Το αντιφασιστικό κίνημα μπροστά σε ένα ελπιδοφόρο σταυροδρόμι

του Δήμου Έξαρχου

 

            Για να κατανοήσει κανείς τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση προχώρησε αιφνιδιαστικά και αποφασιστικά στις συλλήψεις της ηγεσίας μαζί με πολλά στελέχη της ΧΑ, πρέπει να διακρίνουμε σε ποια φάση βρίσκεται η ανάπτυξη του φασισμού στην Ελλάδα, τα χαρακτηριστικά του και την ειδική του θέση στη συγκυρία. Έτσι, θα οδηγηθούμε και στα σωστά συμπεράσματα σε σχέση με το ρόλο του αντιφασιστικού κινήματος και την από εδώ και στο εξής στοχοθεσία του.

            Η ΧΑ είναι ένα φασιστικό κόμμα. Ως τέτοιο ιδρύθηκε και ως τέτοιο αναπτύχθηκε την τελευταία τριετία. Αυτό σημαίνει επίσης ότι επιδιώκει την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας μέσα από τη συγκρότηση φασιστικού κινήματος. Ο εκφασισμός της κοινωνίας δηλαδή, ως διεύρυνση της πολιτικής της επιρροής και κοινωνικής εκπροσώπησης της ΧΑ.

Ορισμένες μεθοδολογικές επισημάνσεις εδώ, θα μας υποδείξουν σε ποια φάση ανάπτυξης βρισκόταν ο φασισμός το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε των συλλήψεων:

–       Η ΧΑ την τελευταία διετία έχει περάσει από τη φάση της εμφάνισής της (κατάσταση στην οποία βρισκόταν πάνω από μια εικοσαετία) στη φάση εδραίωσής της[1]. Είναι η περίοδος από τα μέσα του 2011, που περνάει από την εκλογή Μιχαλολιάκου ως δημοτικού συμβούλου Αθήνας και φτάνει μετά τις διπλές εκλογές του 2012 (είσοδος στο κοινοβούλιο), μέχρι και τα μέσα του 2013. Αυτή έχει ως βασικά χαρακτηριστικά, την έστω και μερική υιοθέτηση της φασιστικής ιδεολογίας από μεγάλα τμήματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης, από την κατακερματισμένη εργατική τάξη (όπως προκύπτει από τις τεράστιες εφεδρείες που απελευθερώνει η ανεργία στην κρίση και η διάλυση των συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων). Παρατηρούμε επίσης, πανελλαδική δικτύωση με άνοιγμα γραφείων και έντονη ανάπτυξη ριζοσπαστικής δράσης κατά κύματα, με χαρακτήρα θεάματος, όπως συσσίτια και κυρίως δολοφονικές επιθέσεις κατά μεταναστών εργατών. Είναι αυτού του τύπου η κινηματική πρακτική του φασιστικού κόμματος γύρω από την οποία συγκροτεί τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του και μετασχηματίζει σε οργανωτική δύναμη την πολιτική της επιρροή.

–       Ένα φασιστικό κόμμα σαν τη ΧΑ, για να αναπτύσσεται διαρκώς χρειάζεται να έχει βλέψεις εξουσίας. Πραγματικές και διακηρυγμένες. Είναι καθοριστικό στοιχείο, γιατί αν απουσίαζε αυτό, τότε ο ριζοσπαστισμός δε θα αρκούσε για να προωθήσει την «εναλλακτική πολιτική πρόταση» που το φασιστικό κόμμα καταθέτει στην κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει αλματωδώς την πολιτική του επιρροή. Σε αυτό άλλωστε συντείνει η συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου λόγω της εντεινόμενης κρίσης.

