ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΩΝ…. ΚΑΙ ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

 Αρκετή συζήτηση εντός της αριστεράς προξένησε η παρουσίαση τμήματος του ψηφοδελτίου του κ. Νικολούζου και συγκεκριμένα η παρουσία εντός του στελεχών του ΠΑΣΟΚ που διακρίθηκαν τελευταία ως ακραιφνείς υποστηρικτές της μνημονιακής πολιτικής. Η παραπάνω ενέργεια μάλιστα δέχτηκε κριτική ακριβώς καθώς παρουσιάστηκε ως συμφωνία μεταξύ των δύο παρατάξεων -με άγνωστο περιεχόμενο- που «βασίστηκε σε λόγους ιδεολογικοπολιτικής και προγραμματικής σύγκλισης» (1), σύμφωνα με τους «μετανοημένους» του ΠΑΣΟΚ.

Στις 17/4 δημοσιεύτηκε κείμενο (1) του Κώστα Φαγογένη με τίτλο «Άνευ όρων, άνευ ορίων», που σχολίαζε τη σύμπραξη της μνημονιακής παράταξης του ΠΑΣΟΚ με την –τέως(;)- αντιμνημονιακή δημοτική παράταξη του Σύριζα και τον κ. Νικολούζο. Το παραπάνω κείμενο αλλά και αντίστοιχες ανακοινώσεις της ΛαΣυ κ.α. φαίνεται ότι λειτούργησαν ώστε να ξεκινήσει μια ενδιαφέρουσα «συζήτηση» πάνω στο ζήτημα των συνεργασιών και των προϋποθέσεών της, ενώ τα παραπάνω κείμενα, αποτέλεσαν αφετηρία κριτικής από άρθρο του Διονύση Πολίτη, το οποίο προφανώς εκφράζει και το σκεπτικό της παράταξης του Σύριζα, αφού το υιοθέτησε στην ιστοσελίδα της (2).Μια τέτοια κουβέντα σήμερα, είναι γενικά θετική, καθώς απαντά σε προβληματισμούς που λίγο πολύ ακουμπούν την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ιδιαίτερα τον κόσμο της Αριστεράς.
Πάμε τώρα στο συγκεκριμένο…. η Λαϊκή Συσπείρωση και ο Κ. Φαγογένης στηλίτευσαν τη σύμπραξη της παράταξης Νικολούζου με αυτήν του ΠΑΣΟΚ. Δεν τοποθετήθηκαν γενικά κατά συνεργασιών, αλλά συγκεκριμένα: σε αυτές που «πλένουν το μνημονιακό ΠΑΣΟΚ» από «αριστερά». Ο τίτλος του κειμένου του Κ. Φαγογένη είναι σαφέστατος: αναφέρεται στα ΟΡΙΑ και τους ΟΡΟΥΣ μιας συνεργασίας, δεν αρνείται οποιαδήποτε συνεργασία γενικά. Ο Δ. Πολίτης ξεδιπλώνει μια «υπερασπιστική γραμμή» για λογαριασμό του Σύριζα, λέγοντας ότι οι συνεργασίες δεν είναι ξένες στο λενινισμό, συνεπώς είναι άδικη η κριτική η οποία ασκείται. Πράγματι, στα λενινιστικά κόμματα δεν είναι ξένες έννοιες οι συμφωνίες συνεργασίας γενικά ούτε απαγορεύονται οι ελιγμοί και οι συμβιβασμοί. Άλλωστε τα προαναφερθέντα κείμενα αναφέρθηκαν στους συγκεκριμένους συμβιβασμούς –της παράταξης Νικολούζου-, όχι γενικά. Συνεπώς, η κύρια λογική του κ. Δ. Πολίτη ότι, εφόσον ΓΕΝΙΚΑ οι συνεργασίες είναι αποδεκτές από το λενινισμό, ΑΡΑ, οι ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ που κάνει η παράταξη του κ. Νικολούζου είναι…. η εφαρμογή του λενινισμού στο σήμερα, είναι μια ανεπίτρεπτη λαθροχειρία που «χτυπάει άσχημα στα αυτιά» για όσους θεωρούν εαυτόν μαρξιστή. Ωστόσο, το κείμενό του ανοίγει ζητήματα ιδεολογίας, που για όσους έχουν μια στοιχειώδη επαφή με το λενινισμό τους θέτουν απέναντι, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα ζητήματα:
Λέει ο κ. Πολίτης: «Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι η κριτική πέραν από τους Σαμαρικούς που κατηγορούν ότι πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ έρχονται στον ΣΥΡΙΖΑ την ίδια στιγμή που αυτοί συγκυβερνούν με το βαθύ ΠΑΣΟΚ της διαπλοκής, και μάλιστα του προσφέρουν ομπρέλα προστασίας και ατιμωρησία χάριν της συγκυβέρνησης (πχ υπόθεση υποβρυχίων), κριτική ασκείται και από τα “αριστερά”. ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ “αγανακτούν” με αυτές τις συνεργασίες και σηκώνουν εκκωφαντικό θόρυβο. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο Δ. Πολίτης μας λέει ότι όποιος ασκεί κριτική στις επιλογές του Σύριζα ταυτίζεται περίπου με τους «Σαμαρικούς», λειτουργεί περίπου σαν «όργανο της δεξιάς». Υιοθετεί, δηλαδή, ο κ. Πολίτης τον ίδιο ιδεολογικό εκβιασμό που έκανε επί δεκαετίες το Πασόκ στους ψηφοφόρους της Αριστεράς δήθεν «για να φύγει η δεξιά». Με μόνη διαφορά ότι εδώ γίνεται … «στο όνομα του Λένιν» -αναπαράγοντας, επαναλαμβάνω, το ΠΑΣΟΚ-.
Και συνεχίζει αμέσως μετά…
Αλλά προς τι όλα αυτά; γιατί δεν συνεργάζονται αυτοί στη βάση ενός κοινού προγράμματος όπως επανειλημμένα τους έχει προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ; και μιας ορκίζονται στο Λένιν γιατί δεν ακολουθούν τη λενινιστική πολιτική του ενιαίου μετώπου προκειμένου η θεμιτή αντιπαλότητα τους στον ΣΥΡΙΖΑ να μην ενισχύει τον αντίπαλο αλλά να βοηθάει στην ανατροπή του; Αναφέρει ο κ. Πολίτης τη «λενινιστική πολιτική του Ενιαίου Μετώπου», βάσει της οποίας -πάντα κατά τον ίδιο- θα έπρεπε, σήμερα, τόσο το ΚΚΕ όσο και η Ανταρσύα να συμπράξουν με τον Σύριζα (προφανώς εκλογικά) προκειμένου «να μην ενισχυθεί ο αντίπαλος». Εδώ, οφείλουμε να κάνουμε μια εκτεταμένη παρατήρηση στον κ. Πολίτη:
Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου ή ΕΕΜ, πράγματι ήταν απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δηλαδή του 3ου και 4ου συνεδρίου της. Μπορεί ο Δ. Πολίτης να ξεχνάει αλλά αυτό δεν ισχύει για όσους έχουν στοιχειώδη επαφή με τα κείμενα και τις αποφάσεις της Κ.Δ. Για παράδειγμα, θα ήξερε ότι το ΕΜ δεν αποτελούσε πάγια τακτική της Κ.Δ. αλλά συγκεκριμένη τακτική στις δοσμένες συνθήκες, βάσει της λενινιστικής αρχής της «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης».
Το Ε.Μ., καθώς το ζήτημα της τακτικής στον λενινισμό δεν αντιμετωπίζεται ως δόγμα, διαφοροποιήθηκε όταν οι συνθήκες άλλαξαν, συνεπώς δεν ίσχυε «διά πάσαν νόσον», όπως πιθανόν θεωρεί ο κ. Πολίτης. Παρόλα αυτά, είναι αληθές ότι συμπύκνωνε τις βασικές αρχές της λενινιστικής τακτικής. Επίσης, ξεχνάει ότι η λογική του Ε.Μ. δεν ήταν λογική εκλογικής συνεργασίας, αλλά πρόταση πάλης των κομμουνιστών προς τα υπόλοιπα εργατικά κόμματα της εποχής και κυρίως προς τη βάση τους, προκειμένου να παλέψουν από κοινού για τα πιο άμεσα και ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων.
