5 χρόνια μετά: Έλεγχος προόδου για τον καπιταλισμό της κρίσης

του Richard Wolff

Λίγες μέρες πριν στις 10-13 Αυγούστου, έλαβε χώρα στην περιοχή High Falls κοντά στη Νέα Υόρκη, ένα summer campus που διοργανώθηκε από URPE (Union for Radical Political Economics) σε συνεργασία με το κίνημα Occupy Wall Street. Ο τίτλος του ήταν «Ριζοσπαστικές Οικονομικές Θεωρίες για την Τρέχουσα Οικονομική Κρίση». Στις εργασίες που έγιναν συμμετείχαν με εισηγήσεις μερικοί από τους πιο γνωστούς αριστερούς οικονομολόγους στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων ο Richard Kliman, o Fred Moseley, o Michael Roberts. Δημοσιεύτηκε και μπορείτε να βρείτε εδώ το τεύχος με τις περιλήψεις των παρεμβάσεων, με τη μορφή σύντομων κειμένων – σχολιασμών. Δημοσιεύουμε σήμερα τη μετάφραση του κειμένου του γνωστού οικονόμου Richard Wolff και ελπίζουμε τις επόμενες μέρες να επανέλθουμε συνεχίζοντας με νέες μεταφράσεις. Δείτε πληροφορίες για το campus και την URPE εδώ 

Μετά από 5 χρόνια  κρίσης – και χωρίς ένα τέλος να είναι ορατό  – είναι η στιγμή να αξιολογήσουμε τι συνέβη, γιατί και τι πρέπει να γίνει. Μια από τις βασικές αιτίες της κρίσης, που διαφεύγει στις περισσότερες από τις κυρίαρχες αναλύσεις, είναι η ταξική δομή των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Με αυτό εννοώ την εσωτερική οργάνωση των εταιρειών που τοποθετεί τους εργάτες ενάντια στα συμβούλια των διευθυντών και των μεγάλων μετόχων. Αυτά τα συμβούλια αναζητούν πρώτα από όλα να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη και το μέγεθος της επιχείρησης. Αυτό σημαίνει να μεγιστοποιήσουν τη διαφορά μεταξύ της αξίας που προστίθεται από την εργασία των εργατών και της αξίας που πληρώνεται στους μισθούς των εργατών. Αυτά τα διοικητικά συμβούλια αποφασίζουν επίσης πως θα χρησιμοποιήσουν αυτή τη διαφορά («υπεραξία») για να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή και την επέκταση της επιχείρησης. Οι μεγαλομέτοχοι και οι διευθυντές που αυτοί επιλέγουν παίρνουν όλες τις βασικές επιχειρηματικές αποφάσεις. Τι, πώς, και πού να παράγουν και πώς να ξοδέψουν την υπεραξία (σε μισθούς και μπόνους στελεχών, σε παραγωγή με εξωτερική ανάθεση (outsourcing), στον χρηματισμό πολιτικών κ.α.). Οι εργάτες (η πλειοψηφία) ζουν με τα αποτελέσματα των αποφάσεων που παίρνει μια μικρή μειοψηφία (οι μέτοχοι και οι διευθυντές). Οι εργάτες αποκλείονται από τη συμμετοχή σε αυτές τις αποφάσεις: ένα μάθημα για  την καπιταλιστική δημοκρατία.

Ο καπιταλισμός των ΗΠΑ άλλαξε τη δεκαετία του 70. Τον προηγούμενο αιώνα, η έλλειψη εργατικών χεριών είχε  οδηγήσει σε αυξήσεις των πραγματικών μισθών ανά δεκαετία (για να εισέλθουν μετανάστες εργάτες). Στα 1970, οι καπιταλιστές εγκατέστησαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές που εξοικονομούσαν εργασία και / ή μετέφεραν την παραγωγή σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς. Η ζήτηση για εργάτες έπεσε. Την ίδια στιγμή, οι γυναίκες μετακινήθηκαν μαζικά προς τη μισθωτή εργασία όπως έκαναν και οι νέοι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική. Η προσφορά εργατών αυξήθηκε. Οι καπιταλιστές δεν χρειαζόταν πια να αυξάνουν τους πραγματικούς μισθούς. Από τη δεκαετία του 70 και μετά, πλήρωναν τους εργάτες το ίδιο ενώ οι υπολογιστές αύξαναν την παραγωγικότητα της εργασίας: αυτό που παρήγαγαν οι εργάτες για να πουλήσουν οι καπιταλιστές συνεχώς αυξανόταν. Η υπεραξία (και τα κέρδη) έφτασε στα ύψη (χρηματιστηριακά boom, ανάπτυξη χρηματοπιστωτικού τομέα, κτλ) ενώ το μερίδιο των μισθών στο εθνικό προϊόν και εισόδημα έπεσε.