–       Το φασιστικό κόμμα είναι αποφασισμένο να καταλάβει την πολιτική εξουσία μέσα από το κοινοβούλιο. Δεν είναι, μία παραστρατιωτική οργάνωση (αν και διαθέτει και τέτοιες δομές), ούτε αντικοινοβουλευτική (όπως πχ οι ΑΜΕ), η οποία θέλει να καταλύσει πραξικοπηματικά την αστική δημοκρατία. Το κοινοβούλιο είναι κεντρική πολιτική τους επιλογή, μέσα από το οποίο εκφράζουν, οργανώνουν και κατευθύνουν σφαιρικά πολιτικά το φασιστικό κίνημα. Νομιμοποιούν και σταθεροποιούν την «καινοτόμο» πολιτική τους παρουσία, χρησιμοποιώντας τη βουλή σαν δίαυλο θεσμικής εμπέδωσης των οριακών πρακτικών τους στην κοινωνία. Παράλληλα, το αντιλαμβάνονται σαν ένα φρούριο προς κατάκτηση και άλωση, που μέχρι τότε επιδιώκουν μέσα από τις εκλογές να καταλαμβάνουν προωθημένες θέσεις μάχης.

–       Η άνοδος στην εξουσία, όπως έχει δείξει και το ιστορικό προηγούμενο (των γερμανών ναζιστών και των ιταλών φασιστών), περνάει μέσα από το σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού της συντηρητικής δεξιάς παράταξης με το φασιστικό κόμμα. Πρόκειται για μια διελκυστίνδα με εντελώς αβέβαιη έκβαση. Σε καθεστώς παρατεταμένης πολιτικής κρίσης και αδυναμίας των μαζικών αστικών κομμάτων να οργανώσουν πλατιές κοινωνικές συναινέσεις, βρισκόμαστε μπροστά στην εξής ρευστή κατάσταση: Οι μεν συντηρητικοί εξωθούνται σε μία πολιτική συνεργασίας με τους φασίστες και αποσκοπούν στο να τους αφαιρέσουν τη δυναμική τους και να ανακτήσουν τμήματα της κοινωνικής βάσης που έχουν χάσει από αυτούς, με την ηγεμονία που ασκούν πάνω τους. Οι δε φασίστες, μπαίνοντας σε μια τέτοια κυβέρνηση, επιδιώκουν να καταλάβουν εκείνα τα χαρτοφυλάκια («θέσεις-κλειδιά») και ταυτόχρονα επενδύουν και υποδαυλίζουν τα πολιτικά αδιέξοδα. Τελικός στόχος αυτής της στρατηγικής να εκβιάσουν τόσο τους πολιτικούς τους εταίρους όσο και την ίδια την άρχουσα τάξη, ότι είναι η μόνη ικανή να διαχειριστεί και να εγγυηθεί τα συμφέροντά της σα σύνολο. Ο εκβιασμός αυτός είναι βάσιμος, αφού έχει, κατά κανόνα, προηγηθεί ήττα ή υποχώρηση ενός εξαιρετικά απειλητικού εργατικού κινήματος, που είχε απειλήσει την αστική ταξική κυριαρχία. Αυτές είναι οι περιπτώσεις της ήττας των εργοστασιακών συμβουλίων στην Ιταλία το 1919, της ήττας της γερμανικής επανάστασης που ολοκληρώνεται το 1923 καθώς και – τηρουμένων των αναλογιών – της σημαντικής υποχώρησης του κινήματος στην Ελλάδα, μετά το Φλεβάρη του 2012.

Η ΧΑ, ήδη από το καλοκαίρι του 2013, φαίνεται να εκτιμά ότι είναι η κατάλληλη συγκυρία για να ετοιμάζεται προς την αναρρίχησή της στην εξουσία. Η εκτόξευση της εκλογικής δυναμικής της (που την έφερνε στις δημοσκοπήσεις μέχρι και το 15%), αλλά και η απροσδιόριστη παράταση της οικονομικής κρίσης, που τροφοδοτεί διαρκώς την απειλή της πολιτικής κρίσης, της παρέχει τα αντικειμενικά εχέγγυα για να καταστεί σοβαρός «παίκτης» ανάμεσα σε ένα μάλλον ισχνό δικομματισμό, που δε διαθέτει αισθητά ισχυρότερες δυνάμεις (κατά βάση εκλογικές). Τα κενά πολιτικών εκπροσωπήσεων και τα αδιέξοδα κυβερνητικής διαχείρισης της αστικής κυριαρχίας, είναι το «σκηνικό» που θα παράσχει στη ΧΑ τις «ευκαιρίες» εξουσίας στο μέλλον. Γι’ αυτό πρέπει να «προετοιμάζεται» και να καιροφυλακτεί. Άλλωστε, ο πολιτικός χρόνος πυκνώνει επικίνδυνα.