(…)η τακτική του ΕΜ δεν σημαίνει καθόλου μια εκλογική σύμπραξη με τους κορυφαίους παράγοντες που στοχεύουν σε τούτους ή εκείνους του εκλογικούς σκοπούς. Η τακτική του ΕΜ στοχεύει να εξυπηρετήσει τον κοινό αγώνα των κομμουνιστών και των άλλων εργατών που ακολουθούν άλλα κόμματα ή ομάδες ή που είναι ακομμάτιστοι, για την υπεράσπιση των στοιχειωδών ζωτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης ενάντια στη μπουρζουαζία(…) (3)
Είναι προφανές ότι και μόνο με το παραπάνω απόσπασμα των αποφάσεων της Κ.Δ. που αναφέρονται στο Ενιαίο Μέτωπο, απέχουν παρασάγγας από την οπτική του Δ. Πολίτη. Και αυτό συμβαίνει διότι: α) η τακτική του Ε.Μ. αφορούσε κατά βάση εργατικά κόμματα β) το βάρος το έριχνε στο εργατικό κίνημα και στο πλαίσιο πάλης που πρέπει να υιοθετηθεί και όχι στην εκλογική σύμπραξη κομμάτων γ) αποτελούσε πολιτική πρόταση συσπείρωσης των εργαζομένων στην κατεύθυνση της ενότητας δράσης «ενάντια στη μπουρζουαζία».
Εδώ, χρειάζεται μια αναφορά, προκειμένου να δούμε τις «αναλογίες» της εποχής με το σήμερα: Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 στην Ευρώπη βρίσκονταν σε κορύφωση ένα επαναστατικό κίνημα που δημιουργήθηκε μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από το οποίο ξεπήδησαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού των κομμουνιστών από τη σοσιαλδημοκρατία, μετά την προδοτική στάση των ηγετών της κατά το ξέσπασμα του πολέμου. Αυτό το ορμητικό επαναστατικό κίνημα οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο (Ε.Σ.Σ.Δ.) σε επαναστάσεις σε μια σειρά χώρες (Γερμανία, Ουγγαρία) και ένα άνευ προηγουμένου επαναστατικό αναβρασμό σε όλες τις χώρες της Ευρώπης που τράνταξε συθέμελα τον καπιταλισμό.
Την ίδια εποχή που ο καπιταλισμός κλυδωνιζόταν από τα χτυπήματα του πολέμου και του εργατικού κινήματος, τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη αδυνατούσαν να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους, ακόμα και στις ίδιες τις μητροπόλεις τους. Ο τρόμος που κυρίευσε την αστική τάξη ήταν δικαιολογημένος. Επιστρατεύτηκαν για ακόμα μια φορά οι εκφυλισμένοι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες (ότι είχε απομείνει δηλαδή μετά την αποχώρηση των κομμουνιστών από την 2η Διεθνή), χάρη στην ενεργητική στήριξη των οποίων, μια σχετική σταθεροποίηση των καπιταλιστικών κρατών επιτεύχθηκε. Εκεί λοιπόν η Κ.Δ. επεξεργάζεται την τακτική του Ε.Μ. η οποία απευθύνονταν στα Κομμουνιστικά Κόμματα, καλώντας τα να εκθέσουν τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες στις μάζες για τις κενές υποσχέσεις που έδιναν στους εργαζόμενους.
  Εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όταν λέμε για τη σοσιαλδημοκρατία της εποχής, εννοούμε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε ως σοσιαλδημοκρατικό χώρο σήμερα. Πρόκειται για τα κόμματα της 2ης Διεθνούς που ίδρυσε ο Ένγκελς, για μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα με πλατιά προλεταριακή βάση που αποδέχονταν τον Μαρξισμό ως ιδεολογία, αποδέχονταν το σοσιαλισμό ως προοπτική. Η ίδια η βάση της σοσιαλδημοκρατίας ήταν σε πλήρη αναντιστοιχία με τους ηγέτες των σοσιαλιστικών κομμάτων. Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου, στόχευε ακριβώς στο να εκθέσει σε αυτές τις μάζες τους ίδιους τους ηγέτες της.
Το Ε.Μ. υιοθετήθηκε τέλος σε τελείως διαφορετικές συνθήκες από το επίπεδο της ταξικής πάλης που υπάρχει στη χώρα μας σήμερα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Το βασικό της χαρακτηριστικό ήταν ότι εργατική τάξη βρίσκονταν σε γενικευμένη ανάταση. Μόνο στη Γερμανία, η συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα αλλά και στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ήταν περίπου «τρόπος ζωής». Η σχέση των εργατών με το κόμμα τους ήταν σχεδόν οργανική. Με 90 ημερήσιες εφημερίδες, συνδικάτα με 2 εκατομμύρια μέλη, βιβλιοθήκες, σχολεία για εργαζόμενους, ομάδες νέων, ομάδες γυναικών… Τότε το Ε.Μ. είχε νόημα, γιατί κάπως έπρεπε να προσεγγίσεις μια εργατική τάξη η οποία ήταν μεν εγκλωβισμένη ακόμα στη σοσιαλδημοκρατία, είχε όμως συνείδηση του εαυτού της σε μεγάλο βαθμό, είχε ανεπτυγμένη ταξική συνείδηση, διεκδικούσε όχι απλώς ψήφιζε.
Η λογική, λοιπόν, του Ενιαίου Μετώπου ήταν να ενώσει την εργατική τάξη απαντώντας στον κατακερματισμό που ωφελούσε την αστική. Και όχι μόνο να την ενώσει, αλλά να το κάνει παλεύοντας «ενάντια στην μπουρζουαζία». Πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι η ίδια η εμφάνιση του φασισμού έπαιξε επίσης το ρόλο της στην υιοθέτηση της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου. Και σε αυτό, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η σοσιαλδημοκρατία γενικά ήταν αυτή η οποία τελικά απέρριψε την πρόταση του Ενιαίου Μετώπου στις περισσότερες περιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα μάλιστα, στην περίπτωση της Γερμανίας η άρνηση από μέρους της στην πρόταση του Ε.Μ. σημαδεύτηκε από μια στάση ανοχής απέναντι στο ναζισμό, ανοίγοντάς του το δρόμο. Το παραπάνω ζήτημα δεν ήταν απλό, ούτε μπορούσε να ξεπεραστεί έτσι απλά από τους κομμουνιστές. Έπαιξε και αυτό με τη σειρά του το ρόλο στην υιοθέτηση της λογικής του «σοσιαλφασισμού» όπου δηλαδή θεωρήθηκε ότι η σοσιαλδημοκρατία ήταν αυτή που έστρωσε το έδαφος για την άνοδο του φασισμού λειτουργώντας ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος της αστικής πολιτικής.
Αξίζει επίσης να αναφέρουμε, ότι η σοσιαλδημοκρατία παύει να υφίσταται ως σοσιαλιστικό ρεύμα κατά τη δεκαετία του 50’. Τότε περίπου αποβάλει όλα τα σοσιαλιστικά της χαρακτηριστικά και μετατρέπεται σε ένα αστικό ρεύμα. Ένα οργανικό τμήμα καθαρά της αστικής πολιτικής.
Ακόμα και να υποθέσουμε ότι η τακτική του Ε.Μ. έχει εφαρμογή σήμερα, αυτό θα έπρεπε να το κάνουμε πολύ συγκεκριμένο και ειδικά στο «ποιους αφορά». Πράγμα που οφείλει να κάνει πρωτίστως αυτός που το προτείνει.
