Παρισινή Κομμούνα: Το έδαφος κάτω από την έφοδο στον ουρανό.

του Θάνου Ανδρίτσου

commune

Παρισινή Κομμούνα: Το έδαφος κάτω από την έφοδο στον ουρανό.

Διερευνώντας τη σχέση μεταξύ των κινημάτων πόλης και της ταξικής πάλης.

 (Το κείμενο αυτό βασίζεται σε μεταπτυχιακή εργασία στα πλαίσια του μαθήματος «Η πόλη ως κοινωνικό έργο, αντικείμενο και πεδίο πολιτικής: αστικά και κοινωνικά κινήματα», στο ΔΠΜΣ: Πολεοδομία – Χωροταξία, το Σεπτέμβρη του 2012, με διδάσκουσα την Ελένη Πορτάλιου) 

Εισαγωγή.

Η Παρισινή Κομμούνα του 1871, αποτελεί ένα ορόσημο στη σύγχρονη ιστορία. Είναι ένα από τα σημαντικότερα επαναστατικά γεγονότα του 19ου αιώνα, και μόνιμο σημείο αναφοράς για μελετητές, κοινωνικούς επιστήμονες και κινήματα αμφισβήτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι και σήμερα, η μνήμη της παραμένει ζωντανή μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, στα μαρξιστικά και αναρχικά ρεύματα, σε κάθε μορφής αριστερή και αντισυστημική πολιτική. Για την Κομμούνα έχουν γραφτεί εκατοντάδες έργα και μελέτες που αναφέρονται σε διαφορετικές πλευρές της κληρονομιάς της, ορισμένα μάλιστα θεμελιώδη για την πολιτική, τη θεωρία, την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες.

Η εργασία αυτή δε στοχεύει σε μια εξιστόρηση των γεγονότων, ούτε σε μια εις βάθος ανάλυση των συμπερασμάτων που βγαίνουν από τη μεγάλη αυτή κοινωνική εξέγερση. Η εστίαση μας βρίσκεται στο ρόλο της πόλης ως ένα ιδιαίτερο και σημαντικό στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της Παρισινής Κομμούνας. Υπό αυτό το πρίσμα θα τεθούν σε δεύτερη μοίρα μια σειρά από πολύ σημαντικές παράμετροι. Η πολιτική διαμάχη εντός των συμμετεχόντων, οι προσεγγίσεις διαφορετικών ρευμάτων όπως οι Μπλανκιστές, οι Προυντονικοί, τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, είναι μια από αυτές. Το ίδιο και η τεράστια συζήτηση για τα συμπεράσματα που προκύπτουν για το θέμα του κράτους και της εξουσίας, τις μορφές οργάνωσης, το ζήτημα του πολέμου κ.α. Με αυτή την έννοια, σε όλη την εργασία θα βρίσκονται σε δεύτερο πλάνο τα θεμελιώδη έργα του Μαρξ, του Λένιν ή και του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, όπως και πολλών άλλων μεταγενέστερων θεωρητικών ή πολιτικών ομάδων.  Το ίδιο θα συμβεί και με την τεράστια βιβλιογραφία για το Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, την Πρωτεύουσα του 19ου αιώνα[1], την Πρωτεύουσα της νεωτερικότητας[2], από το μεγάλο έργο του Walter Benjamin μέχρι τις συναρπαστικές απεικονίσεις των Γάλλων λογοτεχνών, της περιόδου. Τέλος, οι συναρπαστικές ιστορικές περιγραφές των ίδιων των Κομμουνάρων (κυρίως του Λισαγκαρέ αλλά και άλλων όπως των Αναμνήσεων της Λουίζ Μισέλ), όπως και μελέτες ιστορικών, θα αξιοποιηθούν χωρίς ωστόσο να υποστηρίζω ότι παρατίθεται ούτε στο ελάχιστο μια περιγραφή όλων των γεγονότων που συνδέθηκαν με την Κομμούνα.

Η βασική προσοχή θα δοθεί στην πρόσληψη της Κομμούνας μέσα από την κριτική γεωγραφική θεωρία και τις επιστήμες του χώρου και της πόλης. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μελετηθούν αναλυτικότερα δύο σημαντικά έργα, το City and The Grassroots του Manuel Castells και το Paris, Capital of Modernity του David Harvey. Τα δύο αυτά κείμενα είναι πολύ σημαντικά, καθώς παρουσιάζουν τις χωρικές απαρχές της Παρισινής Κομμούνας και διερευνούν – με συγγένειες και διαφοροποιήσεις- τον αστικό χαρακτήρα της. Βεβαίως, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί η σημασία της συμβολής του Henri Lefebvre[3] και γενικά (για τη σημασία του χώρου στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, για την πρωταρχικότητα της διεκδίκησης του δικαιώματος στην πόλη, καθώς και την εστίαση στην καθημερινή ζωή στις πόλεις) και ειδικά (για την Παρισινή Κομμούνα). Σημαντική πηγή αποτελεί το άρθρο της Ελένης Πορτάλιου[4] Τι ήταν, λοιπόν, αυτή η Κομμούνα και οι σημειώσεις του μαθήματος. Η βασική υπόθεση της εργασίας είναι ότι ο αστικός και ο ταξικός χαρακτήρας της Παρισινής Κομμούνας μπορούν να γίνουν αντιληπτοί όχι σαν αντιθετικές αλλά σαν συμπληρωματικές πλευρές ενός κοινωνικού αγώνα που ξέσπασε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της Γαλλικής πρωτεύουσας των μέσων του 19ου αιώνα.

Η δομή της εργασίας θα ακολουθήσει τα παρακάτω βήματα. Αρχικά θα γίνει μια –όσο το δυνατόν πιο συνοπτική- περιγραφή των γεγονότων πριν και κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας. Στη συνέχεια θα μελετηθούν ορισμένες πλευρές που συνέθεταν την εικόνα του Παρισιού κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Στο Β μέρος θα παρουσιαστούν οι προσεγγίσεις του Castells και του Harvey. Στο Γ μέρος θα τεθούν ορισμένες μελλοντικές ερευνητικές υποθέσεις, για μια προσέγγιση των χωρικών πλευρών σε κάθε κοινωνική αναμέτρηση και για τη σχέση της σημερινής εποχής με το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.     

 tardi


Μέρος Α: Ο χρόνος και ο τόπος.

Α.1. Η συνοπτική ιστορία της Παρισινής Κομμούνας.

Η Παρισινή Κομμούνα είναι ένα αυθόρμητο εξεγερτικό ξέσπασμα με την έννοια ότι δεν οργανώθηκε ούτε καθοδηγήθηκε στο σύνολο της από κάποια πολιτική συλλογικότητα ή οργάνωση. Ωστόσο, δεν εμφανίστηκε σαν «κεραυνός εν αιθρία», αλλά αποτέλεσε παράγωγο και αποκορύφωμα μιας σειράς γεγονότων που σχετίζονται με τη ζωή και την πτώση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας.

Πρόκειται για το διάστημα από το 1848 μέχρι το 1871[5]. Το 1848 λαμβάνει χώρα ένα επαναστατικό ξέσπασμα, που ξεκινά από τη Γαλλία και το Παρίσι και γρήγορα επεκτείνεται σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Η καπιταλιστική ανάπτυξη του πρώτου μισού του 19ου αιώνα είχε αρχίσει να συναντά προβλήματα και η πρώτη μεγάλη κρίση του νέου συστήματος, μαζί με τους αγώνες ενάντια στις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, είχε οδηγήσει στην πρώτη, σύμφωνα με τον Hobsbawm, πανευρωπαϊκή επανάσταση. Ωστόσο σύντομα το επαναστατικό ξέσπασμα θα κατασταλεί. Μετά την αιματηρή καταστολή των εξεγερμένων, ακολουθεί ένα διάστημα σύγχυσης και ταραχών, ώσπου η ίδια η αστική τάξη, και οι δημοκράτες εκπρόσωποί της, δίνουν την εξουσία στον ανιψιό του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, Λουδοβίκο, τον επονομαζόμενο και Μικρό, εξαιτίας της αμφισβητούμενης ευφυΐας του. Η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, όπως θα γράψει ο Μαρξ[6]. Ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ο Λισαγκαρέ[7]: «Όταν το 1848 ένα νέο ξέσπασμα του λαού έφερε το σκήπτρο στα χέρια της αστικής τάξης, μετά από 3 χρόνια, και παρά τις προγραφές και τις σφαγές, το σκήπτρο γλίστρησε από το ανίκανο χέρι της περνώντας στα χέρια του πρώτου τυχόντα».

Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης γίνεται πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, το 1848, το Δεκέμβρη του 1851 προχωρά σε πραξικόπημα και το 1952 αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας, ο Ναπολέων ο 3ος. Η Δεύτερη Αυτοκρατορία θα διαρκέσει για δεκαοκτώ χρόνια, μέχρι το 1970. Η πολιτική που ακολουθεί είναι ένα μείγμα αυταρχικού κράτους με ενίσχυση της ελευθερίας στην κυκλοφορία του κεφαλαίου, με μεγαλύτερη εργασιακή πειθαρχία και υπέρβαση των περιορισμών του παρελθόντος (Harvey, 2003). Άλλωστε σε παγκόσμια κλίμακα, ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια νέα φάση οικονομικής ανάπτυξης. Πυροδότης αυτής της ανάπτυξης θα είναι η τεράστια πρόοδος στις μεταφορές και την επικοινωνία (Hobsbawm, 2006) μέσα από την εξάπλωση του σιδηροδρόμου, των υπερωκεάνιων ατμόπλοιων και μεγάλων έργων όπως η Διώρυγα του Σουέζ. Αποτέλεσμα αυτών ήταν γιγαντιαία αύξηση του εμπορίου, των εισαγωγών και εξαγωγών, που έφερε τη δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς. Όπως θα περιγράψει ο Ένγκελς[8] το ελεύθερο εμπόριο σήμαινε την αναδιοργάνωση ολόκληρης της εσωτερικής και εξωτερικής δημοσιονομικής και εμπορικής πολιτικής, κυρίως των κύριων καπιταλιστικών χωρών όπως της Αγγλίας και της Γαλλίας. Οι εξελίξεις αυτές, μαζί με τους σημαντικούς αστικούς μετασχηματισμούς που θα περιγραφούν παρακάτω, έφεραν σημαντική οικονομική ανάπτυξη για τη Γαλλία στα μέσα του 19ου αιώνα, η οποία έκανε την μεγαλοαστική τάξη της να μην αμφισβητήσει την Αυτοκρατορία.

Η εξωτερική πολιτική του Ναπολέοντα του ΙΙΙ, ωστόσο συνοδεύτηκε από συνεχείς αποτυχίες. Η επεκτατική του περιπέτεια στο Μεξικό ηττήθηκε παταγωδώς και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της ενοποίησης της Ιταλίας, υπό τον Γαριβάλδη κέρδιζε συνεχώς έδαφος[9]. Η μεγαλύτερη όμως ήττα του αυτοκράτορα ήταν σε σχέση με την Πρωσία του Μπίσμαρκ, η οποία ενισχυόταν οικονομικά και στρατιωτικά για να φτάσει και στην ενοποίηση της Γερμανίας αργότερα. Ο αυτοκράτορας, όχι μόνο δεν κατανόησε τις εξελίξεις αλλά σύρθηκε εν τέλει σε έναν πόλεμο με προδιαγεγραμμένη αποτυχία, τον Ιούλη του 1970. Αρκετά σύντομα ο στρατός, του οποίου προΐστατο ο αυτοκράτορας ηττάται, ενώ ο ίδιος αιχμαλωτίζεται.

Την ίδια στιγμή ο λαός τη Γαλλίας και ειδικά του Παρισιού υποφέρει από τις πολεμικές συγκρούσεις και την οικονομική καταστροφή. Στις 4 Σεπτέμβρη του 1870, εισβάλει στην Εθνοσυνέλευση[10] και ανακηρύσσει τη Δημοκρατία. Στην Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας που σχηματίζεται βρίσκονται και πάλι γνωστοί πολιτικοί της αστικής τάξης, όπως ο Θιέρσος και ο Ζυλ Φαβρ. Η απαίτηση των αγωνιζόμενων δεν ήταν μόνο η ανατροπή του αυτοκράτορα, αλλά ο άμεσος εξοπλισμός του λαού για να αμυνθεί στην επίθεση των Πρώσων και βεβαίως άμεσα μέτρα ανακούφισης των χαμηλότερων στρωμάτων. Η Κυβέρνηση αρνείται, καθώς κάτι τέτοιο θα ενίσχυε τη δύναμη των εργατών και θα αποτελούσε κίνδυνο για τη διατήρηση της εξουσίας της άρχουσας τάξης. «Μα όταν το Παρίσι είναι οπλισμένο, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η επανάσταση. Μια νίκη του Παρισιού ενάντια στον Πρώσο επιδρομέα θα ήταν μια νίκη του γάλλου εργάτη ενάντια στο γάλλο κεφαλαιοκράτη και τα κρατικά του παράσιτα. Μπρος στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή- μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας»[11].