Με αυτό σχετίζεται η βολιδοσκόπηση που ξεκινά η ΧΑ «σοβαρών» στελεχών της αστυνομίας, του στρατού και του δικαστικού μηχανισμού. Ανθρώπων που θα μπορούν να διαπραγματευτούν με τη ΝΔ σε μια πιθανή μελλοντική σύμπραξη, τις αξιώσεις του φασιστικού κόμματος. Επιπλέον, θέλει να θολώσει τα νερά και εντός ΝΔ, δίνοντας την εντύπωση μιας άμβλυνσης των αιχμών της, ποντάροντας και στις φιλικές διαθέσεις της ακροδεξιάς ηγετικής δράκας του Σαμαρά.

Στο σημείο αυτό και με αυτά τα δεδομένα, η ΧΑ παίρνει την πολιτική επιλογή να κλιμακώσει και να χτυπήσει την Αριστερά και γενικά όλα τα κομμάτια του κινήματος και εξουσιοδοτεί τα μέλη του για ανεξέλεγκτες επιθέσεις. Αρχικά χτυπά άγρια συνεργείο αφισοκόλλησης του ΚΚΕ με συνδικαλιστές ανάμεσά τους (κίνηση με έντονο συμβολικό φορτίο) και ύστερα δολοφονεί τον Παύλο Φύσσα, γνωστό αντιφασίστα και καλλιτέχνη. Όλα αυτά γίνονται καθόλου τυχαία, την περίοδο που ξεκινούν οι απεργίες των καθηγητών, με μια κυβέρνηση να φοβάται μήπως τεθεί αντιμέτωπη με ένα απεργιακό μέτωπο πολλών κλάδων. Με την κλιμάκωση των επιθέσεων, λοιπόν, η ΧΑ επιχειρεί πέραν της προφανούς τρομοκράτησης του κινήματος, να στείλει μήνυμα σε κράτος και άρχουσα τάξη ότι αυτή είναι ο αποτελεσματικότερος εγγυητής και θεματοφύλακας της δημόσιας τάξης στη χώρα. Ακόμα και αν το τίμημα είναι να μπουν οι δολοφονίες στην ημερησία διάταξη. Ας σκεφτούμε ότι σε πολιτική περίοδο αδυναμίας παραγωγής συναινέσεων, η καταστολή έχει τον πρώτο λόγο στη διατήρηση της ταξικής κυριαρχίας. Αυτό για τη ΧΑ και σε μία μελλοντική κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία προσβλέπει, θα αποτελεί το κορυφαίο της διαπραγματευτικό χαρτί για να καταλάβει προνομιακές θέσεις εξουσίας.. Και κυρίως αυτές που συνδέονται με τον σκληρό πυρήνα του κράτους (αστυνομία, δικαστήρια). Έτσι, με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια για τη ΧΑ, η οποία έτσι καταφέρνει να αποσβέσει και τις πιέσεις της βάσης των μελών της, που αμφισβητούν την «κοινοβουλευτική της στροφή» και διψούν για αιματηρό ριζοσπαστισμό, μια που πάρα πολλοί έχουν στρατευθεί σε αυτή τη βάση.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι σημείο χωρίς επιστροφή για τη ΧΑ και το φασιστικό κίνημα. Είτε τη «βγάζει καθαρή» και συνεχίζει ακάθεκτη με άλλη αυτοπεποίθηση και (σχετικά) άμεσο σχέδιο εξουσίας πλέον, είτε «δεν περνάει» και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για αυτήν.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, σε αυτή τη ρωγμή που άνοιξε, η κυβέρνηση παίρνει την πολιτική απόφαση να κινητοποιήσει ταχύτατα δικαστικό και κατασταλτικό μηχανισμό, να συγκεντρώσει δικογραφία 30ετίας, να τη διώξει (πολύπλευρα) ποινικά και μέσα σε 2 μέρες να συλλάβει όλη της την ηγεσία. Κίνηση που στην πραγματικότητα την καταστρέφει, τη στιγμή που έδειχνε πιο δυνατή από ποτέ. Αποκεφαλίζοντας την ηγεσία ενός φασιστικού κόμματος, ουσιαστικά το θέτει σε κατάσταση μαρασμού και διάλυσης προοπτικά. Φαίνεται πως πρόκειται για στρατηγική επιλογή.

