Auschwitz, ημέρες μνήμης

του Πέτρου Δημόπουλου

‘Οπως πάρα πολλοί άλλοι, ονειρεύτηκα ότι το ανθρώπινο είδος θα έπαιρνε το μάθημά του από την πραγματικότητα του Auschwitz, αν και ο καθένας, πριν από αυτό, θα είχε θεωρήσει αδιανόητη και αδύνατη μια τέτοια πραγματικότητα. Το ανθρώπινο είδος θα πάρει αυτό το μάθημα?” [1]                       H. Langbein (1912-1995Αυστριακός, πρώην κρατούμενος στο Dachau, Auschwitz, Neuengamme  και Lerbeck) .

f

Η ίδρυση και  λειτουργία του συμπλέγματος των στρατοπέδων του Auschwitz (Konzentrationslager Auschwitz, KL Auschwitz) συνιστά την εφαρμογή της εγκληματικής ναζιστικής ιδεολογίας στο μέγιστο βαθμό. Τα χαρακτηριστικά της ήταν, η μαζική και προσχεδιασμένη εξόντωση ανεπιθύμητων ομάδων πληθυσμών, η υποβολή σε εξουθενωτική καταναγκαστική εργασία ανθρώπων θεωρούμενοι κατώτεροι στην ιεραρχική φυλετική κλίμακα του ναζισμού, οι ταπεινώσεις χωρίς όριο και έλεος, ο απόλυτος ηθικός εκφυλισμός και, πέραν ενός  “μικρού” ποσοστού “επιτρεπόμενης από την υπηρεσία” σαδιστικής συμπεριφοράς, η εφαρμογή προβλεπόμενης, γραφειοκρατικά σχεδιασμένης και απρόσωπης “υπαλληλικής” εγκληματικής και ολοκληρωτικής βίας. Οι δεσμοφύλακες-βασανιστές SS δεν ήταν υποχρεωμένοι να δείξουν υπερβάλλοντα ζήλο. Λίγοι από αυτούς, σύμφωνα με τις πάμπολλες μαρτυρίες επιζώντων, εκδήλωναν συστηματικά σαδιστική συμπεριφορά. Αντίθετα, το επίσημο διοικητικό πλαίσιο κανόνων λειτουργίας των στρατοπέδων συγκέντρωσης, η κατάλληλη εκπαίδευση που είχαν λάβει οι SS  και η καριερίστικη στάση που οι τελευταίοι είχαν υιοθετήσει ως ενεργά και πιστά όργανα της ναζιστικής πολιτικής και ιδεολογίας, ήσαν αρκετά ώστε να έχουν επιτυχία στο βάρβαρο έργο τους.

Η πεντάχρονη λειτουργία του Auschwitz, σε μία γωνιά εδάφους της κατεχόμενης Δυτικής Πολωνίας,  συνιστά την καθημερινή ανακεφαλαίωση όλων των ειδών των ναζιστικών εγκλημάτων που έλαβαν χώρα στην κατεχόμενη Ευρώπη με τη βία στα γκέτο, τη στυγνή οικονομική λεηλασία και τη μετατροπή των πολιτών σε εξαθλιωμένους σκλάβους του Ράιχ, την εφαρμογή του σχεδίου των μαζικών εκτελέσεων περισσότερου του 1.5 εκατομμυρίου Εβραίων, κυρίως, αλλά και Πολωνών και Σοβιετικών πολιτών, από τις ειδικές ομάδες γενοκτονίας των “Einsatzgruppen”, τις σχεδιασμένες μαζικές εξοντώσεις με θύματα  περίπου 1.7 εκατομμυρίων  Εβραίων στους θαλάμους αερίων σε τέσσερα στρατόπεδα της Κεντρικής Πολωνίας (Chelmno, Sobibor, Treblinka και Bełżec), τα εκατομμύρια εκτοπισμένους εργάτες που υποχρεώθηκαν  σε καταναγκαστικά έργα  στα ναζιστικά κάτεργα, κρατικά και ιδιωτικά.  Και ακόμη, στα πλαίσια του προγράμματος  “ευθανασίας”, 70000 και πλέον Γερμανών πολιτών (ανδρών, γυναικών και παιδιών) οι οποίοι κρίθηκαν ανάπηροι από το καθεστώς και οδηγήθηκαν στο θάνατο. Το KL-Auschwitz,  με τα τρία κύρια μεγάλα στρατόπεδα  και με περισσότερα από σαράντα στρατόπεδα-δορυφόρους, που υπάγονταν διοικητικά στο στρατόπεδο του Auschwitz,  έμεινε στην ανθρώπινη ιστορία ως το σήμα κατατεθέν της πολιτικής του ναζισμού όσον αφορά το σχεδιασμό και τη λειτουργία  ενός εκτεταμένου σωφρονιστικού πλέγματος στρατοπέδων συγκέντρωσης, εξόντωσης, καταναγκαστικής εργασίας και βασανιστηρίων,  με σκοπό την  ηθική και φυσική καταπίεση με τελικό σκοπό την εξοντωση των πολιτικών, ιδεολογικών και “φυλετικών” εχθρών του.

 

Το στρατόπεδο του  Auschwitz

Στα τέλη του 1939 η αστυνομική διοίκηση του Wrocław σε συνεργασία με τη διοίκηση των SS προτείνει την κατασκευή ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης στο χώρο του εγκαταλειμένου Πολωνικού στρατοπέδου του Auschwitz (Πολωνική ονομασία, Oświęcim).  Το σχέδιο αυτό αποσκοπούσε στην επίλυση του προβλήματος  της υπερπληρότητας των φυλακών στην περιοχή της Άνω Σιλεσίας μετά τις μαζικές συλλήψεις Πολωνών αντιστασιακών ή υπόπτων για αντικατοχική δράση, καθώς και όλων εκείνων που σύμφωνα με τις ναζιστικές Αρχές Κατοχής συμπεριλαμβάνονταν στην Πολωνική διανόηση (διοικητικοί υπάλληλοι, μηχανικοί, τεχνικοί, καθηγητές, δάσκαλοι, γιατροί, στρατιωτικοί κά). Η προσχεδιασμένη καταπίεση των εκπροσώπων της Πολωνικής διανόησης και το πρόγραμμα φυσικού αφανισμού τους (σχέδιο που είχε την επίσημη ονομασία AB-Aktion) θεωρούνταν από το Χιτλερικό καθεστώς ως απαραίτητος όρος για την οριστική καθυπόταξη του Πολωνικού έθνους στα γεωπολιτικά σχέδια του Γ’ Ράιχ [2, 3].

Στις 27 Απριλίου 1940, έπειτα από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις αλλά και αντιπαραθέσεις για λόγους πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών των Αρχών Κατοχής (Αστυνομία, Διοίκηση των SS και Wermacht) σχετικά με την επιλογή της τοποθεσίας, ο Himmler δίνει εντολή για την έναρξη των εργασιών του στρατοπέδου συγκέντρωσης, προορισμένο τόσο για τη φυλάκιση Πολωνών αντιστασιακών όσο και για την προσωρινή κράτηση Πολωνών και Εβραίων κρατουμένων οι οποίοι θα επαναπροωθούνταν σε άλλα στρατόπεδα. Στις 4 Μάη 1940 διορίζεται διοικητής του στρατοπέδου του Auschwitz ο Rudolf Höss ο οποίος έχει καταγραφεί στην ιστορία ως “ο διοικητής του Auschwitz”, επειδή παρέμεινε στη θέση αυτή στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της λειτουργίας του στρατοπέδου. O Höss αποτελεί μια λίγο-πολύ τυπική περίπτωση ακτιβιστή ναζιστή “του δρόμου”,  στον οποίον το ναζιστικό καθεστως επιφύλασσε τις καλύτερες προοπτικές για κοινωνική άνοδο και δυνατότητα άσκησης εξουσίας. Πλεονεκτήματα, που ο Höss  και οι ομοίοι του, λόγω κοινωνικής καταγωγής, δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν σε διαφορετική περίπτωση. Γεννημένος το 1901, δηλώνει εθελοντής και παίρνει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατόπιν, το 1919, εντάσσεται στα Frei Korps στη Βαλτική, στη Σιλεσία και στο Ρουρ. Το 1923 συμμετέχει στη δολοφονία ενός κομμουνιστή, συλλαμβάνεται και το 1924 δικάζεται σε φυλάκιση 10 ετών. Απελευθερώνεται το 1928 χάρη στους όρους μιας γενικής αμνηστίας. Μέλος του ναζιστικού κόμματος από το 1922, εντάσσεται στα SS το 1933 και υπηρετεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ναζιστικού καθεστώτος. Διακρίνεται για την αφοσίωση του στην  εφαρμογή των κανόνων  “σωφρονισμού” των πολιτικών αντιπάλων και είναι από τους καλύτερους μαθητές της “σχολής εκπαίδευσης” του Dachau. Η  αναρρίχησή του στην ιεραρχία των SS είναι ταχεία, παρόλο ότι ξεκίνησε με το βαθμό του απλού στρατιώτη. Επιγραμματικά, ο Höss ήταν ένας απο τους ιδανικούς τύπους στρατιωτικού, γραφειοκράτη των SS που απαιτούσαν οι ανάγκες του ναζιστικού καθεστώτος: υπάκουος, ευσεβής, εργατικός, φιλόδοξος. με εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του ώστε να είναι σε θέση να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που να διευκολύνουν την εφαρμογή και την υλοποίηση των διαταγών. Την εποχή της λειτουργίας του Auschwitz είχε ήδη πάρει το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη των SS.

Κατά τη διάρκεια  του καλοκαιριού του 1941 ο Höss καλείται στο γραφείο του Himmler όπου ο τελευταίος του ανακοινώνει ότι  ο Hitler εχει αποφασίσει την “τελική λύση για το Εβραικό ζήτημα” και ότι, επίσης, ο ίδιος ο Himmler έχει αποφασίσει το στρατόπεδο του Auschwitz να είναι μέρος του προγράμματος εξόντωσης, χάρη στην πλεονεκτική  γεωγραφική του θέση και τις ευκολίες που παρέχονται από το ήδη καλά αναπτυγμένο σιδηροδρομικό δίκτυο της ευρύτερης περιοχής. Του ανακοινώνεται επίσης ότι θα λάβει περαιτέρω πληροφορίες από τον Eichmann [4].

Στις 20.5.1940, πριν ακόμη καταφτάσουν οι πρώτοι κρατούμενοι, 30 Γερμανοί ποινικοί κρατούμενοι προερχόμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Sachsenhausen μεταφέρονται στο Auschwitz με τη διαταγή να αναλάβουν βοηθητικά καθήκοντα φύλαξης, επανδρώνοντας τις θέσεις αρχηγών θαλάμων και μπλόκ θαλάμων, καθώς και των υπευθύνων των ομάδων εργασίας. Ο ρόλος τους είναι εκείνος του “Kapo” (ο οποίος αργότερα θα ανατεθεί σε μεγαλύτερο αριθμό κρατουμένων) και αφορά διάφορες θεσεις επίβλεψης και διοίκησης των κρατουμένων.