Την ίδια στιγμή το Παρίσι βρίσκεται υπό την πολιορκία των Πρώσων και ουσιαστικά ο Παρισινός λαός βρίσκεται μόνος του να υπερασπιστεί τη Γαλλία, σε ένα πόλεμο που ποτέ του δεν επιζήτησε. «Δύστυχη Γαλλία! Ποιος θέλει να σε σώσει από την εισβολή;  Ο ταπεινός, ο εργάτης, αυτός που χρόνια τώρα σε διεκδικεί από την Αυτοκρατορία» (Λισαγκαρέ, 2005). Η πολιορκία συνεχίζεται για μήνες, ενώ η κυβέρνηση προσφεύγει σε διαπραγματεύσεις που καταλήγουν σε καταστροφικούς συμβιβασμούς, με την ανακωχή, της 26ης Ιανουαρίου. Στο μεταξύ, λίγες μέρες πριν, στις 6 Ιανουαρίου εκδίδεται η Κόκκινη Αφίσα από την αντιπροσωπεία των 20 διαμερισμάτων[12] της πόλης που ζητά να δοθεί η εξουσία στην Κομμούνα, να δοθούν όπλα στο λαό και να υπάρξει ελεύθερη διανομή και τροφοδοσία. Η Εθνοφρουρά αποφασίζει να συνεχίσει τον αγώνα, ενώ η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας θεωρείται «συμμορία του Ιούδα».

Το Φλεβάρη συγκροτείται νέα Εθνοσυνέλευση με σύνθεση φιλομοναρχική και υπέρ της συνθηκολόγησης (οι αντιπρόσωποι του Παρισιού διαφώνησαν), με επικεφαλής το Θιέρσο, στην οποία μεταβιβάζεται η εξουσία. Η εθνοσυνέλευση επικυρώνει τη συνθηκολόγηση και στην πρώτη του Μάρτη, οι Πρώσοι παρελαύνουν στο Παρίσι. Στις 10 του ίδιου μήνα, η Εθνοσυνέλευση μεταφέρεται στις Βερσαλλίες και αποφασίζει μέτρα αντιλαϊκά μέτρα. Στις 18 Μάρτη, ο Θιέρσος προσπαθεί να αρπάξει τα 227 κανόνια της Εθνοφρουράς, που βρίσκονταν στη Μονμάρτη και την Μπελβίλ και τα οποία είχαν αγοραστεί από τον Παρισινό λαό με έρανο. Οι γυναίκες αντιστέκονται νικηφόρα. Το Παρίσι εξεγείρεται, ο Θιέρσος εγκαταλείπει την πόλη δίνοντας εντολή γενικής αναδίπλωσης στις Βερσαλλίες και η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς[13] εγκαθίσταται στο Δημαρχείο.

Η μέρα αυτή αποτελεί την έναρξη της Κομμούνας, που θα διαρκέσει για περισσότερους από δύο μήνες, μέχρι την αιματηρή καταστολή της στις 28 του Μαΐου. Την αμέσως επόμενη μέρα προκηρύσσονται εκλογές για την ανάδειξη του Συμβουλίου της Κομμούνας. Μετά την άμεση ακύρωση των νόμων για τα χρέη που είχε ψηφίσει η Εθνοσυνέλευση, την υιοθέτηση μέτρων υπέρ των φτωχότερων και την επιστροφή υποθηκευμένων αντικειμένων, και ύστερά από την διαβεβαίωση προς τους Πρώσους ότι η Κομμούνα δεν έχει πολεμικές βλέψεις, προκηρύσσονται εκλογές στις 26 Μαρτίου. Στις εκλογές, που γίνονται σε κλίμα νομιμότητας και με την συναίνεση των Δημάρχων των διαμερισμάτων, προσέρχονται 229.167 πολίτες σε σύνολο 485.569. Το Συμβούλιο της Κομμούνας, αποτελεί τη νέα εξουσία της πόλης, προερχόμενη από τον ίδιο το λαό. Στη σύνθεσή της συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των ρευμάτων. Μέσα στις επόμενες μέρες το Συμβούλιο, που παίρνει όλη την εξουσία στις 28 Μαρτίου, υιοθετεί μια σειρά από νόμους και διατάγματα υπέρ του λαού της πόλης. Στις 16 Απρίλη γίνονται συμπληρωματικές εκλογές για το Συμβούλιο της Κομμούνας και στις 19 υπογράφεται το πρόγραμμα της Κομμούνας και η διακήρυξη προς το Γαλλικό λαό[14].

Ήδη, κι ενώ στις περισσότερες πόλεις της Γαλλίας οι Κομμούνες πνίγονται στο αίμα, η κεντρική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει τον πόλεμο εναντίον των Κομμουνάρων. Ενώ οι Παριζιάνοι βρίσκονται μπροστά σε μια σίγουρη επίθεση της αστικής τάξης, συστήνεται η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας και εκδίδεται το Μανιφέστο της Κ.Ε. της Ένωσης Γυναικών για την Άμυνα του Παρισιού και την Περίθαλψη των Τραυματιών. Στις 8 του Μάη ο Θιέρσος αναγγέλλει τελεσίγραφο προς το Παρίσι και στις 21 Μαΐου τα στρατεύματα των Βερσαλλιών εισβάλλουν στο Παρίσι. Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας καλεί όλους τους κατοίκους της πόλης σε υπεράσπιση της Κομμούνας. Ακολουθεί η αιματηρή εβδομάδα μέχρι της 28 Μαΐου, στην οποία άντρες, γυναίκες και παιδιά αντιστέκονται σθεναρά σε έναν κατά πολύ ισχυρότερο γαλλικό στρατό. Η ηρωική τους αντίσταση και αυτοθυσία θα μείνει σαν μια από τις ηρωικότερες επαναστατικές στιγμές στην ιστορία, θα εγχαραχθεί για πάντα σαν κληρονομιά των κοινωνικών αγώνων.

das

Το τελευταίο οχυρό πέφτει στις 28 Μαΐου. Η εκδικητική μανία της εξουσίας θα οδηγήσει στο θάνατο 30.000 Κομμουνάρους και ακόμα περισσότερους φυλακισμένους, που θα βασανιστούν και εξοριστούν σε κάθε μέρος του κόσμου. Η καταστολή που υπέστησαν οι Παριζιάνοι αγωνιστές, ήταν τεράστια. « Για μερικά χρόνια η όψη του Παρισιού άλλαξε με περίεργο τρόπο. Οι μισοί μπογιατζήδες, οι μισοί υδραυλικοί, οι κτίστες, οι υποδηματοποιοί και οι γανωματάδες είχαν εξαφανιστεί»[15]. Ο φόρος αίματος που πλήρωσαν για την «έφοδο στον ουρανό» θα είναι βαρύς, ωστόσο η Παρισινή Κομμούνα, αν και ηττήθηκε, θα μείνει σαν μια χρυσή σελίδα για τους «άθλιους» όλης της γης.

Τον Ιούλη του 1871, η Παρισινή Κομμούνα έχει οριστικά σβήσει. Θα ακολουθήσει η ανακήρυξη της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας, της οποίας το σύνταγμα επικυρώνεται το 1875. Η συζήτηση για τα συμπεράσματα από τη νίκη και την ήττα της, είναι τεράστια και σε μεγάλο βαθμό όρισαν και τη διάσπαση μεταξύ του μαρξιστικού και του αναρχικού ρεύματος. Όμως, δεν αποτελεί αντικείμενο της εργασίας αυτής. Εδώ θέλουμε να επικεντρώσουμε στο ρόλο της πόλης και τις θεωρίες επί αυτού. Για να φτάσουμε όμως εκεί, θα πρέπει να γίνει μια συνοπτική αναφορά στο ίδιο το Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας.

Α.2. Το Παρίσι πριν την Κομμούνα

Η Παρισινή Κομμούνα δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να μελετηθεί η πόλη που τη γέννησε. Άλλωστε, η ίδια η εξέγερση, αποτέλεσε μια έκρηξη των αποκάτω ενάντια στην πόλη που είχε δημιουργήσει η Δεύτερη Αυτοκρατορία.

Κατά τον 19ο αιώνα συντελείται μια τεράστια διαδικασία αστικοποίησης στις καπιταλιστικές χώρες, που βεβαίως σχετίζεται άμεσα με την εκβιομηχάνιση και την μαζική μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα. «Το άστυ ήταν, πράγματι, το εντυπωσιακότερο σύμβολο του βιομηχανικού κόσμου, πλάι στο σιδηρόδρομο.» (Hobsbawm, 2006). Αυτή η τεράστια αστική έκρηξη, που αρχικά εντοπίστηκε κυρίως στη Βρετανία, εξαπλωνόταν πλέον στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Όμως για το Παρίσι του δεύτερου μισού του αιώνα, η εικόνα είναι λίγο διαφορετική από τα μυθιστορήματα του Κάρολου Ντίκενς. Οι ανερχόμενες βιομηχανίες, αν και χωροθετούνταν και σε μεγάλες πόλεις, επέλεγαν συνήθως μικρότερα αστικά κέντρα, στα οποία μπορούσαν να βρουν ευκολότερα ελεύθερες εκτάσεις. Έτσι η Γαλλική πρωτεύουσα δεν ήταν κατά βάση βιομηχανικό κέντρο, αλλά ένα οικονομικό και διοικητικό κέντρο που συγκέντρωνε εμπορικές δραστηριότητες, υπηρεσίες και αποτελούσε συγκοινωνιακό κόμβο και κέντρο συγκέντρωσης όλο και μεγαλύτερου πληθυσμού. «Στις πρωτεύουσες του 19ου αιώνα, τέτοιου είδους γηγενείς βιομηχανίες, συνδέονταν με το εμπόριο, με τη γοργή, μικρής κλίμακας, συχνά άκρως εξειδικευμένη μεταποίηση η οποία μετέτρεπε αγαθά από τις αποικίες ή από άλλα ευρωπαϊκά έθνη σε λιανικά εμπορεύματα. Η εσωτερική οικονομία… γέννησε μια νέα οικονομική δραστηριότητα… Το λιανικό εμπόριο έγινε τόσο επικερδές όσο ποτέ άλλοτε… Η μάζα των αγοραστών δημιούργησε νέα μορφή δημόσιου εμπορίου που επικεντρωνόταν στο πολυκατάστημα» (Σένετ, 1999).

Το Παρίσι ήταν το πρόσωπο της Αυτοκρατορίας, η λαμπερή πόλη του φωτός των εκατομμυρίων κατοίκων, του τεράστιου πλούτου και των μεγάλων γεγονότων. Και ο βασικός διαμορφωτής του νέου Παρισιού ήταν ο βαρόνος Haussmann, νομάρχης της ευρύτερης περιοχής του Παρισιού από το 1853 μέχρι το 1870. Οι τεράστιες αλλαγές του Haussmann είχαν μια διπλή προοπτική. Από τη μια να σβήσουν από την πόλη τις μνήμες και τις πιθανότητες αναβίωσης των εξεγέρσεων του 1848 και από την άλλη να διαμορφώσουν νέα πεδία καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το όραμά του ήταν: «Να ενωθούν κάτω από το μανδύα της τάξης και του νόμου, ώστε να συμβιβαστούν δίκαια, όλες οι έντιμες και ανιδιοτελείς απόψεις, χωρίς πνευματικές επιφυλάξεις, για το καλό του τόπου και για την εξυπηρέτηση των υψηλών συμφερόντων, πάνω στα οποία στηρίζεται όλη η κοινωνία» (στο Benevolo, 1997). Προφανώς τα «υψηλά» αυτά συμφέροντα ήταν αυτά της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και του βιομηχανικού και κατασκευαστικού κεφαλαίου.