Κάνοντας αυτές τις αλλαγές, ο αμερικάνικος καπιταλισμός αντιμετώπισε μια κλασική αντίθεση. Είχε πληρώσει μισθούς που δεν επαρκούσαν για να κάνουν τους εργάτες να αγοράσουν το αυξανόμενο προϊόν. Η λύση, με οδηγό τον ταχέως αναπτυσσόμενο χρηματοπιστωτικό τομέα, είχε δύο πλευρές. Πρώτον, ανακυκλώθηκαν τα αυξημένα επιχειρηματικά κέρδη και ο ατομικός πλούτος των στελεχών μέσα σε μεγάλα νέα καταναλωτικά δάνεια (υποθήκες, δάνεια αυτοκινήτων, πιστωτικές κάρτες και αργότερα σπουδαστικά δάνεια). Αυτό κράτησε καλπάζουσα τη μαζική κατανάλωση παρά τους στάσιμους μισθούς και έτσι ανέβαλλε μια σίγουρη διαφορετικά οικονομική ύφεση. Δεύτερον, δημιουργήθηκαν επικερδής νέες επενδύσεις για τις επιχειρήσεις και τους πλούσιους (ασφάλειες βασισμένες σε καταναλωτικά δάνεια και συμβάσεις ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης – CDS- που διασφάλιζαν τις ασφάλειες αυτές). Οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αντικατέστησαν τις μη- χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις στην κυριαρχία της οικονομίας των ΗΠΑ. Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές βασισμένες σε καταναλωτικά δάνεια ήταν με τη σειρά τους χτισμένες σε στάσιμους μισθούς (τα απόλυτα μέσα για να εξυπηρετηθεί το χρέος).  Το 2007, αυτές οι αποφάσεις των καπιταλιστών έφεραν μια κυκλική ύφεση που συνδέεται με την μακροχρόνια μείωση της καταναλωτικής δύναμης των εργατών.

Καθώς αυτή η κρίση βάθαινε, οι απολογητές του επέμεναν ότι ήταν μόνο ένα «πρόβλημα χρηματοπιστωτικό»- η πίστωση πάγωσε γιατί οι τράπεζες δεν εμπιστεύονταν και δεν δάνειζαν πια η μια την άλλη. Το πάγωμα θα «ξεπερνιόταν εύκολα» με τα ομοσπονδιακά προγράμματα διάσωσης (bailouts) για σημαντικές χρηματοπιστωτικές και άλλες εταιρείες (πχ. General Motors) που κρίθηκαν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν». Πιστοί στο καθήκον τους οι πολιτικοί, χρηματοδότησαν αυτά τα προγράμματα διάσωσης με μαζικό ομοσπονδιακό δανεισμό (αντί για φορολόγηση) από τα τεράστια αποθέματα χρημάτων που συσσωρεύονται σε αυτές τις εταιρείες και στους πλούσιους. Συσσώρευαν, γιατί το να δανείσουν ή να επενδύσουν στην οικονομία που είχαν καταστρέψει ήταν «πολύ επίφοβο». Έτσι αντί για αυτό, δάνεισαν τα αποθέματα τους στην κυβέρνηση η οποία τους διέσωζε: ένα μάθημα για την καπιταλιστική αποτελεσματικότητα.

Όσο τα χρέη των κυβερνήσεων αυξάνονται, οι καπιταλιστές του χρηματοπιστωτικού τομέα άρχισαν να ανησυχούν για τις υπερχρεωμένες κυβερνήσεις. Ειδικά εκεί που οι παραδόσεις της αντικαπιταλιστικής κριτικής ήταν ισχυρές, όπως στην Ελλάδα – οι πολίτες μπορεί να σταματήσουν να ξεπληρώνουν τα κυβερνητικά χρέη που προκλήθηκαν από τις αποτυχίες του καπιταλισμού, όχι τις δικές τους. Τότε, οι καπιταλιστές αυτοί απαίτησαν ακόμα υψηλότερους τόκους για το δανεισμό τέτοιων κυβερνήσεων. Και επίσης απαίτησαν προγράμματα λιτότητας. Δημόσιοι υπάλληλοι και υπηρεσίες έπρεπε να κοπούν. Τα χρήματα που θα εξοικονομηθούν θα εξασφαλίσουν τα χρέη των κυβερνήσεων. Σημαντικοί ηγέτες προσποιήθηκαν ότι δεν υπήρχε καμία εναλλακτική – όπως να μπουν υψηλοί φόροι στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους.