Στις 29.5.1940 μεταφέρονται οι πρώτοι κρατούμενοι. Πρόκειται για 39 Πολωνούς από την πόλη του Lodz. Όλοι τους είναι νεαρής ηλικίας, πολλοί εκ των οποίων είναι ακόμα μαθητές Λυκείου. Στα πλαίσια της καταναγκαστικής εργασίας που τους επιβάλλεται ξεκινά η κατασκευή της περίφραξης του στρατοπέδου με συρματόπλεγμα.  Έπειτα από περίπου είκοσι ημέρες φτάνει μια πολυμελής ομάδα αποτελούμενη από 728 Πολωνούς, μεταξύ αυτών και μερικοί Πολωνοί-Εβραίοι. Μέχρι τις αρχές του 1941 η συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων είναι Πολωνοί πολιτικοί κρατούμενοι.

Παράλληλα, μεταξύ Ιουλίου 1940 και Απριλίου 1941 με επιχειρήσεις εξαιρετικής βιαιότητας εκκενώνονται οι κατοικημένες περιοχές γύρω από το στρατόπεδο σε εκταση 40 τετ.χιλ. Δέκα και πλέον χωριά ξεθεμελιώνονται, τα δε παραχθέντα οικοδομικά υλικα χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των πρώτων θαλάμων του στρατοπέδου του Auschwitz. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους των εκκενωμένων περιοχών, οι οποίοι ανέρχοται σε μερικές χιλιάδες, εκτοπίζονται. Οι υπόλοιποι  συλλαμβάνονται και στέλνονται σε καταναγκαστικά έργα στην επικράτεια του Ράιχ. Οι 6000 Εβραίοι, κάτοικοι της πόλης του Auschwitz, εκδιώκονται οριστικά στις 8.3.1941. Οι περιουσίες τους κατάσχονται ευθύς αμέσως και τα σπίτια τους τίθενται στη διάθεση του προσωπικού των SS και των υπαλλήλων της IG Farben [5].

Κατά την πρώτη επίσκεψη του Himmler στο Auschwitz (1.3.1941) διατάσσεται η άμεση επέκταση του στρατοπέδου με σκοπό να αποκτήσει χωρητικότητα 30000 κρατουμένων. Επίσης, αποφασίζεται η κατασκευή ενός δεύτερου στρατοπέδου στη Brzezink (Birkenau) με χωρητικότητα 100000 κρατουμένων (προορισμένο να δεχτεί τους μελλοντικούς Σοβιετικούς αιχμάλωτους πολέμου). Το επίσημο όνομα του δεύτερου στρατοπέδου είναι Auschwitz ΙΙ – Birkenau. Ακόμα, εκδίδεται η οριστική διαταγή για την ανέγερση των εγκαταστάσεων της ΙG Farben, ενώ, παράλληλα, αποφασίζεται να διατεθούν  χιλιάδες  κρατούμενοι στα έργα κατασκευής του εργοστασίου. Τέλος, ξεκινά η λειτουργία αγροτικών επιχειρήσεων ιδιοκτησίας και συμφερόντων των SS υπό την εποπτεία των Αρχών διοίκησης του στρατοπέδου.

Στον οικονομικό οργασμό που ακολούθησε τη γιγαντιαίων διαστάσεων επέκταση του στρατοπέδου του  Auschwitz, υπολογίζεται ότι συμμετείχαν περισσότερες από 500 μικρές και μεγάλες Γερμανικές εταιρείες [6].

Οι θάλαμοι αερίων και τα κρεματόρια

Με πιο πιθανή ημερομηνία τη 5η Σεπτέμβρη 1941 γίνεται η πρώτη μαζική εκτέλεση σε έναν πρόχειρα διαμορφωμένο χώρο ως θάλαμο αερίων. Πρόκειται για “πρόβα” με θύματα 900 περίπου κρατούμενους, μεταξύ των οποίων Σοβιετικοί αιχμάλωτοι και άλλοι που λόγω ασθένειας κρίθηκαν ανίκανοι για εργασία [7]. Η θανάτωσή τους αποτελεί το πρώτο πείραμα λειτουργίας των θαλάμων αερίων στο Auschwitz με χρήση του παρασιτοκτόνου Zyklon B (εμπορική ονομασία του πρωσσικού οξέος). Το Zyklon B παραγόταν από την εταιρεία Degesch (Γερμανική εταιρεία παρασιτοκτόνων) η οποία συνεργαζόταν με την IG Farben. Τη διακίνηση του προιόντος είχε αναλάβει μία άλλη συνεργαζόμενη εταιρεία, η Tesch & Stabenow, υπάλληλοι, μάλιστα, της οποίας πήραν ενεργό μέρος στις πρώτες εκτελέσεις με σκοπό την εκπαίδευση των SS στη χρήση του Zyklon B. Κατόπιν τούτου, οι εκπαιδευμένοι SS εντάχθηκαν σε μία ομάδα που έφερε επισήμως το όνομα  «απολυμαντές». Ο όρος δεν είχε μόνον ρόλο ευφημισμού ή  απόκρυψης, όπως μπορεί να φανεί σε πρώτη ανάγνωση, αλλά κατά κάποια έννοια ανταποκρινόταν στη ναζιστική πραγματικότητα. Διότι συστηματικά και καθημερινά η ορολογία της επίσημης προπαγάνδας του Γ’ Ραιχ, αναφερόμενη  στους εχθρούς του Γερμανικού έθνους και πρωτίστως στους Εβραίους, τους αποκαλούσε “παράσιτα” που πρέπει να αντιμετωπιστούν με κάθε τρόπο.

Tο Zyklon  Β αποτελούσε ένα αποτελεσματικό παρασιτοκτόνο το οποίο, χρησιμοποιούμενο σε διαφορετικές δοσολογίες, είχε αποδειχθεί κατάλληλο για την απολύμανση χώρων και ρουχισμού, καθώς και για απεντόμωση και μυοκτονία. Ειδικότερα, το παρασιτοκτόνο παραγόταν σε πέντε διαφορετικούς τύπους στους οποίους αντιστοιχούσαν ισάριθμες ετικέτες, με ενδείξεις B, C, D, E και F,  ανάλογα  με τις απαιτήσεις απολύμανσης. Για το ρουχισμό και την εξόντωση των θυμάτων γινόταν παραγγελία του προιόντος με την ένδειξη Β.  Το προϊόν παραγόταν σε μορφή μικρών κρυστάλλων και συσκευαζόταν σε μεταλλικά κουτιά. Αμέσως μετά το άνοιγμα της συσκευασίας και τη διοχέτευση του υλικού σε κλειστό χώρο, ακολουθούσε εξάχνωση των κρυστάλλων και απελευθέρωση του δηλητήριου [8].

 Η σχετική διαταγή του Himmler για την προετοιμασία των επιχειρήσεων μαζικού εκτοπισμού και εξόντωσης των Εβραικών πλυθυσμών στο Auschwitz έχει ημερομηνία 25.1.1942. Είχε προηγηθεί η συνάντηση υψηλών αξιωματούχων της κυβέρνησης, της Gestapo και των SS στο Wannsee, όπου συζητήθηκε ο συντονισμός  και η ανάγκη για επίσπευση των διαδικασιών με στόχο την υλοποίηση σε μεγάλη κλίμακα του σχεδίου της “Τελικής Λύσης” [9].

Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου του 1943 ξεκινά και ολοκληρώνεται η κατασκευή των τεσσάρων νέων μεγάλων κρεματορίων στο Birkenau (Auschwitz ΙΙ) με ανάθεση του έργου στην εταιρεία Topf und Söhne. Κάθε κρεματόριο διαθέτει πολλαπλούς φούρνους για την αποτέφρωση των πτωμάτων.

Η εξόντωση των Εβραίων

Η συστηματική επιχείρηση εξόντωσης των Εβραίων στο Auschwitz ξεκίνησε στις αρχές του 1943 [10]. Το Auschwitz μετατράπηκε με ταχείς ρυθμούς σε κύρια τοποθεσία μαζικού αφανισμού των Εβραίων προερχόμενων από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη και από την Πολωνία, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αποφασίστηκε η παύση της λειτουργίας των στρατοπέδων στο Belzec, Sobibor και Treblinka. Όσον αφορά τα δύο τελευταία στρατόπεδα, η απόφαση για το κλείσιμό τους επισπεύστηκε έπειτα από τις εξεγέρσεις των κρατουμένων που ξέσπασαν στις 14 Αυγούστου και την 1 Οκτωβρίου του 1942, αντίστοιχα.

Στο χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 1942 μέχρι την περίοδο αποπεράτωσης  των τεσσάρων μεγάλων κρεματορίων του Birkenau, οι εκτελέσεις γίνονταν σε δύο κοντινά αγροτόσπιτα, τα επονομαζόμενα «Bunker I και II», ο εσωτερικός χώρος  των οποίων είχε κατάλληλα διαμορφωθεί σε “λουτρά”, δηλαδή θαλάμους αερίων. Τα δύο Bunker είχαν «χωρητικότητα», αντίστοιχα, 800 και 1200 ατόμων περίπου.   Απείχαν, δε,  2.5 χιλ. περίπου από το στρατόπεδο του Birkenau.

Οι αμαξοστοιχίες που έφταναν από ολόκληρη την Ευρώπη μετέφεραν εκτοπισμένους Εβραίους, άνδρες γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά μαζί, πεινασμένους και διψασμένους, στοιβαγμένους μαζί με τις αποσκευές τους, κλεισμένους για όσες μέρες διαρκούσε το ταξίδι μέσα σε σφραγισμένα εμπορικά βαγόνια με ελάχιστο εξαερισμό, και σε τραγικές συνθήκες υγιεινής, αφού στα βαγόνια δεν υπήρχε τουαλέτα.  Συχνά, το ταξίδι διαρκούσε μία εβδομάδα ή και περισσότερο. Αρκετοί δεν άντεχαν την ταλαιπωρία και ξεψυχούσαν καθ’ οδόν ενώ τα πτώματά τους παρέμεναν εντός του βαγονιού. Με την άφιξή τους, οι εκτοπισμένοι αποβιβάζονταν και διατάζονταν να αφήσουν τις πιο βαριές από τις αποσκευές τους επί τόπου, ενώ τους δινόταν η υπόσχεση ότι σύντομα θα επέστρεφαν να τις παραλάβουν. Έπειτα, έμπαιναν στη σειρά για τη διαδικασία της «επιλογής». Σε όποιον αντιστεκόταν εξασκούνταν βία, αλλά, συνήθως, είτε επειδή οι νεοφερμένοι ήταν αδύναμοι, κατάκοποι  και παραζαλισμένοι απο το πολυήμερο ταξίδι, είτε για το λόγο ότι οι ίδιοι οι SS, είχαν σκηνοθετήσει και ακολουθούσαν το σενάριο μιας τυπικής και αθώας γραφειοκρατικής διαδικασίας, τα προβλήματα που παρουσιάζονταν ήσαν μικρά και η κατάσταση βρισκόταν υπό έλεγχο.

