κάνουν βεβαίως άσχημα να κάνουν εγκλήματα. Αυτό όμως δεν θα ειπή πως μια Κρατική Υπηρεσία πρέπει να κάνη τα ίδια εγκλήματα. […] Η πολιτεία έχει τη δικαιοσύνη, για να κολάζη τους εγκληματούντας. Ποτέ δεν έδοσε στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας το δικαίωμα αυτό.»[40]

Μια από τις πολλές πράξεις των Σωμάτων Ασφαλείας, που έκαναν τον Κουτσουμάρη να περιγράψει με μελανά χρώματα τη δράση τους στην Αθήνα, ήταν και τα όσα διαδραματίστηκαν το πρωί της 24ης Ιουνίου 1944 σε εργοστάσιο εριουργίας στη Νέα Ιωνία. Όταν περίπου 15 φοιτητές, μέλη διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων, πήγαν εκείνο το πρωί στο εργοστάσιο για να εξηγήσουν στους εργαζομένους τα όσα είχαν επιτευχθεί με τη Συμφωνία του Λιβάνου, αιφνιδιάστηκαν βλέποντας εργάτες, μυστικά μέλη της Ειδικής Ασφάλειας, να ανοίγουν πυρ εναντίον τους. Επί τόπου σκοτώθηκαν ο εργάτης Περικλής Χατζηγεωργίου και ο φοιτητής Νομικής Παναγιώτης Σταθακόπουλος, ο οποίος ενώ ήταν τραυματίας στο προαύλιο του εργοστασίου, δέχθηκε τη χαριστική βολή από τον Ιωάννη Σ. της Ειδικής. Μετά από λίγο έφτασε η ομάδα Παρθενίου από τα κεντρικά, η οποία παρέλαβε τους υπόλοιπους και τους οδήγησε προς ανάκριση στο «Κρυστάλ». Έως το τέλος της ημέρας πέθαναν μετά από φρικτά βασανιστήρια δύο ακόμη φοιτητές, ο Κωνσταντίνος Ρέππας και ο Δημοσθένης Χλιόβας.[41]

Αντί επιλόγου

Οι μεταπολεμικές δίκες της ηγεσίας και των οργάνων των Σωμάτων Ασφάλειας, συγκλόνισαν με τις αποκαλύψεις τους την κοινή γνώμη της εποχής. Οι εφημερίδες αφιέρωναν πολυσέλιδα άρθρα για την καταγραφή μαρτυριών που αποκάλυπταν την εγκληματική τους δράση, καθώς και για τις απολογίες των οργάνων τους. Εκμεταλλευόμενοι το κλίμα που είχε δημιουργηθεί μετά το τέλος των Δεκεμβριανών, η βασική γραμμή υπεράσπισης που τήρησαν οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών, για να δικαιολογήσουν τις δολοφονίες και τις καταδόσεις εκατοντάδων μελών του ΕΑΜ, ήταν η επίκληση του «Ιδιωνύμου». Στην απολογία του σε μια από τις μεγαλύτερες δίκες οργάνων της Ειδικής Ασφάλειας τον Οκτώβριο του 1945, ο Λάμπου εκμεταλλευόμενος τις πρόσφατες μνήμες των Δεκεμβριανών, θα υποστηρίξει:

«Η μόνη μου σκέψις ήτο η δίωξις των κομουνιστών οίτινες ήσαν εχθροί της

Πατρίδος […] Κατ’ εμέ δεν έπρεπε να φύγω εκ της Ειδικής Ασφαλείας και ως

απεδείχθη εκ των υστέρων και εκ του κινήματος του Δεκεμβρίου, ουδεμίαν

παρανομίαν διέπραξα. […] Η Ασφάλεια κατεδίωκε πάντα όστις ενήργει

εναντίον της τιμής και της ζωής της Πατρίδος μας. Στα γενόμενα μπλόκα

συνελήφθησαν και βούλγαροι. Τα νοσοκομεία μετεβλήθησαν εις Σοβιέτ».[42]

Ήδη από τις πρώτες αποφάσεις των δικαστηρίων του 1945, γινόταν εύκολα αντιληπτή η προσπάθεια απαλλαγής ή επιβολής μικρών ποινών στους κατηγορούμενους των Σωμάτων Ασφάλειας. Όμως ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις όπου επιβλήθηκαν οι ποινές του θανάτου ή των ισοβίων, αυτές μετατράπηκαν σε ποινές φυλάκισης λίγων ετών αμέσως μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του επικεφαλής της Ειδικής Ασφάλειας. Το μετεμφυλιακό κράτος επιφύλαξε ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση στον Αλέξανδρο Λάμπου. Αν και είχε καταδικαστεί πολλές φορές σε θάνατο, κατάφερε να αποφυλακιστεί στις αρχές του 1952, μετά από δύο μειώσεις των ποινών του από το Συμβούλιο Χαρίτων.[43] Έτσι, ένας από τους κύριους υπεύθυνους για το θάνατο εκατοντάδων Ελλήνων, αποφυλακίστηκε μόλις επτά χρόνια μετά τη σύλληψή του.

Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον Ιωάννη Μεταξά και τον Ιωάννη Ράλλη, η χρησιμοποίηση του κομμουνιστικού κινδύνου αποτελούσε πάντα μια προσφιλή επιλογή για την εισαγωγή περιορισμών στην πολιτική ζωή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο υπερεκτιμημένος κίνδυνος του Μεσοπολέμου, ήταν για πρώτη φορά υπαρκτός. Η ήττα του ΕΑΜ αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη επέλεξε να στρέψει τα όπλα κατά του ΕΑΜ πριν αυτό προλάβει να κάνει το ίδιο εναντίον της, όπως πίστευε. Για το λόγο αυτό επιχείρησε και εν μέρει πέτυχε, να μετατρέψει τα Σώματα Ασφαλείας σε κυβερνητικό στρατό κατά του εαμικού αντιστασιακού κινήματος.

Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς τη συγκατάθεση και την παρότρυνση των γερμανικών αρχών κατοχής. Όπως και σε άλλες κατεχόμενες χώρες, η υπονόμευση της νομιμότητας από τις ίδιες τις αρχές κατοχής λειτούργησε ως πρακτική αποσάθρωσης της κοινωνικής συνοχής και κατά συνέπεια αποδυνάμωσης του αντιστασιακού αγώνα. Στο πλαίσιο του κοινού αντικομμουνιστικού αγώνα, η χρησιμοποίηση των ελληνικών Σωμάτων Ασφαλείας για την καταστολή του αντιστασιακού κινήματος, πρόσφερε μια πολύτιμη υπηρεσία στους κατακτητές. Υποδαυλίζοντας την εμφύλια σύγκρουση, οι αρχές κατοχής στόχευαν στην εξοικονόμηση υλικών πόρων και κυρίως έμψυχου δυναμικού, σε μια εξαιρετικά δυσμενή περίοδο για τον γερμανικό στρατό στα μέτωπα του πολέμου. Ουσιαστικά η κυβέρνηση Ράλλη και όλοι όσοι συσπειρώθηκαν γύρω της, επιδιώκοντας να πολεμήσουν τον κομμουνισμό ή να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη ή και τα δύο, ακολούθησαν την πολιτική για την οποία κατηγορούσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα: άσκησαν ένοπλη βία με στόχο τη διατήρηση της εξουσίας μεταπολεμικά.

Η απουσία της Αστυνομίας Πόλεων, με την εξαίρεση του Μηχανοκίνητου Τμήματος, από την εμφύλια σύγκρουση αποδεικνύει ότι η συνεργασία με τον κατακτητή δεν υπήρξε μονόδρομος, αλλά συνειδητή επιλογή μελών της κυβέρνησης και της ηγεσίας της Χωροφυλακής, λόγω του αντικομμουνιστικού τους μένους ή της επίκλησης αυτού για την επίτευξη προσωπικών πολιτικών φιλοδοξιών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η έρευνα έχει δώσει μια συντριπτική σχέση αναφορικά με τις απώλειες των δύο Σωμάτων: η Χωροφυλακή είχε 169 νεκρούς έναντι μόλις επτά της Αστυνομίας Πόλεων, από τις ένοπλες οργανώσεις του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ. Στη μεγάλη δοκιμασία της κατοχικής περιόδου, η δράση της Ειδικής Ασφάλειας συνέβαλε στον εμφύλιο διχασμό, ο οποίος λίγους μήνες μετά και με τη συμβολή νέων δεδομένων, θα πυροδοτήσει τα Δεκεμβριανά.


[1] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Α, 21.2.1929

[2] Ο νόμος 4229 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», εισήχθη στη Βουλή προς ψήφιση από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και τέθηκε σε ισχύ στις 25 Ιουλίου 1929.

[3] Για τη δράση του στην κατοχική Αθήνα βλέπε, Αλέξανδρος Αυδής, Οι Μπουραντάδες, Αθήνα, Νέα Θέσις, 2006.

[4] Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προκύψει από την έρευνά μου, τα θύματα της εμφύλιας σύγκρουσης από τις εκατέρωθεν δολοφονίες, εκτελέσεις, συμπλοκές, μάχες και από τις καταδόσεις στους κατακτητές, προσεγγίζουν τα 2.000 άτομα. Για μια αναλυτική παρουσίαση του «εσωτερικού» μετώπου, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2012, σ. 215-320.

