Στο όνομα της αγάπης

της Miya Tokumitsu

Illustration by Leslie A. Wood

«Κάνε αυτό που αγαπάς. Αγάπα αυτό που κάνεις.»

Οι εντολές είναι κορνιζωμένες και κρεμασμένες σε ένα σαλόνι το οποίο μπορεί μόνο να περιγραφεί ως «καλά επιμελημένο». Μια φωτογραφία του συγκεκριμένου δωματίου πρωτοδημοσιεύτηκε σε ένα δημοφιλές blog για το design, αλλά έκτοτε έχει γίνει pin, tumbl και like χιλιάδες φορές.

Φωτισμένο και φωτογραφημένο με αγάπη, το συγκεκριμένο δωμάτιο είναι διαμορφωμένο ώστε να εμπνέει Sehnsucht, χονδρικά μεταφρασμένο από τα γερμανικά ως μια απολαυστική επιθυμία για έναν μέρος ή ένα πράγμα ουτοπικό. Πέρα από το γεγονός ότι εισάγει παροτρύνσεις για δουλειά σε ένα χώρο προορισμένο για τον ελεύθερο χρόνο, το «Κάνε Αυτό Που Αγαπάς» σαλόνι—όπου τα περίτεχνα μπιμπελό αφθονούν και η δουλειά είναι αγάπη και όχι αγγαρεία—είναι ακριβώς το μέρος όπου όλοι όσοι έκαναν pin και like επιθυμούν να βρίσκονται. Αυτή η δίπτυχη διαρρύθμιση υποδηλώνει την κοσμική εκδοχή ενός μεσαιωνικού οικιακού βωμού.

Είναι αναμφίβολο ότι το «Κάνε Αυτό Που Αγαπάς» (ΚΑΠΑ) πλέον αποτελεί το ανεπίσημο εργασιακό μάντρα της εποχής μας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό οδηγεί όχι στην λύτρωση αλλά στην απαξίωση πραγματικής δουλειάς, συμπεριλαμβανομένης της δουλειάς που προσποιείται ότι προάγει—και ακόμα σημαντικότερα, στην αποκτήνωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζόμενων.

Εκ πρώτης όψεως, το ΚΑΠΑ είναι μια ενθαρρυντική συμβουλή που μας παροτρύνει να αναλογιστούμε τι είναι αυτό που απολαμβάνουμε περισσότερο να κάνουμε και έπειτα να μετατρέψουμε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα σε ένα εγχείρημα που αποδίδει μισθό. Όμως γιατί πρέπει η απόλαυσή μας να αποδίδει κέρδη; Ποιοι αποτελούν το ακροατήριο του συγκεκριμένου ρητού; Ποιοι όχι;

Κρατώντας μας επικεντρωμένους στους εαυτούς μας και στην ατομική μας ευτυχία, το ΚΑΠΑ μας αποσπά την προσοχή μας από τις συνθήκες εργασίας των άλλων ενόσω επιβεβαιώνει τις επιλογές μας και μας απαλάσσει από τις υποχρεώσεις μας απέναντι σε όσους εργάζονται, είτε αγαπάνε αυτό που κάνουν είτε όχι. Είναι η μυστική χειραψία των προνομιούχων και μια κοσμοαντίληψη που μεταμφιέζει τον ελιτισμό της σε ευγενή αυτοβελτίωση. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η εργασία δεν γίνεται για την χρηματική αποζημίωση αλλά ως πράξη αγάπης προς τον εαυτό μας. Και αν τύχει να μην προκύψει αποζημίωση απο αυτήν τότε ευθύνεται το ανεπαρκές πάθος και η ανεπαρκής αποφασιστικότητα εκ μέρους του εργαζόμενου. Το πραγματικό επίτευγμα του εν λόγω ρητού είναι να πείθει τους εργαζόμενους ότι η εργασία τους υπηρετεί εκείνους και όχι την αγορά.