Υπήρχαν, όμως, και περιπτώσεις όπου τα θύματα αντιμετώπισαν με θάρρος τους δημίους τους, όπως γαι παράδειγμα συνέβη στην αυθόρμητη εξέγερση των Εβραίων που προέρχονταν  από το στρατόπεδο του Bergen-Belsen οι οποίοι, όντας ήδη κρατούμενοι και γνωρίζοντας πολύ καλά τι τους περιμένει, αντιστάθηκαν μέσα στους θαλάμους αερίων πριν υποκύψουν στη  βία των SS [11].

Σύμφωνα με τους κανόνες, οι άνδρες και οι γυναίκες που κρίνονταν ικανοί για εργασία  προωθούνταν στο στρατόπεδο και εγγράφονταν στους καταλόγους. Οι υπόλοιποι,  γυναίκες με παιδιά, ηλικιωμένοι, ανάπηροι, έγκυες και παιδιά, στέλνονταν για εξόντωση. Μετά το φθινόπωρο του 1942,  υπεύθυνοι για τη διαδικασία της “επιλογής” είχαν αναλάβει οι γιατροί-SS του Auschwitz. Κάθε εκτοπισμένος προχωρούσε και στεκόταν μπροστά στο γιατρό. Παρόλο που η απόφαση του τελευταίου ήταν γρήγορη και λαμβάνονταν χωρίς πολλή σκέψη, εντούτοις,  η παρουσία των γιατρών προσέδιδε στη διαδικασία μια επίφαση επσιτημονικής αντικειμενικότητας για την επιλογή των δυνατών και υγειών. Η εμπλοκή του ιατρικού προσωπικού στην όλη διαδικασία ήταν αποτέλεσμα των σχεδιασμών των γραφειοκρατών της SS-WVHA (Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών και Διαχείρισης των SS) και αποσκοπούσε στην αύξηση του αριθμού των κρατουμένων, ακόμη κι αν επρόκειτο για Εβραίους στους οποίους δινόταν έτσι μία παράταση ζωής, προς όφελος της πολεμικής οικονομίας του Ράιχ. Αντίθετα, σταθερή προτεραιότητα του γραφειου των SS-RSHA (Κεντρικό Γραφείο Ασφάλειας του Ράιχ των SS)  ήταν  η  άμεση εξόντωση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού Εβραίων από κάθε “φορτίο”, στα πλαίσια των αποφάσεων της σύσκεψης του Wannsee.

Αξίζει να προστεθεί ότι οι γιατροί-SS και οι βοηθοί τους φρόντιζαν να φτάνουν στο χώρο της αποβάθρας με αυτοκίνητο που έφερε το σήμα του Ερυθρού Σταυρού. Η “λεπτομέρεια” αυτή,  είχε παρατηρηθεί ότι συνιστούσε έναν πρόσθετο λόγο εφησυχασμού για τα θύματα. Η όλη σκηνοθεσία και σκηνογραφία είχε σχεδιαστεί κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να παραπλανεί και να καθησυχάζει τα θύματα  [12].

Στην οροφή του εσωτερικού των θαλάμων αερίων είχαν προστεθεί ψεύτικες ντουζιέρες, ώστε  ο χώρος να θυμίζει λουτρό. Κατά μήκος του διαδρόμου που οδηγούσε στο θάλαμο υπήρχαν  κρεμασμένες πινακίδες  που έγραφαν «Προς Λουτρά» ή «Προς θάλαμο απολύμανσης» , μεταφρασμένες σε διάφορες γλώσσες . Στα αποδυτήρια είχαν τοποθετηθεί πάγκοι και αριθμημένες κρεμάστρες, ενώ στα θύματα δινόταν επισταμένα και έντονα η παρότρυνση να απομνημονεύσουν τον αριθμό της κρεμάστρας τους, ώστε έπειτα από το μπάνιο να μην χρονοτριβήσουν και καθυστερήσουν να πάνε στην τραπεζαρία για το φαγητό. Υπήρχαν επίσης “διδακτικές” ταμπέλες όπως «μια ψείρα –  ο θάνατος σου» ή  «με την  καθαριότητα προς την ελευθερία». Σκοπός της όλης μακάβριας σκηνοθεσίας ήταν να διατηρείται η ηρεμία και η ομαλή ροή με σκοπό την επιτάχυνση της διαδικασίας εξόντωσης [13].  Τα ανοίγματα απ’ όπου διοχετεύονtαν οι κρύσταλλοι του θανατηφόρου αερίου βρίσκονταν τοποθετημένα στο ταβάνι των υπόγειων θαλάμων και στα πλευρικά τοιχώματα των ισόγειων θαλάμων.

Η πλειοψηφία των θυμάτων υπέκυπτε έπειτα απο δέκα περίπου αγωνιώδη λεπτά, αλλά συχνά χρειάζονταν είκοσι λεπτά και πλέον για την εξόντωση και των τελευταίων. Οι υπεύθυνοι γιατροί των SS έλεγχαν οπτικά την κατάσταση εντός του θαλάμου κοιτάζοντας από το “ματάκι” της πόρτας και, κατόπιν, έδιναν εντολή να μπουν σε λειτουργία οι εξαεριστήρες για τον καθαρισμό της ατμόσφαιρας. Έπειτα από περίπου μισή ώρα έπιαναν δουλειά οι κρατούμενοι της ειδικής ομάδας των Sonderkommando  οι οποίοι τραβούσαν τα πτώματα έξω από το θάλαμο για να τα μετέφερουν στον χώρο αποτέφρωσης.

Sonderkommando

Στην ομάδα κρατουμένων των Sonderkommando είχε επιβληθεί το φρικιαστικό καθήκον να αδειάζουν το θάλαμο από τα πτώματα, να κόβουν τα μαλλιά των γυναικών και να ψάχνουν ανάμεσα στους νεκρούς  για να ανακαλύψουν όσους είχαν δακτυλίδια, βέρες, σκουλαρίκια και να τα αφαιρέσουν, καθώς και να εξάγουν τα χρυσά δόντια.  Κατόπιν, καθάριζαν και έπλεναν με επιμέλεια το θάλαμο και τον ετοίμαζαν για την επόμενη εκτέλεση. Παράλληλα, άλλες ομάδες Sonderkommando είχαν το καθήκον να συλλέξουν τις αποσκευές από την αποβάθρα και μαζί με τα υπόλοιπα προσωπικά αντικείμενα που είχαν μείνει στα αποδυτήρια, ξεκινούσαν την πρώτη διαδικασία διαλογής. Χρήματα, κοσμήματα, ενδύματα, παπούτσια, ωρολόγια, πένες γραφής, εργαλεία, είδη διατροφής, σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά κλπ, περνούσαν από μία πρώτη ταξινόμηση κατά είδος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η Γερμανική διοίκηση των γκέτο χρησιμοποιούσε την υπόσχεση-τέχνασμα περί “μετεγκατάστασης στα ανατολικά” που αποσκοπούσε στο να πειστούν οι Εβραίοι να συσκευάσουν και να πάρουν μαζί τους όσο το δυνατό περισσότερα από τα υπάρχοντα τους και ιδιαίτερα τα πιο πολύτιμα από αυτά. Η επίσημη διαταγή έδινε το δικαίωμα για μεταφορά 50 κιλών βάρους αποσκευών κατ’ άτομο.

Παράλληλα, γινόταν η μεταφορά των πτωμάτων στα κρεματόρια. Μετά την αποτέφρωση οι Sonderkommando  συνέλλεγαν τις στάχτες οι οποίες, όταν δεν χρησιμοποιούνταν ως λίπασμα  στις αγροτικές επιχειρήσεις των SS, ρίχνονταν στα χωράφια ή στο ποτάμι. Κάποιες φορές η στάχτη των αποτεφρωμένων πτωμάτων χρησιμοποιήθηκε κι ως υλικό θερμομόνωσης.

2

e

.

Εικ. (Αριστερά) Κρατούμενοι (Sonderokommando) κατά τη διάρκεια της εκφόρτωσης από τα βαγόνια των αποσκευών και των προσωπικών ειδών των νεοαφιχθέντων και αφού οι τελευταίοι έχουν ήδη απομακρυνθεί από την αποβάθρα. (Δεξιά) Ομάδα εκτοπισμένων Ούγγρων Εβραίων λίγο έπειτα από την άφιξή τους στο Auschwitz-Birkenau. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποια μέρα του Μάη του 1944 .  

Η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της ομάδας των Sonderkommando ήταν Εβραίοι. Από τη πρώτη στιγμή που αντιλαμβάνονταν το είδος της εργασίας που τους επιφύλλασσαν οι SS και το λόγο για τον οποίον δεν είχαν σταλεί κατευθείαν στους θαλάμους μαζί με τους συγγενείς τους, ζούσαν έναν ομαδικό εφιάλτη. Αρκετοί έχαναν τα λογικά τους σχεδόν αμέσως και επιχείρούσαν να αυτοκτονήσουν. Αποτελεί ιδιαίτερο χρέος μνήμης η αναφορά στην περίπτωση της ομάδας 435 Ελλήνων Εβραίων από την Κέρκυρα οι οποίοι, γνωρίζοντας τις συνέπειες, αρνήθηκαν ομαδικά να υπακούσουν και να δουλέψουν ως Sonderkommando και οδηγήθηκαν αμέσως στο θάλαμο αερίων [14].  Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν να στέλνονται στο θάνατο μπροστά στα μάτια τους οι ίδιοι οι γονείς τους ή άλλα συγγενικά πρόσωπα και έπειτα να είναι αναγκασμένοι να στέλνουν τα πτώματα για αποτέφρωση [15].

Προκαλεί φρίκη και τρόμο σχετικά με το μέγεθος και τον χαρακτήρα του ναζιστικού εγκλήματος η ανάγνωση των μαρτυριών όσων από τους Sonderkommando επιβίωσαν ή και εκείνων που χάθηκαν αλλά κατάφεραν να καταγράψουν την εμπειρία τους και να θάψουν τα χειρόγραφα [16 -19].

