Το ζήτημα της κυβέρνησης και η συζήτηση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Θεωρητική αναζήτηση και αντιπαράθεση μελλοντολογίας ή διαφοροποίηση πολιτικών ιεραρχήσεων και προτάσεων;

του Θάνου Ανδρίτσου

Το ζήτημα της κυβέρνησης και η συζήτηση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Θεωρητική αναζήτηση και αντιπαράθεση μελλοντολογίας ή διαφοροποίηση πολιτικών ιεραρχήσεων και προτάσεων;

 972352_317594251706737_1005330164_n

Ένα σύντομο σχόλιο

 

Ένα από τα ζητήματα που με εντονότερο τρόπο έχουν ανοίξει στη συζήτηση προς τη 2η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αυτό της κυβέρνησης και της στάσης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς απέναντι της. Ο διάλογος είναι πλούσιος, βαθύς, συχνά έντονος και γίνεται παράλληλα σε συνελεύσεις τοπικών επιτροπών αλλά και μέσω σοβαρών κειμένων, εκδηλώσεων περιλαμβάνοντας χιλιάδες αγωνιστές, οργανωμένους και ανένταχτους, διανοούμενους, πολιτικές δυνάμεις εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.α.

Θεωρώ καταρχήν ότι όλες οι απόψεις είναι θεμιτές, εντάσσονται εντός ενός διαλόγου άκρως αναγκαίου για την επαναστατική τακτική και στρατηγική στο σήμερα και βεβαίως αντικατοπτρίζουν προβληματισμούς που συμμερίζονται εκατομμύρια εργαζόμενοι και νέοι στην κοινωνία. Με το παρόν σχόλιο δε θέλω να τοποθετηθώ σε βάθος σε αυτή την κουβέντα. Θα ήθελα να καταθέσω ένα προβληματισμό κυρίως μεθοδολογικό γιατί νομίζω ότι καμιά φορά τα ερωτήματα συσκοτίζονται και οι απόψεις δεν γίνονται τόσο ξεκάθαρες.

Ερώτηση. Η συζήτηση και αντιπαράθεση που έχει ανοίξει είναι κατά κύριο λόγο διαμάχη θεωρητική γύρω από πιθανά μελλοντικά σενάρια ή πολιτικής ιεράρχησης και στοχοθεσίας;

Με ευκολία θα απαντούσε κάποιος ότι είναι και τα δύο, ή ότι για τους επαναστάτες δεν υπάρχει χάσμα μεταξύ της επαναστατικής θεωρίας και της επαναστατικής πράξης. Σύμφωνοι, αλλά ο τρόπος που κάθε φορά τίθεται ένα ερώτημα υποδηλώνει πολύ περισσότερα. Ας γίνω περισσότερο επεξηγηματικός.

Είναι παραπάνω από προφανές ότι η σημερινή Αριστερά και ειδικά η κομμουνιστική οφείλει να συζητήσει σε βάθος για την τακτική και τη στρατηγική της, για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν αναδειχθεί από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Δεν αρκούν σήμερα οι σιγουριές του χθες, η θεωρητική θολούρα, η αοριστολογία, ούτε και ο επαναστατικός βερμπαλισμός, καθώς η κατάσταση μας βάζει επιτακτικά ερωτήματα και καθήκοντα που δεν μπορούμε να αποφεύγουμε. Άρα συμφωνώ, πρέπει να συζητιέται και το θέμα της κυβέρνησης και να παραχθεί μια επαναστατική θεωρία που να τοποθετείται στο ζήτημα με σαφήνεια. Ωστόσο μόνο στο ζήτημα αυτό; Αυτή η επαναστατική θεωρία δεν θα πρέπει επίσης να αναλύσει και να επεξεργαστεί επαρκώς το θέμα του κράτους, της κατάστασης του ελληνικού και διεθνούς κεφαλαίου, τον ιμπεριαλισμό, το διεθνή συσχετισμό, το εργατικό κίνημα, το κομμουνιστικό κόμμα και τόσα άλλα κολοσσιαία ζητήματα με τα οποία έχει καταπιαστεί ο μαρξισμός;

Όμως η κουβέντα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν πιάνει με την ίδια θέρμη όλα αυτά τα ζητήματα. Οι σύντροφοι και οι πολιτικές δυνάμεις που θέτουν, και έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, τόσο επιτακτικά και αποφασιστικά την ανάγκη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να απαντήσει θετικά εντάσσοντας στο πρόγραμμά της, το ζήτημα μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης, δεν είναι το ίδιο αποφασιστικοί στην ανάγκη απάντησης και όλων των παραπάνω ζητημάτων. Σαφώς, υπάρχουν κείμενα, απόψεις, αποφάσεις, αναλύσεις, για πάρα πολλά ζητήματα, αλλά η κεντρικότητα που έχει αποκτήσει το ζήτημα της κυβέρνησης, δεν προέρχεται βεβαίως από την ανάγκη αποκατάστασης της επαναστατικής θεωρίας σε σχέση με αυτό το ζήτημα.