Τα αποφθέγματα έχουν πολλές καταγωγές και μετενσαρκώσεις αλλά η κοινότοπη και τετριμμένη φύση του ΚΑΠΑ δυσκολεύουν την ακριβή απόδοση. Το Oxford Reference συνδέει τη φράση και τις παραλλαγές της, μεταξύ άλλων, στους Martina Navratilova και François Rabelais. Το διαδίκτυο συχνά την αποδίδει στον Κομφούκιο, τοποθετόντας την σε ένα ομιχλώδες, ανατολίτικο παρελθόν. Η Oprah Winfrey καθώς και άλλοι έμποροι της θετικότητας την έχουν συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό τους για δεκαετίες αλλά ο σημαντικότερος πρόσφατος ιεροκήρυκας του ΚΑΠΑ είναι ο εκλιπών CEO της Apple, Steve Jobs.

Η ομιλία του στην τελετή αποφοίτησης στο Πανεπιστήμιο του Stanford το 2005 παρέχει μια αρκετά καλή υποθετική καταγωγή της φράσης, ιδιαίτερα αφού ο Jobs είχε ήδη ανακηρυχθεί άγιος της αισθητικοποιημένης εργασίας πολύ πριν τον πρόωρο θάνατό του. Στην ομιλία του, ο Jobs αναπολεί την περίοδο της δημιουργίας της Apple και εισάγει τον εξής συλλογισμό:

Πρέπει να βρείτε αυτό που αγαπάτε. Και αυτό ισχύει τόσο για την δουλειά σας όσο και για τους ή τις συντρόφους σας. Η δουλειά σας θα γεμίζει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής σας και ο μόνος τρόπος να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι είναι να κάνετε αυτό που πιστεύετε ότι είναι εξαιρετική δουλειά. Και ο μόνος τρόπος να κάνετε εξαιρετική δουλειά είναι να αγαπάτε αυτό που κάνετε.

Στην παραπάνω παράγραφο χρησιμοποιούνται οχτώ ρήματα στο δεύτερο πρόσωπο («βρείτε», «κάνετε», «είστε», «αγαπάτε», «πιστεύετε») ενώ η κτητική αντωνυμία «σας» εμφανίζεται τέσσερις φορές. Αυτή η εστίαση στο άτομο δεν κάνει εντύπωση εκ μέρους του Jobs ο οποίος καλλιέργησε μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό του ως εργαζόμενο: εμπνευσμένος, ανέμελος, παθιασμένος—καταστάσεις σύμφωνες με την ιδανική ρομαντική αγάπη. Ο Jobs κωδικοποίησε την συνένωση του ενθουσιώδη εργαζόμενου εαυτού του με την εταιρία του τόσο αποτελεσματικά που το μαύρο ζιβάγκο και το μπλουτζίν του έγιναν μετωνυμίες για όλη την Apple και την εργασία που τη συντηρεί.

Απεικονίζοντας όμως της Apple ως προϊόν της προσωπικής του αγάπης ο Jobs αγνόησε την εργασία χιλιάδων αφανών εργαζόμενων στα εργοστάσια της Apple, βολικά κρυμμένων από την άλλη πλευρά του πλανήτη—ακριβώς την εργασία που επέτρεψε στον Jobs να πραγματοποιήσει την αγάπη του.

Η βία αυτής της διαγραφής είναι ανάγκη να αποκαλυφθεί. Ενώ το «κάνε αυτό που αγαπάς» ακούγεται άκακο και αξιαγάπητο τελικά είναι εγωκεντρικό σε σημείο ναρκισσισμού. Η διατύπωση του «κάνε αυτό που αγαπάς» εκ μέρους του Jobs είναι η καταθλιπτική αντίθεση στο ουτοπικό όραμα της εργασίας για όλους εκ μέρους του Henry David Thoreau. Στο «Ζωή Χωρίς Αρχές» ο Thoreau γράφει,

Θα ήταν καλό για την οικονομία μιας πόλης να πληρώνει τους εργάτες της τόσο καλά ώστε να μη νιώθουν πως δούλευαν για πεζούς σκοπούς, ίσα για να βιοπορίζονται, αλλά για επιστημονικούς, έως και ηθικούς σκοπούς. Μην προσλάβεις εκείνον που κάνει τη δουλειά για χρήματα αλλά εκείνον που την κάνει από αγάπη.