 Οι SS απέφευγαν να πάρουν άμεσα μέρος στη μακάβρια διαδικασία “διαχείρισης” των πτωμάτων. Έδιναν, κατά συνέπεια, σχετικά μεγάλα περιθώρια ελευθερίας κίνησης  στους Sonderkommando εντός του περιβάλλοντος χώρου των κρεματορίων. Το κύριο για τους SS ήταν να βγαίνει η δουλειά. Έτσι, οι Sonderkommando ήταν πολύτιμοι ως “εξειδικευμένο” προσωπικό και γι’ αυτό η διοίκηση παρουσιαζόταν σχετικά ανεκτική μαζί τους.  Τους επέτρεπε να έχουν καλύτερη διατροφή και πρόσβαση σε οινοπνευματώδη ποτά.  Εντούτοις, εξαιτίας της ευαίσθητης θέσης τους στη βιομηχανία του θανάτου μετατρέπονταν σε επικίνδυνους μάρτυρες. Ήσαν υποχρεωμένοι επί ποινή θανάτου να μην έρχονται σε επαφή με κανέναν άλλον κρατούμενο πέραν του χώρου των κρεματορίων. Για τους λιδιους λόγους ασφάλειας η διοίκηση των SS εφάρμοζε το μέτρο της εξόντωσης των μελών της ομάδας ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Συνήθως, το μέσο χρονικό διάστημα επιβίωσης των Sonderkommando δεν ξεπερνούσε τους λίγους μήνες.  Εξαίρεση αποτελούσαν όσοι είχαν πολύτιμη εμπειρία ή εξειδίκευση όπως οι μηχανικοί, οι ειδικοί στην αποτέφρωση των πτωμάτων και οι Kapo. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας των κρεματορίων του Auschwitz σχηματίστηκαν 12 σειρές Sonderkommando, η μέση δυναμικότητα των οποίων ήταν  700-1000 κρατούμενοι. Γλύτωσαν από το θάνατο μόλις εκατό από αυτούς, μεταξύ των οποίων και 25 Έλληνες Εβραίοι. Ελάχιστοι Sonderkommando κατάφεραν να δραπετεύσουν.  Οι περισσότεροι επιζώντες οφείλουν την τύχη τους στην κατάσταση πανικού που επικράτησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών πριν από την εκκένωση του στρατοπέδου και ενώ επίκειτο η κατάληψη του από τον προελαύνοντα Κόκκινο Στρατό. Έτσι, κατόρθωσαν να ανακατευτούν με άλλες ομάδες κρατουμένων και να σβήσουν τα ίχνη τους.

ds

 Εικ. Υπαίθρια αποτέφρωση πτωμάτων. Φωτογραφία τραβηγμένη κρυφά από κρατούμενο Sonderkommando στο Birkenau. Χάρη στη συνεργασία και τη βοήθεια της Πολωνικής Αντίστασης, η φωτογραφική μηχανή και το φίλμ εισήχθησαν στο στρατόπεδο και οι φωτογραφίες φυγαδεύτηκαν πρώτα στην Κρακοβία και έπειτα στην Αγγλία [20].

Λεηλασία των προσωπικών αντικειμένων των θυμάτων

Η λεηλασία των προσωπικών ειδών των εκτοπισμένων ακολουθούσε μια προβλεπόμενη από τους κανονισμούς σειρά ενεργειών και απασχολούσε ένα μακρύ κατάλογο γραφειοκρατών των SS,  υπαλλήλων των Κρατικών Υπηρεσιών και των Τραπεζών. Με την πάροδο του χρόνου προσέλαβε τα τυπικά χαρακτηριστικά της γραφειοκρατικής ρουτίνας. Η όλη επιχείρηση διαρπαγής της “κινητής περιουσίας” των εκτοπισμένων έφερε την ονομασία “Aktion Reinhardt” (προς τιμή του πρώην διοικητή της SS-RSHA πoy εκτελέστηκε στην Πράγα τον Ιούνη του 1942, σε ειδική επιχείρηση Τσέχων κομάντος). Είχε προβλεφτεί ο λεπτομερής διαχωρισμός των ειδών και η ταξινόμησή τους και έπειτα ακολουθούσε η αποστολή τους σε προκαθορισμένους τόπους προορισμού για περαιτέρω διαλογή και επεξεργασία. Χαρακτηριστικά, είχε προβλεφτεί μια επιπλέον μακάβρια εκμετάλλευση των ίδιων των σωμάτων. Τα κομμένα μαλλιά των γυναικών, έπειτα από μία πρώτη επεξεργασία στο ίδιο το στρατόπεδο  πωλούνταν προς μισό μάρκο το κιλό σε εταιρείες, όπως η Alex Zinc με έδρα στα περίχωρα της Νυρεμβέργης. Εκεί χρησιμοποιούνταν ως πρώτη ύλη για την παραγωγή υφασμάτων (κετσέδες) [21].

 Τα χρυσά δόντια των θυμάτων περνούσαν από διαλογή και επεξεργασία σε ένα εργαστήριο που στεγαζόταν στο νοσοκομείο του στρατοπέδου. Κατόπιν, το φορτίο σε πολύτιμο μέταλλο  αποστελλόταν συσκευασμένο στην Κεντρική Υπηρεσία Υγιεινής των SS στο Βερολίνο [22].  Από εκεί κατέληγε στο νομισματοκοπείο της Πρωσσίας [23].

Με παραλήπτη στη διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών του Ράιχ  προωθούνταν διάφορα είδη που είχαν υποστεί φθορά αλλά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τη βιομηχανία  ως ανακυκλώσιμο υλικό. Ενδύματα, παπούτσια και διάφορα εργαλεία οικιακής και επαγγελματικής χρήσης κατέληγαν  σε γερμανικές οικογένειες. Για παράδειγμα, με διαταγή του Himmler, με ημερομηνία 14.10.1942,  μοιράστηκαν σε 230000 Γερμανούς πολίτες του Ράιχ και των γερμανόφωνων περιοχών εκτός Ράιχ είδη ρουχισμού και διάφορα άλλα αντικείμενα προερχόμενα από τα θύματα των στρατοπέδων του Auschwitz και του Majdanek. Ακόμη, προβλεπόταν η διανομή εσωρούχων και σεντονιών σε γερμανικές οικογένειες που είχαν ανάγκη. Τα φθαρμένα ενδύματα, μετά το 1943,  προωθούνταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μοιράζονταν στους κρατούμενους εξαιτίας της έλλειψης σε ριγωτές στολές.  Τα ωρολόγια που δεν ήταν κατασκευασμένα από πολύτιμο μέταλλο  στέλνονταν για επισκευή σε ειδικό γι αυτό το σκοπό εργαστήριο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Sachenhausen, και έπειτα διανέμονταν, μαζί με πένες γραφής, ως δώρο, σε μέλη των SS στο μέτωπο, σε τραυματίες στρατιώτες των SS, στους πιλότους της Luftwaffe, καθώς και στα πληρώματα των υποβρυχίων. Επίσης,  τον Ιούλιο του 1944 διανεμήθηκαν 2500 ωρολόγια χειρός σε κατοίκους του Βερολίνου, πληγέντες από τους βομβαρδισμούς [24].

Σε έκθεση του αρχηγού της SS-WVHA των SS, Oswald Pohl προς τον Himmler με ημερομηνία 6.2.1943, αναφέρεται ότι η υπηρεσία του είχε ήδη λάβει γνώση για την αποστολή από το Auschwitz και το Lublin 781 βαγονιών συνολικά, φορτωμένα με διάφορα κατασχεμένα αντικείμενα και είδη των εκτοπισμένων Εβραίων, μεταξύ των οποίων, 245 βαγόνια με είδη ρουχισμού, 400 με φθαρμένα υφάσματα, 130 με κουβέρτες  και παπλώματα, ένα βαγόνι με γυναικεία μαλλιά βάρους τριών τόννων και 5 βαγόνια με διάφορα άλλα υλικά. Φαίνεται, όμως, ότι αυτά αποτελούσαν ένα μικρό μόνο μέρος της λείας που θα ακολουθούσε. Λίγο αργότερα, ο αρχηγός των SS και της αστυνομίας του Lublin, Odilo Globocnik, πληροφορούσε τον Himmler σχετικά με την αποστολή 2900 βαγονιών με υφάσματα και την προετοιμασία για την αποστολή επιπλέον 1000 βαγονιών, φορτωμένων με υλικά που ακόμη παρέμεναν στις αποθήκες [25]. Οι φάσεις της συλλογής, διακίνησης και αποθήκευσης του τεράστιου αυτού ανομοιογενούς όγκου υλικών προκάλεσε, όπως ήταν φυσιολογικό, φαινόμενα κακοδιαχείρισης και διαφθοράς, τα οποία, εκτός των συνεπειών της “ιδιοποίησης κρατικής περιουσίας”, έφεραν κάποιες φορές αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, όσον αφορά την παραδοτέα ποιότητα και  ποσότητα, στους πολίτες του Ράιχ.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πληροφορία, που κυκλοφορεί μέχρι τις μέρες μας και αποτελούσε πεποίθηση μερικών κρατουμένων, σχετικά με την παραγωγή σαπουνιού με πρώτη ύλη το ανθρώπινο λίπος, στο στρατόπεδο του Auschwitz ή αλλού, δεν αληθεύει.  Η σχετική φήμη,  ίσως,  σχετίζεται με κάποιες μαρτυρίες, μη επαρκώς τεκμηριωμένες, οι οποίες έκαναν λόγο για πειράματα παραγωγής σαπουνιού σε ένα μικρό στρατόπεδο, υπαγόμενο διοικητικά σε εκείνο του Stutthof,  κοντά στο Gdańsk. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν αποδειχτεί στο μέλλον ότι η συγκεκριμένη φήμη έχει κάποια βάση, εντούτοις, θα πρόκειται αποκλειστικά για μεμονωμένο φαινόμενο το οποίο ποτέ δεν πήρε διαστάσεις [26].

dsa

Εικ. Οι SS κατά την αποχώρησή τους από το στρατόπεδο δεν κατάφεραν να καταστρέψουν ή να  μεταφέρουν όλο εκείνο τον όγκο υλικού που είχαν αποθηκεύσει. Στις φωτογραφίες, αμέσως μετά την απελευθέρωση: αμέτρητα παπούτσια και ενδύματα (αριστερά), σακιά με γυναικεία μαλλιά (μέσον), βαλίτσες των εκτοπισμένων (δεξιά).     

 

Οι Εταιρείες

Το σύμπλεγμα των στρατοπέδων του Auschwitz, όπως αναφέραμε πιο πάνω, εκτός απο τα τρία κύρια στρατόπεδα περιελάμβανε ένα μεγάλο αριθμό μικρότερων στρατοπέδων-δορυφόρων (περισσότερα από 40). Αυτά είχαν τοποθετηθεί σε μικρή απόσταση από εργοτάξια (όπως, για παράδειγμα, παραγωγής αμμοχάλικου, άμμου, τσιμέντου κλπ), ορυχεία, αγροτικές επιχειρήσεις ιδιοκτησίας των SS, καθώς και  μικρά ή μεγάλα εργοστάσια κρατικά ή ιδιωτικά, των οποίων η παραγωγή αφορούσε έμμεσα ή άμεσα την πολεμική οικονομία. Έτσι, λοιπόν, τα στρατόπεδα-δορυφόροι αποτελούσαν ταυτόχρονα  στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας. Υπολογίζεται ότι 150-200 μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις διαφόρων τύπων επωφελήθηκαν από την καταναγκαστική εργασία στην οποία υποχρώνονταν οι  κρατούμενοι. Σε αυτές συγκαταλέγονται βιομηχανίες ατσαλιού και διυλιστήρια, όπως επίσης  και  εργοστάσια παραγωγής υποδημάτων και ενδυμάτων. Η επιχείρηση που απασχόλησε ένα μεγάλο αριθμό κρατουμένων ήταν η χημική βιομηχανία (κοντσέρν) IG Farben. Χιλιάδες κρατούμενοι εξαναγκάστηκαν να εργαστούν ως σκλάβοι στα έργα κατασκευής του βιομηχανικού συμπλέγματος της  IG Farben. Ο συνολικός αριθμός τους εκτιμάται σε 35000, από τους οποίους απεβίωσαν από τις κακουχίες, την πείνα, τις ασθενείες και τη βίαιη μεταχείριση περί τις 25000 [27]. Μία άλλη μεγάλη εταιρεία η οποία εκμεταλλεύτηκε την εργατική δύναμη των κρατουμένων ήταν η Siemens-Schuckertwerke, στις εγκαταστάσεις της οποίας, κοντά στο στρατόπεδο Bobrek, παράγονταν ηλεκτρικές συσκευές για αεροπλάνα και υποβρύχια.  Με βάση σχετική απογραφή, με ημερομηνία τον Ιανουάριο του 1945, εκτιμάται ότι, επί του συνόλου των εργασιών, το 70% των κρατούμενων απασχολούνταν στην παραγωγή ιδιωτικών επιχειρήσεων, το 23% σε επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας, ενώ το υπόλοιπο 7% είχε παραχωρηθεί σε επιχειρήσεις συμφερόντων των SS [28].