Προέρχεται από την εκτίμηση, ότι η περίοδος είναι τέτοια που επιβάλλει από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ τη διαμόρφωση ενός προγράμματος που να έχει σαν βασική πλευρά του, την πρόταση για μια κυβέρνηση, ενός μετώπου στο οποίο θα συμμετέχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζί με άλλες αντι- ΕΕ, αντι-ευρώ δυνάμεις (σαφώς υπάρχουν και διαφορετικές προσεγγίσεις που δε θέλω απλοϊκά να ενοποιήσω) και θα υλοποιήσει βασικές πλευρές του προγράμματός της. Δεν είναι μια «ανάγκη» να απαντηθεί ένα επιτακτικό ερώτημα, που πράγματι υπάρχει σε εκατομμύρια – προφανώς μη επαναστάτες- προλετάριους, αλλά μια «θετική» επιλογή να εκφραστεί αυτός ο στόχος, ώστε να ενισχυθεί και η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η πρότασή της.

Θεωρώ αυτή την ιεράρχηση άστοχη. Γιατί;

Σίγουρα όχι γιατί πιστεύω ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα ποτέ να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση. Τις περισσότερες φορές, αρκετοί σύντροφοι, χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα. «Δηλαδή αποκλείεται να υπάρξει πριν ή κατά τη διάρκεια επαναστατικών γεγονότων, μια τέτοια κυβέρνηση»; «Δηλαδή μια κυβέρνηση που θα πήγαινε μαζί το λαϊκό κίνημα, να υλοποιήσει μια τέτοια πολιτική, θα ήταν κακή»; Απαντάω με σαφήνεια και στα δύο ερωτήματα, Όχι. Κανείς, από όσους τοποθετούνται αρνητικά ή κριτικά απέναντι στις προτάσεις για κυβέρνηση, δεν έκατσε να μετρήσει πιθανότητες, δεν προσποιήθηκε το μέντιουμ, ώστε να απορρίψει κάθε πιθανή εξέλιξη της ταξικής πάλης, ούτε σαν τρελός και χωρίς «κοινή λογική» δεν υποστήριξε ότι κάθε σενάριο πέραν της εξουσίας των Σοβιέτ θα είναι εκ των πραγμάτων αρνητικό. Ωστόσο, είναι παραπάνω από προφανές, ότι η φλέγουσα συζήτηση, δεν έχει αυτό σαν επίδικο.

Το πιο άμεσο ερώτημα είναι, το ποιό πρέπει να είναι το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ποιοί οι κεντρικοί τις στόχοι, πώς θα συμβάλλει στην αναγέννηση, ανασυγκρότηση και ουσιαστικά αναγέννηση του εργατικού κινήματος, ποιες πρωτοβουλίες πρέπει να πάρει κτλ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει σα στόχο την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης, προωθεί και πρέπει να εμβαθύνει ένα μεταβατικό πρόγραμμα που δεν είναι απλά κάποια αιτήματα αλλά μια συνολική πολιτική λογική από σήμερα μέχρι την επανάσταση. Αυτός που θα υλοποιήσει αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα είναι ένα ρωμαλέο, επικίνδυνο, ανασυγκροτημένο, με νέα όργανα και δομές εργατικής εξουσίας  αλλά και πολιτική συνείδηση, εργατικό κίνημα. Όλες οι αγωνιζόμενες πολιτικές και κυρίως κοινωνικές δυνάμεις οφείλουν να ενωθούν σε αυτή τη μάχη σε ένα Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όμως, δεν πιστεύει ότι είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να προωθήσει μια τέτοια πολιτική πρόταση για αυτό παλεύει για τη διεύρυνση του αντικαπιταλιστικού μετώπου, για τη δημιουργία ενός τρίτου πόλου στην Αριστερά μέσα από τη συμπόρευση με άλλες δυνάμεις που οριοθετούνται από το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ και προσεγγίζουν με διαφορετικό τρόπο το αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, αντι ΕΕ περιεχόμενο.

