Η αόρατη γενιά

της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη   

mati

«Μου λένε να μπω στη γραμμή μετά το πρώτο κουδούνι. Το κορίτσια σε μία γραμμή, τα αγόρια σε άλλη. Περνάω δίπλα από τα κορίτσια και αισθάνομαι αυτή την περίεργη, δυνατή έλξη της σύνδεσης. Ωστόσο, κάποιο κομμάτι μου ξέρει ότι πρέπει να συνεχίσω να προχωρώ. Με το που κοιτάζω προς την άλλη γραμμή, όμως, βλέπω μια διαφορετικότητα που με μπερδεύει. Ούτε εδώ ανήκω. Σταματάω ανάμεσά τους.» [1]

Τη θέση «ανάμεσά τους» καμία γλώσσα δεν έχει λόγια να την περιγράψει. Αυτό το άφατο «ανάμεσα» δεν μπορεί να οριστεί˙ είναι, έτσι, ένας αόρατος, σχεδόν ανύπαρκτος τόπος. Το πέπλο της αορατότητας, όμως, δεν καλύπτει μόνο φύλα και σεξουαλικότητες. Σήμερα, φαίνεται να καλύπτει και μια ολόκληρη γενιά. Αυτή που άλλοτε μας είχε συστηθεί ως «η γενιά των 700 ευρώ». Μια γενιά που εδώ και καιρό έχει χάσει τον προσδιορισμό της, μιας και τα 700 ευρώ έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί από το μισθολόγιό της, μια γενιά που σήμερα κινείται ανάμεσα στην ανεργία και την εργασία, χωρίς ποτέ να εντάσσεται πλήρως ούτε στην ανεργία ούτε στην εργασία, μια γενιά ανάμεσα στη νεότητα και την ενηλικίωση. Η επισφάλεια, η συνεχής μετακίνηση από την ανεργία στην ελαστική εργασία, δεν αποτελεί πια προσωρινή κατάσταση ύστερα από την οποία «τα πράγματα μπορούν να καλυτερέψουν». Ο εφεδρικός στρατός εργασίας δεν θα είναι ποτέ «ετοιμοπόλεμος» να ενταχθεί στην παραγωγική διαδικασία με μόνιμο και αξιοπρεπή ως προς τους όρους δουλειάς τρόπο˙ και αυτό είναι κάτι για το οποίο έχει πλήρη συνείδηση.

Τον στρατό αυτόν, τμήμα του οποίου κάποτε βίωνε την επισφάλεια ως περίοδο μετάβασης στον κόσμο της εργασίας, σήμερα τον θέλουν να ζει και να εργάζεται επισφαλώς εφ’ όρου ζωής. Πράγματι, η επισφάλεια ως κυρίαρχη τάση τείνει να επικρατήσει γενικευμένα. [2] Και πρόβα τζενεράλε για το πώς είναι να ζεις όλες τις πτυχές της καθημερινότητάς σου επισφαλώς κάνει η γενιά των 20-35. Αυτή η κοινωνική και ηλικιακή κατηγορία ζει, κατά κύριο λόγο, με τους γονείς της ή είναι εξαρτημένη από αυτούς, καθώς οι απολαβές της δεν επαρκούν για να βιοποριστεί ή για να χτίσει μια αυτάρκη καθημερινότητα, μετατοπίζοντας κατά μία δεκαετία τα όρια της νεότητας, και ερχόμενη αντιμέτωπη με την αποτυχία επίτευξης των «στόχων της ενηλικίωσης». Ακόμα και όσοι δεν είναι κάτοχοι πανεπιστημιακών τίτλων έχουν αναβαθμισμένες δεξιότητες, τις οποίες όμως δεν εξασκούν ελλείψει σταθερής δουλειάς. Η δημιουργικότητα, το μεράκι και η όρεξή τους αναλώνεται σε μια αλλοτριωτική προσπάθεια να βρουν κάποια χρήματα, και καταστρέφεται κάπου ανάμεσα στο άγχος, την απαξία και την απογοήτευση.