Η κεντρική διοίκηση των SS είχε συνάψει γενική σύμβαση με τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, βάση της οποίας οι κρατούμενοι παραχωρούνταν προς ενοικίαση  έναντι τεσσάρων  μάρκων ημερησίως οι ειδικευμένοι και έναντι τριών  μάρκων οι ανειδίκευτοι. Μετά το Μάιο του 1943 τα ποσά αυτά μετατράπηκαν, αντίστοιχα, σε έξι και τέσσερα μάρκα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα συγκεκριμένα ποσά αναφέρονταν σε ενοικίαση κρατουμένων με την ημέρα και όχι με τη βάρδια. Έτσι, οι επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα να αποσχολούν τους κρατούμενους για όσες ώρες κρινόταν αναγκαίο. Το επίσημο ωράριο πρόβλεπε 10-11 ώρες εργασίας ημερησίως  το καλοκαίρι και 9 ώρες το χειμώνα. Στην πράξη, όμως, το ωράριο έφτανε και ξεπερνούσε τις 12 ώρες. Συνυπολογίζοντας, δε,  το χρόνο που απαιτούνταν για το πηγαινέλα και τις πολυάριθμες χρονοβόρες αναφορές κρατουμένων, ο χρόνος που απόμενε για ξεκούραση ήταν ελάχιστος. Συνήθως, οι κρατούμενοι είχαν ελεύθερες μία ή δύο Κυριακές το μήνα.  Σε κάθε περίπτωση το δέλεαρ για τους βιομήχανους συνίστατο στο γεγονός ότι το  συμφωνηθέν ποσό αποζημείωσης που απέδιδαν στα SS ανερχόταν μόλις στο 50% του μέσου ημερομησθίου ενός κοινού εργάτη. Μολονότι η αποδοτικότητα, όπως άλλωστε είχε προβλεφτεί, ήταν χαμηλή (έφτανε μόλις στο 40-60% ενός ελεύθερου εργάτη), είχε  υπολογιστεί ότι τα πρόσθετα πλεονεκτήματα από την εξουθενωτική εργασία και την απόλυτη έλλειψη στοιχειωδών μέτρων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των κρατουμένων, θα έφερναν το επιθυμητό κέρδος [29].

Επιπλέον, στη σύμβαση που είχαν υπογράψει οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες υπήρχε η ρήτρα για την άμεση αντικατάσταση όλων των κρατουμένων που για λόγους υγειας ή φυσικής εξάντλησης δεν ήταν πλέον σε θέση να εργαστούν με τους απαιτούμενους ρυθμούς. Αυτό στην πράξη σήμαινε την άμεση μεταφορά τους στους θαλάμους αερίων. Οι κρατούμενες απασχολούνταν ως επί το πλείστον στις αγροτικές εργασίες. Όμως, δεν ήταν σπάνιο να στέλνονται σε βαρύτερες εργασίες, όπως για παράδειγμα συνέβη με τις αρκετές εκατοντάδες κρατούμενες του στρατοπέδου Gleiwitz II, οι οποίες δούλευαν στην παραγωγή αιθάλης για λογαριασμό της βιομηχανίας Deutche Gasrusswerke.

Ο βαθμός κακομεταχείρισης των κρατουμένων και οι συνθήκες εργασίας διέφεραν από τόπο σε τόπο και ήταν συνάρτηση του είδους εργασίας και της θέσης του καθενός στην παραγωγή. Σε χειρότερη θέση βρίσκονταν όσοι υποχεώνονταν να εκτελέσουν χειρωνακτικές εργασίες, όπως, για παραδειγμα, στα ορυχεία ή στα εργοτάξια παραγωγής οικοδομικών υλικών. Αντίθετα, εκείνοι που εργάζονταν σε κάποια εξειδικευμένη θέση είχαν σχετικά καλύτερη τύχη. Αποτελούσε κοινό τόπο τόσο για τους SS και για τα στελέχη παραγωγής των εργοστασίων να θεωρούνται πλήρως αναλώσιμοι οι κρατούμενοι που απασχολούνταν σε εργασίες χαμηλής παραγωγικότητας. Επιπλέον,  εξαιτίας της μεγάλης προσφοράς εργατικών χεριών (μέχρι το 1943) δεν λήφθηκε ιδιαίτερη μέριμνα για το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και τη βέλτιστη οργάνωση της παραγωγής με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας. Έτσι, ήταν συχνό φαινόμενο η εκτέλεση πολλών εργασιών να γίνεται με πρωτόγονα και ανεπαρκή εργαλεία και μέσα και, μολονότι οι ρυθμοί ήταν εξοντωτικοί, τα αποτελέσματα ήταν πολύ κατώτερα των απαιτήσεων.

Η γενική πολιτική της ναζιστικής κυβέρνησης και των SS σχετικά με το σχεδιασμό και την οργάνωση της καταναγκαστικής εργασίας  δεν απαλλάχθηκε ποτέ από την κεντρική ιδέα “εξόντωση μέσω της εργασίας” (“Vernichtung durch Arbeit”) [30], η οποία είχε ως θύματα όλους τους κρατούμενους και πολύ περισσότερο τους Εβραίους. Τόσο η  άμεση και απευθείας θανάτωση, που γινόταν είτε με αποστολή στους θαλάμους αερίων, είτε με χρήση θανατηφόρας ένεσης φαινόλης, όσο και η δολοφονική πολιτική εξόντωσης μέσω της εργασίας αποτελούσαν αλληλοσυνδεόμενες και κεντρικά αποφασισμένες και σχεδιασμένες διαδικασίες απαλλαγής από τις ανεπιθύμητες “φυλές” των “υπανθρώπων”. Δηλαδή, πρακτικές ενταγμένες στα πλαίσια ενός γιγάντιου σχεδίου υλοποίησης των όρων της “δημογραφικής μηχανικής”, όπως είχε εξαγγελθεί και τεθεί σε εφαρμογή από το ναζιστικό καθεστώς.

Επιχειρήματα υπέρ της ορθολογικοποιημένης εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και ιδιαίτερα της εξειδικευμένης άρχισαν να απασχολούν τη ναζιστική ηγεσία πολύ αργά, μόλις στις αρχές του 1942, έπειτα από την πολεμική αποτυχία για την κατάληψη της Μόσχας και, παράλληλα, της εισόδου των ΗΠΑ στον πόλεμο. Μετά την καταστροφή των γερμανικών στρατευμάτων στο Στάλινγκραντ και τις δυσοίωνες προβλέψεις για την τελική έκβαση του πολέμου, άρχισε να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση και προσοχή στο πρόβλημα της εξοικονόμησης της εργατικής δύναμης των κρατουμένων. Στο πλαίσιο αυτό, εκδόθηκε μια σειρά από διαταγές σχετικά με την αντιμετώπιση των επιδημιών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης, επιχειρήθηκε η εισαγωγή ενός είδους “πριμ εργασίας”  σε είδος (λ.χ. κουπόνια για επίσκεψη στον οίκο ανοχής του στρατοπέδου, επιπλέον είδη διατροφής και ένδυσης). Στην πράξη, όμως, τα οφέλη ήταν ισχνά, τόσο διότι το πρόβλημα των επιδημιών εξακολουθούσε να “λύνεται” με μαζική αποστολή των ασθενών κρατουμένων για εκτέλεση (ιδιαίτερα εκείνων που έπασχαν ή απλώς υπήρχαν υπόνοιες ότι είχαν φυματίωση ή τύφο), όσο και για το λόγο ότι, συνήθως, τα “πριμ” τα  κρατούσαν για λογαριασμό τους οι SS και οι διάφοροι επιβλέποντες και Kapo.  Ακόμη, εξακολουθούσε να είναι  συχνό φαινόμενο, οι υπεύθυνοι στην αποβάθρα να στέλνουν χωρίς δεύτερη σκέψη στους θαλάμους αερίων ολόκληρες ομάδες νεοαφιχθέντων. Εξαιτίας, λοιπόν, της απόλυτης έλλειψης σεβασμού στην ανθρώπινη υπόσταση των κρατουμένων και της γενικής πεποίθησης ότι επρόκειτο για καταδικασμένους μελλοθάνατους, οι SS δεν ήταν σε θέση να λάβουν ουσιαστικά μέτρα βελτίωσης των όρων διαβίωσης των κρατουμένων με στόχο την υψηλότερη απόδοση της εργατικής δύναμης, όπως απαιτούσαν οι σύνθετες και δύσκολες συνθήκες της πολεμικής οικονομίας.

Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, ότι παρά τις αντίθετες προθέσεις, η εφαρμογή της πολιτικής “εξορθολογισμού” στην εκμετάλλευση των κρατουμένων έπασχε από συνεχείς και μόνιμες αντιφάσεις που παρατηρούνταν  ακόμη και στις ανώτερες σφαίρες της ναζιστικής εξουσίας. Για παράδειγμα, στις 26.11.1942 με σύμφωνη γνώμη των Himmler και Göring διατάχθηκε ο εκτοπισμός όλων των Γερμανών Εβραίων με τελικό προορισμό την Πολωνία, ακόμη κι εκείνων που ήταν εξειδικευμένοι και αναντικατάστατοι εργάτες, ενώ ως αντιστάθμισμα προβλεπόταν η μελλοντική αντικατάστασή τους με Πολωνούς εργάτες [31].  Άλλο σχετικό παράδειγμα αποτελεί η ρητή διαταγή του E. Kaltenbrunner, διοικητή των  SS-RSHA, σύμφωνα με την οποία  καθοριζόταν ότι όσοι από τους κρατούμενους δεν ήταν ικανοί για εργασία θα υποβάλλονταν χωρίς εξαίρεση σε “ειδική δράση” (“Sonderaktion”), δηλαδή εξόντωση [32].