Ο Σύριζα απέχει από το να χαρακτηριστεί «εργατικό» κόμμα: ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι έχει δεσμούς αίματος με την εργατική τάξη ούτε ισχυρίστηκε ότι εκφράζει τα συμφέροντά της (σε αντίθεση π.χ. με τη σοσιαλδημοκρατία της εποχής του Λένιν). Το δημοτικό ψηφοδέλτιο δε του Σύριζα λ.χ. όχι μόνο δεν διακρίνεται από τα εργατικά του στοιχεία αλλά μια τέτοια αναφορά σε επίπεδο απεύθυνσης του είναι άγνωστη. Ο Σύριζα είναι βασικά μικροαστικό κόμμα, με μικρή σχέση με το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα, με στόχους πάλης που φτάνουν μέχρι το σημείο του «μικροαστικού σοσιαλισμού» ενώ η όποια ουσιαστική αναφορά στους δεσμούς του με την εργατική τάξη σήμερα θα μπορούσε να είναι το ότι, εφόσον το 27% του λαού ψηφίζει Σύριζα, σημαντικό τμήμα των εργαζομένων επίσης εκφράζεται από τον Σύριζα.
Αν θεωρήσουμε ότι είναι σωστή η λογική ότι «ο Σύριζα σήμερα εκπροσωπεί την εργατική τάξη εφόσον αυτόν ψηφίζουν οι εργαζόμενοι», τότε, θα έπρεπε να δεχτούμε ότι και το ΠΑΣΟΚ κάποτε ήταν ένα εργατικό κόμμα, ως εκ τούτου το Ε.Μ. το χώραγε. Αλλά, γιατί να αποκλείσουμε και τη ΝΔ; Αυτή δεν την ακολουθούσε η εργατική τάξη όσο τουλάχιστον έκανε και με το ΠΑΣΟΚ; Προφανώς, μια τέτοια λογική επιχειρηματολογία γύρω από το Ε.Μ., καταντάει γελοιογραφία του λενινισμού. Και για λογαριασμό του ο κ. Πολίτης, έχει δικαίωμα να θεωρεί ότι σήμερα συνεχιστής του λενινισμού είναι ο Τσίπρας και το κόμμα του, καταντάει εξοργιστικό όμως να εγκαλεί τους κομμουνιστές στο όνομα του Λένιν.
Το ίδιο το πρόγραμμα του Σύριζα είναι κοινή παραδοχή ότι δεν έχει σχέση με αυτά που διακήρυσσε ο ίδιος ο Σύριζα πριν ένα χρόνο. Το θέμα της κατάργησης των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων, της διαγραφής του χρέους, το ζήτημα του νομίσματος είναι μόνο η μία πλευρά του πράγματος, η πιο χτυπητή. Αντί ο Δ. Πολίτης να αναρωτιέται γιατί ΚΚΕ και Ανταρσύα αρνούνται να εμπλακούν σε ένα πρόγραμμα που δεν ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, θα όφειλε να αναρωτηθεί το γιατί τα σπέρματα ριζοσπαστισμού στο πρόγραμμα του Σύριζα, το 2012, «κάνουν φτερά» σήμερα και μάλιστα σε συνθήκες επίγνωσης από τα λαϊκά στρώματα της σχέσης μεταξύ της πολιτικής της Ε.Ε. με την πηγή των δεινών που υφίστανται. Αποτελεί υπεκφυγή η επίκληση της άρνησης των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς να συμπράξουν σε ένα «μέτωπο» στο οποίο δεν υπάρχει καμία βασική σύγκλιση. Είναι επιλογή του Σύριζα να «στρίβει το τιμόνι δεξιά», όχι αναγκαιότητα που εκπορεύεται από την άρνηση των άλλων σε συμμαχία μαζί του.