Αυτό περίπου περιγράφουν οι Θέσεις που βεβαίως χρειάζονται εμβάθυνση, καλύτερη επεξεργασία κτλ. Όμως, το κεντρικό τους στίγμα είναι, κατά τη γνώμη μου σωστό. Γιατί περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη –και διαφορετική από την υπόλοιπη αριστερά- επαναστατική πολιτική πρόταση, που πατά σε μια συγκεκριμένη –και επίσης διαφορετική από την υπόλοιπη αριστερά- ανάλυση για την κρίση. Απαντά σε όλα τα πιθανά σενάρια, ερωτήματα κτλ; Όχι. Όμως περιγράφει τη δικιά της πρόταση. Το ζήτημα της κυβέρνησης είναι, ένα μόνο από τα ζητήματα που δεν απαντιούνται πλήρως, γιατί αυτό συγκεκριμένα θα πρέπει να απαντηθεί πρώτο;

Το ερώτημα επομένως δε είναι αν θα απαντηθεί θεωρητικά, πράγμα προφανώς κρίσιμο αλλά αδύνατο χωρίς μια συνολική ανάλυση του σύγχρονου κράτους κτλ. Όπως τίθεται, είναι ότι το ζήτημα της κυβέρνησης θα έπρεπε να περιλαμβάνεται μέσα σε αυτό το πολιτικό πρόγραμμα, σαν κρίσιμος στόχος. Όμως γιατί θα πρέπει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να απαντήσει σε ένα από τα πιθανά σενάρια, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι καν τόσο κοντινά στο σήμερα; Υπάρχουν τόσες κυβερνητικές προτάσεις από την Αριστερά, που όλο και περισσότερο φαίνεται ότι δεν είναι απλά διαχειριστικές αλλά δεν αμφισβητούν στην ουσία την αστική πολιτική μέσα στην κρίση. Γιατί θα είναι περισσότερο σημαντικό να παρουσιάσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ άλλη μια κυβερνητική πρόταση, μιας «πραγματικής» Αριστερής Κυβέρνησης που θα υλοποιήσει ένα «πραγματικό» αριστερό πρόγραμμα, από το να είναι εκείνη η δύναμη της Αριστεράς που θα προσπαθεί να περιορίσει τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που προφανώς έχει ο ελληνικός λαός, να ενισχύσει την οργάνωση και τη συνειδητοποίηση των εργατών και να προωθήσει την επαναστατική προοπτική; Γιατί είναι τόσο σίγουροι οι σύντροφοι ότι το πρώτο θα φέρει μαζικοποίηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όχι το δεύτερο; Είναι πιθανότερο οι εν δυνάμει προδομένες κοινοβουλευτικές ελπίδες από το ΣΥΡΙΖΑ να κινηθούν προς τις πιο αριστερές κοινοβουλευτικές ελπίδες ή προς τις λιγότερο κοινοβουλευτικές και περισσότερο επαναστατικές; Και σε κάθε περίπτωση, τι είναι προτιμότερο;