Γιατί παίρνει αυτήν την πρωτοβουλία η κυβέρνηση όμως, που σε πολύ κόσμο δείχνει ακατανόητη; Μάλιστα, τη στιγμή που ήταν τόσο εμφανής η κάλυψη που της παρείχε όλο αυτό το διάστημα; Θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε στη συνέχεια οι κυριότερες αιτίες αυτής της πολιτικής επιλογής:

–       Τόσο η κυβέρνηση όσο και η άρχουσα τάξη, δεν επιθυμούν σαν εταίρους τους, τους φασίστες της ΧΑ. Και αυτό γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι: Ο φασισμός είναι ένα κοινωνικό κίνημα το οποίο έχει μεγάλη αυτονομία από την άρχουσα τάξη και η άνοδος της δύναμής του, θα έθετε πολλά προβλήματα. Τα φασιστικά κόμματα, στα πρόθυρα της εξουσίας, θέτουν και επιβάλλουν όρους, αξιοποιώντας, τουλάχιστον όπως η ιστορία έδειξε, την ανάγκη και την κρίση στην οποία έχει περιπέσει η αστική τάξη και κερδίζοντας από αυτήν παραχωρήσεις, ώστε να διαφυλάξει τα συνολικά ταξικά συμφέροντά της, σε τελική ανάλυση.

–       Αν και είχε δώσει πολλά διαπιστευτήρια στο συνασπισμό εξουσίας (ως πειθήνιο όργανό του, πολύ περισσότερα από τα πετυχημένα φασιστικά κόμματα στην ιστορία αναλογικά), η άρχουσα τάξη και σε συνδυασμό με τις πιέσεις των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, φαίνεται να μην μπορεί έτσι εύκολα να απολέσει το κοινοβούλιο σαν βασικό οργανωτή της κυριαρχίας της. Ένας αυταρχικός και βοναπαρτιστικός κοινοβουλευτισμός (που κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, κοκ), προκρίνεται ως βέλτιστη καπιταλιστική διαχείριση στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, σε βάρος των λύσεων δικτατορίας (έτσι όπως πρωτοεφαρμόστηκε στη Λατινική Αμερική) ή φασισμού.

–       Είχε πάψει να είναι ελεγχόμενη οργάνωση από το κράτος και την κυβέρνηση (δηλαδή να την χειρίζονται κατά το δοκούν για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά», αλλά μέχρι εκεί) και είχε αυτοτελείς και υψηλές πολιτικές επιδιώξεις. Αντίστροφα, είχε ξεκινήσει μια διαδικασία διάβρωσης του κρατικού μηχανισμού, κυρίως στον αστυνομικό και δικαστικό μηχανισμό, τον οποίο αντιλήφθηκε ότι δεν τον ελέγχει στο βαθμό που ήθελε. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο φασισμός είναι δομικό στοιχείο του ίδιου του σκληρού πυρήνα του κράτους, υπάρχει σαν τάση εντός του, αναβλύζει από τις ίδιες του τις αντινομίες.