  Και εδώ αναδεικνύεται η ουσία του αδιεξόδου που αντιμετωπίζει ο Σύριζα σήμερα, το οποίο τον οδηγεί στην ανάγκη να προχωρήσει σε «συμπράξεις» ακόμα και με το «μνημονιακό Πασοκ»: Ο κόσμος που ακολουθεί το κόμμα του Σύριζα, σε μεγάλο βαθμό τοποθετείται πολιτικά στην «Αριστερά». Τι σημαίνει όμως Αριστερά σήμερα; Δεν βρισκόμαστε ούτε στο 60’ που η χώρα μας συνδέθηκε στην ΕΟΚ, ούτε στο 90’ όταν αυτή μετασχηματίζονταν στην ΕΕ, ούτε όμως και στο 2010 όταν η χώρα μας δέχονταν δια μέσω της ΕΕ την εξοντωτική επιβολή του Μνημονίου. Σήμερα σε πλατιά λαϊκά στρώματα η ιδέα της «Ευρώπης των λαών» έχει καταρρεύσει ανεπιστρεπτί, γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει η ΕΕ, τι τους περιμένει τα επόμενα χρόνια και για όσο παραμένει εντός της.
  Ένα κόμμα που αυτοτοποθετείται στην Αριστερά, οφείλει να τοποθετηθεί ριζοσπαστικά σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Μα για τον Συριζα, αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, γιατί προσκρούει στη στρατηγική επιλογή του κόμματος αυτού, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της φυσιογνωμίας του. Η ουσία της στρατηγικής δηλαδή του Συριζα, η οποία συμπίπτει με τη στρατηγική της αστικής τάξης της χώρας, για την οποία το ζήτημα της σύνδεσης με την ΕΕ αποτελεί κομβικό ζήτημα.
Απο εκεί εκπορεύεται και η «ανάγκη» να στραφεί ο Συριζα προς τη σοσιαλδημοκρατία προσπαθώντας «να λύσει» αυτό το αδιέξοδο που παράγει η πολιτική του με ένα λάθος τρόπο. Διολισθαίνοντας προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει να ριζοσπαστικοποιηθεί περισσότερο. Συνεπώς, η «πρόσκληση σε μέτωπο» είναι το λιγότερο μια δημαγωγική λογοκοπιά στην καλύτερη περίπτωση. Και αυτό, οφείλουν να το λάβουν υπόψη τους εκείνοι οι αριστεροί που παραμένουν εντός του Συριζα. Αν ο Συριζα δεν απαντήσει ριζοσπαστικά απέναντι στην ΕΕ, τότε δικαίωμα τέτοιας πρόσκλησης, δεν το έχει. Και αυτή δεν είναι και η μοναδική προυπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η σύμπραξη της παράταξης του κ. Νικολούζου με το «όψιμα μετανοημένο» ΠΑΣΟΚ, ακόμα και αν παραβλέπαμε τα παραπάνω (πρόγραμμα και χαρακτήρας του Σύριζα) δεν αποτελεί «συμβολική» επιλογή όπως ισχυρίζεται ο κ. Πολίτης. Αφενός, διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μιλάμε για μεμονωμένους του ΠΑΣΟΚ, συνεργαζόμενους με την παράταξη του Σύριζα, αλλά για μια κοινή συμφωνία σε επίπεδο παρατάξεων με άγνωστο περιεχόμενο μέχρι στιγμής. Παρά τη «μικρή» αριθμητική παρουσία στο ψηφοδέλτιο, έχουν μια πολιτική ουσία πέραν του «συμβολισμού» τους και αυτή αντανακλά τις γενικότερες επιλογές του Σύριζα. Διότι τέτοια «ανοίγματα» δεν συμβαίνουν μόνο στην Κέρκυρα, αλλά πανελλαδικά.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά στην κριτική που δέχεται ο κ. Νικολούζος: Το ΠΑΣΟΚ «έχει πεθάνει» για τα λαϊκά στρώματα (για αυτό δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ψηφοδέλτιο η «ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ»). Γιατί, λοιπόν, επιβάλλεται η συνεργασία με τα κατάλοιπα ενός «πολιτικού πτώματος» όπως είναι το ΠΑΣΟΚ σήμερα, που ο κόσμος το έχει απλά εγκαταλείψει; Με ένα τρόπο μόνο μπορεί να ερμηνευτεί: Αυτόν που ανέφερα παραπάνω. Παράλληλα, απλά αποκαλύπτεται ο καιροσκοπισμός αυτού