Η εικόνα κάποιων διαλλακτικών και προβληματισμένων «λογικών» ανθρώπων που θέλουν να συζητήσουν το σενάριο μια πιθανής κυβέρνησης αριστερής ή και αντικαπιταλιστικής σαν κομμάτι της πρότασης μας που μάχονται με κάτι αφιονισμένους αριστεριστές δογματικούς που κρατάνε ψιλά τα λάβαρα της επανάστασης και δε θέλουν να συζητήσουν κανένα ενδεχόμενο πριν την επανάσταση, είναι μακριά από την πραγματικότητα. Περισσότερο φαίνεται σαν κάποιοι να θέλουν να διαμορφώσουν τους όρους και τα προτάγματα (άμεσα και μακροπρόθεσμα) που θα μας οδηγήσουν σε μια ανατρεπτική πορεία και κάποιοι να κάνουν απευθείας ένα άλμα που ούτε σαν άμεσο ενδεχόμενο εμφανίζεται, ούτε σαν κεντρικός στόχος, ούτε σαν όραμα, αλλά σαν μια πιθανότητα που για να φτάσουμε εκεί μεσολαβούν εκατομμύρια βήματα.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος και του πιο έντονου κομματιού του διαλόγου. Από τους συντρόφους και ειδικά τις οργανωμένες δυνάμεις που υπερασπίζονται την πρόταση της κυβέρνησης, ενώ γίνεται μια διαρκής προσπάθεια και κατάθεση απόψεων για αυτήν, για το αριστερό μέτωπο κ.α., δε γίνεται αντίστοιχα έντονη κουβέντα για το εργατικό κίνημα, τα όργανα του αγώνα κτλ. Παράδειγμα: Σε όλες τις τοπικές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συζητήθηκαν όλα τα θέματα και κατατέθηκαν τροποποιήσεις και προτάσεις. Για τα μέτωπα, τις κυβερνήσεις κ.α. έγινε τεράστια κουβέντα. Για το εργατικό κίνημα – και ενώ οι θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ελλιπείς- η τροποποίηση της ΑΡΑΝ περιλαμβάνει μόνο ένα γενικό κάλεσμα για κοινή παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μάλιστα καταδικάζοντας κάθε επιμέρους πολιτική κίνηση. Τι γίνεται όμως για το περιεχόμενο, για τη σχέση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, για την ανάγκη βαθιάς τομής με το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα, για τα συμπεράσματα από τον τελευταίο χρόνο, για τις υπαρκτές διαφοροποιήσεις μας; Το ίδιο συμβαίνει με τα θέματα των αγώνων στη γειτονιά κτλ. Το ΝΑΡ κατέθεσε κεντρικά (πέρα από προτάσεις συντρόφων σε τοπικές) 4 βασικές προτάσεις- τροποποιήσεις στις συνελεύσεις για το κείμενο των πολιτικών θέσεων. Οι 3 από αυτές ήταν για το εργατικό κίνημα και το κίνημα στην πόλη και η μία για το πολιτικό μέτωπο. Η ΑΡΑΝ και η ΑΡΑΣ κατέθεσαν τουλάχιστον 15, από τις οποίες (πέρα από κάποια σωστά αλλά σχεδόν προφανή για το αντιφασιστικό και τη νεολαία) στη συντριπτική τους πλειονότητα αφορούσαν τις πολιτικές συνεργασίες, την αποτίμηση για τις πολιτικές συμμαχίες, το πρόγραμμα κτλ… Και για να μη φαίνομαι γραφικός με τα κείμενα, ούτε να κεντρίσω εκεί τη συζήτηση, το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει παρακολουθώντας και τις περισσότερες τοποθετήσεις των συντρόφων στις συνελεύσεις, τα κείμενα κτλ. Ενώ στα κείμενα τους υπάρχουν πάντα φράσεις που κλείνουν σε όλους τους τόνους την πρωταρχική σημασία του εργατικού κινήματος, αναφέρονται με διάφορους τρόπους τα όργανα της εν- δυνάμει αντιεξουσίας, της δυαδικής εξουσίας κτλ., δε δίνεται περισσότερη προσοχή, ούτε αποτελεί κεντρικό κομμάτι της κουβέντας.

Δεν προσπαθώ να πω ότι δεν ενδιαφέρονται οι σύντροφοι για το εργατικό κίνημα, ούτε ότι έχουν προσηλυτιστεί σε ένα κυβερνητισμό. Θέλω να μπορούμε να κάνουμε διάλογο και συντροφική κριτική, με καλύτερους όρους και χωρίς φόβο. Πιστεύω ότι κάνουν λάθος  σημαντικό στο ζήτημα της πολιτικής ιεράρχησης και της πρότασης που πρέπει να έχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το να συζητάς με τόση θέρμη για την κυβέρνηση, τη στιγμή που το εργατικό κίνημα αντιμετωπίζει επιστρατεύσεις σημαίνει ή ότι το υπερεκτιμάς σαν έτοιμο να ανατρέψει άμεσα την τρικομματική κυβέρνηση (πράγμα που δεν είναι και τόσο σύνηθες για τους συντρόφους αυτούς) ή το υποτιμάς σαν αδύναμο να ανδρωθεί και να ακολουθήσει τη δική του ανεξάρτητη επαναστατική δράση αν δεν συνοδευτεί από μια κυβερνητική πρόταση. Και επειδή οι ίδιοι σύντροφοι συχνά αναφέρονται στα όρια του κινήματος (που συχνά συμφωνώ) τότε τείνω να πιστέψω πως τονίζουν το ζήτημα της κυβέρνησης σαν απάντηση στην αδυναμία του ή αντιλαμβάνονται την κατάσταση με βάση τα εκλογικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Αν ισχύει αυτό τότε πράγματι υιοθετείται μια πολιτική που δεν πατά στη βάση, δηλαδή στο εργατικό κίνημα και την άνοδό του, αλλά στην κορυφή, την κυβερνητική εξουσία, που θα τροφοδοτήσει τη βάση. Όμως ακόμα και αν μια κυβέρνηση μπορεί να ενισχύσει την ταξική πάλη, σαν του Τσάβες, οι κομμουνιστές δεν μπορεί παρά να κάνουν πολιτική από τη βάση και όχι από την κορυφή.