–       Στο πλαίσιο αυτό, και στην απόρριψη του σχεδίου της «εκτροπής», εκτιμάται ότι είναι η κατάλληλη στιγμή, χτυπώντας τη ΧΑ, να αποδεσμεύσει μεγάλα τμήματα της κοινωνικής της βάσης και να τα επαναφέρει προς τη ΝΔ, προσπαθώντας να ανορθώσει μέρος των πάγιων κοινωνικών της εκπροσωπήσεων, αν και με καθόλου σίγουρα κέρδη από αυτή τη διαδικασία.

Τα τέσσερα παραπάνω στοιχεία όμως δεν αρκούν. Και δεν αρκούν γιατί δεν απαντούν στο ερώτημα, γιατί να επιλεχθεί αυτή η σφοδρή μορφή αντιμετώπισης και όχι μια άλλη πιο ήπια, που και πάλι θα μπορούσε να αναχαιτίσει τη δυναμική της. Ο λόγος είναι η παρουσία του αντιφασιστικού κινήματος. Ας μην υποτιμούμε το αντιφασιστικό κίνημα. Μπορεί φαινομενικά να ήταν απλωμένο, να μην είχε ενιαία έκφραση, συγκέντρωση δυνάμεων, κοκ, ωστόσο είχε πανελλαδική δικτύωση (παντού υπήρχε και μία αντιφασιστική επιτροπή) και από τις αρχές του 2012, όπου του κοινωνικό κίνημα περνάει σε απότομη ύφεση, το αντιφασιστικό είναι εκείνο το μέρος του συνολικότερου ταξικού κινήματος, το οποίο βάζει σε κίνηση τους εργαζόμενους και ιδιαίτερα τη νεολαία, αναδεικνύοντάς το – και σωστά – σα σημαντικότατη πτυχή του εργατικού κινήματος.

Η αντιφασιστική πάλη ως ένα «σκέλος» της συνολικής ταξικής αντιπαράθεσης με το κεφάλαιο, έχει εδώ και δύο χρόνια αναβαθμιστεί εξαιρετικά. Και αυτό γιατί η άνοδος του φασισμού έβαλε άλλον ένα απρόβλεπτο παράγοντα στην «εξίσωση» της ταξικής σύγκρουσης, τόσο δυσχεραίνοντας τις οργανωμένες δυνάμεις του κινήματος που στοχοποιούσε και οριοθετούσε, όσο και αδρανοποιώντας μεγάλο τμήμα των κυριαρχούμενων τάξεων, το οποίο στοιχιζόταν πίσω από τη φασιστική πολιτική εναλλακτική. Γνωρίζουμε ότι η ταξική πάλη παίρνει διάφορες μορφές ανά τη συγκυρία, μετατοπίζει και συμπυκνώνει το διακύβευμά της σε διάφορα – μέχρι πρότινος – δευτερεύοντα μέτωπα. Γινόταν λοιπόν κατανοητό, ότι η υπόθεση της κυβερνητικής ανατροπής και του κοινωνικού μετασχηματισμού περνάει μέσα από τον αγώνα ενάντια στο φασισμό.