Ομολογουμένως, ο Thoreau είχε λίγη αντίληψη για τη ζωή του προλεταριάτου (δύσκολα φαντάζεσαι κάποιον να πλένει πάνες «για επιστημονικούς, εως και ηθικούς σκοπούς», όσο καλά και αν πληρώνεται). Αλλά παρ’ όλ’ αυτά υποστηρίζει ότι η κοινωνία έχει κάτι να κερδίσει κάνοντας τη δουλειά να έχει νόημα και υψηλές αποζημιώσεις. Αντίθετα, η σύγχρονη Τζομπσιανή οπτική απαιτεί να στραφούμε όλοι προς τα μέσα. Μας απαλλάσσει από οποιαδήποτε υποχρέωση προς ή αναγνώριση του ευρύτερου κόσμου, υπογραμμίζοντας την θεμελιώδη προδοσία της προς όλους τους εργαζόμενους, είτε την ασπάζονται συνειδητά είτε όχι.

Μια συνέπεια αυτής της απομόνωσης είναι η διαίρεση που το ΚΑΠΑ προκαλεί μεταξύ εργαζόμενων, κυρίως κατά μήκος ταξικών διαχωριστικών γραμμών. Η δουλειά χωρίζεται σε δύο αντιπαραθετικές τάξεις: εκείνη που είναι ερωτεύσιμη (δημιουργική, πνευματική, με πρεστίζ) και εκείνη που δεν είναι (επαναλαμβανόμενη, όχι πνευματική, όχι διακεκριμένη). Όσοι βρίσκονται στην πλευρά της ερωτεύσιμης εργασίας είναι εξαιρετικά πιο προνομιούχοι απο πλευράς πλούτου, κοινωνικού στάτους, εκπαίδευσης, φυλετικών προκαταλήψεων και πολιτικής επιρροής ενώ συνιστούν μια ισχνή μειοψηφία του εργατικού δυναμικού.

Για εκείνους που κάνουν δουλειά που δεν είναι ερωτεύσιμη η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Υπό το πιστεύω του ΚΑΠΑ η εργασία που γίνεται με κίνητρα ή από ανάγκες πέρα από την αγάπη (που είναι και το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής εργασίας) δεν υποβιβάζεται απλώς αλλά διαγράφεται. Όπως και στην ομιλία του Jobs στο Stanford, η δουλειά που δεν μπορεί να αγαπηθεί αλλά είναι κοινωνικά αναγκαία αποβάλλεται από το φάσμα της συνείδησης εξ ολοκλήρου.

Σκεφτείτε την εξαιρετικά ποικίλη δουλειά που έπετρεψε στον Jobs να είναι έστω και για μια μέρα CEO: το φαγητό του που μαζεύτηκε στα χωράφια και έπειτα μεταφέρθηκε σε μεγάλες αποστάσεις. Τα αγαθά της εταιρίας του που συναρμολογήθηκαν, συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν. Οι διαφημίσεις της Apple για τις οποίες γράφτηκαν σενάρια, βρέθηκαν ηθοποιοί και έγιναν γυρίσματα. Οι μηνύσεις που επεξεργάστηκε το νομικό τμήμα. Τα καλάθια των αχρήστων που αδειάστηκαν και τα ανταλλακτικά των εκτυπωτών που γεμίστηκαν. Η δημιουργία θέσεων εργασίας είναι αμφίδρομη. Αλλά με τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων να είναι ουσιαστικά αόρατοι στις ελίτ, που παραμένουν απορροφημένες στις ερωτεύσιμες δουλειές τους, πώς θα μπορούσε να προκαλέσει έκπληξη το ότι οι δυσκολίες των σημερινών εργαζόμενων (άθλιοι μισθοί, τεράστια κόστος για την φροντίδα των παιδιών κλπ) μόλις που γίνονται αντιληπτές ως πολιτικά ζητήματα ακόμα και για το προοδευτικό κομμάτι της άρχουσας τάξης;