[5] Herman Frank Meyer, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Αθήνα, Εστία 2003, σελ. 471.             

[6] Κωνσταντίνος Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής 1933-1965, Αθήνα 1965, σελ. 1877.

[7] Για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και το ρόλο που διαδραμάτισαν προσωπικότητες του προπολεμικού πολιτικού και στρατιωτικού κόσμου, Χαραλαμπίδης, Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης, σ. 216-221.

[8] Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής, σ. 1876.

[9] Νόμος 298/1-6-1943 (ΦΕΚ 193/2-6-1943).

[10] Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής, σ. 1881.

[11] Στο ίδιο, σ. 1882. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο γιος του Λάμπου όσο και αυτός του Παπαγρηγοράκη υπηρέτησαν την ίδια περίοδο ως αξιωματικοί στην Ειδική Ασφάλεια.

[12] Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, Κατάστασις ονομαστική των φονευθέτων και τραυματισθέντων κατά την απεργίαν της 22 Ιουλίου 1943, Αρχείο Ηρακλή Πετμεζά στα ΓΑΚ.

[13] ΦΕΚ 276/21-10-1943/Γ΄ και ΦΕΚ 283/24-10-1943/Γ΄, παρατίθεται στο Ιάσων Χανδρινός,

«Το τιμωρό χέρι του λαού». Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη Αθήνα

(1942-1944), Αθήνα 2009, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία στο Τμήμα Ιστορίας και

Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σ. 35.

[14] Ιωνιώτες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, ΠΕΑΕΑ Νέας Ιωνίας 1998, σελ. 29.

[15] Χαρακτηριστικό είναι άρθρο με τίτλο «Νέα εγκλήματα των κομμουνιστών» την επομένη της

δολοφονίας Αλεξόπουλου, εφημερίδα Πρωία, 28 Σεπτεμβρίου 1943.

[16] Αρίθμ. 20/1/1/29-9-1943 διαταγή του Υπουργείου Εσωτερικών, Αρχείο ΕΔΑ, φ.. 244, ΑΣΚΙ.

[17] Αρίθμ. 5235 Φ.26/95/20-10-1943 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πόλεως Αθηνών,  παρατίθεται στο Απόστολος Δασκαλάκης, Ιστορία της ελληνικής χωροφυλακής: χρονικής  περιόδου 1936-1950, Αθήνα, Αρχηγείο Χωροφυλακής, 1973, τ.2, σελ. 186.

[18] Η απεργία κηρύχθηκε στις 23 Ιουνίου 1943, είχε διάρκεια οκτώ ημερών και η μαζική

συμμετοχή σε αυτή «καθόρισε οριστικά τη θέση της Αστυνομίας Πόλεων στο πλευρό του

Ελληνικού Λαού στον επικό αγώνα της Εθνικής Αντίστασης», Χρ. Παπαναστασίου, «Η απεργία των κατωτέρων αστυνομικών υπαλλήλων κατά την περίοδο της Κατοχής (23-30 του Ιούνη 1943)», Εθνική Αντίσταση, Συλλογή 8η, 1965, σ. 822. Σύμφωνα με τον Παπαναστασίου, στο ΕΑΜ οργανώθηκε η μισή δύναμη της Αστυνομίας Πόλεων, οι 1.700 από τους 3.500 άνδρες της.

[19] Αρίθμ. 59/15/1/16-11-1943 έγγραφο της Δ/νσεως Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους,

παρατίθεται στο Δασκαλάκης, Ιστορία της, σ. 186.

[20] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/1945, ΓΑΚ.

[21] Στο ίδιο.

[22] Σύμφωνα με την κατάθεσή του σε μεταπολεμική δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, ο  Λοχαγός Πεζικού Τίτος Μ., έφυγε το 1943 από το αντάρτικο του Ζέρβα, ήρθε στην Αθήνα και εντάχθηκε στην Ειδική Ασφάλεια με το ψευδώνυμο Θανόπουλος όπου τοποθετήθηκε επικεφαλής λόχων. Το Δεκέμβριο του 1943 κατέφυγε στην Αθήνα από το Μεσολόγγι και ανέλαβε το 4ο γραφείο δίωξης κομμουνιστών της Ειδικής Ασφάλειας, ο Ταγματάρχης της

Χωροφυλακής Δημήτριος Μ., «διότι εκινδύνευε από τους κομουνιστάς να συλληφθή», Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/1945, ΓΑΚ.

[23] Απολογία Ιωάννη Σ., Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 5-9,11-16/18 Νοεμβρίου 1946 και 5 Μαρτίου 1947.

[24] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 5-9,11-16/18 Νοεμβρίου 1946 και 5 Μαρτίου 1947.

[25] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045,

1131, 1132/1945, ΓΑΚ.