Οι συνέπειες τη οικονομικής κρίσης και των προγραμμάτων διάσωσης πέρασε τότε στους εθνικούς πληθυσμούς μέσα από την ανεργία, τις κατασχέσεις κατοικιών και τη λιτότητα: ένα μάθημα για την καπιταλιστική δικαιοσύνη.

Συνοψίζοντας: (1) οι καπιταλιστές αποφάσισαν τη δεκαετία του 1970 να κομπιουτεροποιήσουν και να μεταφέρουν ταχύτατα στο εξωτερικό την παραγωγή, (2) αυτό κατέστησε δυνατό το πάγωμα των μισθών και την μεγάλη αύξηση των πλεονασμάτων και των κερδών, (3) οι καπιταλιστές του χρηματοπιστωτικού τομέα δάνεισαν τους καταναλωτές και έχτισαν τη φούσκα της κερδοσκοπίας βασισμένη στο καταναλωτικό χρέος, (4) όταν τα αυξανόμενα καταναλωτικά δάνεια ξεπέρασαν αυτό που μπορούσαν να αντέξουν οι στάσιμοι μισθοί, το σύστημα κατέρρευσε, (5) οι καπιταλιστές πήραν τρισεκατομμύρια δολάρια σε προγράμματα διάσωσης ενώ ταυτόχρονα δάνειζαν στις κυβερνήσεις τα λεφτά για αυτά τα προγράμματα και (6) τώρα οι καπιταλιστές με τα προγράμματα λιτότητας κοινωνικοποιούν τις συνέπειες της κρίσης και των προγραμμάτων διάσωσης. Ο καπιταλισμός όχι μόνο αποτυγχάνει να «διανείμει τα καλά (αγαθά)», αλλά «ξεφορτώνεται» όλο και χειρότερα κακά.

Όμως δεν είναι διαθέσιμες ούτε και λύσεις σαν τις ρυθμίσεις τύπου New Deal ή τα κευνσιανά ελλείματα, αλα Krugman και Reich. Παρότι το New Deal περιόρισε τους καπιταλιστές και ανακούφισε τα δεινά του κόσμου (τίποτα από τα δύο δεν γίνεται τώρα), δεν ξεπέρασε ποτέ την ύφεση του 1930 (ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος το έκανε). Οι  καπιταλιστικοί κύκλοι ποτέ δεν σταμάτησαν (έντεκα υφέσεις έλαβαν χώρα μετά το 1941 και πριν την κρίση του 2007). Επίσης, οι ρυθμίσεις και οι φόροι στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους του New Deal είχαν αναιρεθεί μετά το 1945 καθώς οι καπιταλιστές χρηματοδοτούσαν τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους λομπίστες, και τα think tanks που διαμόρφωσαν τη νομοθεσία και την κοινή γνώμη. Ένα νέο New Deal τώρα (πράσινο ή μη) θα είχε μικρότερα και πιο βραχυπρόθεσμα οικονομικά αποτελέσματα. Οι καπιταλιστές έχουν μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες και δεκαετίες πείρας στο να τα μπλοκάρουν και να τα αναιρούν.

Κάθε πραγματική λύση πρέπει να αλλάξει την ταξική δομή των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και ως εκ τούτου και τις διευθυντικές αποφάσεις: δίδυμα εμπόδια στον τερματισμό των επαναλαμβανόμενων καπιταλιστικών κρίσεων και τις τεράστιες κοινωνικές συνέπειες τους. Η αλλαγή πρέπει να οργανώσει από την αρχή την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Αντί για τις αντιδημοκρατικές ιεραρχικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, οι εργάτες συλλογικά θα μετατραπούν στα διοικητικά συμβούλια τους εαυτού τους και θα παίρνουν όλες τις κρίσιμες αποφάσεις. Αν τέτοιες αυτοοργανωμένες από τους εργάτες επιχειρήσεις (WSDE: Workers Self Directed Enterprises) είχαν επικρατήσει τη δεκαετία του 1970, οι πραγματικοί μισθοί θα συνέχιζαν να αυξάνονται, οι θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ θα είχαν παραμείνει, καμία έκρηξη της καταναλωτικής πίστωσης δεν θα είχε συμβεί και ούτω καθεξής. Οι αυτοοργανωμένες από τους εργάτες επιχειρήσεις θα είχαν και προβλήματα. Ωστόσο, η Αμερική μπορεί και καλύτερα από τον καπιταλισμό. Μπορούμε να τολμήσουμε να το σκεφτόμαστε, να το λέμε, να κάνουμε τις απαραίτητες αλλαγές και να προχωρήσουμε μπροστά.

Μετάφραση: Θάνος Ανδρίτσος

Το βίντεο το summer camp:

Ένα Σχόλιο to “5 χρόνια μετά: Έλεγχος προόδου για τον καπιταλισμό της κρίσης”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s