του σχήματος: όλα επιτρέπονται προκειμένου να κατακτήσω τη δημαρχία! Μα αυτή δεν είναι καθόλου αριστερή λογική. Αστική λογική είναι για την ακρίβεια. Η επίκληση ως συνθήματος ή επιχειρήματος του «να φύγει ο Τρεπεκλής», ανοίγει φυσικά και ζητήματα ηθικής, στην προκειμένη περίπτωση όμως αυτή η ηθική προκύπτει από την πολιτική: Το πρόβλημα δεν είναι γενικά «να φύγει ο Τρεπεκλής». Για τα λαϊκά στρώματα, τουλάχιστον από την πλευρά της Αριστεράς, το ζήτημα είναι να ηττηθεί η πολιτική που εκφράζει ΚΑΙ ο Τρεπεκλής –όχι μόνο αυτός- και κυρίως να απαντηθεί πολιτικά το κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας μας που σήμερα ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπώς, στο «όλα επιτρέπονται για τη νίκη» αξίζει να αναρωτηθούμε πρωτίστως στο τι είναι νίκη.
Για την Αριστερά, το πολιτικό πρόγραμμα είναι σχεδόν το Α και το Ω στην πολιτική της και συνεπώς οδηγός για την πολιτική συμμαχιών. Οφείλει να καταθέσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, με το οποίο να απευθύνεται στα λαϊκά στρώματα, να τα πείθει, να τα ριζοσπαστικοποιεί. Και εδώ έχουμε το παράδοξο: οι «συμπράξεις» να γίνονται πριν καν η παράταξη του Σύριζα δημοσιοποιήσει οποιοδήποτε πρόγραμμα. Μάλιστα, να ανακοινώνεται ότι το ίδιο το πρόγραμμα της παράταξής του είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το εν λόγω μνημονιακό ΠΑΣΟΚ! Συνεπώς, εγείρεται ένα ακόμα ζήτημα σε σχέση με αυτό: Υποθέτει ο κ. Πολίτης ότι αυτές οι «συμπράξεις» «δεν είναι και τόσο επικίνδυνες», εφόσον αυτές θα δεσμεύονται από το «πρόγραμμα» της παράταξης. Μα, από τη στιγμή που αυτές έγιναν πριν την ύπαρξη του προγράμματος, τότε, σε ποια βάση έγιναν; Και ποιους και σε τι βαθμό τους δεσμεύουν; Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αυτές έγιναν αποκλειστικά με το καθαρά καιροσκοπικό κριτήριο της «άγρας πελατών από τη δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ». Σε αυτή την περίπτωση, δεν επιβεβαιώνεται στο ακέραιο το «άνευ αρχών»;
Οι πολιτικές συμμαχίες, στην περίπτωση της παράταξης του σύριζα, δεν είναι φυσικά το πρώτο και τελευταίο ζήτημα με το οποίο ένας αριστερός θα σταθμίσει την ψήφο του στις ερχόμενες εκλογές. Είναι όμως και αυτές ένα δείγμα της γενικότερης λογικής που διακατέχει αυτό το κόμμα, που υπολείπεται σαφώς από τις προσδοκίες μεγάλων τμημάτων των μαζών που το εμπιστεύτηκαν το προηγούμενο διάστημα.
Κώστας Βλάσσης
27/4/2014

(1) http://www.corfupress.com/v3/aftodioikisi/37592-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82,-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%84%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%85
(2) https://ilesxi.wordpress.com/2014/04/17/%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%85-%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%89%CE%BD-%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%85-%CF%8C%CF%81%CF%89%CE%BD/
(3) http://www.neriki.gr/interferences/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8D%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82/
(4) 3η Διεθνής. Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια. Θέσεις, αποφάσεις, μανιφέστα. Εκδ. Εργατική πάλη 2007 σελ. 395.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s