Ο Ναπολέων ΙΙΙ και μια γελοιογραφία του βαρόνου Haussmann

Ο Ναπολέων ΙΙΙ και μια γελοιογραφία του
βαρόνου Haussmann

Μέσα σε είκοσι χρόνια η εικόνα της πόλης αλλάζει τόσο που το Παρίσι του 1870 να μη θυμίζει και πολύ την πόλη του 1848. Ένας κατασκευαστικός «πυρετός» θα κυριεύσει την ευρύτερη περιοχή με «…κατεδαφίσεις χιλιάδων σπιτιών, διάνοιξη πολλών νέων λεωφόρων (συνολικού μήκους αρκετών δεκάδων χιλιομέτρων) σε συνδυασμό με πλατείες ακτινικής διάταξης, τεράστια έργα υποδομής (ύδρευσης και αποχέτευσης), χωροθέτηση σε επίκαιρα σημεία και ανέγερση νέων δημόσιων κτιρίων…»[16]. Το μέγεθος των έργων θα δώσει μεγάλη ώθηση στην οικονομία με τεράστια κεφάλαια να επενδύονται από ιδιώτες και το κράτος και χιλιάδες εργατών να απασχολούνται σε αυτά, ώθηση αναγκαία μετά από είκοσι και πλέον χρόνια ύφεσης. Αντίστοιχη έκρηξη θα σημειώσει και η κερδοσκοπία στη γη. Οι τεράστιοι δρόμοι που χαράσσονται πέρα από την επίδειξη μεγαλοπρέπειας, την αύξηση της αξίας της οικοδομήσιμης γης και τα οφέλη στην οικονομία και τις μετακινήσεις επιτελούν και ένα ακόμα ρόλο. Την καλύτερη αστυνόμευση και την αποφυγή νέων εξεγέρσεων αφού το μεγάλο τους μέγεθος και η ευθύγραμμη σχεδίαση τους κάνει δυσκολότερο το στήσιμο οδοφραγμάτων, επιτρέπει την επέμβαση του στρατού και δίνει τη δυνατότητα στα πολυβόλα του Αυτοκράτορα να βρίσκουν στόχο, αφού «οι σφαίρες δεν ξέρουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά»[17]. Η βασική επιδίωξη του καλλιτέχνη της κατεδάφισης ήταν να κάνει το Παρίσι ένα λαμπρό, διεθνούς αντανάκλασης, κέντρο εμπορικών συναλλαγών και διοικητικών αποφάσεων, έδρα της αστικής τάξης και της αριστοκρατίας και όχι «άντρο» εξεγερμένων και εξαθλιωμένων εργατών. Η αστική τάξη επιδιώκει την κυριαρχία επί της πόλης. Πώς θα το κατάφερνε αυτό, σύμφωνα με τον Henry Lefebvre[18]: «Εξοβελίζοντας από το αστικό κέντρο και από την ίδια την πόλη το προλεταριάτο». Μεγάλες μάζες εργατών διώχνονται από τις κατοικίες τους, όταν αυτές βρίσκονται στο δρόμο του νομάρχη, ενώ ακόμα περισσότεροι αναγκάζονται σε φυγή λόγω της τεράστιας αύξησης των ενοικίων.  «Οι γειτονιές του Παρισιού (quartiers) χάνουν με αυτόν τον τρόπο τη χαρακτηριστική τους φυσιογνωμία. Σχηματίζεται μια  “κόκκινη ζώνη”… Οι κάτοικοι της πόλης δεν αισθάνονται πια σαν το σπίτι τους∙ αρχίζουν να συνειδητοποιούν τον απάνθρωπο χαρακτήρα της μητρόπολης» (Benjamin, 2003). Το σύνολο των πολεοδομικών ρυθμίσεων, ακόμα  και των αισθητικών επιλογών των κτιρίων, έχει σαφή προσανατολισμό. Δηλώνει τη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα που αρμόζει στον Αυτοκράτορα, την υποταγή στην τρομερή εξουσία του κράτους και των θεσμών του.

Η περίπτωση της ανοικοδόμησης του Παρισιού από τον Βαρόνο Haussmann είναι σημαντική και για ένα ακόμα λόγο. Γιατί κηρύσσει τη έναρξη μιας νέας περιόδου για το ρόλο του κράτους και τη σχέση δημόσιου- ιδιωτικού στο σχεδιασμό της πόλης. Άλλωστε, το Παρίσι, σε αντίθεση με το Λονδίνο διατηρεί μια μακρά ιστορία κεντρικού σχεδιασμού. Η πολεοδομία, λειτουργεί και σα μηχανισμός μερικής αναδιανομής της παραγόμενης υπεραξίας της γης, μέσω του δημόσιου χώρου. Υπό αυτό το πρίσμα, ο David Harvey (2008) θα τον χαρακτηρίσει «πρώτο- Κεϋνσιανό» και ο Leonardo Benevolo (1997) εκφραστή της «μετά- φιλελεύθερης» πόλης. Εισήγαγε ένα μοντέλο όπου η ιδιωτική πρωτοβουλία θα συντονιζόταν μέσα από τη δράση του κράτους. Θα λέγαμε ότι έφτασε στα μισά του δρόμου. Ενώ κατόρθωσε να κερδίσει την πρωτοκαθεδρία του κράτους στα δημόσια έργα, δεν μπόρεσε να κάνει το ίδιο και με τους χώρους γύρω από τους δρόμους. Η περίοδος που ο κρατικός παρεμβατισμός σε όλα τα επίπεδα θα κρίνεται αναγκαίος για την οικονομική ευφορία δεν έχει φτάσει ακόμα. Το ελεύθερο εμπόριο παραμένει ο απόλυτος «θεός»  αλλά τώρα και με τη διακριτική συμβολή του κράτους που του δίνει την  απαραίτητη «ώθηση».

Μέσα σε αυτό τον φρενήρη ρυθμό, ο πληθυσμός της πόλης πολλαπλασιάζεται διαρκώς. Από τους λιγότερο από ένα εκατομμύριο κατοίκους το 1841, φτάνει το 1881 να ξεπερνά τα δύο εκατομμύρια. Μέσα στον 19ο αιώνα, η αύξησή του είναι αλματώδης και σε σχέση με την αύξηση συνολικά του πληθυσμού της Γαλλίας. Αν θέσουμε μια κοινή βάση το 100 στις αρχές του αιώνα, στα τέλη του, η Γαλλία έχει αυξηθεί κατά αναλογία μέχρι το 143 ενώ η πρωτεύουσά της 463[19]. Αυτή η αύξηση γίνεται ταυτόχρονα με μια τεράστια διαδικασία ταξικού διαχωρισμού. Όπως περιγράφει ο Σένετ (1999): «Για να κατανοήσουμε την εμπειρία της πληθυσμιακής έκρηξης στο εσωτερικό του Παρισιού κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, θα έπρεπε να φανταστούμε ένα κιβώτιο γεμάτο με γυαλικά∙ όλο και περισσότερα γυαλικά στοιβάζονται μέσα στο κιβώτιο, τα γυαλικά αρχίζουν να σπάνε με την πίεση, όμως οι πλευρές του κιβωτίου αντέχουν. Από το 1850 και μετά, τίποτα πλέον δεν μπορεί να προστεθεί∙ το κιβώτιο δεν διαλύεται, αλλά ανακατασκευάζεται εξ ολοκλήρου πιο ευρύχωρο αλλά εξ ίσου ανελαστικό… Το κιβώτιο που περιελάμβανε το Παρίσι καθ’ όλη την ιστορία του ήταν το τείχος του. Ήταν το νόμιμο όριο  της πόλης μέχρι το 1840. Ο βαρόνος Haussmann άρχισε να οικοδομεί ένα νέο νομικό, διοικητικό, οικιστικό τείχος για την πόλη προς το τέλος της δεκαετίας του 1850, τείχος ανόμοιο με τα προηγούμενα τείχη μόνο στο ότι δεν αποτελούσε πια μια φυσική κατασκευή» (Σένετ, 1999).

Ο Haussmann υλοποιεί έναν πρώιμο εξευγενισμό (gentrification), τέτοιας έντασης και κλίμακας που δεν επαναλαμβάνεται εύκολα. Ο Ένγκελς[20] κατανοεί από νωρίς τη σημασία της «μεθόδου Ωσμάν» σαν μια επιλογή της αστικής τάξης για την πόλη μέσα από την οποία οι εργατικές μάζες διώκονται από τις γειτονιές τους και μεταφέρουν τη φτώχεια τους σε διαφορετικά μέρη της πόλης.

Ο “εξευγενισμός” του Haussmann

Ο “εξευγενισμός” του Haussmann

Όμως, το Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας ήταν πολύ περισσότερα από μια πηγή κέρδους και ταξικής εξουσίας. Ήταν η «ένα απέραντο σώμα, του οποίου κάθε λειτουργία είχε μπει σε κίνηση από ιδιαίτερα όργανα, ελεγμένα και εξαιρετικά ακριβή», όπως θα γράψει ο Maxime du Camp (στο Benevolo, 1997). Πρόκειται για το κέντρο της πολιτικής, της οικονομίας, του πολιτισμού, των τεχνών, της επανάστασης και της συντήρησης, του πλούτου και της φτώχειας. Δημιουργείται για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό η αίσθηση της αστικότητας, της κατάστασης που θα κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο τα επόμενα χρόνια. Αυτή η αστική ταυτότητα θα υπάρχει σε αντίθεση τόσο στους πάνω όσο και στους κάτω. Το στοιχείο αυτό θα γίνει η βάση της μελέτης του Benjamin, πάνω σε αυτό θα πατήσει ο Lefebvre και φυσικά εκεί θα περιστραφούν και τα ενδιαφέροντα του Castells και του Harvey.

Για είκοσι χρόνια υπήρχαν δύο Παρίσια. Το Παρίσι των αριστοκρατών, των μεγαλεμπόρων, των βιομηχάνων, της Αυλής, των εργολάβων, των καθωσπρέπει ανδρών και γυναικών της αστικής τάξης. Και το Παρίσι των εργατών, των μεροκαματιάρηδων, των σκαφτιάδων της ανοικοδόμησης, των γυναικών μέσα στα σπίτια και τις αναθυμιάσεις των πλυντηρίων, των πορνών και των κάθε λογής παράνομων. Το Παρίσι του πλούτου και το Παρίσι της δυστυχίας. Των πάνω και των κάτω. Και οι δύο θεωρούσαν τον εαυτό τους Γάλλο και, ίσως ακόμα περισσότερο, Παριζιάνο. Και οι δύο ήθελαν αυτή η πόλη να είναι δική τους. Όμως για 20 χρόνια η εικόνα του πλούτου, των Διεθνών Εκθέσεων, της διασκέδασης και του θεάματος έδειχνε την πόλη των από πάνω. «Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Γαλλία: για τα θαυμαστά έργα της, τον αυξανόμενο πλούτο της, τις φανφάρες του πολέμου της Κριμαίας… όλος ο κόσμος εκτός από την ίδια τη Γαλλία.» (Λισαγκαρέ, 2005). Όλος ο κόσμος μιλούσε για το Παρίσι του πλούτου. Όλος, εκτός από τους παριζιάνους κολασμένους.

Η Παρισινή Κομμούνα, ήταν και αυτό: η διεκδίκηση της πόλης από αυτούς που την έφτιαξαν αλλά ήταν αναγκασμένοι να ζουν στα σκοτάδια. Έτσι, ήταν η εξέλιξη της πόλης του Haussmann. Η άρνηση της από την κοινωνία των από κάτω και η ανάγκη για μια άλλη πόλη. «Η πυρπόληση του Παρισιού είναι η κατάληξη που άξιζε στο καταστροφικό έργο του βαρόνου Ωσμάν» (Benjamin, 2003).

Γειτονιές που διέμεναν οι αποκάτω του Παρισιού

Γειτονιές που διέμεναν οι αποκάτω του Παρισιού

Μέρος Β: Χωρικές Προσεγγίσεις της Παρισινής Κομμούνας

 

ΘΙΕΡΣΟΣ

Αγαπητέ μου Φάβρ τι πάει να πει αυτό το: Παρίσι; Αυτοί μιλάνε για το Παρίσι σα να πρόκειται για ιερό χώρο, που προτιμούν να το παραδώσουν στις φλόγες παρά να το αφήσουν στον εχθρό. Ξεχνούν ότι αποτελείται από υλικές αξίες. Και το ξεχνούν γιατί δεν έχουν τίποτα δικό τους. Ο συρφετός είναι διατεθειμένος να τα τινάξει όλα στον αέρα. Και μα το ναι! Δεν είναι δικό του. Ξελαρυγγιάζεται να ζητάει πετρέλαιο, αλλά για την εξουσία, για μας, το Παρίσι δεν είναι ένα σύμβολο, είναι η ιδιοκτησία μας. Το να το κάψεις δε σημαίνει ότι το υπερασπίζεσαι!.

                                    …

          ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ

Ποιος είναι το Παρίσι;

Μπ. Μπρέχτ, Οι μέρες της Κομμούνας

 Όπως ειπώθηκε παραπάνω, η Κομμούνα του 1871 έγινε σύμβολο των απανταχού καταπιεσμένων. Η κληρονομιά και τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτήν έγιναν σημείο έντονων πολιτικών και θεωρητικών αντιπαραθέσεων μεταξύ διαφορετικών ρευμάτων. Θα επιλέξουμε να μη σταθούμε στις συζητήσεις αυτές, όπως και στα αίτια της ήττας της. Το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η Παρισινή Κομμούνα έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και έντονου διαλόγου εντός των επιστημών του χώρου, πολύ περισσότερο από ότι τα περισσότερα μεταγενέστερα εξεγερτικά και επαναστατικά γεγονότα, ακόμα και όσα είχαν μεγαλύτερη διάρκεια, όπως η Οκτωβριανή επανάσταση. Το βασικό στοιχείο που εισάγουν οι χωρικές προσεγγίσεις είναι η έμφαση στον αστικό χαρακτήρα της Κομμούνας, στην αναγνώριση της σαν μια εξέγερση της πόλης.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτή την περίπτωση η βιβλιογραφία είναι αρκετά μεγάλη. Στην παρούσα εργασία θα εστιάσουμε, σχεδόν αποκλειστικά, σε δύο έργα που αναφέρονται στην Παρισινή Κομμούνα. Στο City and The Grassroots του Manuel Castells και στο Paris, Capital of Modernity  του D. Harvey. Επιλέγονται τα έργα αυτά για δύο λόγους. Πρώτον γιατί οι συγγραφείς τους, αποτελούν εξέχουσες φυσιογνωμίες δύο διαφορετικών αλλά συγγενών επιστημονικών κλάδων. Ο πρώτος, την περίοδο που το έγραψε, ήταν ο γνωστότερος εκφραστής της κοινωνιολογίας της πόλης, που αναπτύχθηκε στη Γαλλία από τα τέλη της δεκαετίας του 60 μέχρι τη δεκαετία του 80, και παραμένει μέχρι σήμερα σημαντικός θεωρητικός. Ο δεύτερος, είναι από τους βασικούς θεμελιωτές της ριζοσπαστικής γεωγραφίας από τη δεκαετία του 70 μέχρι και σήμερα. Δεύτερον, γιατί οι προσεγγίσεις τους έχουν συγγένειες και διαφορές, έτσι ώστε να λειτουργούν συμπληρωματικά για μια συνθετική παρουσίαση.