Ο απεριόριστος ελεύθερος χρόνος που υποτίθεται ότι χαίρονται οι επισφαλώς εργαζόμενοι παύει, τελικά, να αποτελεί «ελεύθερο χρόνο»˙ ανάμεσα στη Χρυσή Ευκαιρία και την αίσθηση της ματαιότητας, ο χρόνος συνεχίζει να κυλά ανενόχλητος και χωρίς αξία, μπροστά από την οθόνη της ζωής τους. Από την άλλη, μιλάμε για μια γενιά που σε μεγάλο βαθμό έχει συνδέσει την οργάνωση του ελεύθερου χρόνου της με καταναλωτικές δραστηριότητες. Και όταν σταματά η δυνατότητα για κατανάλωση, είναι λες και σταματούν οι δυνατότητες δημιουργικής οργάνωσης του χρόνου εν γένει. Ωστόσο, ακόμη και στις περιπτώσεις που το καταναλωτικό πρότυπο δεν είναι το κυρίαρχο, η παντελής αβεβαιότητα για τις μελλοντικές εξελίξεις και η αμηχανία αποτρέπουν οποιουδήποτε είδους σχεδιασμό της καθημερινότητας.

Οι σταθερές μιας ολόκληρης γενιάς, που οι αφηγήσεις των παππούδων της από τον πόλεμο και τις στερήσεις του θεωρούνταν αφηγήσεις ενός θαμμένου παρελθόντος, κλονίζονται βάναυσα. Οι σύγχρονοι γκασταρμπάιτερ, οι μετανάστες που παλεύουν όχι για τη «μεγάλη ζωή», αλλά για το βιοπορισμό, ζουν σήμερα σαν «τραγική φάρσα» τη ζωή δύο γενεών πριν. Μια γενιά που προετοιμάστηκε να ζήσει «καλύτερα από τους γονείς της» βρίσκεται σήμερα χωρίς υλικά, ψυχικά, αλλά και πολιτικά εργαλεία να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ως αποτέλεσμα, αυτή η γενιά από τη μία εναντιώνεται και αντιστέκεται στους θεσμούς που την αποκλείουν, από την άλλη προσκολλάται σε αυτούς θεωρώντας τους, ελλείψει εναλλακτικών, ως τη μοναδική πιθανότητα βελτίωσης της αβέβαιης ζωής τους. Και υπό την επήρεια του σοκ, η απογοήτευσή της άλλοτε μετατρέπεται σε οργή για την εξουσία, άλλοτε σε οργή για τον ίδιο της τον εαυτό, αφού η «αποτυχία» ενσωματώνεται ως, σε τελική ανάλυση, προσωπική ευθύνη.

Είναι παντού, κι όμως δεν υπάρχουν

Η γενιά της επισφάλειας, ταυτόχρονα ημι-ενταγμένη και ημι-αποκλεισμένη, [3] ταυτόχρονα εντός και εκτός των θεσμών, είναι μια γενιά η οποία δεν μπορεί να οριστεί ούτε διά της έλλειψης, βάσει αυτού που δεν είναι ή δεν έχει. Η κοινωνική διάρθρωση όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα φαίνεται ότι δεν έχει κρατήσει ούτε κάποια «μη θέση» για τους σύγχρονους αόρατους. Αυτοί δεν θα μείνουν χωρίς δουλειά, διότι ποτέ δεν είχαν και δύσκολα θα βρεθούν με το μειωμένο επίδομα ανεργίας. Δεν θα πουν ποτέ «δεν έχω να ταΐσω τα παιδιά μου», διότι πιθανότατα δεν πρόκειται να αποκτήσουν ποτέ.

Παρόλο που η επισφάλεια αποτελεί καθημερινότητα για χιλιάδες νέους, πρακτικά δεν υπάρχει κάποιο σημείο συνάντησής τους, όπου η ατομική διαχείριση θα μπορούσε να μετατραπεί σε συλλογική διεκδίκηση. Οι ημι-άνεργοι δεν έχουν συλλογικές αναπαραστάσεις από τους χώρους εργασίας τους, τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να ενταχθούν σε σωματεία, μιας και οι πιο πολλοί, όταν δουλεύουν, δουλεύουν «μαύρα», είναι ανασφάλιστοι και έχουν ελαστικό ωράριο, βρίσκονται με λίγα λόγια εκτός οποιασδήποτε κοινωνικής ομαδοποίησης.