IG Farben

Αναφερθήκαμε πιο πάνω στην περίπτωση της χημικής βιομηχανίας IG Farben. Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι το Auschwitz αποτέλεσε το μεγαλύτερο “ιδιωτικό” ναζιστικό στρατόπεδο εργασίας του Ράιχ, αφού ένα σημαντικό ποσοστό των κρατουμένων προορίζονταν για τις εργασίες κατασκευής των εγκαταστάσεων της IG Farben. Επίσης, πριν ακόμη αποφασισθεί ο χαρακτήρας  του  Auschwitz ως τόπος μαζικής εξόντωσης, είχε ήδη ληφθεί η απόφαση το στρατόπεδο να παρέχει άφθονη και δωρεάν εργατική δύναμη στην ΙG Farben.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 το μεγάλο αυτό γερμανικό κοντσέρν χημικής βιομηχανίας σχεδίαζε να κτίσει ένα εργοστάσιο παραγωγής συνθετικού καουτσούκ (BuNa). Τον Ιανουάριο του 1941 ολοκληρώθηκαν τα πρώτα σχέδια για τις εγκαταστάσεις  στο Auschwitz.  Οι λόγοι για την επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας ήταν συνδυασμός της επιτόπιας εκμετάλλευσης πλούσιων αποθεμάτων  κατάλληλων πρώτων υλών (ασβεστόλιθος, άνθρακας και νερό), της ύπαρξης  σιδηροδρομικού δικτύου στην περιοχή, και της υπόσχεσης από μέρους των αξιωματούχων ναζί για προσφορά άφθονων και φτηνών εργατικών χεριών. Σημαντικό ρόλο στη λήψη της σχετικής απόφασης είχε, επίσης, το γεγονός ότι η τοποθεσία ήταν σχετικά απομονωμένη, αφού βρισκόταν μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ είχε γίνει η πρόβλεψη ότι θα το μέρος θα παρέμενε ασφαλές και εκτός της ακτίνας δράσης του εχθρού. Επιπλέον,  η γερμανική κυβέρνηση, είχε τάξει στην  IG Farben πλήρη χρηματοδότηση για την κατασκευή μιας επιπλέον βιομηχανίας του ομίλου. Από τη μεριά της διεύθυνσης του εργοστασίου η τελική απόφαση ελήφθη μετά από συννενόηση των  διευθυντικών στελεχών, Otto Ambros και Fritz tee Meer, με τον πληρεξούσιο της γερμανικής κυβέρνησης για θέματα χημικής βιομηχανίας, Carl Krauch, ο οποίος, εκτελούσε, παράλληλα, χρέη προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης [33].   O Carl Krauch ήταν μέλος της ομάδας των βιομηχάνων με το όνομα “Κύκλος Φίλων του Himmler”, η οποία συστήθηκε το 1933. Ο “Κύκλος των Φίλων” είχε συστηματική ανταλλαγή απόψεων και συνεργασία με τον Himmler, ενώ, παράλληλα, διοχέτευε μεγάλα  χρηματικά ποσά στα SS ως οικονομική ενίσχυση [34]. Έπειτα από μία συνάντηση του Krauch με τον άλλο φίλο του, Göring, και τις επαφές που ακολούθησαν με τον Himmler, εκδόθηκε απο τον τελευταίο η διαταγή, με ημερομηνια 26.2.1941, για το ξεκίνημα των εργασιών. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της IG Farben δεν υπολείπονταν των ναζιστικών αξιωματούχων σε εθνικο-πατριωτικό ζήλο στο έργο της γερμανοποίησης των περιοχών της Δυτικής Πολωνίας, επιχείρηση την οποία ονόμαζαν, χωρίς ενδοιασμούς, αποικιοποίηση.

Μέχρι το τέλος του 1942 οι κρατούμενοι που δούλευαν στην κατασκευή των εγκαταστάσεων της IG Farben έμεναν στο κυρίως στρατόπεδο του Auschwitz και γι αυτό, για να φτάσουν στον τόπο εργασίας,  ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν κάθε μέρα 14 χιλ. πεζή (πηγαινέλα), καθώς και μια διαδρομή με το τρένο, στοιβαγμένοι σε εμπορικά βαγόνια. Η κατάσταση αυτή είχε προφανείς αρνητικές συνέπειες στην απόδοση της εργασίας και για το λόγο αυτό αποφασίστηκε η ανέγερση του τρίτου στρατοπέδου συγκέντρωσης πλησίον του εργοταξίου (1943). Η ονομασία του, Monowitz, προήλθε από το όνομα της  περιοχής στο οποίο κτίστηκε. Η επίσημη ονομάσιά του ήταν  Auschwitz ΙΙΙ.

Οι υπεύθυνοι της IG Farben είχαν στηρίξει τις προβλέψεις τους στην υπόθεση ότι η απόδοση της εργασίας των κρατουμένων θα έφτανε το 75% της απόδοσης των ελεύθερων εργατών. Εντούτοις, έπεσαν έξω στους υπολογισμούς τους, αφού για διάφορους λόγους η παραγωγικότητα δεν ξεπέρασε ποτέ το 50% και, μάλιστα, σε μερικούς τομείς κυμαινόταν γύρω στο 20%. Το 1943 το ποσοστό των Εβραίων εργατών στο εργοτάξιο ανερχόταν στο 60-75%, ενώ το 1944 είχε φτάσει το 90% του συνόλου. Εκτιμάται ότι ο μέσος χρόνος επιβίωσης των κρατουμένων στο στρατόπεδο του Monowitz ήταν τρεις μήνες, ενώ κατά τη διάρκεια των χειρότερων περιόδων δεν ξεπερνούσε τις μερικές εβδομάδες [35].

  

Οι κρατούμενοι

Η μεγάλη πλειοψηφία των κρατουμένων στο Auschwitz είχε συλληφθεί και σταλεί εκεί βάσει της γενικής διαταγής περί “προληπτικής σύλληψης”. Η διάρκεια κράτησης, εκτός από λίγες εξαιρέσεις κρατουμένων ειδικών κατηγοριών, κυρίως Πολωνοί, ήταν μη προσδιορισμένη. Όσοι εκτοπισμένοι προορίζονταν για καταναγκαστικά έργα, καθώς και οι Εβραίοι που γλύτωναν την απευθείας αποστολή στους  θαλάμους αερίων, περνούσαν τα διάφορα προβλεπόμενα στάδια εισαγωγής στο στρατόπεδο και εγγράφονταν στα μητρώα κρατουμένων. Η μαζική απολύμανση, το ξύρισμα όλων των τριχωτών μερών του σώματος, το πλύσιμο στα λουτρά με καυτό ή παγωμένο νερό, η ριγωτή στολή συχνά φθαρμένη και βρώμικη, τα χοντροκομμένα ξύλινα τσόκαρα για παπούτσια κλπ, αποτελούσαν το λειτουργικό μέρος της υποδοχής, η οποία συνοδευόταν από φυσική βία. Το “καλοσώρισμα” αυτό ήταν το πρώτο μάθημα με τελικό σκοπό την αποανθρωποποίηση του κρατούμενου και την ολοκληρωτική υποταγή του. Σύμφωνα με πάμπολλες μαρυρίες, αν κάποιος κρατούμενος επιχειρούσε να αμυνθεί στοιχειωδώς και  αυθόρμητα στις βίαιες επίθεσεις που δεχόταν, τότε οι SS τον αποτέλειωναν επιτόπου.  Αυτό ήταν το μάθημα για τους υπόλοιπους. Γι αυτό και η συμβουλή των παλαιότερων κρατουμένων στους νεοφερμένους ήταν να υπομείνουν την κακομετάχειριση χωρίς να αντιδράσουν. Έπειτα, οι νεοφερμένοι ήταν αναγκασμένοι να περάσουν ένα χρονικό διάστημα μερικών εβδομάδων στα μπλόκα της καραντίνας. Εκεί, λόγω των τραγικών συνθηκών διαβίωσης (οι περισσότεροι κοιμόνταν κατάχαμα  ο ένας πάνω στον άλλον), του καθημερινού ξυλοφορτώματος, των αγγαρειών, των καψονιών και της μειωμένης ποσότητας τροφής (για το λόγο ότι δεν ήταν παραγωγικοί αφού δεν είχαν ακόμη ενταχθεί στις διάφορες ομάδες εργασίας), καθώς και των γενικότερων συνεπειών του σοκ που είχαν υποστεί,  δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αρρώσταιναν βαριά και, είτε πέθαιναν εκεί, είτε οδηγούνταν στους θαλάμους αερίων. Οι αυτοκτονίες σε αυτήν την πρώτη φάση του εγκλεισμού στο στρατόπεδο δεν ήταν καθόλου σπάνιες [36, 37].

Το μοναδικό σημάδι αναγνώρισης των κρατουμένων ήταν το νούμερο τους αποτυπωμένο με τατουάζ.  Τον πρώτο καιρό,  η μέθοδος που ακολουθούσαν οι SS για να κάνουν το τατουάζ ήταν με χρήση μιας “σφραγίδας” που είχε  προεξέχοντα μεταλλικά ελάσματα βουτηγμένα σε μελάνι και η οποία εφαρμοζόταν με δύναμη στο στήθος των κρατουμένων. Με τον καιρό το σύστημά τους εξελίχθηκε σε ένα απλούστερο και σχετικά λιγότερο επώδυνο, το οποίο εφαρμοζόταν στο αντιβράχιο του αριστερού χεριού.  Οι Γερμανοί (μη-Εβραίοι) κρατούμενοι δεν υποβάλλονταν σε τατουάζ, δεν είχαν ξυρισμένα κεφάλια, ενώ παράλληλα τους δίνονταν καλύτερα και ζεστότερα ρούχα καθώς και περσσότερη τροφή.  Είχαν, δε, το δικαίωμα να λαμβάνουν δέματα από τους συγγενείς τους, διευκόλυνση που μετά το 1942 επεκτάθηκε και στους Πολωνούς (μη Εβραίους) κρατούμενους. Όλα αυτά αποτελούσαν κάποια από τα δομικά στοιχεία που συγκροτούσαν την πυραμιδωτή μορφή ιεραρχίας που είχαν σχεδιάσει οι SS και   είχαν επιβάλλει στους κρατούμενους. Όλοι οι κρατούμενοι διαχωρίζονταν ανάλογα με τη  εθνικότητα, το θρήσκευμα και το λόγο για τον οποίον είχαν σταλεί στο στρατόπεδο. Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονταν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί κρατούμενοι. Έπειτα ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Τελευταίοι στην κλίμακα δικαιωμάτων και ελπίδας για επιβίωση ήταν οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και οι Εβραίοι.

Οι Εβραίοι τον πρώτο καιρό παραμονής, περισσότερο, ίσως, από όλους τους υπόλοιπους, βρίσκονταν σε κατάσταση απόλυτης απελπισίας.  Έχοντας  χάσει την επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους στην αποβάθρα, τα αισθήματα του φόβου και  της ανησυχίας μετατρέπονταν σε ανείπωτη θλίψη και καταρράκωση από τις τύψεις, όταν αμέσως μετά την εισαγωγή τους στο στρατόπεδο βεβαιώνονταν  για την οδυνηρή τύχη των συγγενών τους.