Επισημαίνεται εξ αρχής ότι στο κομμάτι αυτό δεν επιχειρείται μια συνολική αναφορά στις θεωρίες για τα αστικά κοινωνικά κινήματα. Επίσης δεν επιδιώκεται μια παρουσίαση του ευρύτατου έργου και των δύο που πλέον επεκτείνεται για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, με διαφορετικούς σταθμούς και –ειδικά στην περίπτωση του Castells- αναθεωρήσεις και αναιρέσεις προηγούμενων θέσεων τους. Τέλος, δεν θα γίνει εκτενής αναφορά και στις δεκάδες κριτικές προσεγγίσεις άλλων πάνω στα έργα τους αυτά. Η εστίαση στην παρούσα φάση θα γίνει πάνω στα ίδια τα έργα, ώστε, μέσα από αυτή την παρουσίαση να γίνουν περισσότερο σαφείς ορισμένες επισημάνσεις στο Γ μέρος της εργασίας. Άλλωστε, ο στόχος της εργασίας, δεν είναι να κρίνει την ορθότητα των προσεγγίσεων τους, αλλά να αναδείξει τις ιδιαίτερες πλευρές τους.


Β.1. Ο Manuel Castells και η Πόλη των αποκάτω

cast

Ο Manuel Castells γεννήθηκε στην Ισπανία το 1942. Από νεαρή ηλικία εμπλέκεται ενεργά με τον κίνημα ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο και αναγκάζεται να αφήσει τη χώρα με προορισμό το Παρίσι. Αρκετά νέος γίνεται καθηγητής στο Παρίσι, στο οποίο παραμένει μέχρι το 1979, όταν μετακομίζει στις ΗΠΑ. Εργάζεται μια μακρά περίοδο στο Κέντρο Κοινωνιολογίας της Πόλης, όντας για αρκετά χρόνια μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ωστόσο, αποτελεί έναν από τους σημαντικούς θεωρητικούς που αναμετρήθηκαν με τη θετικιστική προσέγγιση στην κοινωνιολογία και τη γεωγραφία, η οποία είχε υιοθετηθεί και από τα κομμουνιστικά κόμματα. Η συνεισφορά του είναι πολύτιμη στη μελέτη της συλλογικής κατανάλωσης στην πόλη, στο ρόλο του κράτους- πρόνοιας και των κοινωνικών υπηρεσιών[21], που άνοιξαν νέους δρόμους προσέγγισης του αστικού φαινομένου τη δεκαετία του 70. Το πρώτο του σημαντικό έργο, για αυτά τα θέματα είναι το La Question Urbaine που εκδίδεται του 1972.

Σημαντική πλευρά του έργου του είναι η μελέτη των αστικών κοινωνικών κινημάτων, δηλαδή των κοινωνικών αγώνων που συγκροτούνται στη βάση των διεκδικήσεων για την πόλη και του ρόλου του κράτους στο σχεδιασμό της και στην παροχή των δημόσιων υπηρεσιών ή συλλογικών εξυπηρετήσεων (εξ’ ου και ο όρος συλλογική κατανάλωση). Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί ένα εκτενές κείμενο του, με τίτλο Πόλη και Κοινωνικοί Αγώνες που γράφτηκε το 1973. Σε αυτό μελετά τα αστικά κοινωνικά κινήματα ως «ιστορικές εκφράσεις μια διαδικασίας ταυτόχρονα γενικής και σύνθετης: της διαδικασίας με την οποία ο ταξικός αγώνας και τα προβλήματα της πόλης συνδέονται στενά, αναπτύσσοντας καινούριες κοινωνικές αντιφάσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο της καθημερινής μας ζωής» (Καστέλς, 1980).

Στο The City and the Grassroots[22] που εκδίδεται το 1983, όταν πλέον βρίσκεται στην Καλιφόρνια,  επανέρχεται στη μελέτη των αστικών κοινωνικών κινημάτων, με μια πιο συνολική και αναθεωρημένη προσέγγιση. Η προσπάθεια του είναι να κατανοηθούν οι πόλεις με ένα νέο τρόπο, από τον οποίο να μην απουσιάζουν οι ίδιοι οι πολίτες, να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ των ανθρώπων και της αστικοποίησης. Και δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για την κατανόηση αυτής της σχέσης από τις στιγμές των συγκρούσεων εντός της πόλης, τις στιγμές που τα κυρίαρχα συμφέροντα έρχονται αντιμέτωπα με την αντίσταση των αποκάτω και την αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας. Μέσα από αυτές τις συγκρούσεις παράγεται η πόλη, «οι πολίτες έχουν δημιουργήσει τις πόλεις: άμεσα όταν κέρδισαν ή έμμεσα μέσω της επίδρασης της ήττας τους στις κοινωνικές μορφές στις οποίες κυριαρχούσαν ακόμη οι κατεστημένες δυνάμεις κάθε εποχής».

Ο στόχος του Castells είναι να συμβάλλει σε μια θεωρία για τα κοινωνικά κινήματα της πόλης, τα οποία κατά τη γνώμη του, σε εκείνη την εποχή αναπτύσσονταν γύρω από τρία μεγάλα θέματα: τη συλλογική κατανάλωση, την πολιτιστική ταυτότητα γύρω από μια ιδιαίτερη περιοχή και την πολιτική κινητοποίηση σε σχέση με το κράτος με έμφαση στο ρόλο της τοπικής κυβέρνησης. Για να θεμελιώσει τη θεωρία του επιλέγει πέντε ιστορικές μελέτες περίπτωσης, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ενώ στα υπόλοιπα επεκτείνει τη μελέτη του σε σύγχρονα της εποχής του κινήματα, σε περιοχές όπως το Σαν Φραντσίσκο, η Μαδρίτη και πόλεις της Λατινικής Αμερικής. Μεταξύ των ιστορικών παραδειγμάτων συμπεριλαμβάνεται η Κομμούνα του Παρισιού, στη μελέτη του για την οποία θα επικεντρωθούμε.

Ο ίδιος δεν επιδιώκει να υπεισέλθει στην πολιτική συζήτηση για την ιστορική σημασία της Κομμούνας, αλλά να εστιάσει σε μια παραμελημένη διάσταση, στην «υπόθεση που τέθηκε από τον μεγάλο μαρξιστή φιλόσοφο Henry Lefebvre για την Κομμούνα ως αστική επανάσταση». «Αντί να είναι μια καθυστερημένη συνέχεια της Γαλλικής Επανάστασης ή της αναγγελίας της επερχόμενης σοσιαλιστικής, η Κομμούνα θα μπορούσε, κάτω από αυτή την οπτική, να θεωρηθεί ως σημείο επαφής ανάμεσα στις αστικές αντιθέσεις και το εμφανιζόμενο εργατικό κίνημα, τόσο στις πιο αρχαϊκές πλευρές της (η επανάσταση των Ξεβράκωτων  ενάντια στις αδικίες της εξουσίας) όσο και στα πιο προβλεπτικά του μέλλοντος θέματά της (η αυτοδιαχείριση της κοινωνίας).» Το επιχείρημα που θέτει είναι ότι η Κομμούνα ήταν μια αστική- δημοτική επανάσταση. Για να φτάσει σε αυτό επιλέγει ορισμένα στοιχεία.

Το πρώτο είναι η κοινωνική σύνθεση των Κομμουνάρων. Αξιοποιεί τα ευρήματα του Jaques Rougerie – δημοσιεύτηκαν το 1978-  τα οποία εμπεριέχουν αναλυτικά στοιχεία βασισμένα στους καταλόγους των επαναστατών που συνελήφθησαν μετά την ήττα. Όπως επισημαίνει, παρότι οι Κομμουνάροι προέρχονταν από τα μισθωτά στρώματα και όχι κυρίως από τη μικρή και μεσαία αστική τάξη σε αντίθεση με το 1848, δεν ήταν παραδοσιακό βιομηχανικό προλεταριάτο. Ήταν χειρώνακτες και σε μεγάλο ποσοστό εργάζονταν στα έργα του κατασκευαστικού πυρετού του Haussmann. Στην πραγματικότητα το βιομηχανικό προλεταριάτο ήταν μειοψηφικό εντός των κομμουνάρων και έτσι «ο χαρακτηρισμός της Κομμούνας ως προλεταριακής εξέγερσης είναι αμφίβολος». Επίσης, πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέγερση είχαν οι γυναίκες που όπως γράφει ο Λισαγκαρέ «ξεκίνησαν πρώτες όπως έκαναν και στη διάρκεια της επανάστασης. Οι γυναίκες της 18ης Mαρτίου, σκληραγωγημένες από τον πόλεμο στον οποίο είχαν διπλό μερίδιο δυστυχίας, δεν περίμεναν τους άνδρες τους». Η ουσία αυτής της περιγραφής είναι ότι η Παρισινή Κομμούνα δεν μπορεί να ειδωθεί σαν μια κλασική μορφή εργατικού αγώνα, αλλά περισσότερο σαν τον αγώνα των απόκάτω της μεγάλης πόλης σε διαδικασία μετασχηματισμού, των ανδρών, των γυναικών και των παιδιών που συνθέτουν το λαϊκό και αστικό χαρακτήρα της εξέγερσης.

Στη συνέχεια, ο Castells εστιάζει στο πρόγραμμα της Κομμούνας και τον αυτοπροσδιορισμό των αγωνιστών της, που όπως φαίνεται από τις επίσημες διακηρύξεις αναγνώριζαν περισσότερο τον εαυτό τους ως «πολίτες». Η βασικότερη κραυγή του Παρισιού ήταν η άρνηση του συγκεντρωτισμού του Γαλλικού Κράτους υπέρ της τοπικής εξουσίας. Γι’ αυτό και τα πρώτα αιτήματά τους επικεντρώνονταν στις «σοβαρές δημοτικές ελευθερίες». Εξ άλλου η διακήρυξη προς τον Γαλλικό Λαό καλούσε στη δημιουργία Κομμούνων σε κάθε πόλη με δικαίωμα οι ίδιες να αποφασίζουν τις τύχες τους μέσα από δημοκρατικές εκλογικές και αποφασιστικές διαδικασίες. «Έτσι, η Kομμούνα ήταν αρχικά μια δημοτική επανάσταση, με τον εμπλουτισμό ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν συνεπάγεται καμία περιορισμένη οπτική· αντίθετα, ο μετασχηματισμός του κράτους ως συνόλου ήταν το διακύβευμα, με τους δημοτικούς θεσμούς ως ακρογωνιαίο λίθο μιας νέας πολιτικής κατασκευής.»

Ταυτόχρονα δεν είναι τυχαίο, ότι τα βασικά κοινωνικο- οικονομικά αιτήματα της Κομμούνας είχαν ξεκάθαρη σχέση με τον αστικό χαρακτήρα της. Επικεντρώνονταν στη διαγραφή των οφειλόμενων ενοικίων στην κατοικία και τη στήριξη των ασθενέστερων για να επιβιώσουν. Ακόμα όμως και τα μετέπειτα αιτήματα «κατευθύνονταν περισσότερο ενάντια στην αδικία των αφεντικών παρά στην εγκαθίδρυση εργατικού ελέγχου… Οι κοινωνικοί στόχοι των Κομμουνάρων κατευθύνονταν περισσότερο στην καταπολέμηση της κερδοσκοπίας παρά στην κατάργηση της εκμετάλλευσης».

Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που οι Κομμουνάροι προσδιόριζαν τον αντίπαλό τους. Σύμφωνα με τον Castells, αυτός δεν ήταν η αστική τάξη και οι καπιταλιστές, αλλά περισσότερο οι ιδιοκτήτες ακινήτων και κάθε λογής κερδοσκόποι, μεγαλέμποροι, δανειστές που πλούτιζαν από τη δυστυχία τους. Ταυτόχρονα ήταν οι «εκφράσεις του παλαιού καθεστώτος, οι ελεγκτές της καθημερινής ζωής», όπως εμφανίζονταν στα πρόσωπα της αστυνομίας, των κληρικών, των θυρωνών κ.α. «Δεν επρόκειτο, λοιπόν, για μια προλεταριακή και σοσιαλιστική επανάσταση που αγνοούσε το δικό της ιστορικό μήνυμα, αλλά για μια λαϊκή επανάσταση πολιτών, που αγωνίζονταν για δημοτική ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη και για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας εναντίον του παλαιού καθεστώτος».