            Αν ακούγεται υπερβολικό αυτό, ας αναλογιστούμε ότι την περασμένη χρονιά, ενώ οι μεμονωμένες πανεργατικές απεργίες χώλαιναν είτε σε μαζικότητα, είτε σε διάθεση και στοχοθεσία από τους εργαζομένους, οι αντιφασιστικές πορείες (αλλά και εκείνες που αφορούσαν ευρύτερα την προάσπιση δημοκρατικών δικαιωμάτων, όπως οι κρατικές επιθέσεις σε καταλήψεις στέγης) συγκέντρωναν ό, τι καλύτερο υπήρχε σε διάθεση και μαχητικότητα. Ενώ οι απεργίες ως το τέλος του 2012, μάζευαν με το ζόρι 20.000 διαδηλωτές, η πορεία στις αρχές Ιανουαρίου του 2013 για τη Βίλα Αμαλίας είχε πάνω από 10.000 διαδηλωτές με πρωτοφανή αγωνιστικότητα. Ενώ η συγκέντρωση έξω από τη Βουλή την ημέρα ψήφισης του ν/σ για τη διαθεσιμότητα σχολικών φυλάκων, εκπαιδευτικών, κλπ μάζεψε 6.000 ανθρώπους, μετά από 2 ημέρες στην Καλαμάτα και αφού είχε ανακοινωθεί η απαγόρευση του φεστιβάλ μίσους της ΧΑ, έγινε αντιφασιστική πορεία πάνω από 2.000 άτομα, η οποία για 2,5 ώρες έκανε επίδειξη δύναμης στην πόλη. Τέλος, η ευαισθητοποίηση και οι μαζικές συγκεντρώσεις για το κλείσιμο της ΕΡΤ, απορρέουν από τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του λαϊκού κινήματος, που σωστά διάβασε την κίνηση αυτή, σα μια επικίνδυνη αυταρχική στροφή του κράτους και δευτερευόντως από τις 2.500 απολύσεις.

            Όλο αυτό το κλίμα κορυφώθηκε, μετά τη δολοφονία του Φύσσα με εντυπωσιακό τρόπο. Μία πορεία γύρω στις 30.000 στο Κερατσίνι, καθημερινά σε όλες τις γειτονιές της Ελλάδας 10 αντιφασιστικές πορείες κατά μέσο όρο και μία πορεία στο κέντρο της Αθήνας 50.000 με συγκρουσιακές διαθέσεις, άσκησαν αφόρητες πιέσεις στην κυβέρνηση. Μία κυβέρνηση η οποία μπορεί να εξέταζε διάφορα μέτρα για να «κοντύνει» τη ΧΑ, είτε λιγότερο είτε περισσότερο, εκβιάστηκε ουσιαστικά από την αποφασιστικότητα του κινήματος να επιλέξει τον πιο ριζικό τρόπο αντιμετώπισής της.

Το σύστημα είχε μάλλον περισσότερα να χάσει αν άφηνε το κίνημα να εξελιχθεί περαιτέρω και προχωρά σε μια αναδίπλωση, αναζητώντας αλλού εφεδρείες (άλλωστε, οι αρχικές παραδοχές που κάναμε μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ΧΑ είχε πάψει να αποτελεί εφεδρεία της αστικής διαχείρισης, αλλά ένας αρκετά αυτόνομος και απρόβλεπτος παράγοντας). Στάθμισε ότι η ταξική πάλη έχει μετατοπιστεί προς την υπεράσπιση δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών, σπονδυλωμένη γύρω από την αντιφασιστική πάλη. Αποκεφαλίζοντας τη ΧΑ, ελπίζει να «καλμάρει» το κίνημα.

Ο ταξικός συσχετισμός δύναμης στο στενό οικονομικό πεδίο μπορεί να είναι συντριπτικά υπέρ του κεφαλαίου αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, αλλά ο συνολικός συσχετισμός δύναμης είναι η ειδική σύζευξη αυτού, τόσο στο οικονομικό, όσο και στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. Στον αντιφασιστικό αγώνα (την, σχηματικά μιλώντας,  ιδεολογική συνιστώσα της πάλης των τάξεων), τα πράγματα από πλευράς συσχετισμού, είναι σαφώς καλύτερα συγκριτικά, για το κίνημα. Τα κυβερνητικά επιτελεία αναμφίβολα τα λαμβάνουν υπόψη τους όλους αυτούς τους παράγοντες. Εμείς;