Συχνά έχει γίνει λόγος για την περιορισμένης έκτασης αντίδραση και αντίσταση από τη μεριά των κρατούμενων απέναντι στη βία και την κακομεταχείριση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε μορφή αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας μεταξύ των κρατουμένων απαγορευόταν και τιμωρούνταν σκληρά και ανελέητα. Ο μέσος αριθμός προσωπικού των SS στο  Auschwitz δεν ήταν πολύ μεγάλος. Τρεις περίπου χιλιάδες οπλισμένοι στρατιώτες και προσωπικό των SS και των διαφόρων συνεργατών τους ήταν επιφορτισμένοι με τη φύλαξη συνολικά εκατό χιλιάδων περίπου κρατουμένων. Σημαντικό ρόλο στη φρούρηση των στρατοπέδων είχε ο τρόπος κατασκευής τους, η συνεχής κυκλοφορία περιπόλων και τα πολλαπλά περιμετρικά (και ηλεκτροφόρα) συρματοπλέγματα. Έπειτα, πρέπει να αναλογιστεί κανείς ότι ο πολυεθνικός πληθυσμός των κρατουμένων χαρακτηριζόταν από εθνικές, θρησκευτικές και πολιτικές διαφορές που δεν ήταν αρρωγοί στην προσπάθεια για οργάνωση κάποιας, έστω και στοιχειώδους, μορφής αντίστασης και αλληλεγγύης. Πρέπει να τονισθεί, επίσης, ότι οι έγκλειστοι στη μεγάλη  πλειοψηφία τους, υπέφεραν από την πείνα και τις αρρώστιες και ήταν τόσο αδύναμοι και αποκαμωμένοι ώστε το πρώτο μέλημά τους αποτελούσε η προσπάθεια για την προσωπική επιβίωση. Ακόμη, η διοίκηση των SS έπαιρνε πολύ σκληρά μέτρα απέναντι σε οποιαδήποτε απόδραση ή απόπειρα. Ως αντίποινα, δέκα και πλέον κρατούμενοι από την ομάδα εργασίας ή το θάλαμο του δραπέτη οδηγούνταν προς παραδειγματική δημόσια εκτέλεση, αφού πριν υποβάλλονταν σε βασανιστήρια. Το μέτρο αυτό εφαρμοζόταν συστηματικά μέχρι τα τέλη του 1942. Τον Ιούλιο του 1940 σημειώθηκε η πρώτη απόδραση, όταν ο Πολωνός κρατούμενος Tadeusz Wiejowski κατάφερε να δραπετεύσει.  Οι SS, υποπτευόμενοι ότι οι Πολωνοί χωρικοί των γύρω περιοχών συνέδραμαν την προσπάθεια του δραπέτη, προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα εναντίον τους. Κατεδάφισαν τα σπίτια τους και έστειλαν τους χωρικούς σε καταναγκαστικά έργα στη Γερμανία [38].

Ο συνολικός αριθμός αποδράσεων κατά τη συνολική διάρκεια της λειτουργίας του στρατοπέδου ανέρχεται σε 802 (757 άνδρες και 45 γυναίκες). Από τους δραπέτες, 144 κατάφεραν τελικά να διαφύγουν και να σωθούν [39].

Δεν θα πρέπει να παραληφθεί  να τονισθεί ο ιδιαίτερος ρόλος που είχε η πολυεθνική ομάδα αντίστασης (Kampfgruppe Auschwitz) που συστήθηκε το 1943 από Γερμανούς, Αυστριακούς και Πολωνούς κρατούμενους  και πέτυχε με τη δράση της να διασώσει πολύτιμες πληροφορίες από ένα μεγάλο αριθμό ντοκουμέντων, να κάνει αντίγραφα και να στείλει πολυάριθμες αναφορές εκτός στρατοπέδου  με παραλήπτες ομάδες της Πολωνικής Αντίστασης. Στις αναφορές περιγράφονταν οι συνθήκες ζωής των κρατουμένων και  παρέχονταν στοιχεία για τις μαζικές εξοντώσεις. Ακόμα, η ομάδα  οργάνωσε διάφορες αποδράσεις, βρήκε τρόπους να κάνει εισαγωγή στο στρατόπεδο φαρμάκων και διάφορων άλλων  υλικών απαραίτητων για την επιβίωση των κρατούμενων. Επίσης, βοήθησε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πολλούς κρατούμενους να γλυτώσουν την αποστολή τους στους θαλάμους αερίων ή την εκτέλεση με ένεση φαινόλης [40].

 

Λογιστική του θανάτου

Εκτιμάται ότι το 80% περίπου των επιβαινόντων Εβραίων σε κάθε αμαξοστοιχία που έφτανε στο Auschwitz έβρισκε το θανατο αμέσως μετά την “επιλογή” στην αποβάθρα. Όλοι όσοι στέλνονταν στους θαλάμους αερίων δεν εγγράφονταν στα μητρώα κρατουμένων του στρατοπέδου. Κάθε “φορτίο” είχε ένα συνοδευτικό έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ο αριθμός των εκτοπισμένων και με αφαίρεση του αριθμού όσων εισάγονταν στο στρατόπεδο, προέκυπτε ο αριθμός των νεκρών. Οι SS, πριν την αποχώρησή τους τον Ιανουάριο του 1945, φρόντισαν να καταστρέψουν μεγάλο μέρος των αρχείων που διατηρούσαν. Από την καταστροφή διασώθηκαν τρεις σχετικές αναφορές από ισάριθμες αφίξεις αμαξοστοιχιών, οι οποίες συμφωνούν με το ανωτέρω εκτιμώμενο ποσοστό των θυμάτων.  Επιπλέον, αξιόπιστα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν εμμέσως, με βάση τις πληροφορίες που αντλούνται από αντίγραφα των “φορτωτικών” που έχουν διασωθεί και αφού αυτές διασταυρωθούν με τις ημερομηνίες και τα στοιχεία στα μητρώα των κρατουμένων.  Άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση όπου η ιστορική έρευνα έχει καταλήξει σε σημαντικά και βέβαια συμπεράσματα αποτελεί η μεταφορά των Εβραίων της Ουγγαρίας, η οποία έλαβε χώρα με διαδοχικές αφίξεις στο διάστημα μεταξύ Μαίου και Αυγούστου 1944.  Η εκτίμηση για 438000 εκτοπισμένους Εβραίους από την Ουγγαρία προέρχεται από τις αναφορές που έστελνε ο Edmund Veesenmayer, πληρεξούσιος της Γερμανικής κυβέρνησης στην Ουγγαρία, προς το Υπουργείο Εξωτερικών, στις οποίες γινόταν πλήρης ενήμερωση σχετικά με την εξέλιξη της “επιχείρησης” [41].

Χάρη στο σύστημα αύξουσας και σχετικά απλής αρίθμησης των κρατουμένων που ακολούθούσε η διοίκηση του στρατοπέδου και λόγω του γεγονότος ότι δεν παρατηρήθηκε το φαινόμενο διπλοεγγραφών και  απόδοσης των αριθμών των νεκρών κρατουμένων σε νεοεισερχόμενους (με εξαίρεση κάποιες λιγοστές και μικρής σημασίας περιπτώσεις), έχει γίνει δυνατό να δοθεί μία έγκυρη εκτίμηση σχετικά με το συνολικό αριθμό των κρατουμένων στο Auschwitz οι οποίοι ανέρχονται σε λίγο περισσότερους από 400000, εκ των οποίων  268000 άνδρες και 132000 γυναίκες, περίπου.

Η εκτιμήσεις σχετικά με την εθνικότητα των κρατουμένων είναι οι εξής: 205000 Εβραίοι, 130000-140000 Πολωνοί, 21000 Τσιγγάνοι, 12000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και 25000 άλλων εθνικοτήτων (Λευκορώσσοι, Τσέχοι, Γιουγκοσλάβοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Αυστριακοί, Έλληνες κά) [42].

Μέχρι τα μισά του έτους 1942 η πλειοψηφία των κρατούμενων ήταν Πολωνοί. Έπειτα, το ποσοστό των Εβραίων κρατούμενων μεγαλώνει με γρήγορο ρυθμό και φτάνει στο 50% στις αρχές του 1943. Τον Αύγουστο του 1944 το ποσοστό των Εβραίων κρατουμένων πλησιάζει το 70%.

Ένα μέρος των πληροφοριών σχετικά με τους αριθμούς καταχώρησης των κρατουμένων και τις χρονικές μεταβολές τους εντοπίζεται σε αντίγραφα των πρωτότυπων καταστάσεων και αναφορών τα οποία  ετοίμαζε  η ομάδα αντίστασης των κρατουμένων  (Kampfgruppe Auschwitz). Περίπου 350  αναφορές που περιείχαν στοιχεία για την κατάσταση στο στρατόπεδο, τον αριθμό των νεκρών , το ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ των κρατουμένων, στάλθηκαν προς τις οργανώσεις της Πολωνικής Αντίστασης.  Οι πληροφορίες αυτές συλλέχθηκαν με θανάσιμο κίνδυνο διαφόρων κρατουμένων που πήραν το ρίσκο και οι οποίοι, λόγω της εργασίας τους στα διάφορα πόστα της γραφειοκρατίας του στρατοπέδου,  ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση στα σχετικά αρχεία. Μάλιστα, κάποια στιγμή έγινε δυνατή η  φυγάδευση αντίγραφων των αρχιτεκτονικών σχεδίων των κρεματορίων και των θαλάμων αερίων [43].

Η εκτίμηση για το συνολικό αριθμό των ανθρώπων που στάλθηκαν στο Auschwitz ανέρχεται σε 1.3 εκ. περίπου. Από αυτούς επιβίωσαν οι 223000. Οι υπόλοιποι, 1.1 εκ.,  βρήκαν το θάνατο στο στρατόπεδο, εκ των οποίων 960000 Εβραίοι, 70000-75000 Πολωνοί, 21000 Τσιγγάνοι, 15000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και 10000-15000 διαφόρων άλλων εθνικοτήτων [44]. Οι Έλληνες Εβραίοι που έφτασαν στο  Auschwitz ανέρχονται σε 55000, εκ των οποίων η συντριπική πλειοψηφία βρήκε το θάνατο [45].

Μεταξύ Μαρτίου 1943 και Αυγούστου 1944 περάστηκαν στα μητρώα του στρατοπέδου 12757 Έλληνες Εβραίοι, άνδρες και γυναίκες, εκ των οποίων στα τέλη Αυγούστου 1944 περέμεναν ζωντανοί μόνον 1838.   Ακόμα λιγότεροι επιβίωσαν τους κατοπινούς μήνες αιχμαλωσίας.

Απελευθέρωση του Auschwitz

Τον Νοέμβριο του 1944, με εντολή του Himmler σταματούν οι εκτελέσεις στους θαλάμους αερίων και διατάσσεται το γκρέμισμα των κρεματορίων και η καταστροφή των θαλάμων αερίων. Το τελευταίο στη σειρά κρεματόριο ανατινάζεται μια ημέρα πριν την κατάληψη του στρατοπέδου από τα σοβιετικά στρατεύματα. Το Δεκέμβριο του 1944 τίθεται σε ενέργεια σχετική διαταγή για την καταστροφή των ενοχοποιητικών αρχείων και εγγράφων που φυλάσσονται στο στρατόπεδο. Παράλληλα, στήνεται μια μεγάλη επίχειρηση μεταφοράς υλικού, που είναι αποθηκευμένο στο στρατοπέδο, στα μετόπισθεν.