Το κίνημα των Πλατειών και οι τοπικές λαϊκές συνελεύσεις αποτέλεσαν ίσως τον πρώτο τόπο υποδοχής και οργανικής κοινωνικής ενσωμάτωσης αυτής της γενιάς. Αποτέλεσαν τόπο συνάντησης, συζήτησης, ανάληψης κοινών πρωτοβουλιών και δράσης. Ωστόσο, λόγω των αντιφάσεων των μορφωμάτων αυτών αλλά και της περιορισμένης χρονικά λειτουργίας τους, η αίσθηση της συλλογικότητας υποχώρησε και η ατομική πορεία συνεχίστηκε. Η απογοήτευση, ο θυμός και η αίσθηση του αποκλεισμού δεν θα μπορούσαν να μείνουν για πολύ θαμμένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής αποτέλεσε η εν λόγω ηλικιακή και κοινωνική κατηγορία. Η αναζήτηση ενός πλαισίου ένταξης, στο οποίο καθένας θα αποκτά (έστω και στρεβλή) ταυτότητα και (έστω και φαινομενικά) θα είναι χρήσιμος, η αντίδραση, χωρίς την ανάγκη ρήξης με τα κυρίαρχα ιδεολογήματα, χαρίζουν ακόμα κόσμο στον ναζισμό.

Και η Αριστερά;

Αυτή η πορεία φαίνεται ότι δεν μπορεί να ανακοπεί όσο η Αριστερά δεν παρεμβαίνει δραστικά με σκοπό τη διαμόρφωση πρακτικών αντι-ηγεμονίας που θα ενσωματώνουν οργανικά όλα τα πληττόμενα τμήματα της κοινωνίας. Ωστόσο, το πρόβλημα εντοπίζεται πολύ πιο πριν από την ύπαρξη ή μη στην κοινωνία και τα σωματεία δομών ικανών να ενσωματώσουν αυτή τη γενιά. Η δομή των ίδιων των αριστερών πολιτικών μορφωμάτων, από την πιο παραδοσιακή ως την πιο ριζοσπαστική εκδοχή τους, λόγω της κατεξοχήν εργασιακής-κλαδικής τους συγκρότησης, οργανώνει αυτή τη γενιά κυρίως μέσω τοπικών οργανώσεων. Αυτή η επιλογή, όμως, εγείρει δύο βασικά ερωτήματα.

Από τη μία, η αόρατη γενιά, σύμφωνα με τον προηγούμενο συσχετισμό δυνάμεων, θα αποτελούσε την επόμενη, χρονικά, παραγωγική γενιά. Κατ’ επέκταση, ηλικιακά και κοινωνικά, θα αποτελούσε τμήμα του δυνάμει συλλογικού επαναστατικού υποκειμένου. Από τη στιγμή όμως που τα χαρακτηριστικά της εργασιακής ένταξης έχουν αλλάξει σε πολύ μεγάλο βαθμό και αναφέρονται πλέον όχι σε εξαιρέσεις αλλά στον κανόνα, η συλλογική συγκρότηση μιας ολόκληρης γενιάς –και των επόμενων, αν η επισφάλεια αποτελέσει μακροπρόθεσμο σχέδιο και όχι τακτική «καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων»– τίθεται υπό διακύβευση, παίρνοντας μαζί της και τον δυνάμει ανατρεπτικό της ρόλο.