Ολοκληρώνοντας τη σκέψη του καταλήγει ότι η Παρισινή Κομμούνα ήταν μια αστική επανάσταση σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Το πρώτο ήταν ότι ήταν σε αντιπαράθεση με όλη την αγροτική κοινωνία και όχι μόνο με τις κυρίαρχες τάξεις. Το δεύτερο, ότι αγωνίστηκε ενάντια στην κερδοσκοπία στη γη και τα ενοίκια. Το τρίτο και πιο γενικό, ότι έθεσε ως διακύβευμα την επανασύσταση του κράτους στη βάση της κοινότητας.

Τα παραπάνω συνθέτουν συνοπτικά την προσέγγιση του Manuel Castells. Ο ίδιος, παρότι όπως υποστήριξε εξ αρχής, δεν επεδίωξε μια τοποθέτηση πάνω στην ιστορική συζήτηση, θα κρατήσει μια περισσότερο πολιτική τοποθέτηση για το τέλος. Υποστηρίζει ότι η Κομμούνα έδειξε ότι «αν και τα περισσότερα κοινωνικά κινήματα δεν είναι ταξικοί αγώνες (η Κομμούνα αυτή καθ’ αυτή δεν ήταν), συχνά αναμετρούνται με αυτούς τους θεσμούς που χρησιμοποιούνται τόσο για τον έλεγχο της καθημερινής ζωής των ανθρώπων όσο και για την οργάνωση της εξουσίας των κυρίαρχων τάξεων… Η Κομμούνα, την ίδια στιγμή μια αρχαϊκή αστική εξέγερση και μια κομμουναλιστική Ουτοπία του μέλλοντος, πνίγηκε σε μια θάλασσα αίματος. Αλλά τα τραγούδια της συμμετοχής των αποκάτω και της δημοτικής δημοκρατίας ακούγονται στα αυτιά μας καλύτερα από τους ύμνους της προλεταριακής δικτατορίας».


Β.2. Ο David Harvey και η Πρωτεύουσα της Νεωτερικότητας

harv

Μια διαφορετική, αλλά όχι συνολικά αντιπαραθετική προσέγγιση επιχειρεί ο David Harvey. Γεωγράφος ο ίδιος, καταπιάνεται στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 70 με τη μελέτη του Κεφαλαίου του Μαρξ. Η προσπάθεια του είναι να εντάξει το χώρο και τους μετασχηματισμούς του, μέσα στους θεμελιώδεις νόμους κίνησης του κεφαλαίου, καλύπτοντας «τρύπες» που έχει αφήσει το Μαρξιστικό έργο. Το σημαντικότερο έργο του για αυτή την προσπάθεια είναι το Limits to Capital, που εκδίδεται το 1982.

Στα πλαίσια της έρευνάς του, βρίσκεται στο Παρίσι, τη χρονιά 1976-1977. Αρχικός του στόχος ήταν να  παρακολουθήσει τις συζητήσεις μεταξύ των κυρίαρχων εκφραστών του γαλλικού μαρξισμού. Γνωρίζει από κοντά τον Castells και τους συνεργάτες του, των οποίων το έργο εκτιμά. Ο χρόνος που βρίσκεται στη Γαλλία θα λειτουργήσει καταλυτικά κυρίως γιατί το Παρίσι λειτουργεί σαν το καλύτερο παράδειγμα για να μελετήσει την εφαρμογή των θεωριών του σε μια συγκεκριμένη πόλη. Θα κάνει μια μεγάλη έρευνα για το Παρίσι του 19ου αιώνα, η οποία θα εκδοθεί πρώτη φορά το 1985 σαν μέρος άλλης έκδοσης και σε ολοκληρωμένη και αναπτυγμένη μορφή, το 2003 με τίτλο Paris, Capital of Modernity. Ο τίτλος δε θυμίζει τυχαία το έργο του Walter Benjamin. Όπως άλλωστε επισημαίνει ο Harvey(2003), η προσπάθεια του είναι να συνδέσει την οπτική του Benjamin με μια  ανάλυση της συνολικής λειτουργίας της πόλης, της κίνησης του κεφαλαίου, του ρόλου της ανοικοδόμησης του Haussmann και των εργατικών εξεγέρσεων.

Ξεκινά με μια αναφορά στη λογοτεχνία, περνά στην περίοδο μεταξύ των εξεγέρσεων του 1830 και του 1848 και τις προτάσεις των ουτοπικών σοσιαλιστών για να φτάσει στην περίοδο της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Η μελέτη που επιχειρεί είναι συνολική, μελετά από την οργάνωση του χώρου και τις επεμβάσεις του Haussmann, την κυκλοφορία του χρήματος και του κεφαλαίου, την αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης και τη θέση των γυναικών μέχρι τη σημασία και το χαρακτήρα της Παρισινής Κομμούνας. Καθιστά σε κάθε σημείο σαφές, ότι η θεωρία του βασίζεται στο έργο του Μαρξ, χρησιμοποιώντας φράσεις του στην αρχή κάθε ξεχωριστού Κεφαλαίου. Η θέση του είναι διαυγής. Οι μετασχηματισμοί της πόλης είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την προσπάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας να επιτύχει μια νέα φάση ανάπτυξης μετά την κρίση της δεκαετίας του 1840. Για να το επιτύχει αυτό χρειαζόταν να αξιοποιήσει, αυτό που περιγράφει αναλυτικά στο Limits to Capital ως χωρική λύση (spatial fix). Η επένδυση στη γη, είτε στο εξωτερικό με τα μεταφορικά έργα, είτε στο εσωτερικό με το πρώιμο gentrification του Haussmann ήταν αναγκαία για την αποσόβηση των πλεονασμάτων κεφαλαίου και εργασίας που ήταν εμφανή κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Η επιλογή αυτή επέφερε αύξηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου για αρκετά χρόνια, ωστόσο δεν μπόρεσε να υπερβεί συνολικά τα προβλήματα. Τα σχέδια του αυτοκράτορα και του Haussmann αντιμετώπισαν δυσκολίες όταν άρχισαν να γιγαντώνονται τα χρέη που αυξάνονταν για την υπέρογκη οικοδόμηση και βέβαια όταν συνάντησαν την αντίσταση των κατοίκων της πόλης. Μιλώντας για αυτούς, παραθέτει ένα μεγάλο αριθμό στοιχείων – εκ των οποίων αρκετά είχε χρησιμοποιήσει και ο Castells- που παρουσιάζουν τη σύνθεση της Παρισινής κοινωνίας.

Κατά τον ίδιο, η Παρισινή Κομμούνα είναι μια αστική επανάσταση όμως αυτό δεν είναι αντίθετο, αλλά μάλλον αλληλένδετο με τον ταξικό- εργατικό χαρακτήρα της. Ο λόγος είναι ότι η ίδια η καπιταλιστική οικονομία της Δεύτερης Αυτοκρατορίας βασίστηκε στους αστικούς μετασχηματισμούς και ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου δεν επιτυγχάνεται μόνο στη σφαίρα της παραγωγής αλλά και σε όλο το πλέγμα των σχέσεων κατανάλωσης και αναπαραγωγής των εμπορευμάτων και της εργατικής δύναμης. Με αυτή την έννοια η εξουσία επί της πόλης και των διαδικασιών παραγωγής του χώρου είναι ένα ταξικό διακύβευμα με πολιτική αλλά και βαθιά οικονομική σημασία.

Για τον ίδιο ο αυτοπροσδιορισμός με βάση την τάξη και την κοινότητα δεν βρίσκονται σε αντίθεση. «Υπάρχει μια τάση στις μέρες μας να τις βλέπουμε σαν δύο αμοιβαία αποκλειστικές κατηγορίες που αναδεικνύουν ανταγωνιστικές μορφές συνείδησης και πολιτικής δράσης. Αυτό σαφώς δε συνέβη στο Παρίσι… Το ότι πολλοί ένιωθαν οικεία με την ιδέα ότι υπάρχει μια κοινότητα της τάξης όπως και μια τάξη της κοινότητας … είχε πραγματική υλική βάση… Οι ιδέες και οι πραγματικότητες της κοινότητας και της τάξης εξελίχθηκαν ραγδαία κατά τη διάρκεια  της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Τα έργα του Haussmann και οι μετασχηματισμοί της γης και της αγοράς ακινήτων στο Παρίσι διατάραξαν τόσο τις παραδοσιακές έννοιες της κοινότητας όσο και τη χωροκοινωνική δομή. Αλλά και οι μετασχηματισμοί στις χρηματοπιστωτικές δομές και τις διαδικασίες της εργασίας δεν είχαν μικρότερη επιρροή πάνω στην υλική βάση των ταξικών σχέσεων. Μόνο μέσα από αυτές τις συγχύσεις μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή η ασυνήθιστη συμμαχία δυνάμεων που παρήγαγε την Παρισινή Κομμούνα- τη μεγαλύτερη ταξική κομμουναλιστική εξέγερση της καπιταλιστικής ιστορίας».

Ο ίδιος επιδιώκει να συνομιλήσει κριτικά με διαφορετικές προσεγγίσεις και αναγνωρίζει ότι μπορούν να υπάρξουν αμφισβητήσεις. Έτσι γνωρίζει ότι η προσέγγισή του είναι διαφορετική από τις «προσπάθειες να “δημοτικοποιήσουν” (municipalize) την επαναστατική παράδοση της Γαλλίας» μεταξύ των οποίων αναφέρει και τον Castells που «εγκαταλείπει τις προγενέστερες μαρξιστικές διατυπώσεις του, ερμηνεύοντας την Κομμούνα ως ένα αστικό κοινωνικό κίνημα». Η άποψή του είναι ότι ο ταξικός προσδιορισμός δεν αναιρεί το τοπικό στοιχείο. «Υποστηρίζω ότι από παλιά υπήρχαν προσδιορισμοί της τάξης σε επίπεδο τοπικό, γειτονιάς και κοινότητας. Αυτοί οι Μαρξιστές που αρνούνται να αναγνωρίσουν τη σημασία της κοινότητας στη διαμόρφωση της ταξικής αλληλεγγύης κάνουν σοβαρό λάθος. Αλλά, για τον ίδιο λόγο, αυτοί που υποστηρίζουν ότι η κοινοτική αλληλεγγύη δεν έχει τίποτα να κάνει με την τάξη είναι παρόμοια τυφλοί. Σημάδια της τάξης και της ταξικής συνείδησης είναι ακριβώς το ίδιο σημαντικά στον χώρο της καθημερινής ζωής όσο και στο χώρο εργασίας.  Η ταξική θέση μπορεί να εκφράζεται μέσα από τους τρόπους κατανάλωσης όσο και μέσα από τις σχέσεις στην παραγωγή».

Κατά την άποψή του, η μεγάλη αντίθεση του Παρισιού βρισκόταν μεταξύ του ανώτερου 10% που κατείχε το 70% συνολικού πλούτου του Παρισιού και της μεγάλης μάζας των κατώτερων τάξεων. Οι διαφοροποιήσεις εντός των απόκάτω ήταν εμφανείς, για παράδειγμα μεταξύ των ειδικευμένων και ανειδίκευτων εργατών, ωστόσο ήταν υποδεέστερες σε σχέση με την τεράστια διαφορά τους με τις ανώτερες τάξεις. Σε αυτές πράγματι δεν ήταν μονάχα οι εργοστασιάρχες αλλά και οι ιδιοκτήτες γης, οι κερδοσκόποι και οι μεγαλέμποροι. Αυτοί κατείχαν τα μέσα παραγωγής αλλά και τους μηχανισμούς της αστικοποίησης, την αναπαραγωγή και το εμπόριο. Καθώς η γαλλική κοινωνία βρισκόταν σε μια τεράστια διαδικασία μετασχηματισμού, η ταξική της διάρθρωση μεταβαλλόταν συνεχώς, κάνοντας έτσι δύσκολα διακριτά τα όρια μεταξύ της μικρής αστικής τάξης και των εργαζόμενων τμημάτων, όπως και μεταξύ των εργατών και αυτού που ο Μαρξ θα χαρακτήριζε λούμπεν προλεταριάτο. Ο Harvey προσπαθεί να κατανοήσει αυτή τη διάρθρωση αναγνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να γίνει πλήρως. Ωστόσο το βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι το υποκείμενο της Παρισινής Κομμούνας ήταν οι εργαζόμενες μάζες, με τον ιδιαίτερο τρόπο που αυτές διαμορφώνονταν στη συγκεκριμένη εποχή. Ουσιαστικά, κατά τον ίδιο, η αναμέτρηση της Κομμούνας ήταν μια ταξική αναμέτρηση.

Μια παρόμοια προσέγγιση, αν και προερχόμενος από τον κλάδο της ιστορίας φαίνεται να ασπάζεται ο Eric Hobsbawm (2006). «Αλλά μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για “τους εργάτες” ως ενιαία κατηγορία ή τάξη;  Τι κοινό υπήρχε ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων που συχνά είχαν τόσο μεγάλες διαφορές…; Ούτε καν η φτώχεια δεν ήταν κοινό τους γνώρισμα, γιατί… με τα κριτήρια των φτωχών υπήρχε τεράστια διαφορά ανάμεσα στον καλοπληρωμένο ειδικευμένο «τεχνίτη»… και τον πεινασμένο κουρελή… Τους ένωνε όλους, ωστόσο, η κοινή αίσθηση της χειρωνακτικής εργασίας και της εκμετάλλευσης… η κοινή μοίρα των μεροκαματιάρηδων. Τους ένωνε ο όλο και μεγαλύτερος διαχωρισμός τους από μια αστική τάξη της οποίας ο πλούτος αυξανόταν ραγδαία, ενώ η δική τους κατάσταση παρέμενε επισφαλής… Οι εργάτες σπρώχνονταν να αποκτήσουν κοινή συνείδηση όχι μόνον από αυτή την πόλωση, αλλά επίσης… από έναν κοινό τρόπο ζωής και έναν κοινό τρόπο σκέψης».