Αγνοώντας το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής εργασίας και επαναπροσδιορίζοντας το υπόλοιπο ως αγάπη, το ΚΑΠΑ ίσως είναι η πιο κομψή αντιεργατική ιδεολογία που κυκλοφορεί. Γιατί να συσπειρωθούν οι εργαζόμενοι και να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους όταν δεν υπάρχει καν η έννοια της δουλειάς;

Το «Κάνε Αυτό Που Αγαπάς» αποκρύπτει το γεγονός ότι το να είσαι σε θέση να επιλέξεις επάγγελμα με κύριο κριτήριο το πόσο ανταποδίδει πνευματικά είναι ένα προνόμιο που δεν ανήκει δικαιωματικά σε όσους το κατέχουν, μια έκφραση της κοινωνικο-οικονομικής τους τάξης. Ακόμα και αν κάποιος γραφίστας που δουλεύει ως ελεύθερος επαγγελματίας είχε γονείς που πλήρωσαν τα δίδακτρά του και εγγυήθηκαν την ενοικίαση ενός διαμερίσματος στο Μπρούκλυν, μπορεί εκείνος να παρέχει αυτάρεσκα το ΚΑΠΑ ως επαγγελματική συμβουλή σε όσους ζηλεύουν την επιτυχία της.

Αν πιστεύουμε ότι το να δουλεύουμε ως καινοτόμοι επιχειρηματίες στο Silicon Valley, ως υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων σε κάποιο μουσείο ή ως πιστοί ακόλουθοι σε κάποια δεξαμενή σκέψης είναι απαραίτητο στο να είμαστε πιστοί στον εαυτό μας—βασικά, στο να αγαπάμε τον εαυτό μας—τι πιστεύουμε για τον εσωτερικό κόσμο και τις ελπίδες όσων καθαρίζουν δωμάτια ξενοδοχείων και γεμίζουν ράφια σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων; Η απάντηση είναι, τίποτα.

Κι όμως, η επίπονη, χαμηλόμισθη εργασία είναι αυτή που κάνουν και θα κάνουν όλο και περισσότεροι Αμερικάνοι. Σύμφωνα με το αμερικάνικη Υπηρεσία Στατιστικών Εργασίας, τα δύο ταχύτερα αναπτυσσόμενα επαγγέλματα με προβολή ως το 2020 είναι «βοηθός προσωπικής φροντίδας» και «βοηθός οικιακής φροντίδας» με μέσο μισθό το 2010 τα 19.640 και τα 20.560 δολάρια το χρόνο αντίστοιχα. Εξυψώνοντας συγκεκριμένους τύπους επαγγελμάτων σε κάτι επάξιο αγάπης αναπόφευκτα υποτιμάμε την εργασία όσων κάνουν μη γκλαμουράτη δουλειά η οποία όμως επιτρέπει στην κοινωνία να συνεχίζει να λειτουργεί, ιδιαίτερα την κρίσιμη δουλειά όσων παρέχουν φροντίδα σε εκείνους που την έχουν ανάγκη.

Αν από την μια πλευρά το ΚΑΠΑ υποτιμά ή καθιστά επικίνδυνα αόρατα μεγάλα κομμάτια της εργασίας που επιτρέπουν σε πολλούς από εμάς να ζούμε με άνεση και να κάνουμε αυτό που αγαπάμε, από την άλλη έχει επίσης προκαλέσει μεγάλη ζημιά στα επαγγέλματα που προσποιείται ότι εγκωμιάζει, ιδιαίτερα εκείνες τις δουλειές που υπάρχουν εντός θεσμικών δομών. Συγκεκριμένα, το ΚΑΠΑ δεν υπήρξε πουθενά τόσο ολέθριο για τους υποστηρικτές του όσο στην ακαδημία. Ο μέσος διδακτορικός φοιτητής των μέσων της δεκαετίας του 2000 απέρριπτε τα έυκολα λεφτά του χρηματοπιστωτικού τομέα και της δικηγορίας (τώρα πια κάπως λιγότερο έυκολα) προκειμένου να ζήσει με μια πενιχρή αμοιβή ώστε να κυνηγήσει το πάθος του για τη Σκανδιναβική μυθολογία ή την ιστορία της αφρο-κουβανικής μουσικής.