Από την άλλη, η συγκρότηση σε τοπικό επίπεδο αποτελεί για την Αριστερά όχι μια δευτερεύουσα όψη αλλά οργανικό τμήμα του συνολικού σχεδιασμού της; Αποτελεί μια προσπάθεια συγκρότησης συλλογικοτήτων βάσης, ευρέων αλλά και με πολιτικά χαρακτηριστικά, ικανών να συμβάλουν στο σχέδιο της ανατροπής; Ακόμη κι έτσι να είναι, ωστόσο, το ερώτημα της εργασιακής ένταξης δεν παύει να υφίσταται, καθώς αυτό αντανακλά το ερώτημα της ταξικής συγκρότησης. Έτσι, η νέα πραγματικότητα επιτάσσει την πάλη στα σωματεία και στον εργασιακό κλάδο, αλλά με τρόπο που να απαντά στις ανάγκες του σήμερα και όχι ενός προηγούμενου συσχετισμού. Επιτάσσει την εμπλοκή με νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, για τις οποίες πιθανότατα δεν θα έχουμε καμιά προηγούμενη εμπειρία. Το προηγούμενο διάστημα είδαμε τη δημιουργία μιας σειράς πρωτοβουλιών επισφαλώς εργαζομένων κι ανέργων. Το ερώτημα της ουσιαστικής και όχι μόνο ηθικής σύνδεσής τους με τα εργατικά σωματεία παραμένει.

Πέρα από αυτά, όμως, είναι η ίδια η Αριστερά που οφείλει να στοχαστεί εκ νέου πώς θα μπορέσει να εντάξει οργανικά στους κόλπους της μια ολόκληρη γενιά. Πώς θα μπορέσει να την δει και η ίδια με τρόπο πολιτικό και όχι ηθικό˙ οι επισφαλώς εργαζόμενοι δεν είναι μια θλιβερή εξαίρεση στην εργασιακή κανονικότητα, δεν είναι κάποιοι που χρειάζονται «στήριξη». Είναι μια ολόκληρη κοινωνική κατηγορία, αποτέλεσμα μιας μεγάλης ταξικής ήττας. Και ακριβώς αυτός ο αποκλεισμός, ως βασικό χαρακτηριστικό της γενιάς, πρέπει να αποτελέσει κριτήριο όχι μόνο για μια νέα ανάγνωση της κατάστασης από την Αριστερά και για τη συγκρότηση επαναστατικής στρατηγικής˙ πρέπει να αποτελέσει το κριτήριο βάσει του οποίου η αόρατη γενιά δεν θα συμπορευτεί απλώς με την «Αριστερά του κόσμου δουλειάς», αλλά θα την στελεχώσει ουσιαστικά, αποτελώντας πρωτοπόρο τμήμα της, που θα κομίζει πείρα, θα οξύνει αντιφάσεις, θα συγκροτεί και θα συγκροτείται, θα δημιουργεί και θα σχεδιάζει.

Είναι μεγάλο στοίχημα για την Αριστερά να μην αφήσει να παγιωθούν και να «κανονικοποιηθούν» στις πρακτικές και τις συνειδήσεις μας οι διαδικασίες αποκλεισμού και μετατροπής τμημάτων της κοινωνίας σε ανθρώπινα σκουπίδια προς ανακύκλωση, να μην αφήσει αυτή την κατάσταση να «θεσμοποιηθεί». Είναι στοίχημα, αυτή η γενιά όχι μόνο να είναι η τελευταία αόρατη γενιά, αλλά να γίνει η γενιά που κόντρα εξατομίκευση και την απομόνωση θα καταφέρει να ενοποιηθεί και να βγει στην πρώτη γραμμή του αγώνα, αποτελώντας τον κινητήριο μοχλό της ανατροπής.

[1] Από το λόγο της Λάνας Γουατσόφκι, συν-σκηνοθέτιδας του Cloud Atlas, κατά την παραλαβή του βραβείου Ορατότητας της Καμπάνιας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRC) για το 2012. Μετάφραση-υποτιτλισμός: Πρωτοβουλία κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης. Στοhttp://www.youtube.com/watch?v=LUCFa_ov-no
[2] Βλ. σχετικά: Τάσος Μπέτζελος, «Η επισφάλεια της καθημερινότητας και η καθημερινότητα της επισφάλειας», Εκτός Γραμμής, τ. 27-28, Οκτώβριος 2011.
[3] Στο ίδιο.

Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 32 / Μάρτιος 2013

Ένα Σχόλιο to “Η αόρατη γενιά”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s