Όπως έλεγε ωραία η Ρόζα «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όλοι θέλουμε να ελπίζουμε στην πτώση της κυβέρνησης Εμπερτ-Σάιντεμαν και στη γρήγορη αντικατάστασή της από μια άλλη κυβέρνηση, πραγματικά σοσιαλιστική και προλεταριακή. Παρ’ όλα αυτά, θα ήθελα να τραβήξω την προσοχή σας όχι προς την κορφή της πυραμίδας αλλά προς τη βάση της.»  Δε θα πω περισσότερα, έχω γράψει πρόσφατα και μεγαλύτερο κείμενο, αλλά νομίζω ότι μεθοδολογικά η φράση αυτή συνοψίζει το διακύβευμα. Προσοχή στη βάση, αυτό είναι για τους κομμουνιστές πολιτική, όχι κινηματισμός ούτε αριστερισμός, απέναντι σε μια υποτιθέμενη συνολική πολιτική που γίνεται πάντα εν τέλει κουβέντα για την κυβέρνηση.

Τέλος, θέλω να επισημάνω ότι δε θεωρώ ότι καμία συζήτηση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι απαγορευμένη και είμαι πολύ χαρούμενος για τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει. Πιστεύω ότι  από τη συνδιάσκεψη, ανεξάρτητα, από πιθανές διαφορές, μπορεί να βγει μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενωμένη, με δημοκρατική λειτουργία, με πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες, με κάλεσμα συμπόρευσης, με θεωρητικά και πολιτικά εργαλεία παρέμβασης και πάλης. Καλή συνέχεια στο διάλογο.

2 Σχόλια to “Το ζήτημα της κυβέρνησης και η συζήτηση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Θεωρητική αναζήτηση και αντιπαράθεση μελλοντολογίας ή διαφοροποίηση πολιτικών ιεραρχήσεων και προτάσεων;”