Ακόμα τίποτα δεν έχει λήξει. Ήδη παρουσιάστηκαν αμφιταλαντεύσεις της κυβέρνησης με τη μη προφυλάκιση μέρους της υπόδικης ηγεσίας της ΧΑ. Δεν αποκλείεται να χρησιμοποιηθεί η διαφαινόμενη ποινική καταδίκη ως απειλή για συμμόρφωση/ ή και μετασχηματισμό της ΧΑ σε ένα πιο ελεγχόμενο εταίρο (αδιάφορο με ποιο σχήμα μπορεί να γίνει αυτό). Η συμμαχία με το διάβολο δεν είναι εύκολη υπόθεση και έτσι η ανάκαμψη της ΧΑ στο μέλλον δεν είναι απίθανο σενάριο. Η συνέχιση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων θα είναι και το βαρόμετρο για το αν θα φτάσουν μέχρι τέλους οι δικαστικές διώξεις και θα οδηγήσουν σταδιακά το φασισμό στο πολιτικό περιθώριο. Με μια ΧΑ στριμωγμένη κοινωνικά και πολιτικά, το κίνημα πρέπει να βγει πιο αποφασιστικά και να διευρύνει το ρήγμα που έχει ανοίξει, κινούμενο στις εξής κατευθύνσεις:

–       Πρωτοκαθεδρία της κινηματικής πρακτικής πάνω στον κοινοβουλευτικό αγώνα: Θα αποτελέσει το λαϊκό έλεγχο πάνω στη διαδικασία ποινικού κολασμού της ηγεσίας των φασιστών ασκώντας πιέσεις. Επιπρόσθετα, είναι το μόνο αποτελεσματικό μέσο εκθεμελίωσης των διαφόρων όψεων εκφασισμού σε γειτονιές και κοινωνικούς χώρους. Η άλλη πρακτική, είναι η παρακινδυνευμένη επιλογή του εφησυχασμού και της ανάθεσης, που δεν αντιστοιχεί στο ως τώρα αντιφασιστικό κίνημα.

–       Σφοδρή πολεμική στη θεωρία του συνταγματικού τόξου, που αφοπλίζει το κίνημα, επιχειρεί να το ενσωματώσει και να του αφαιρέσει την πολιτική του επικινδυνότητα, ενώ έτσι θα συνεχίζει να εμφανίζεται η ΧΑ σαν το μόνο «αντισυστημικό» κόμμα.

–       Δημιουργία αντιφασιστικών επιτροπών όπου αυτές δεν υπάρχουν, που θα εμπλέκουν και θα συσπειρώνουν όλο το κινηματικό δυναμικό (αναρχία, αυτονομία, εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και κοινοβουλευτική όπου και αν αυτό είναι δυνατό, καθώς επίσης και με συλλογικούς φορείς, σωματεία, συνδικάτα, κλπ).

–       Ως στοχοθεσία από εδώ και μπρος θα πρέπει να τεθεί το κλείσιμο των γραφείων της ΧΑ, ο βασικός θύλακας οργανωτικής ανάπτυξης του φασιστικού κόμματος και ορμητήριο επιθέσεων.

–       Περιφερειακός συντονισμός και σχεδιασμός των αντιφασιστικών επιτροπών

–       Έμφαση στα σχολεία και ζύμωση με τους μαθητές για την ιδεολογική απονομιμοποίηση του φασισμού και διοργάνωση μορφωτικών εκδηλώσεων.

–       Οργάνωση της περιφρούρησης και αυτοάμυνας του αντιφασιστικού κινήματος απέναντι σε απρόβλεπτες επιθέσεις, που μπορεί να λάβουν χώρα το επόμενο διάστημα από ομάδες που αποχωρούν από τη ΧΑ και δε θα λογοδοτούν πουθενά.