Η ανταμοιβή της ανταπόκρισής του σε αυτό το ανώτερο κάλεσμα είναι μια ακαδημαϊκή αγορά εργασίας στην οποία το 41% του ακαδημαϊκού προσωπικου είναι έκτακτοι καθηγητές—συνήθως χαμηλόμισθοι συμβασιούχοι χωρίς προνόμια, χωρίς γραφείο, χωρίς εργασιακή ασφάλεια και χωρίς μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον για τα ιδρύματα όπου εργάζονται.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που κάνουν τους διδακτορικούς φοιτητές να παρέχουν υψηλά καταρτισμένη εργασία για τόσο χαμηλούς μισθούς, συμπεριλαμβανομένης τηςεξάρτησης από προηγούμενες επιλογές καθώς και των μη ανακτήσιμων δαπανών, αλλά ένας από τους σημαντικότερους είναι το πόσο βαθιά εντυπωμένο είναι το δόγμα του ΚΑΠΑ στην ακαδημία. Λίγα άλλα επαγγέλματα συνυφαίνουν τόσο στενά την προσωπική ταυτότητα των εργαζόμενων με το προϊόν της εργασίας τους. Η έντονη ταύτιση των δύο εξηγεί εν μέρει γιατί τόσα πολλά περήφανα αριστερίζοντα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας παραμένουν περίεργα σιωπηρά αναφορικά με τις συνθήκες εργασίας των συναδέλφων τους. Επειδή η ακαδημαϊκή έρευνα πρέπει να γίνεται από καθαρή αγάπη οι πραγματικές συνθήκες καθώς και η ανταμοιβή της συγκεκριμένης εργασίας έρχονται σε δεύτερη μοίρα, αν ληφθούν καν υπόψιν.

Στο «Ακαδημαϊκή Εργασία, η Αισθητική της Διοίκησης και η Υπόσχεση της Αυτόνομης Εργασίας» η Sarah Brouillete γράφει για το ακαδημαϊκό προσωπικό,

… η πίστη μας ότι η δουλειά μας μάς προσφέρει άυλες ανταμοιβές και είναι περισσότερο ζωτική για την ταυτότητά μας από ότι θα ήταν μια «συνηθισμένη» δουλειά μάς καθιστά ιδανικούς υπάλληλους όταν ο στόχος της διοίκησης είναι να αποσπάσει τη μέγιστη αξία από την εργασία μας στο ελάχιστο κόστος.

Πολλοί ακαδημαϊκοί αρέσκονται να νομίζουν ότι έχουν αποφύγει το εργασιακό περιβάλλον των μεγάλων επιχειρήσεων και τις αξίες που το συνοδεύουν, όμως ο Marc Bousquet σημειώνει στο δοκίμιό του «Δουλεύουμε» ότι η ακαδημία μπορεί στην πραγματικότητα να παράσχει ένα μοντέλο για την διοίκηση επιχειρήσεων:

Πώς να εξομοιώσουμε τον ακαδημαϊκό εργασιακό χώρο και να κάνουμε τους ανθρώπους να δουλεύουν σε υψηλά επίπεδα νοητικής και συναισθηματικής έντασης επί πενήντα ή εξήντα ώρες τη βδομάδα για μισθούς μπάρμαν ή και για λιγότερα; Υπάρχει κάποιος τρόπος να κάνουμε τους υπαλλήλους μας να σκύψουν πάνω από τα γραφεία τους μουρμουρίζοντας «αγαπώ αυτό που κάνω» ως απάντηση σε μεγαλύτερους φόρτους εργασίας και μικρότερες απολαβές; Πώς μπορούμε να κάνουμε τους εργαζόμενούς μας να δουλεύουν σαν το ακαδημαϊκό προσωπικό και να μη δέχονται καν ότι αυτό που κάνουν είναι δουλειά; Πώς μπορούμε να προσαρμόσουμε την επιχειρηματική κουλτούρα έτσι ώστε να μοιάζει με την πανεπιστημιακή με στόχο το εργατικό δυναμικό μας να ερωτευτεί και αυτό τη δουλειά του;

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η ευχάριστη δουλειά πρέπει να γίνει λιγότερο ευχάριστη. Αλλά η συναισθηματικά ικανοποιητική δουλειά εξακολουθεί να είναι δουλειά και το να την αναγνωρίζουμε ως τέτοια σε καμία περίπτωση δεν την υποτιμά. Από την άλλη, το να αρνηθούμε να την αναγνωρίσουμε ως δουλειά στρώνει το έδαφος για την πιο άγρια εκμετάλλευση και πλήττει όλους τους εργαζόμενους.