Στο θέμα της Παρισινής Κομμούνας, ο Harvey επανέρχεται στο τελευταίο του έργο με τίτλο Rebel Cities, που εκδόθηκε το 2012. Σε αυτό επιβεβαιώνει τις απόψεις που κατέθεσε στο Paris, Capital of Modernity. Υποστηρίζει ότι, «η Κομμούνα διαμορφώθηκε εν μέρει από μια νοσταλγία για τον κόσμο της πόλης που είχε καταστρέψει ο Hausmann (σκιές της Επανάστασης του 1848) και από την επιθυμία να πάρουν πίσω την πόλη τους εκ μέρους όσων είχαν εκδιωχθεί εξαιτίας των έργων του Hausmann». Και συνεχίζει αναφερόμενος ξανά στο χαρακτήρα της: «Δε βλέπω για ποιο λόγο δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί τόσο ως ταξική πάλη όσο και ως πάλη για τα δικαιώματα του πολίτη εκεί όπου ζούσαν εργαζόμενοι άνθρωποι. Καταρχάς, η δυναμική της ταξικής εκμετάλλευσης δεν περιορίζεται στο χώρο εργασίας… Οι δευτερεύουσες μορφές εκμετάλλευσης οργανώνονται πρωτίστως από εμπόρους, ιδιοκτήτες ακινήτων και κεφαλαιούχους και οι επιπτώσεις τους γίνονται πρωτίστως αισθητές στο χώρο διαβίωσης και όχι στο εργοστάσιο. Αυτές οι μορφές εκμετάλλευσης ανέκαθεν ήταν και εξακολουθούν να είναι ζωτικής σημασίας για τη συνολική δυναμική της συσσώρευσης κεφαλαίου και τη διαιώνιση της ταξικής ισχύος… Ως εκ τούτου, τα αστικά κοινωνικά κινήματα έχουν πάντοτε ταξικό περιεχόμενο, ακόμα και όταν πρωταρχικά διατυπώνονται με βάση τα δικαιώματα, την ιδιότητα του πολίτη και τις δυσκολίες της κοινωνικής αναπαραγωγής».

Με βάση την οπτική του, τα αιτήματα και οι διακηρύξεις της Κομμούνας αποτελούν μια πρώτη έκφραση των συμφερόντων, ταυτόχρονα ταξικών και κοινοτικών, των Κομμουνάρων. Έτσι, τα αιτήματα για μια διαφορετική παραγωγή τοy χώρου, για αλλαγή των όρων ζωής και κατανάλωσης μαζί με τις διεκδικήσεις πολιτικών δικαιωμάτων, εκδημοκρατισμού και λαϊκού ελέγχου και την πάλη για μείωση της αδικίας και της εκμετάλλευσης στους χώρους δουλειάς, δεν είναι αντιφατικά. Αποτελούν τα ενοποιητικά στοιχεία του αγώνα, αυτού του σύνθετου κοινωνικού υποκειμένου που δημιούργησε την Κομμούνα, που ήταν ταυτόχρονα εργαζόμενος λαός και πολίτες του Παρισιού.

Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η προσέγγιση του David Harvey για την Παρισινή Κομμούνα, ως μια επανάσταση ταξική αλλά ταυτόχρονα αστική.


Β.3. Ο αστικός και ο ταξικός χαρακτήρας της εξέγερσης  ως συμπληρωματικές πλευρές

Η συζήτηση για την Παρισινή Κομμούνα και τη σχέση των αστικών κινημάτων πόλης με την ταξική πάλη είναι τεράστια και δεν περιορίζεται στα δύο αυτά έργα. Γνωρίζουμε ότι αφήνουμε απέξω ολόκληρες σχολές σκέψης και έρευνας πάνω στα θέματα αυτά (όπως για παράδειγμα, Tilly, 2004). Επίσης και οι δύο συγγραφείς που αναφέραμε έχουν δεχτεί αρκετές κριτικές. Ο Castells κυρίως για μια σχηματικότητα και απολυτότητα στη μεθοδολογία προσέγγισης των Αστικών Κοινωνικών Κινημάτων[23]. Ο Harvey συχνά κατηγορείται ότι στην συνολική του προσέγγιση για την αντικαπιταλιστική πάλη υποτιμά τις διαφορές και ειδικότερα τα ζητήματα του φύλου, της εθνικότητας κ.α., ενώ η προσέγγισή του θυμίζει τον οικονομισμό του παραδοσιακού μαρξισμού[24]. Τα ζητήματα που τίθενται από τις κριτικές αυτές είναι τεράστια έτσι θα γίνουν μόνο ορισμένες σύντομες επισημάνσεις.

Η σημαντική προσφορά των προσεγγίσεων τόσο της ριζοσπαστικής γεωγραφίας, όσο και της αστικής κοινωνιολογίας, στις δεκαετίες του 70 και του 80, είναι ότι εισήγαγαν μια ιδιαίτερη και θεωρητικά τεκμηριωμένη παράμετρο της Παρισινής Κομμούνας, τη χωρική- αστική πλευρά της. Η προσθήκη του χώρου στο κέντρο της προσοχής τόσο για την ανάλυση του καπιταλισμού και των κοινωνικών σχέσεων, όσο και για την σύνθετη ερμηνεία των κοινωνικών αγώνων, αποτελεί αναμφισβήτητα μια σημαντική στροφή, που βάσισε πολλά στη σκέψη του Lefebvre, ο οποίος με τη σειρά του είχε διαρκή συνομιλία με προσεγγίσεις των Καταστασιακών. Ο Λεφέβρ άνοιξε νέους δρόμους σκέψης αναδεικνύοντας πως ο καπιταλισμός και οι κοινωνικές σχέσεις του επιβιώνουν μέσα και από τον χώρο και την παραγωγή του. Έτσι, η διεκδίκηση του χώρου και της πόλης, γίνεται κεντρικό διακύβευμα για την κοινωνία ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου.

Υπό αυτή την έννοια, η μελέτη της πόλης, δεν είναι ξεκομμένη από την κοινωνία και την οικονομία, και ο χώρος δεν μπορεί να διερευνάται σαν κάτι που μπορεί να ρυθμιστεί ορθολογικά μέσα από διάφορα χωρικά μοντέλα, έξω από τις κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις και ανισότητες, όπως ουσιαστικά παραδεχόταν η θετικιστική γεωγραφική επιστήμη των μεταπολεμικών δεκαετιών. Ταυτόχρονα, όμως, ο χώρος δεν υποδέχεται απλά τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις, όπως αναγνώριζε ο κυρίαρχη αριστερή και μαρξιστική λογική πριν τη δεκαετία του 70, αλλά αλληλεπιδρά, επηρεάζει και επηρεάζεται από τη συσσώρευση του κεφαλαίου, τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής και τις αντιστάσεις των αποκάτω.

Έτσι, η διεκδίκηση της πόλης, όπως συνέβη στην Παρισινή Κομμούνα, συνδέεται άμεσα με τις διαδικασίες που παράγουν το βιωμένο περιβάλλον και είναι προσδεμένες στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι ταυτόχρονα μια ταξική και αστική αναμέτρηση.

Υποστηρίζω ότι η ταξική πάλη, δεν είναι μόνο η πάλη στο εργοστάσιο μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου. Αυτή είναι μια προσέγγιση που αντιλαμβάνεται «στενά» και «δογματικά» την πάλη των τάξεων και την ιστορική εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος. Βεβαίως, αυτή η προσέγγιση ήταν κυρίαρχη σε μια ορισμένη προσέγγιση του μαρξισμού από τα μεταπολεμικά κομμουνιστικά κόμματα στην Ανατολή και τη Δύση. Έτσι, το μοντέλο του δυτικού, λευκού, άνδρα, ετεροφυλόφιλου εργάτη, οργανωμένου σε ένα ισχυρό συνδικάτο μιας μεγάλης επιχείρησης του φορντισμού ταυτίστηκε με την ταξική πάλη, ενώ άλλες μορφές κοινωνικών αγώνων υποτιμήθηκαν ως δευτερεύουσες και αδύναμες να συγκροτήσουν ισχυρές αντιστάσεις. Όμως δεν είναι αυτό το παράδειγμα των μεγαλύτερων αγώνων καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου, του 20ου και πλέον και του 21ου αιώνα. Και σίγουρα δεν ήταν αυτό το παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας. Όμως, από την άλλη, η αναγνώριση κάθε αγώνα που συγκροτείται έξω ή/και έξω από τους χώρους εργασίας ως μη ταξικού παρά μόνο αστικού, φαίνεται να αποδέχεται αυτή τη δογματική διάκριση και να αποτελεί την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος.

Βεβαίως, δεν είναι όλοι οι αγώνες ταξικοί αναγκαστικά, ούτε πρέπει να υπόκεινται πάντα σε μια ανάγνωση στη βάση των τάξεων. Συχνά, τοπικά κινήματα και κινήματα ταυτότητας, σαφώς δεν αναζητούν μια ταξική προσέγγιση και δεν έχουν οικονομική βάση, ούτε στρέφονται εναντίον του καπιταλισμού. Από την άλλη κάθε μεμονωμένος οικονομικός αγώνας δεν έχει αναγκαστικά σημαντικές χωρικές παραμέτρους, ούτε βέβαια έχει ευρύτερη αντικαπιταλιστική σημασία. Η μελέτη και ερμηνεία τους, έχει μεγάλη σημασία. Ωστόσο, η Παρισινή Κομμούνα δεν μπορεί να ειδωθεί με ένα τέτοιο τρόπο, καθώς σε αυτήν εντοπίζονταν σύνθετα και πολλαπλά στοιχεία που στο σύνολο τους διαμόρφωσαν την αντικαπιταλιστική δυναμική της. Άλλωστε, δεν είναι μόνο απόλυτη, αλλά και ελλιπής μια προσέγγιση που αναγνωρίζει μόνο την κοινοτική ή την ταξική ταυτότητα των Κομμουνάρων και αυτό το αναδεικνύουν τόσο ο Castells όσο και ο Harvey. Οι ίδιοι μπορεί να αισθάνονταν Παριζιάνοι, εργάτες, αλλά και γυναίκες ενάντια στη διπλή εκμετάλλευση, παιδιά που ήθελαν να σαρώσουν το σάπιο κόσμο που γεννήθηκαν, Γάλλοι ενάντια στους Πρώσους εισβολείς, υπερασπιστές του παναθρώπινου ιδανικού της Δημοκρατίας, οργισμένοι πολέμιοι του κλήρου και της καταπιεστικής θρησκείας και πολλά άλλα.

Το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού και της συνείδησης δεν είναι ποτέ εύκολα ανιχνεύσιμο, ούτε στατικό. Αλλάζει και μετασχηματίζεται ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε εποχής. Έτσι θα επιχειρήσω μια ακόμα σύνθεση, αυτή τη φορά πιο αμφίβολη. Πράγματι, οι Κομμουνάροι, όπως λέει ο Castells δεν είχαν μια ατελή εργατική συνείδηση και η Κομμούνα δεν ήταν απλά ο ανώριμος προπομπός της επερχόμενης σοσιαλιστικής επανάστασης. Ήταν ένα ιδιαίτερο γεγονός που καθορίστηκε επίσης από τον τοπικό και κοινοτικό του χαρακτήρα. Όπως επισημαίνει η Πορτάλιου (2011), «η ιστορία δεν προχωρεί με στάδια προόδου, ούτε είναι μια σκάλα που οδηγεί στον ουρανό.» Αυτό μας έμαθε οδυνηρά η εξέλιξη των επαναστατικών κινημάτων του 20ου αιώνα. Αυτό όμως δε αναιρεί πλήρως ότι μέσα στην ιστορία η συνείδηση των λαών μεταβάλλεται και κάθε δεδομένο σημείο της δεν είναι η αρχή ή ένα στάδιο σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία, αλλά ούτε και ένα ανεξάρτητο και αποκομμένο ιστορικό γεγονός. Ως προς την ταξική συνειδητοποίηση των Γάλλων εργατών, η Κομμούνα ήταν σαφέστατα διαφορετική από την επανάσταση του 48 και ακόμα περισσότερο από τη Γαλλική Επανάσταση. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί τα διαφορετικά επίπεδα συνείδησης ούτε τους διαφορετικούς αυτοπροσδιορισμούς, ή τουλάχιστον δεν πρέπει να αναιρεί.