  1. ΠΡάγματι, δεν μπορούμε να υπεκφεύγουμε αυτη την συζήτηση με αντιμετωπίσεις του στυλ «έχουμε μπροστά μας λαίλαπα, μεσαιωνα, μας ρουφάν το αίμα, για κυβερνήσεις θα μιλάμε τώρα;». Γιατί όσο «κινηματική» κι αν ακούγεται καταλήγει πολύ εύκολα σε μια λογική που συμπυκνώνει με τον πιο ακραίο και -ισως ακριβώς γι’ αυτό- πιο καθαρό τρόπο το ΚΚΕ: οι συσχετισμοί είναι από αρνητικοί εως καταθλιπτικοί, η κοινωνία καλπάζει δεξιά μόνο εμείς μένουμε όρθιοι, ελάτε. Την πρακτική κατάληξη την είδαμε στην απεργία των καθηγητών.
    Ομως το ερώτημα παραμένει: Κυβέρνηση-κράτος-κίνημα.
    Δεν θα αναφερθώ στην εμπειρία των μπολσεβίκων (αν και θα έπρεπε, δεν διαθέτουμε δα και πολλά «μοντέλα» όπου ένα επαναστατικό κόμμα οδηγεί ενα μαζικό, ριζοσπαστικοποιημένο εργατικό κίνημα στη κατάληψη της εξουσίας). Θα σταθώ με συντομία στην άποψη ότι η ανάληψη της διακυβέρνησης σημαίνει κατάληψη «ενός μέρους» της εξουσίας, που θα ανοίξει το δρόμο για την ολοκληρωτική νίκη -με την προυπόθεση ενός δυνατού κινήματος κλπ, κλπ.
    Συγχωρέστε μου την αποφυγή βαθιών θεωρητικών προβληματισμών, αλλά, μήπως αυτά τα χουμε ξανακούσει; ή μάλλον έχουν ξανακουστεί; Ξαναδιαβάζω αυτές τις μέρες για την Χιλή του Αλιέντε. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι η «αυτοκριτική» της ηγεσίας του ΚΚΧ μετά το πραξικόπημα. Η Λαϊκή Ενότητα κατέλαβε «ένα μέρος της εξουσίας» -την κυβερνητική- αλλά δεν μπόρεσε, για κάποιους μυστήριους λόγους να προχωρήσει στην συνολική κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Πρόκειται για μια αυτοκριτική διπλά και τρίδιπλα υποκριτική. Πρώτον, γιατί ακριβώς αυτό υποσχόταν η Αριστερά σαν τον «χιλιάνικο δρόμο προς τον σοσιαλισμό», Το «γιατί» ενδιαφέρει, όχι ότι δεν τα κατάφερε, αυτό είναι προφανές. Δεύτερον, γιατί η κυβερνητική εξουσία έπαιξε ενεργητικό ρόλο: στον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος, αφοπλισμό όχι μόνο ιδεολογικό αλλά και υλικό. Χάριν συντομίας παραπέμπω σε παλιότερη ανάρτηση σε αυτό το εδώ το μπλογκ τον Σεπτέμβρη στην επέτειο του πραξικοπήματος του Πινοτσέτ. Τρίτον, γιατί οι συμβιβασμοί προηγήθηκαν της ανάληψης της προεδρίας από τον Αλιέντε: το νέρωμα του ίδιου του προγράμματος της Λαικής Ενότητας για να κερδηθούν οι «ταλαντευόμενοι ψηφοφόροι» πριν τις προεδρικές του ’70 και το περίφημο «σύμφωνο εγγυήσεων» που υπέγραψε ο Αλιέντε με τη δεξιά πριν την ανάληψη της προεδρίας.
    Μα εμείς δεν είμαστε ούτε Αλιέντε ούτε Κορβαλάν είναι, φαντάζομαι, ο αντίλογος των αγαπητών συντρόφων, έχουμε βγάλει τα διδάγματα, άλλωστε είμαστε σε μια άλλη φάση κλπ. Μα το ζήτημα δεν είναι να φορέσουμε τις μάσκες και τα κουστούμια του παρελθόντος, ούτε να τα φορέσουμε σ’ όσους κριτικάρουμε (αν και θα παρακαλούσα τους εν λόγω συντρόφους να πάψουν επικαλούνται τα φαντάσματα του Μπακούνιν ή του Πάνεκοκ). Το ζήτημα είναι ότι η «αριστερά της αριστεράς» στη Χιλή έσπασε τα μουτρα της ακριβως πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Ακόμα και για το ηρωικό MIR η συζήτηση περιορίστηκε στο δίλημμα «εδραίωση ή προχώρημα» για την ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ πολιτική. Πόσες εθνικοποιήσεις θα κάνει η κυβέρνηση; Σαράντα που κατέληγε ο Αλιέντε; ενενήντα που υποσχόταν το προεκλογικό πρόγραμμα; 190 που περιλάμβανε το ιδρυτικό της UP; Μέσα σ’ αυτή τη συζήτηση ποτέ δεν μπήκε το καυτό ζήτημα που απασχολούσε, όχι θεωρητικά αλλά εντελώς πρακτικά, τους εργάτες στα εργοστάσια και τις παραγκουπόλεις: κίνημα ανεξάρτητο από την κυβέρνηση και μέχρι που; Τα cordones industriales είναι παραρτήματα του συνδικάτου, ιμάντες μεταβίβασης των εντολών του σ. προέδρου ή έμβρυα μιας άλλης κοινωνίας; Η απάντηση που επικράτησε είναι τόσο γνωστή όσο και το αποτέλεσμα.
    Η χιλιανικη εμπειρία οδήγησε ένα τμήμα της επαναστατικής αριστεράς της εποχής σε ένα συμπέρασμα που μοιάζει πολύ με τις σημερινές θεωρίες της «πυροδότησης» αν μου επιτρέπεται αυτός ο πρόχειρος ορισμός. Οτι σε συνθήκες όξυνσης της οικονομικής ή/και κοινωνικο-πολιτικής κρίσης, το κεφάλαιο δεν μπορεί να ανεχθεί ούτε μια ρεφορμιστική αριστερή κυβέρνηση, και άρα θα προσπαθήσει να την ανατρέψει και τουτο με τη σειρά του θα φέρει παραπέρα όξυνση. Το 1976 το σύνολο σχεδον των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς στην Ιταλία κατέβηκε στις εκλογές με το σύνθημα «κυβέρνηση PCI-επαναστατικής αριστεράς». Ανέμεναν μεγάλα κέρδη από μια τέτοια ευλύγιστη τακτική. Διαψεύστηκαν και η διάψευση ήταν τόσο σκληρή που οδήγησε σε διάλυση.
    Ομως, για να απαντήσω στο αρχικό ερώτημα που θέτει ο Θ.Α, όχι η κουβέντα δεν αφορά μόνο τη θεωρία και την ιστορία. Αφορά και τις ιεραρχήσεις. Γιατί, να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας συντροφοι. Με τους συγκεκριμένους όρους που τίθεται η συζήτηση για την «πραγματική αριστερή κυβέρνηση» δεν αφορά ενδεχόμενα «περάσματος» αλλά πολύ συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές σήμερα: ο αντικαπιταλισμός θεωρείται βαρίδι στην συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου που θα διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία. Για την ακρίβεια, υπονοείται, και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Συγγνώμη σύντροφοι, αλλά αυτό δεν είναι νέα στρατηγική αντίληψη. Είναι πολύ παλιά και πάει πίσω στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων. Και όποιος θεωρεί αυτή την αναφορά «κολλημένη», ας μας κάνει τη χάρη να μην προσφεύγει στον Γκράμσι (και αυτός παλιός είναι, του 20ου αιώνα…)