Ειρωνικά, το ΚΑΠΑ ενισχύει την εκμετάλλευση ακόμα και στα αποκαλούμενα ερωτεύσιμα επαγγέλματα όπου η χαμηλόμισθη ή και άμισθη εργασία με τα ελαστικά ωράρια είναι ο νέος κανόνας: δημοσιογράφοι που υποχρεούνται να κάνουν τη δουλειά των απολυμένων φωτογράφων τους, υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων που απαιτείται να κάνουν Pins και Tweets τα σαββατοκύριακα, το 46% του εργατικού δυναμικού που απαιτείται να ελέγχει το εργασιακό email του ενώ βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια. Τίποτα δεν κάνει ευκολότερο το να ανεχτούν οι εργαζόμενοι την εκμετάλλευση από το να πειστούν ότι κάνουν αυτό που αγαπούν.

Αντί να δημιουργήσει ένα έθνος ευτυχισμένων εργαζόμενων η ΚΑΠΑ εποχή μας έχει δει την άνοδο του έκτακτου καθηγητή και του άμισθου μαθητευόμενου—άνθρωποι πεισμένοι να δουλέψουν φθηνά ή τζάμπα ή και με ζημία. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν όλοι οι φοιτητές που δουλεύουν ως μαθητευόμενοι για πιστωτικές μονάδες ή εκείνοι που κατά βάση αγοράζουν υπερεπιθυμητές μαθητείες οίκων μόδας σε πλειστηριασμούς (o Valentino και o Balenciaga είναι μεταξύ μερικών οίκων που έβγαλαν μαθητείες σε πλειστηριασμό. Για φιλανθρωπικούς σκοπούς, φυσικά.) Το τελευταίο είναι η εκμετάλλευση των εργαζόμενων στην πιο ακραία μορφή της και, όπως αποκαλύπτει μια τρέχουσα έρευνα του Pro Publica, ο άμισθος μαθητευόμενος είναι μια όλο και μεγαλύτερη παρουσία στο αμερικάνικο εργατικό δυναμικό.

Δεν θα πρέπει να προκαλεί καμία έκπληξη το ότι οι άμισθοι μαθητευόμενοι αφθονούν σε πεδία που είναι πολύ κοινωνικά επιθυμητά, συμπεριλαμβανομένης της μόδας, των media και των τεχνών. Αυτές οι βιομηχανίες έχουν εξοικειωθεί προ πολλούς με μάζες υπαλλήλων διατεθειμένες να δουλέψουν για κοινωνικό συνάλλαγμα αντί για πραγματικούς μισθούς, όλα στο όνομα της αγάπης. Αποκλεισμένη από αυτές τις ευκαιρίες, φυσικά, είναι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού: αυτοί που αναγκάζονται να δουλεύουν για το μεροκάματο. Ο αποκλεισμός αυτός όχι μόνο παγιώνει την απουσία κοινωνικής και οικονομικής κινητικότητας αλλά απομονώνει τις συγκεκριμένες βιομηχανίες από το πλήρες φάσμα της πολυφωνίας που έχει να προσφέρει η κοινωνία.