Την ίδια σύνθετη σκέψη, νομίζω, πρέπει να έχουμε και ως προς τα συμπεράσματα από τη νίκη και την ήττα της Κομμούνας. Από τη μια πλευρά δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε σε αυτήν μόνο τον «ανώριμο» χαρακτήρα που θα έπρεπε να αλλάξει προς τα συγκεντρωτικά μοντέλα της δικτατορίας του προλεταριάτου με τον τρόπο που εφαρμόστηκαν τον 20ο αιώνα. Η κληρονομιά της κοινότητας, της δημοκρατίας και της λαϊκής συμμετοχής είναι πολύτιμη σήμερα. Από την άλλη, θα ήταν λάθος από τη μεριά μας να μην αναγνωρίσουμε και τα όρια που δεν μπόρεσε να υπερβεί η Κομμούνα που αναδεικνύουν το κεντρικό ερώτημα του κράτους και της εξουσίας.

Η εργασία αυτή δεν επιδιώκει θέσει όλα αυτά τα μεγάλα ερωτήματα. Στο τελευταίο μέρος, θα επιλέξουμε τη διατύπωση ορισμένων ερευνητικών υποθέσεων, ως αντικείμενα περαιτέρω έρευνας, τα οποία ούτε στο ελάχιστο δεν απαντώνται στις λίγες γραμμές που θα ακολουθήσουν.

Βέβαια η Κομμούνα δεν ήταν μόνο αυτά. Ήταν και μια γιορτή δημιουργίας και ελευθερίας, ήταν η είσοδος στο προσκήνιο των κολασμένων του Παρισιού, των άθλιων των φτωχογειτονιών. Ήταν το «πανηγύρι των καταπιεσμένων». Ήταν η στιγμή που ο μπογιατζής, ο χτίστης, η υπηρέτρια και η καθαρίστρια γίνονταν κύριοι του εαυτού τους και της πόλης τους. «Ο κόσμος ήθελε να τα αγκαλιάσει όλα μεμιάς: τις τέχνες, τις επιστήμες, τη λογοτεχνία, τις ανακαλύψεις. Η ζωή έβραζε. Όλοι βιάζονταν να ξεφύγουν από τον παλιό κόσμο», όπως έγραφε η Louisse Michel, ηρωίδα της Κομμούνας. Αυτές οι στιγμές ηρωισμού και δημιουργίας, συμμετοχής και πολιτικοποίησης κάνουν την Κομμούνα έναν ιστορικό φάρο που πάντοτε θα φωτίζει το δρόμο της κοινωνικής επανάστασης.

Μέρος Γ:  Επίλογος

Στην εργασία αυτή, μελετήθηκε το παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας του 1871, το οποίο καταλαμβάνει μια θέση στις συζητήσεις γύρω από τα αστικά κοινωνικά κινήματα. Έγινε μια συνοπτική ιστορική περιγραφή των γεγονότων της περιόδου και μελετήθηκε η ίδια η πόλη του Παρισιού, το έδαφος πάνω στο οποίο πάτησε η έφοδος στον ουρανό. Στη συνέχεια παρουσιάστηκαν οι προσεγγίσεις του Manuel Castells και του David Harvey, που αναδεικνύουν- παρά τις διαφορές τους- τον αστικό χαρακτήρα αυτής της επανάστασης. Τέλος, υιοθετήθηκε μια προσέγγιση που αρνείται τον μονοσήμαντο χαρακτήρα της ως εργατικής ή αστικής και υπερασπίζεται μια διπλή ανάγνωση σύνθεσης των δύο αυτών πλευρών.

Δημιουργούνται, ωστόσο, δύο ακόμα ερωτήματα:

Αν η Παρισινή Κομμούνα είναι μια ταξική και αστική εξέγερση, τότε μήπως αρκεί μια ιστορική και οικονομική ερμηνεία της; Τι μπορεί να προσφέρουν οι επιστήμες του χώρου στην κατανόηση της;

Αν η Παρισινή Κομμούνα ήταν ένα αποτέλεσμα των συγκεκριμένων συνθηκών του Παρισιού και της Γαλλίας της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, τι σημαντικό μπορεί να μας προσφέρει στη σημερινή συγκυρία;

 Ορισμένες σκέψεις πάνω σε αυτά θα τεθούν, συνοπτικά, στη συνέχεια.

"Όταν όμως ο αυτοκρατορικός μανδύας καλύ- ψει στο τέλος τους ώμους του Λουδοβίκου Βο- ναπάρτη θα γκρεμιστεί από της ύψος της στήλης Βαντόμ ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Ναπολέοντας" Κ. Μάρξ Στη διάρκεια της Κομμούνας ήταν μόνιμη πρα- κτική η καταστροφή συμβόλων του καθεστώ- τος και η δημιουργία νέων της επανάστασης.

«Όταν όμως ο αυτοκρατορικός μανδύας καλύψει στο τέλος τους ώμους του Λουδοβίκου Βοναπάρτη θα γκρεμιστεί από της ύψος της
στήλης Βαντόμ ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Ναπολέοντας»          Κ. Μάρξ

 

Γ.1. Υποθέσεις για μια γεωγραφική προσέγγιση των κοινωνικών αγώνων

Υποστήριξα ότι ο αστικός χαρακτήρας της Κομμούνας δεν αντιτίθεται αλλά αλληλοσυμπληρώνεται με τον ταξικό. Ωστόσο, δεν έχει μεγάλη σημασία να μελετάται αν η μια πλευρά ήταν σημαντικότερη της άλλης. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που περιγράφηκε, ο ταξικός χαρακτήρας της Παρισινής Κομμούνας δεν θα μπορούσε παρά να ήταν και αστικός. Οι κοινωνιολογικές και γεωγραφικές προσεγγίσεις, τόσο του Castells και του Harvey, όσο και δεκάδων άλλων, είναι πολύτιμες, ακριβώς γιατί έδειξαν αυτό τον ειδικό αστικό- δημοτικό χαρακτήρα της, οποίος σε μεγάλο βαθμό είχε παραμεληθεί από τις περισσότερες ιστορικές και πολιτικές μελέτες.

Οι επιστήμες του χώρου έχουν πολλά να προσφέρουν στην κατανόηση των διαφορετικών μορφών κοινωνικών κινημάτων. Καταρχάς διότι, όπως περιγράφηκε νωρίτερα, δεν είναι όλα τα αστικά κοινωνικά κινήματα, αναγκαστικά ή κατά κύριο λόγο και ταξικά- αντικαπιταλιστικά. Η μελέτη τους, σαφώς και έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση της ίδιας της πόλης και των πολλαπλών διαδικασιών και αντιθέσεων που βρίσκονται εντός της. Ταυτόχρονα, όμως, η γεωγραφική προσέγγιση μπορεί να ανοίξει σημαντικούς δρόμους ερμηνείας μεγάλων κοινωνικών αγώνων, στους οποίους σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίζεται μόνο ο ταξικός- προλεταριακός χαρακτήρας.

Στην πραγματικότητα, σχεδόν ποτέ μεγάλα κοινωνικά κινήματα – αυτά που κλόνισαν σε συγκεκριμένες στιγμές συνολικά το σύστημα- δεν είχαν μονάχα τη μορφή του οικονομικού αγώνα στον χώρο εργασίας. Ακόμα και όταν αυτός είχε κυρίαρχο ρόλο, πάντοτε απλωνόταν σε όλες τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης, στην πόλη και την καθημερινή ζωή. Επίσης, ακόμα και στις πιο χαρακτηριστικά προλεταριακές επαναστάσεις και εξεγέρσεις, τα οικονομικά αιτήματα διαπλέκονταν με τις διεκδικήσεις για δημοκρατία, κοινωνική ισότητα και ελευθερία σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Περισσότερο, ακόμα και όταν η ταυτότητα και η συνείδηση της τάξης αποτελούσε το βασικό ενοποιητικό στοιχείο, πάντοτε μαζί με αυτήν εμφανίζονταν και διαφορετικά σύνθετα αυτοπροσδιοριστικά στοιχεία που καθορίζονταν από τη χώρα, τον τόπο, την κουλτούρα, το φύλο κ.α. Και τέλος, ακόμα και όταν η βασική αντίθεση αναγνωριζόταν ενάντια στο κεφάλαιο, αυτή πάντοτε εκφραζόταν μαζί με άλλες αντιθέσεις, ενάντια στον πόλεμο, τους βασιλιάδες ή τους τσάρους, το φασισμό, τους αποικιοκράτες, τους ξένους κατακτητές κ.α. Στις καλύτερες, μάλιστα, περιπτώσεις, αυτά τα διαφορετικά επίπεδα δε βρίσκονταν σε σύγκρουση, αλλά σε δημιουργική συνύπαρξη διαμορφώνοντας τον πάντοτε ιδιαίτερο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα κάθε κοινωνικής σύγκρουσης.

Υποθέτω ότι αυτή η πλευρά υπήρχε και στα μεγάλα εργατικά ξεσπάσματα του μεσοπολέμου, δηλαδή στα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα προλεταριακών- εργατικών αγώνων την περίοδο της αυξημένης επιρροής των μπολσεβίκων και των κομμουνιστικών κομμάτων της Τρίτης Διεθνούς. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ιταλία, των εργατικών συμβουλίων και των αγώνων πριν την άνοδο του Μουσολίνι. Η σχέση των αγώνων στα εργοστάσια με την πάλη στην πόλη ήταν διαρκής, με τα Σπίτια του Λαού, να είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Γκράμσι προσπαθούσε με επιμονή να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη του Βορά θα συνδεθεί με τους αγρότες του Νότου, αναδεικνύοντας της διαφορές στην κουλτούρα, το ρόλο του τοπικού και βέβαια εισερχόμενος στην μεγάλη κουβέντα για την ηγεμονία. Ο ίδιος, θεωρούσε την οργάνωση στην πόλη συμπληρωματική της οργάνωσης στα εργοστάσια. Σε editorial στην L’Ordine Nuovo, τον Ιούνη του 1919 έγραφε «…Μέσα στην συνοικιακή επιτροπή θα έπρεπε να τείνουν να ενσωματωθούν σε αυτή την ομάδα που προέρχεται από το εργοστάσιο, οι εκπρόσωποι των άλλων κατηγοριών εργαζομένων κατοίκων της συνοικίας: γκαρσόνια, αμαξάδες, τραμβαγιέρηδες, σιδηροδρομικοί, οδοκαθαριστές, υπηρέτες, πωλητές, κλπ Η επιτροπή της συνοικίας θα έπρεπε να είναι η εκδήλωση όλης της εργαζόμενης τάξης που κατοικεί στη συνοικία…». Παρόμοια ζητήματα αναπτύσσονταν και στη Γερμανία την ίδια περίοδο, ειδικά μάλιστα στα χρόνια του 20 που η εργατική επανάσταση συγκρούονταν με τον ανερχόμενο ναζισμό.

Όμως ακόμα και στην Ρωσία πριν και κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, αυτές οι πλευρές ήταν παραπάνω από σημαντικές. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (1997) μελετώντας τις εξεγέρσεις μέχρι και το 1905, αναδεικνύει γλαφυρά τον ιδιαίτερο αστικό τρόπο ανάπτυξης τους στις διαφορετικές περιοχές, αλλά και το πώς τα αιτήματα για δημοκρατία, βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, ελευθερία του τύπου κ.α. συνδέονταν με την οικονομική πάλη. Μην ξεχνάμε ότι τα ίδια τα Σοβιέτ, πριν και τα πρώτα χρόνια μετά το 1917 ήταν όργανα αγώνα αλλά και τοπικής αυτοοργάνωσης στις πόλεις και τις γειτονιές, που συνδέθηκαν με εργοστασιακές επιτροπές, ακόμα και μορφές όπως επιτροπές καταναλωτών[25]. Επίσης, αυτό που ίσχυε στην Παρισινή Κομμούνα, η αντίθεσή της με τον αγροτικό κόσμο, δεν ίσχυε λιγότερο στα αρχικά στάδια των επαναστάσεων αυτών. Ειδικά στην Οκτωβριανή Επανάσταση, οι αναπτυγμένες πόλεις που συγκέντρωναν εργατικό δυναμικό και ήταν το κέντρο των προοδευτικών ιδεών και των νέων ρευμάτων σκέψης και τέχνης, ήταν το προπύργιο της επανάστασης σε αντίθεση με την τεράστια αγροτική ύπαιθρο που συχνά γινόταν ορμητήριο αντεπανάστασης.

Αυτό που προσπαθώ να διατυπώσω είναι ότι στα μεγάλα ιστορικά επαναστατικά γεγονότα η πάλη εντός των χώρων δουλειάς είναι εξίσου σημαντική με την πάλη στην πόλη. Δεν θα επεκταθώ σε αυτές τις σκέψεις, καθώς δεν αποτελούν αντικείμενο της εργασίας, ωστόσο αναφέρονται σε ένα σημαντικό πεδίο ανάπτυξης της γεωγραφικής και πολιτικής σκέψης.

dsaA

Γ.2. Από την Παρισινή Κομμούνα στην κρίση του 21ου αιώνα.

Πόσο μακριά βρισκόμαστε από την Παρισινή Κομμούνα; Από πολλές απόψεις αρκετά. Δεν έχουμε Αυτοκράτορα, ούτε Πρώσους στα σύνορά μας, ενώ για να στείλουμε ένα μήνυμα δεν χρειάζονται μερικές μέρες ταξιδιού αλλά ένα απλό πάτημα του ποντικιού στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Από πολλές άλλες, όμως, μάλλον είμαστε αρκετά κοντά.