    • Χρίστος Τουλιάτος Says:

      Θάνο, χαίρομαι πάνω από όλα για το ύφος και τη συντροφικότητα με την οποία τοποθετείσαι. Είναι και προσωπικό χαρακτηριστικό σου που εκτιμώ πολύ, αφού δυστυχώς στα φοιτητικά αμφιθέατρα που συνυπήρξαμε για λίγο ενδημεί η ισχυρογνωμοσύνη και όχι τόσο η διαλεκτική.

      Δεν έχω πολύ χρόνο λόγω δουλειάς για να γράψω περισσότερα και θα κοπιάρω ένα μέρος από επώνυμο σχόλιο που έκανα χθες στο aristero blog σε αντίστοιχη κουβέντα σε ένα σύντροφο που έλεγε εμμονικά για «κάποιους» στο διάλογο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που λένε για κυβέρνηση και πρακτικά εννοούν εμμέσως στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ:

      «δεν κάνεις ένα κόπο να μας πεις και ποιοί είναι αυτοί που λες ότι τα λένε αυτά; Άμα είναι να συζητάμε με φαντάσματα καλώς…Γιατί έχω παρακολουθήσει όλο το διάλογο, έχω πάει σε αρκετές εκδηλώσεις στην Αθήνα και την επαρχία, έχω μιλήσει σε κάποιες ως μέλος του ΠΣΟ και δεν έχω δει ΚΑΝΕΝΑΝ να λέει αυτό που λες.
      Ας μην φτιάχνουμε λοιπόν έναν αντίπαλο στα μέτρα μας, ας μην σχηματοποιούμε απόψεις με τρόπο βολικό, ας μην συνδικαλίζουμε λέγοντας ότι ο «αντίπαλός» μας λέει κάτι εντελώς άλλο από αυτό που λέει.
      Η συζήτηση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αν μία σύγχρονη επαναστατική στρατηγική οφείλει να αναμετρηθεί με τα ερωτήματα:
      -ποιός είναι ο αντίπαλος (σύγχρονος ιμπεριαλισμός και εγχώριος καπιταλισμός)
      -ποιά είναι η αναγκαία σύγχρονη κοινωνική συμμαχία (και αυτό απαιτεί δουλειά από όλους μας, ποιές είναι οι τάξεις, πώς διαρθρώνονται κλπ.)
      -ποιό είναι το αναγκαίο πρόγραμμα (εμβάθυνση, τεκμηρίωση, εκλαϊκευση ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος, σύνδεσή του με το καθημερινό πρόβλημα επιβίωσης)
      -ποιό είναι το αναγκαίο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο (κοινωνικό κίνημα και οργάνωση λαού, μορφές δυαδικής εξουσίας, αντιθεσμοί, αλλά και πολιτικό μέτωπο στη βάση του μεταβατικού προγράμματος)
      -ποιά είναι μία σύγχρονη απάντηση στο ερώτημα της εξουσίας (και της κυβερνητικής που αποτελεί υποσύνολό της)
      όποιος θέλει να «κοντύνει» συνδικαλιστικά την κουβέντα στο επίπεδο της στήριξης ή όχι μίας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όταν δεν τίθεται καν το ζήτημα στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ νομίζω, σύντροφε, ότι δεν προσφέρει καλή υπηρεσία στο βάθεμα της συζήτησής μας»