–       Τέλος, χρειάζεται και η άρθρωση θετικών πολιτικών προταγμάτων και παρεμβάσεων από το ίδιο το αντιφασιστικό κίνημα με τις επιτροπές του, σαν κομμάτια μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, που δεν έχει ακόμα δοθεί στην κοινωνία. Ο φασισμός ξεθεμελιώνεται από τους κόλπους της κοινωνίας οριστικά, μόνο με την κατάθεση ενός ανεξάρτητου ανατρεπτικού πολιτικού σχεδίου και με τη στοίχιση της πλειοψηφίας του λαού πίσω από αυτή. Είναι ενδεικτικό μάλιστα, όπως η εμπειρία έχει δείξει, ότι όπου υπάρχουν πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, η φασιστική διείσδυση υποχωρεί και μπορούν να προσανατολίσουν τμήματα των υποτελών τάξεων στο συλλογικό δρόμο διεκδικήσεων. Άρα, παρεμβάσεις στον ΟΑΕΔ, υπεράσπιση δημοσίων αγαθών (κοψίματα ρεύματος και νερού), συνεργασία με στέκια αλληλεγγύης και εργατικές λέσχες και περιφρούρηση λαϊκών κατοικιών από κατασχέσεις στο μέλλον, κρίνονται ως αναγκαίες.

Όπως και να έχει, το κράτος μπορεί εν προκειμένω να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά τις εξελίξεις τις καθόρισε το αντιφασιστικό κίνημα. Υπό αυτή την έννοια, το κίνημα μπορεί να αγωνιστεί από καλύτερες θέσεις μάχης την επόμενη μέρα στην κοινωνία, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Ο φόβος που ακούγεται ότι «μετά τη ΧΑ έρχεται η σειρά του κινήματος» μάλλον δεν είναι βάσιμος, γιατί το κίνημα ήδη χτυπιέται σφοδρά από το 2008 και έπειτα και μάλιστα με κλιμακούμενη ένταση. Επίσης, δε χρειάζεται να διαλύσουν τους φασίστες για να έχουν άλλοθι να επιτεθούν στο κίνημα. Η εμπειρία πάλι έχει δείξει ότι όποτε το κράτος πήρε την επιλογή να χτυπήσει το κίνημα, έβρισκε πάντα κάποιο σχήμα για να την επενδύσει ιδεολογικά (άλλωστε δύο χρόνια χτυπά αλύπητα τη μία πλευρά χωρίς να αγγίξει τους φασίστες). Η άρχουσα τάξη δεν είναι ένα αρραγές οικοδόμημα με ανεξάντλητες πολιτικές λύσεις και εφεδρείες ούτε το κράτος είναι ένας Λεβιάθαν. Προχωρά και αυτό ριψοκινδυνεύοντας. Αυτή τη στιγμή έχουμε μια πολιτική επιλογή σε μια συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία, υπό το βάρος ενός κινήματος και των δημοκρατικών διεκδικήσεων του λαού και το αν θα τελεσφορήσει ή υπαναχωρήσει είναι ανοιχτό διακύβευμα.

Ο αγώνας για την ανατροπή των μνημονίων και τον επαναστατικό κοινωνικό μετασχηματισμό έχει μάλλον δρόμο μπροστά του. Αυτός όμως περνάει στην παρούσα συγκυρία από το τσάκισμα του φασισμού. Ας οπλιστούμε με θάρρος και ας μη χάνουμε χρόνο. Ίσως εκεί, βρίσκεται και το κλειδί της συγκρότησης του ηγεμονικού πολιτικού σχεδίου που έχει ανάγκη η κοινωνία…

[1]                      Ακολουθούμε την περιοδολόγηση που προτείνει ο Paxton: Robert Paxton, Η ανατομία του φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2006.


Το κείμενο βασίζεται στην εισήγηση του γράφοντος που έγινε στις 28/9/2013 στην εκδήλωση στη Λέσχη Σπάρτακος, με τίτλο «Για την Οικοδόμηση του αντιφασιστικού μετώπου», με συνομιλητές τους: Παναγιώτη Καρδαμίτση και Γιώργο Τσιτσιλιάνο.

Ένα Σχόλιο to “Το αντιφασιστικό κίνημα μπροστά σε ένα ελπιδοφόρο σταυροδρόμι”

  1. […] άρθρα που δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι του Δ. Έξαρχου , του Κ. Κούσιαντα στο τεύχος 109 του περιοδικού […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s