Η παγκόσμια κρίση μαίνεται από το 2007, όπως μαινόταν και το 1871. Η καπιταλιστική οικονομία και η κρίση της έχει σαφείς χωρικές και αστικές ρίζες[26]. Όπως και στο Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, έτσι και στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο, η συσσώρευση και κυκλοφορία του κεφαλαίου συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τους αστικούς μετασχηματισμούς, την κερδοσκοπία επί της γης και την αγορά ακινήτων. Η κατάρρευση των μοντέλων αστικής ανάπτυξης πιθανόν να μοιάζει με την αποτυχία – που ήταν πια φανερή- των σχεδίων του Haussmann. Στις σύγχρονες πόλεις, συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος πλούτος που είδε ποτέ η ανθρωπότητα αλλά και οι ανείπωτες καθημερινές τραγωδίες, η φτώχεια, η πείνα και ο αποκλεισμός. Το μεγάλο εργοστάσιο με τους χιλιάδες εργάτες, δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνιση του μαζικά στο Παρίσι. Σήμερα, ένας νέος κάτοικος της Αθήνας ή του Λονδίνου μπορεί και να μην έχει δει ποτέ του από κοντά κάτι τέτοιο[27]. Οι άστεγοι, άνεργοι, ελαστικά εργαζόμενοι, χειρώνακτες του Παρισιού, δεν διαφέρουν πολύ από τη σημερινή κοινωνική πλειοψηφία, αν εξαιρέσουμε τη χειρονακτική εργασία στις περισσότερες περιπτώσεις. Ο σύνθετος αυτοπροσδιορισμός των αποκάτω Παριζιάνων μπορεί να θυμίζει το αίσθημα μας σε στιγμές κοινωνικών μαχών.

Το 1871 συγκροτήθηκε στην ανάμνηση αλλά και την κληρονομιά της ήττας των χαμένων επαναστάσεων μετά το 1789. Σήμερα, δε μοιραζόμαστε κι εμείς αντίστοιχες κληρονομιές; Όπως οι Κομμουνάροι φώναξαν «Η κοινωνία είμαστε εμείς» απέναντι στο «το Κράτος είμαι Εγώ» (Castells, 1983) του Λουδοβίκου ΙΔ, έτσι κάπως δεν ακούγεται η κραυγή των αγωνιζόμενων σε όλη τη γη απέναντι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις κυβερνήσεις, τις αγορές και τους διεθνείς οργανισμούς; Το καλοκαίρι του 2011 ήμασταν η Αθήνα ή η Πλατεία Συντάγματος  που έστελνε τους χαιρετισμούς της στην πλατεία Ταχριρ, τη Μαδρίτη και τη Wall Street. Πόση ανάγκη έχουμε από αυτό το αγωνιστικό αίσθημα της κοινότητας στη χειμαζόμενη καθημερινότητα που ζούμε; Και πόση ακόμα περισσότερο ανάγκη, έχουν οι αγώνες μας σήμερα, να μπολιαστούν με τα οράματα της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας, με την αξιοπρέπεια και τον ηρωισμό των Κομμουνάρων; Σίγουρα τεράστια.

Για αυτό το λόγο, η Παρισινή Κομμούνα, θα βρίσκεται πάντοτε εκεί για να την κατανοήσουμε και διδαχτούμε από το μεγαλείο και τις αδυναμίες της. Όχι για να την επαναλάβουμε αλλά για να είναι η μαγιά, μαζί με τις μεγάλες στιγμές των αγώνων του παρελθόντος για μια νέα ποίηση της κοινωνικής ανατροπής του μέλλοντος.

Βιβλιογραφία.

Βαΐου Ντ. – Χατζημιχάλης, Κ. (2012).  Ο Χώρος στην Αριστερή Σκέψη, Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/ Νήσος

Benevolo, L. (1997). Η πόλη στην Ευρώπη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Benevolo, L. – Λαζαρίδης, Π. (1977). Βιομηχανική πόλη, Αθήνα: Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη

Benjamin, W. (2003). Παρίσι, Πρωτεύουσα του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη: Ξενοδοχείο των Ξένων

Castells, M. (1983). The City and the Grassroots, Καλιφόρνια: University of California Press. Μεταφρασμένα αποσπάσματα, Η πόλη και η αποκάτω, μτφ. Ελένη Πορτάλιου, εκπαιδευτικό υλικό στο μάθημα: Η πόλη ως κοινωνικό έργο, αντικείμενο και πεδίο πολιτικής: αστικά και κοινωνικά κινήματα [http://courses.arch.ntua.gr/121473.html]

Castells, M. (1977). The urban question, Λονδίνο: Arnold

Καστέλς, Μ (1980). Πόλη και κοινωνικοί αγώνες, Αθήνα: Αγώνας

Ένγκελς, Φρ. (χ.χ.). Η Εξέλιξη του Σοσιαλισμού απ΄ την ουτοπία στην επιστήμη, Αθήνα: Αναγνωστίδη

Ένγκελς, Φρ. (1987). Το ζήτημα της κατοικίας, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

Gramsci, A.  (1919), Εργατική Δημοκρατία, L’Ordine Nuovo, 1. 7, [http://paranagnostis.blogspot.gr/2012/03/gramsi.html]

Deutsche, R. (1991), Boy’s Town, Society and Space, 5-30

Harvey, D. (2003). Paris, Capital of Modernity, Νέα Υόρκη- Λονδίνο: Routledge

Harvey, D. (2006). The Limits to Capital, Λονδίνο- Νέα Υόρκη: Verso

Harvey, D. (2008). The Right to the City, New Left Review, 53: 23-40

Harvey, D. (2012). Rebel Cities, Λονδίνο- Νέα Υόρκη: Verso

Hobsbawm, E. (2006). H εποχή των άκρων 1914-1991, Αθήνα: Θεμέλιο

Καρύδης, Δ. (2006). Τα επτά βιβλία της πολεοδομίας, Αθήνα: Παπασωτηρίου

Λένιν, Β.Ι. (1986). Στη μνήμη της Κομμούνας, Άπαντα, τόμος 20: 224 – 229, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

Lefebvre, H. (1977). Δικαίωμα στην πόλη- Χώρος και πολιτική, Αθήνα: Παπαζήση

Lefebvre, H. (1991a). Critique of Everyday Life, Λονδίνο- Νέα Υόρκη: Verso

Lefebvre, H. (1991b). The Production of Space, Οξφόρδη: Blackwell

Λισαγκαρέ, Π.Ο. (2005). Η ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871, Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος

Λούξεμπουργκ, Ρ. (1997), Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Αθήνα: Εργατική Δημοκρατία

Lowe, S (1986). Urban social movements: The city after Castells, Λονδίνο: Macmillan

Μαρξ, Κ. (2005). Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

Μάρξ, Κ. (χ.χ.). Ιστορικά Έργα, Αθήνα: Αναγνωστίδη

Massey, D. (1991). Flexible Sexism, Society and Space, 9.1, 31-57

Mayer, M. (2006). Manuel Castells’ The City and the Grassroots, International Journal of Urban and Regional Research, 30.1, 202-6

Μισέλ, Λ. (2005). Αναμνήσεις. Το Στίγμα, 16- 17

Molotch, H. (1984). Romantic Marxism: Love is (Still) Not Enough, Contemporary Sociology, 13.2, 141-3

Morris, M (1992). The Man in the Mirror: David Harvey’s  Condition of Postmodernity, Theory Culture Society, 9, 253- 279

Μπρέχτ, Μπ. (χ.χ.). Οι μέρες της Κομμούνας, Αθήνα: Ηριδανός

Πορτάλιου, Ε. (2011). Τι ήταν, λοιπόν, αυτή η Κομμούνα;, Εφ. Εποχή, 5/6/2011 [http://www.epohi.gr/portal/themata/9676-%CE%A4%CE%AF-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD,-%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BD,-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AE-%CE%B7-%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1]

Ριντ Τζ. (1983), Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

Ριντ, Τζ. (1997), Πως λειτουργούν τα Σοβιέτ, Αθήνα: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

Σένετ, Ρ. (1999). Η τυραννία της οικειότητας, Αθήνα: Νεφέλη

Tilly, Ch. (2004). Social Movements, 1768- 2004, Λονδίνο: Paradigm Publishers

Χάρμαν, Κ. (2012). Λαϊκή ιστορία του κόσμου, Αθήνα: Τόπος

Χατζημιχάλης, Κ. (2012). Άνιση Γεωγραφική ανάπτυξη και χωροκοινωνική δικαιοσύνη- αλληλεγγύη: οι ευρωπαϊκές περιφέρειες μετά την οικονομική κρίση του 2009, Γεωγραφίες, 19, 11-40


[1] Benjamin (2003)

[2] Harvey (2003)

[3] Βλ. Lefebvre (1977, 1991a, 1991b)

[4] Πορτάλιου (2011)

[5] Η περίοδος που ο Hobsbawm (2006) ονοματίζει ως «εποχή του Κεφαλαίου».

[6] Μαρξ, 2005

[7] Λισαγκαρέ, 2005

[8] Ένγκελς, χ.χ.

[9] Και υποστηρικτές ακόμα και μεταξύ των Γάλλων εργατών.

[10] Έχουν προηγηθεί μεγάλες και συχνά αιματηρές κινητοποιήσεις για αρκετά χρόνια

[11] Μαρξ, χ.χ.

[12] Η Κεντρική Επιτροπή των 20 διαμερισμάτων ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1870 κυρίως από τοπικά οργανωμένες ομάδες. Είχε τεράστια συνεισφορά κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και αποτελούταν κυρίως από μπλανκιστές.

[13] Η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς ιδρύθηκε το Φλεβάρη του 1871 και κατείχε την εξουσία τη βδομάδα μέχρι τις εκλογές. Σε αυτή συμμετείχαν ορισμένοι από τους πιο γνωστούς επαναστάτες της εποχής. Αρκετά συνοπτικά τα βασικά ρεύματα εντός των επαναστατών ήταν: α) οι διεθνιστές μέλη του γαλλικού τμήματος της Α΄Διεθνούς, κυρίως αναρχικοί, οπαδοί του Προυντόν, που ήταν ενάντια στο συγκεντρωτισμό και υποστήριζαν μια αποκεντρωμένη φεντεραστική δομή β) οι μπλανιστές, σύγχρονο ιακωβίνικο ρεύμα πιο κοντά στις αντιλήψεις της δικτατορίας του προλεταριάτου αλλά υπέρ των συνωμοτικών επαναστατικών μειοψηφικών δράσεων και γ) οι αριστεροί δημοκράτες σαν τον Ντελεκλύζ. Σαφώς υπήρχαν πολλοί ακόμα ωστόσο αυτά αποτελούσαν τα βασικά ρεύματα. Η άμεση επιρροή του Μαρξ που ηγείτο του Γενικού Συμβουλίου της ήταν πιο αδύναμη και κυρίως μέσα από συγκεκριμένα μέλη της Διεθνούς. Βρισκόμαστε πριν τη διαμάχη του Μαρξ με τον Μπακούνιν και το σχίσμα μαρξιστών- αναρχικών καθώς και τη μεταφορά του αρχηγείου της Διεθνούς στη Νέα Υόρκη μαζί με τη μετέπειτα αποδυνάμωσή της.

[14] Τόσο στη σύνθεση του συμβουλίου, όσο και στα μέτρα που υιοθέτησε θα επιστρέψουμε στο Β μέρος της εργασίας.

[15] Στο Χάρμαν (2012)

[16] Καρύδης (2006)

[17] Λόγια του βαρόνου von Moltke και του βουλευτή Picard (Benevolo, 1997)

[18]  Lefebvre, 1977

[19]  Υπάρχουν πολλές μελέτες που δείχνουν τη δημογραφική αύξηση. Ειδικότερη αναφορά (Σένετ, 1999).

[20] Ένγκελς, 1987

[21] Βαΐου & Χατζημιχάλης, 2012

[22] Εκτενή αποσπάσματα του βιβλίου έχουν μεταφραστεί από την Ελένη Πορτάλιου με τίτλο Η Πόλη και οι Αποκάτω. Παρότι θα κρατηθεί ως βιβλιογραφία το αγγλικό κείμενο αρκετά αποσπάσματα που θα παρατεθούν προέρχονται από τη μετάφραση αυτή.

[23] Για κριτικές εκφρασμένες από θεωρητικούς διαφορετικών προσεγγίσεων, βλ. Mayer (2006) Molotch (1984), Lowe (1986) καθώς και την παρέμβαση της Δ. Σιατίτσα στο Βαΐου- Χατζημιχάλης (2012)

[24] Για παράδειγμα οι κριτικές των φεμινιστριών Deutsche (1991), Massey (1991) και Morris (1992).

[25] Οι περιγραφές του Ριντ (1983, 1997) είναι ενδεικτικές

[26] Βλ. ενδεικτικά Harvey (2010, 2012), Χατζημιχάλης (2012)

[27] Σαφώς δεν ισχύει το ίδιο σε άλλες περιοχές του πλανήτη

Ένα Σχόλιο to “Παρισινή Κομμούνα: Το έδαφος κάτω από την έφοδο στον ουρανό.”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s