      το στέλνω επειδή προφανώς η συζήτηση σας με το Λέανδρο με κέντρισε. Παρεμπιπτόντως, να σημειώσω ότι την τοποθέτηση των συντρόφων του ΣΕΚ στο ζήτημα των κυβερνήσεων (στήριξη των θετικών μέτρων μίας «ρεφορμιστικής» κυβέρνησης,αντιπολίτευση στα αντιλαϊκά μέτρα της, καμία συμμετοχή σε αυτή, πίεση από τα αριστερά από κάτω στην ρεφορμιστική κυβέρνηση ώστε να αποσπαστεί «εργατική βάση» από το ρεφορμισμό, ζήτημα κυβέρνησης για τους επαναστάτες τίθεται μόνο μετά την επανάσταση) την θεωρώ πιο πολιτική από εύκολους αφορισμούς που γίνονται «γενικά» της κυβέρνησης. Απλά, πιστεύω (και το πιστεύω γενικά για το τροτσκιστικό ρεύμα) ότι αντιστοιχεί σε ρεύματα αριστεράς που διαχρονικά τοποθετούν τον εαυτό τους στη θέση της αριστερής αντιπολίτευσης. Ούτε η συγκυρία αφήνει τέτοιες πολυτέλειες να παίζουμε απλά τη «συνεπή» αριστερά της αριστεράς (όπως υπήρχε αυτή η συνθήκη σε όλη τη μεταπολίτευση έως τώρα), ούτε αρκεί στρατηγικά κάτι τέτοιο. Με την έννοια ότι το εύρος και η συνθετότητα μίας επαναστατικής διαδικασίας σε μία δυτική καπιταλιστικά αναπτυγμένη χώρα απαιτεί μία αντίστοιχη σε βάθος στρατηγική θεώρηση από εμάς και όχι εύκολους αφορισμούς.

      Θεωρώ, λοιπόν, ότι το κείμενό σου είναι λίγο ρηχό σε αυτό. Δεν τοποθετείσαι επί της ουσίας του ζητήματος της εξουσίας και της κυβέρνησης (ενώ λες ορθά πράγματα όπως π.χ. ότι απαιτείται επειγόντως σύγχρονη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους) , αλλά «μεθοδολογικά». Θεωρώ ότι αδικείς την άποψη της ΑΡΑΝ λέγοντας ότι έχει ουσιαστικά «μονοθεματική» τοποθέτηση στις συνελεύσεις. Τόσο η συμβολή μας στην εκπόνηση των Θέσεων όσο και η συνολική τοποθέτησή μας αφορά σε όλα τα ζητήματα. Ίσως έχεις δει πόσο επιμένουμε εδώ και καιρό στο να ανοίξει μία σύγχρονη κουβέντα για το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας και της κοινωνικής οργάνωσης του λαού (στο περιοδικό μας, στο site, σε εκδηλώσεις στη Λέσχη μας). Και πολύ περισσότερο, νομίζω ότι ξέρεις αν και πόσο σύντροφοι της ΑΡΑΝ είναι ενεργοί με ουσιαστικό τρόπο μαζί με συντρόφους του ΝΑΡ σε σωματεία και γειτονιές. Λες π.χ. για την τροποποίηση που καταθέτει το ΝΑΡ για τα τοπικά κινήματα και τις νέες μορφές κινήματος (πλατείες). Κάνε ένα κόπο να ρωτήσεις τους συντρόφους στου στην ΚΣΕ ποιός εισηγήθηκε να μπει και επέμεινε μέχρι τέλους να υπάρχει ως θέση αυτό που ήδη οι Θέσεις έχουν. Στην πλατεία το 2011, άλλωστε, ήσουν και ήμουν, ξέρουμε και οι δύο ποιές δυνάμεις έβαλαν με δημιουργικό τρόπο πλάτη στο Σύνταγμα και σε άλλες πόλεις της επαρχίας. Και το ίδιο ισχύει και για άλλα σημεία (ακόμα και για το σημείο για τη σύγχρονη σοσιαλιστική-κομμουνιστική προοπτική από κοινού με τους συντρόφους του ΝΑΡ).

      Λέω πολύ απλά το εξής: η τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ελλειμματική σε πολλά όπως όλοι αναγνωρίζουμε. Αλλά σε κάποια σημεία (μετωπική πολιτική συμμαχιών, ζήτημα εξουσίας) έχει κραυγαλέα πολιτικά κενά και η συγκυρία απαιτεί έτσι κι αλλιώς κάποιες απαντήσεις (και όλοι το καταλαβαίνουμε αυτό και το λέμε ρητά μεταξύ μας). Ως ΑΡΑΝ λέμε ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε την τοποθέτησή μας (έστω και στοιχειωδώς) με προχωρήματα σε όλα τα επίπεδα (κοινωνική οργάνωση, πρόγραμμα, πολιτικό μέτωπο, συμμαχίες, εξουσία-κυβέρνηση, δημοκρατική συγκρότηση ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Εσύ λες ότι αν εστιάζουμε σε κραυγαλέα ελλείμματα ακριβώς επειδή είναι τέτοια είμαστε «μονοθεματικοί» σε αυτά. Ε, ας ξεφύγουμε λίγο από τόσο σχηματική κουβέντα και ας συζητήσουμε επί της ουσίας. Σε όλα.

      Καλή συνδιάσκεψη να έχουμε.Ψυχή Βαθιά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s