Και δεν είναι σύμπτωση το ότι οι βιομηχανίες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις μαθητείες—μόδα, media, τέχνες—τυγχάνει να είναι εκείνες με την πιο έντονη γυναικεία παρουσία, όπως έγραψε η Madeleine Schwartz στο Dissent. Μια ακόμα ζημιογόνα συνέπεια του ΚΑΠΑ είναι το πόσο ανελέητα κατεργάζεται την απόσπαση γυναικείας εργασίας για μικρές ή ανύπαρκτες αμοιβές. Οι γυναίκες συγκροτούν την πλειοψηφία του χαμηλόμισθου ή άμισθου εργατικού δυναμικού, ως βοηθοί προσωπικής φροντίδας, έκτακτο ακαδημαϊκό προσωπικό και άμισθες μαθητευόμενες ξεπερνούν αριθμητικά τους άνδρες. Αυτό που ενώνει τις παραπάνω δουλειές, είτε γίνονται από απόφοιτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είτε από κατόχους διδακτορικών, είναι η πίστη ότι οι μισθοί δε θα πρέπει να είναι το κυρίαρχο κίνητρο για να τις κάνει κάποιος. Οι γυναίκες υποτίθεται ότι πρέπει να δουλεύουν γιατί είναι η φυσική τους θέση να ανατρέφουν και είναι πρόθυμες να ικανοποιούν. Στο κάτω-κάτω ήδη από αρχής χρόνου φροντίζουν τα παιδιά και τους υπερήλικες χωρίς αμοιβή καθώς και όλες τις δουλειές τους σπιτιού. Και οι σωστές κυρίες δε ζητάνε χρήματα ούτως ή άλλως.

Το ΚΑΠΑ όνειρο είναι, πιστό στην αμερικάνικη μυθολογία του, επιφανειακά δημοκρατικό. Οι διδακτορικοί φοιτητές μπορούν να κάνουν αυτό που αγαπούν, να φτιάχνουν καριέρες που ικανοποιούν την αγάπη τους για το Βικτοριανό μυθιστόρημα και να γράφουν βαθυστόχαστα δοκίμια για το New York Review of Books. Οι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μπορούν επίσης να κάνουν το ίδιο, να χτίζουν αυτοκρατορίες συσκευασμένων φαγητών από την συνταγή για μαρμελάδα της θείας τους. Το καθαγιασμένο μονοπάτι του καινοτόμου επιχειρηματία πάντα προσφέρει αυτή τη διέξοδο από τα μειονεκτικά ξεκινήματα, δικαιολογώντας εμάς τους υπόλοιπους που επιτρέπουμε αυτά τα ξεκινήματα να είναι τόσο μίζερα όσο όντως είναι. Στην Αμερική όλοι έχουν τη ευκαιρία να κάνουν αυτό που αγαπούν και να πλουτίσουν.

Κάνε αυτό που αγαπάς και δεν θα ξαναδουλέψεις στη ζωή σου! Πριν υποκύψουμε στην μεθυστική ζεστασιά αυτής της υπόσχεσης είναι κρίσιμο να ρωτήσουμε: «Ποιος ακριβώς επωφελείται από το να κάνει τους εργαζόμενους να αντιλαμβάνονται τη δουλειά ως μη δουλειά;». «Γιατί πρέπει οι εργαζόμενοι να νιώθουν σαν να μη δουλεύουν ενώ δουλεύουν;». Ο ιστορικός Mario Liverani μας υπενθυμίζει ότι «η ιδεολογία έχει τη λειτουργία να παρουσιάζει την εκμετάλλευση υπό κολακευτικό φως στα θύματά της, ως πλεονέκτημα για όσους μειονεκτούν.»

Συγκαλύπτοντας τους εκμεταλλευτικούς μηχανισμούς της εργασίας που το τροφοδοτεί, το ΚΑΠΑ είναι κατά βάση το τελειότερο ιδεολογικό εργαλείο του καπιταλισμού. Παραγκωνίζει την εργασία των άλλων και αποκρύπτει την δικιά μας από εμάς τους ίδιους. Αποσιωπεί το γεγονός ότι αν αναγνωρίζαμε το σύνολο της δουλειάς μας ως δουλειά θα μπορούσαμε να θέσουμε αρμόζοντα όρια για αυτήν, απαιτώντας δίκαιες απολαβές και ανθρώπινα ωράρια που αφήνουν χρόνο για την οικογένεια και την ψυχαγωγία.

Και αν συνέβαινε αυτό περισσότεροι από εμάς θα είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε αυτό που πραγματικά αγαπάμε.

Μετάφραση: Μανώλης Π.

Πηγή: Jacobin

Ένα Σχόλιο to “Στο όνομα της αγάπης”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s