Οι ναζί έδειξαν μεγάλη σπουδή στην προετοιμασία της εκκένωσης του στρατοπέδου, ώστε να μην βρεθούν σε δεινή θέση, παρόμοια με εκείνη του στρατοπέδου του Majdanek, στο Lublin[1].  Όμως, χάρη στην κρισιμότητα των ημερών και του πανικού που επικρατούσε πριν την οπισθοχώρηση, κάποιο μέρος των αρχείων του στρατοπέδου διασώθηκε από κρατούμενους οι οποίοι είχαν αντιληφθεί τη μεγάλη αξία και σπουδαιότητά του.

Στις 17 Ιανουαρίου 1945 έλαβε χώρα η τελευταία γενική αναφορά στρατοπέδου κατά την οποία, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση της αντιστασιακής ομάδας των κρατουμένων, καταμετρήθηκαν 67012 κρατούμενοι και των δύο φύλων. Για τους 58000 από αυτούς ξεκίνησε η μεταφορά τους σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα μετόπισθεν, εντός της προπολεμικής επικράτειας του Ράιχ.  Μέσα στο δριμύ χειμωνιάτικο ψύχος οι ήδη εξουθενωμένοι από την πείνα και τις ασθένειες κρατούμενοι αναγκάστηκαν να περπατήσουν για αρκετές δεκάδες χιλιόμετρα πριν επιβιβαστούν σε τρένα, πολλά εκ των οποίων αποτελούνταν από ξεσκέπαστα εμπορικά βαγόνια. Αρκετοί κρατούμενοι, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις μεταξύ 9000 και 15000, ξεψύχησαν καθ’ οδόν. Άλλοι πέθαναν από τις κακουχίες λίγο καιρό μετά την άφιξη τους στα στρατόπεδα προορισμού. Οι συνοδοί SS εκτελούσαν επί τόπου όσους δεν ήταν σε θέση να προχωρήσουν.  Η μεταφορά των κρατουμένων του Auschwitz  που ακολούθησε την εκκένωσή του έμεινε γνωστή με το όνομα “η πορεία του θανάτου”.

 dsaa

 Εικ. Μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου: Σοβιετικοί γιατροί εξετάζουν επιζώντα κρατούμενο ο οποίος έχει  εμφανή σοβαρά προβλήματα υγείας από την ασιτία και τις κακουχίες.

Στο Auschwitz  παρέμειναν 9000 κρατούμενοι περίπου, στη πλειοψηφία τους άρρωστοι, υπερβολικά καταπονημένοι και, γενικά, όσοι κρίθηκε από τους SS ότι δεν θα ήταν δυνατόν να ταξιδεύσουν. Από διάφορες πηγές συνάγεται ότι οι ομάδες των SS που θα αποχωρούσαν τελευταίες από το στρατόπεδο είχαν διαταγή να μην αφήσουν κανέναν κρατούμενο ζωντανό, ώστε να εξαφανίσουν όλους τους ενδεχόμενους επικίδυνους μάρτυρες των εγκλημάτων τους. Όμως, λόγω της χαλαρής πειθαρχίας και της ανοργανωσιάς που επικρατούσε εξαιτίας της οπισθοχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων, οι SS δεν κατάφεραν να εξοντώσουν παρά ένα μέρος (περίπου χίλιους) από τους εναπομείναντες κρατούμενους [46].

Τα χαράματα της 27ης Ιανουαρίου 1945 οι δυνάμεις της εμπροσθοφυλακής της 100ης μεραρχίας πεζικού της 60ης Στρατιάς του 1ου Ουκρανικού Μετώπου προσέγγισαν ταυτόχρονα το στρατόπεδο του Monowitz και το κέντρο της πόλης του Auschwitz. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τμήματα του  Κόκκινου Στρατού εισέρχονταν στο στρατόπεδο του Birkenau. Η απελευθέρωση της πόλης του Auschwitz  και των στρατοπέδων είχε ως τίμημα 231 νεκρούς Σοβιετικούς στρατιώτες, μεταξύ αυτών και του διοικητή του 472ου Συντάγματος, αντισυνταγματάρχη Semen L’vovič Bezprozvannyj.

Περίπου 7000-7500 κρατούμενοι έζησαν τη μέρα της απελευθέρωσης,  η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων βρίσκονταν στα πρόθυρα του θανάτου από την αδυναμία, την πείνα και τις αρρώστιες. Αρκετοί από αυτούς δεν κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ χρειάστηκαν υπεράνθρωπες προσπάθειες από το υγειονομικό σώμα του Κόκκινου Στρατού, τον Πολωνικό Ερυθρό Σταυρό καθώς και διάφορων Πολωνών εθελοντών, ώστε να γίνει δυνατή η ανάρρωση ενός μεγάλου μέρους των κρατουμένων του Auschwitz [47, 48].

 “Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι ακριβώς συνέβη … Όλα αυτά μπορούν να μεταφερθούν μονάχα από έναν από μας, … κάποιον από τη μικρή δική μας ομάδα, από τον κύκλο μας, με την προϋπόθεση ότι κάποιος θα έχει την τύχη να επιζήσει … αυτή δεν είναι ακόμη η πλήρης  αλήθεια. Ολόκληρη η αλήθεια είναι πολύ πιο τραγική, πολύ πιο φρικτή.” [49] 

(Από χειρόγραφο θαμμένο στο χώρο του κρεματορίου ΙΙΙ.  Ήρθε στο φώς το 1961. Συντάκτης,   Zelman Lewental, μέλος των Sonderkommando, ο οποίος δεν επέζησε.)

Αναφορές

 

[1] Langbein Hermann, People in Auschwitz, (The University of North Carolina Press Chapel

     Hill & London, 2004) Τίτλ. Πρωτ. Menschen in Auschwitz, (Europa Verlag GmbH Wien

     Münche), σελ. 522.

[2] Browning Christopher R., The Origins of the final solution, (University of Nebraska Press

     and Yad Vashem, 2004), σελ. 34-35.

[3] Rürup Reinhard, Berlin 1945, A documentation, (Berlin: W. Arenhövel), σελ. 99-100.

[4] Hilberg Raul, La distruzione degli Ebrei d’Europa, (Einaudi 1995), Τίτλ. Πρωτ. The

      Destruction of the European Jews, (Holmes & Meier Publishers, 1985), σελ 957.

[5] Steinbacher Sybille, Auschwitz – la città, il lager, (Einaudi, 2005), Τίτλ. Πρωτ.  Auschwitz.

     Geschichte und Nachgeschichte, (Verlag C.H. Beck oHG, München, 2004), σελ. 57.

[6]  ibid. σελ. 23.

[7]  ibid. σελ. 81.

[8] Hilberg Raul, op. cit., σελ. 961.

[9] Wansee Protocol, δες

     http://www.writing.upenn.edu/~afilreis/Holocaust/wansee-transcript.html .

      Longerich Peter, Holocaust, The Nazi persecution and Murder of the Jews,

      (Oxford University Press, 2010), κεφ. 16.

[10] Steinbacher Sybille, op. cit., σελ. 87.

[11]  Langbein Hermann, op. cit., σελ. 118.

[12] Lifton Robert Jay, The Nazi Doctors, (Basic Books, 1985), Κεφ. 8.

[13] Höss Rudolf, Death Dealer, The memoirs of the SS kommandant in Auschwitz, (Da Capo

       Press), μτφρ. της έκδοσης  Kommandant in Auschwitz; autobiographische

       Aufzeichnungen, (Stuttgart, Deutsche Verlags-Anstalt, 1958),  σελ. 155-164.

[14] Langbein Hermann, op. cit., σελ. 196.

[15] ibid.

[16] Muller Filip, Eyewitness Auschwitz: Three Years in the Gas Chambers, (Ivan R. Dee,

       Publisher 1999).

[17] Venezia Shlomo, Sonderkommando Auschwitz, (Rizzoli, 2007), ελλ. εκδ. Βενέτσια Σλόμο,

        Sonderkommando, (Εκδ. Πατάκη, 2008) .

[18] Gradowski Salmen, Sonderkommando, Diario da un crematorio di Auschwitz, 1944,

       (Gli specchi Marsilio, 2002).

[19] Paisikovic Dov, Deposition, Procès d’Auschwitz à Francfort (1964),        http://www.sonderkommando.info/index.php/lesproces/francfort-63/temoins/dov-paisikovic

[20] Langbein Hermann, op. cit., σελ. 255.

[21] ibid, σελ 455.

[22] Piper Franciszek , Auschwitz, συλλογικός τόμος, (Edizioni del Museo Statale di

       Auschwitz-Birkenau, 2001), επιμ. Piper Franciszek & Swiebocka Teresa, σελ 151.

[23] Hilberg Raul, op. cit., σελ. 1025.

[24]  Piper Franciszek, Auschwitz, op. cit. σελ 159.

[25] Hilberg Raul, op. cit., σελ. 1022.

[26] Shermer Michael, Grobman Alex, Denying History: Who Says the Holocaust Never

       Happened and why Do They Say It?,(University of California Press, 2002), κεφ. 8.  

[27] Steinbacher Sybille, op. cit., σελ. 47.

[28] Piper Franciszek, Auschwitz, op. cit. σελ 107-109.

[29] ibid, σελ. 92-106.

[30] Longerich Peter, Holocaust, op. cit., σελ. 314-320.

[31] Ferencz Benjamin, Less than slaves, (Harvard University Press, 1979), σελ. 23.

[32] ibid. σελ. 25-26.

[33] Steinbacher Sybille, op. cit., σελ. 44.

[34] Ferencz Benjamin, op. cit., σελ. 26.

[35] Steinbacher Sybille, op. cit., σελ. 50.

[36] Steinbacher Sybille, op. cit., κεφ. 2.

[37] Iwaszko Tadeusz, Auschwitz, op. cit., σελ. 63-77.

[38] Steinbacher Sybille, op. cit., σελ. 32-33.

[39] Świebocki Henryk, Auschwitz, op. cit., σελ. 222-223.

[40] Langbein Hermann, op. cit., σελ. 240.

[41] Piper Franciszek, Auschwitz, op. cit. σελ 172.

[42] ibid. σελ. 171-172.

[43] Langbein Hermann, op. cit., σελ. 254.

[44] Piper Franciszek, Auschwitz, op. cit. σελ 176.

[45] Βλ. http://www.holocaustresearchproject.org/othercamps/greekjewry.html

[46] Strzelecki Andrzej,  Auschwitz, op. cit. σελ. 243-252.

[47] ibid. σελ. 253-259.

[48] Levi Primo, La Tregua, (Einaudi, 1989).

[49] Βλ. Langbein Hermann, op. cit., σελ. 192.


[1]        Τον Ιούλιο του 1944 οι Σοβιετικοί με μια αιφνιδιαστική επίθεση είχαν κατάφερει να καταλάβουν το Majdanek, προτού κατορθώσουν οι SS να εξαφανίσουν όλα τα πειστήρια των εγκλημάτων τους. Έτσι, οι θάλαμοι αερίων βρέθηκαν ανέπαφοι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s