[26] Οι οργανώσεις αντικατασκοπίας «ΜΠΟΥΝΤ» και «3.000» είχαν συσταθεί από τις αρχές κατοχής και στελεχωθεί κυρίως από Έλληνες, με στόχο τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και δικτύων, που φυγάδευαν πολίτες στο εξωτερικό (κυρίως τη Μ. Ανατολή) και παρείχαν πληροφορίες στις συμμαχικές δυνάμεις. Κεντρικό ρόλο στην οργάνωση «3.000» διαδραμάτισε ο γιος του Διευθυντή Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών Υποστράτηγου Χωροφυλακής Στυλιανού Παπαγρηγοράκη, ο οποίος υπηρετούσε ως Ανθυπομοίραρχος στην Ειδική Ασφάλεια, εφημερίδες Ελευθερία, 5 Νοεμβρίου 1946 και Ριζοσπάστης, 12 Αυγούστου 1947.

[27] Για τη δράση της GFP της Βέρμαχτ και SD των SS, καθώς και των Ελλήνων πρακτόρων τους, βλέπε «Μια κατάθεσις», Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τ. 25-26, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1960, σ. 81-101.

[28] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 1, 3-8, 21-22, 24, 26-28, 38-39,46 και 113/1947, ΓΑΚ.

[29] «Κατάστασις απολύτως αποδεδειγμένων κομμουνιστών εδρευόντων εν τω Β’ Στρατ.   Νοσοκομείω (Μονή Πετράκη)» και «Κατάστασις εμφαίνουσα κομμουνιστικά στελέχη του Γ’ Στρατ. Νοσοκομείου (Αμπελόκηποι)», Μικρές Συλλογές ΓΑΚ, Κ 163.

[30] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/Οκτώβριος – Νοέμβριος 1945, ΓΑΚ.

[31] Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, Ημερήσια Διαταγή της 27ης Δεκεμβρίου 1943,

φακ. 51, Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, ΕΛΙΑ.

[32] Σε αυτή συμμετείχαν ο Δ/ντής της Δ/νσεως Συντονισμού Χωροφυλακής Αντισυνταγματάρχης Νικόλαος Ταρσατόπουλος, ο Γεν. Δ/ντής Χωροφυλακής Υποστράτηγος Κατσιμπίρης, ο Δ/ντής Χωροφυλακής Συνταγματάρχης Γαλανός, ο Αρχηγός Χωροφυλακής Υποστράτηγος Γκίνης, 0 Δ/ντής της Ειδικής Ασφάλειας Χωροφυλακής Υποστράτηγος Λάμπου, ο Διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας Υποστράτηγος Ντερτιλής και ο Γερμανός αξιωματικός «παρά τω Υπουργείω» Μπος, Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, φακ. 46, ΕΛΙΑ.

[33] Στο ίδιο.

[34] Στο ίδιο.

[35] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/Οκτώβριος – Νοέμβριος 1945, ΓΑΚ.

[36] Πρακτικά 5-9,11-16,18 Νοεμβρίου 1946 και 5 Μαρτίου 1947.

[37] Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 10 Νοεμβρίου 1946

[38] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/Οκτώβριος – Νοέμβριος 1945, ΓΑΚ.

[39] Στο ίδιο.

[40] Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, ΕΛΙΑ. Ο Κουτσουμάρης, λόγω της ιδιότητάς του τόσο

κατά την περίοδο της Κατοχής, διετέλεσε Διευθυντής της Επιτροπής Διαχειρίσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι του Ερυθρού Σταυρού, όσο και προπολεμικά, από το 1929 έως το  1932 υπηρέτησε στο Τμήμα Γενικής Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πόλεων, είχε προσωπική αντίληψη αλλά και προσβάσεις σε πληροφορίες σχετικά με τη δράση των Σωμάτων Ασφαλείας.

[41] Καταθέσεις Γεωργίου Ρ. και Μαρίας Λ., Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 12, 13 και 124/1947.

[42] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/1945, ΓΑΚ.

[43] Εφημερίδα Ελευθερία, 17 Φεβρουαρίου 1952.

Καλογρέζα 28 Μαρτίου 2013, εκδήλωση για τα 69 χρόνια από το μπλόκο της Καλογρέζας της Αριστερής Ριζοσπαστικής Κίνησης, ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ, στη Νέα Ιωνία.

Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης είναι ιστορικός, συγγραφέας μεταξύ άλλων του «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα».

Ένα Σχόλιο to “Η χρησιμοποίηση των Σωμάτων Ασφαλείας ενάντια στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα στην κατοχική Αθήνα”

  1. […] Ασφαλείας του Κράτους, που υπαγόταν στην Χωροφυλακή.[1] Παράλληλα με την επιχειρησιακή υλοποιήθηκε και η […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s